Εκ Θεού άρξασθεΣύμμεικτα


Στο προσκήνιο πάλι η βιοηθική

Μυρτώ Δραγώνα - Μονάχου, εφ. Καθημερινή, 28/7/2001

Μετά την πρόσφατη ολοκλήρωση της χαρτογράφησης του ανθρώπινου γονιδιώματος η βιοηθική ήλθε και πάλι στο προσκήνιο, θετικά και αρνητικά. Αποτέλεσε κεντρικό θέμα σε διαλέξεις, δημοσιεύματα και στρογγυλά τραπέζια και όμως αρκετά ζητήματα παρέμειναν ανοιχτά. Σε πρόσφατη δημόσια συζήτηση λ.χ. προβλήθηκαν μεταξύ άλλων ερωτήματα καταστατικά για την ίδια την ηθική, όπως για ποια ηθική πρόκειται σε θέματα τεχνητής γονιμοποίησης, κλωνοποίησης, υποκατάστασης μητρότητας κ.λπ. Τέθηκε το θέμα αν οι κανόνες της ηθικής είναι ξεπερασμένοι και ακόμη μήπως χρειάζεται αναθεώρηση του κώδικα ηθικής. Kαίτοι δεν μπορούμε να μιλάμε για κώδικα ηθικής, γενικώς, παρά μόνο σε συνάφεια με συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους, έγινε συνειδητό ότι, αν δεν είναι αναγκαίος και εύκολος ένας επανορισμός του ηθικού θεσμού της ζωής στο σύνολό του, χρειάζεται τουλάχιστον κάποια οριοθέτηση του πεδίου της βιοηθικής για τη δικαίωση της παρέμβασής της σε επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα που αφορούν τον άνθρωπο, την αξιοπρέπεια και την ποιότητα της ζωής του.

Η βιοηθική είναι ένας από τους κλάδους της εφαρμοσμένης ηθικής που γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση τα τελευταία τριάντα χρόνια μαζί με την περιβαλλοντική, την επιχειρησιακή και τη δημόσια ηθική και τις εξειδικεύσεις τους. Kαίτοι ως όρος επινοήθηκε σχετικά ενωρίς, καθιερώθηκε πιο πρόσφατα και ουσιαστικά αποτελεί