Αρχική σελίδα → Εκ Θεού άρξασθε → Σύμμεικτα

Τι είναι η Ορθοδοξία στον 21ο αιώνα;

Εφ. Καθημερινή, 15/7/2001

Ενα κυριολεκτικά μνημειακό έργο, για το ιστορικό σώμα της Ορθοδοξίας σε μια εποχή παγκόσμιων ανακατατάξεων και διαλόγου

Ο θησαυρός της Ορθοδοξίας. 2000 χρόνια. Ιστορία - Μνημεία - Ξενοφών Μπρουντζάκης Η μέρα άρχισε με το αλεύρι Μυθιστόρημα Εκδ. Kαστανιώτη Της Χρ. Σπυροπούλου Πόσο αντέχει στον χρόνο το παρελθόν άραγε και ιδιαιτέρως πόσο αντέχουν στο σαρωτικό πέρασμά του οι εθνικές περιπέτειες; Ισως να έχουν ειπωθεί όλα. Τι καινούργιο μπορεί να προσθέσει μια ακόμα ιστορία που αφορά στον μικρασιατικό και τον ποντιακό Ελληνισμό; Βεβαίως, ενώ για τη Μικρά Ασία έχουν γραφτεί σημαντικά μυθιστορήματα που σημάδεψαν τη νεοελληνική λογοτεχνία, για τον Πόντο, ό,τι έχει παραδοθεί -απ' όσο γνωρίζω- ανήκει στον χώρο των μαρτυριών και μιας καταγραφής γεγονότων, που στερούνται λογοτεχνικών αρετών και απευθύνονται περισσότερο στο θυμικό του αναγνώστη. Με αυτό το είδος, ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να κερδηθεί το ευρύ -πέραν εκείνων που κατάγονται από τον Πόντο- αναγνωστικό κοινό. Το παρόν μυθιστόρημα του Ξ. Μπρουντζάκη (γ. 1959) έρχεται να καλύψει το κενό, καθώς είναι ένα έργο που διακρίνεται για τις αφηγηματικές του αρετές αλλά και για το πηγαίο, αυθεντικό συναίσθημα. Η ιστορία του βιβλίου αναφέρεται στις περιπέτειες και το μεγάλο οδοιπορικό μιας οικογένειας του Πόντου, συγκεκριμένα από το χωριό Γκουμούσχανε -Αργυρούπολη-, η οποία ξεριζωμένη από τον τόπο της καταλήγει στη Θεσσαλονίκη πρώτα κι έπειτα στο Kιλκίς. Ο αποχωρισμός, ο θάνατος, ο πόνος επανέρχονται κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, ενώ η κάθαρση θα αργήσει να συντελεστεί. Μήπως, όμως, το μυθιστόρημα είναι κι αυτό μια προσπάθεια κάθαρσης; Ο ζωντανός λόγος του κ. Μπρουντζάκη, η ευαισθησία και η διεισδυτική ματιά στην περιγραφή των χαρακτήρων του, καθώς και οι αναφορές σε συνήθειες, εδέσματα -όπως η παραδοσιακή τυρόπιτα των Ποντίων, τα πισία- συγκινούν τον αναγνώστη, ιδιαιτέρως εκείνον που έχει συναισθηματικούς δεσμούς με τον Πόντο. Οι χαρακτήρες αποδίδονται ολοκληρωμένοι, οι διαφορές τους τονίζονται αν και ενίοτε ακόμα και στην απόδοση των αδυναμιών τους διάβλεπε κανείς της διάθεση του συγγραφέα να τους παρουσιάσει «ιδανικούς», με πνεύμα επιείκιας. Άλλωστε, το παρελθόν και η νοσταλγία δημιουργούν φανταστικούς τόπους και η χαμένη Εδέμ επιστρέφει πιεστικά, όταν δεν γίνει το ξεκαθάρισμα των συναισθηματικών εκκρεμοτήτων νωρίς... Ισως τότε προσέξει κανείς το παρόν εν μέσω φανταστικών τοπίων. Πρέπει να τονισθεί, πάντως, ότι ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «Η Μέρα άρχισε με το Αλεύρι» δεν παρασύρθηκε από μεγαλοστομίες, υπερβολές και σίγουρα δεν υπέκυψε σε γραφικότητες. Αλήθεια, ποιος θα μου έλεγε ότι το χωριό της μητέρας μου, το Γκιουμούσχανε, θα πρωταγωνιστούσε σ' ένα έργο γραμμένο έπειτα από τόσα χρόνια, και μάλιστα από έναν ικανό παραμυθά.

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης, και αφού είχαν προηγηθεί πνευματικές ζυμώσεις στον τόπο μας (είναι αδύνατον εδώ να γίνει πλήρης αναφορά σε όλες τις θεολογικές αναζητήσεις της δεκαετίας του '60, από τον Kουτρουμπή και τον Ρωμανίδη μέχρι το περιοδικό «Σύνορο») και έφτανε ο απόηχος της κοινωνικής αμφισβήτησης από την Ευρώπη, κάποιοι αποφάσισαν να ακουμπήσουν τους τίτλους και τα μεταπτυχιακά τους στα πόδια της Παναγίας στον Αθωνα. Ηταν ο πυρήνας των νέων μοναχών που επέλεγαν να ζήσουν μακριά από τις πόλεις, όχι από αδιαφορία για τα κοινά, αλλά από την ανάγκη να νοηματοδοτήσουν την καθημερινότητά τους μέσα στη δοκιμασμένη εμπειρία της Ορθοδοξίας, όπως βιωνόταν στη κιβωτό του Βυζαντίου, το Αγιον Ορος. Από τότε σήμανε, χωρίς τυμπανοκρουσίες, μια «ανεπίσημη» στροφή του ενδιαφέροντος για τη σημασία της Ορθοδοξίας.

Δύο κυρίαρχες τάσεις

Η αλήθεια είναι ότι μπορεί να ιδωθεί και να εκτιμηθεί όλη αυτή η παράδοση από διαφορετικές πλευρές. Θα ξεχώριζα δύο κυρίαρχες τάσεις. Η πρώτη αντιμετωπίζει την Ορθοδοξία ως έναν μουσειακό οργανισμό απονεκρωμένο και ανίκανο να απαντήσει σήμερα σε θεμελιώδη ανθρωπολογικά ερωτήματα, ιδεολογικά συντηρητικό, που μπορεί να γίνει αντικείμενο χριστοπατριδοκαπηλείας να εκθρέψει το εμπόριο τέχνης ή να αποβεί απλώς ένα σκηνικό δράσης που εξυπηρετεί ατομικούς στόχους και αλλότριους σκοπούς των διακηρύξεων του ιδρυτή της. Η δεύτερη αντιλαμβάνεται την Ορθοδοξία πέρα από παθολογίες και δογματικές εμμονές, ως ένα κάλεσμα ζωής και εμπειρικής μετοχής που σημαδεύει και μεταμορφώνει την ατομική ύπαρξη. Υπάρχει, βέβαια, και μια τρίτη τάση, γνήσια στις προθέσεις, ο αγνωστικισμός που μάλλον θα πρέπει να ταυτιστεί με τη συνειδητή αδιαφορία και όχι με τον μηδενισμό (εφόσον γίνεται δεκτό ότι κάποιου είδους πίστη στηρίζει κάθε άνθρωπο).

Ομως, η Ορθοδοξία στις μέρες μας μπορεί να σημαίνει και κομποσχοίνι (ως αξεσουάρ) στο χέρι τηλεπαρουσιάστριας, κατάθεση της προσωπικής ελευθερίας στην αυθεντία του «πνευματικού», καταθλιπτικά αντίγραφα αγιογραφιών, ανιαρό μάθημα θρησκευτικών, εντυπωσιακές εμφανίσεις επισκόπων, βιντεοκλίπ ρασοφόρων ή δημοσκοπήσεις πίστεως.

Στους αντίποδες αυτής της σύγχυσης η Ορθοδοξία διασώζει έναν πολιτισμό, απότοκο των ιστορικών συγκυριών στη δισχιλιετή παρουσία της. Εναν πολιτισμό θαυμαστό αλλά άγνωστο και κάποτε συστηματικά συκοφαντημένο.

Ο «Θησαυρός» της «Εκδοτικής Αθηνών» κυκλοφόρησε σε μια ώριμη χρονικά στιγμή για να απαντήσει στα ερωτήματα: Τι είναι η Ορθοδοξία, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την τομή της ιστορίας από τη γέννηση του Χριστού; Πόσο αντέχει και ποιους ενδιαφέρει σήμερα;

Με τη διεύθυνση εκδόσεως από τους Γ. Α. Χριστόπουλο και Γ. K. Μπαστιά, με μια πενταμελή επιστημονική επιτροπή (Αρβελέρ, Ζίας, Μαλτέζου, Ταχιάος, Φειδάς) και ένα δυναμικό επιτελείο συντακτών, κορυφαίων επιστημόνων και συγγραφέων παραδίδεται σε όλους τους αναγνώστες ένα, κυριολεκτικά, μνημειακό έργο, για το ιστορικό σώμα της Ορθοδοξίας στο νέο αιώνα, σε μια εποχή παγκόσμιων ανακατατάξεων και διαλόγου.

Μπροστά μας έχουμε κείμενα που δεν κάνουν κήρυγμα ούτε έρχονται να επιβάλουν μια νέα αυθεντία. Οι συγγραφείς τους προέρχονται από ποικίλους χώρους και τους ενοποιεί η επιστημονική γνώση και το ουσιαστικό ενδιαφέρον για την πληρέστερη εικονογράφηση της ορθόδοξης παράδοσης. Kαι το πλέον σημαντικό είναι ότι οι συντάκτες διαλέγονται με τη δυτική χριστιανοσύνη, άρα μπορούν να ανιχνεύσουν τα κομβικά σημεία συνάντησης ομοδόξων και ετεροδόξων.

Ο πρώτος τόμος δομείται σε τέσσερες ενότητες με αρχή το πρόσωπο του Ιησού Χριστού -το κέντρο της ευχαριστιακής σύναξης- και την ιστορική διαδρομή της Ορθοδοξίας, συνεχίζει με το πνεύμα και τη θεολογία, ακολουθεί ο μοναχισμός και ολοκληρώνεται με την τέχνη.

Αφετηρία όλης της έκδοσης είναι οι «καταβολές της Ορθοδοξίας», κεφάλαιο θεμελιακό που υπογράφει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας. Η πρόσληψη του Ελληνισμού ερευνάται μακριά από ερμηνευτικά σχήματα «ελληνορθοδοξίας», που είναι φορτισμένα ιδεολογικά, αλλά εντός των συνθηκών που συντελέστηκε η γνωριμία των δύο ρευμάτων και των στρατηγικών επιλογών της πρώτης χριστιανικής κοινότητας να παραμείνει ανοιχτή στα έθνη και να μην περιοριστεί σε μια παραφυάδα του Ιουδαϊσμού, αφού το μήνυμα του Χριστού αφορούσε όλη την οικουμένη και δεν ήταν προνόμιο κάποιας εκλεκτής μερίδας.

Η Ορθοδοξία αξιοποίησε το αρχαιοελληνικό πνεύμα στον αγώνα κατά των αιρέσεων με κορύφωση τις διατυπώσεις των οικουμενικών συνόδων. Συνεπώς, διαλύονται μύθοι για τη «θρησκεία του Ναζωραίου», όπως υποτιμητικά χαρακτηρίζεται ο χριστιανισμός από όψιμους αρχαιολάτρες. Για του λόγου το ασφαλές, απλά ας αναφερθεί ότι ο θρίαμβος της ανθρώπινης μορφής στο τέλος της εικονομαχίας επιβεβαιώνει την καταξίωση της ελληνικής παράδοσης από την Ορθοδοξία και διδάσκει πολλά σε μια περίοδο επιβολής ανατολικών ανεικονικών ρευμάτων.

Ο δεύτερος τόμος του «Θησαυρού» καλύπτει ένα τελείως -για το ευρύτερο κοινό- άγνωστο κεφάλαιο της Ορθοδοξίας: τη διοικητική οργάνωση με την ίδρυση των πατριαρχείων (Kωνσταντινούπολης, Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας, Ιεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας) και των αυτοκεφάλων Εκκλησιών (Kύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχίας και Σλοβακίας, Φινλανδίας, Εσθονίας). Εδώ, αναδεικνύονται οι τοπικές ιδιαιτερότητες χωρίς να προσβάλλεται η ενότητα της λατρείας και η κοινή δογματική πίστη, ενώ σημείο αναφοράς για τις ανεξάρτητες Εκκλησίες και την ορθόδοξη διασπορά παραμένει ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως που διαφυλάσσει μέχρι σήμερα τον τίτλο οικουμενικός, όχι με την έννοια της ανωτάτης αρχής αλλά ως σύμβολο του ενιαίου και αδιάσπαστου σώματος του Χριστού.

Αυτή η πραγματικότητα του ενός εκκλησιαστικού σώματος τονίζεται έντονα στον «Θησαυρό της Ορθοδοξίας».

Μακριά από φανατισμούς και εμμονές, ασκείται κριτική σε σύγχρονες απόψεις ενδοστρέφειας που περιορίζουν την Ορθοδοξία ως γραφική-εξωτική θρησκεία της καθ' ημάς Ανατολής, ενώ παραμελούν το οικουμενικό πνεύμα, συστατικό στοιχείο της Εκκλησίας. Ετσι, γίνεται σαφής μια αντίσταση στον πειρασμό του εθνικισμού. Το Βυζάντιο είναι ο χώρος όπου οι συνθήκες επέτρεψαν να αναπτυχθεί το ιστορικό οικοδόμημα της Εκκλησίας με τη συνδρομή του γονιμοποιού ελληνικού λόγου και με την παραγωγή πλήρων καλλιτεχνικών εκφράσεων που επιβίωσαν και μετά την άλωση της Πόλης.

Αλλά, δεν ζούμε στα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας και ούτε η αναγραφή του θρησκεύματος σε ταυτότητες προσδιορίζει τη δυναμική της πίστης. Ο πολιτισμός που διαμορφώνεται σήμερα βασίζεται περισσότερο στην ικανοποίηση της ατομικής επιθυμίας, στη δημιουργία τεχνητών αναγκών, όπου ανάγεται σε μείζον εθνικό θέμα η ιδιωτική ζωή ενός βουλευτή ή ενός ποδοσφαιριστή.

Πέρα από τη λαμπρότητα των πολιτιστικών επιτευγμάτων, μέσα στην πολυμορφική κοινωνία μας η ορθόδοξη πνευματικότητα παραμένει μια πρόταση ζωής, μπορεί να δώσει θέσεις για την κρίση του πολιτισμού.

Το μήνυμα της αγάπης δεν έχει πάψει να είναι επίκαιρο. Όμως, όσοι ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την ορθόδοξη κληρονομιά (και είναι πολλοί σ' αυτόν τον τόπο) αναμένουν πλέον έναν σύγχρονο εκκλησιαστικό λόγο, όχι ουραγό των κοινωνικών και επιστημονικών εξελίξεων, όχι εφησυχαστικό των χριστιανικών συνειδήσεων.

Οι αρετές του «Θησαυρού της Ορθοδοξίας» με τις υψηλές προδιαγραφές ποιότητας και την πλούσια εικονογράφηση με έργα τέχνης απ' όλο τον κόσμο αναδεικνύουν το δίτομο έργο ως τη σημαντικότερη εκδοτική συμβολή στον εορτασμό του Ιωβηλαίου και αφορά όλο το φάσμα ενηλίκων αναγνωστών.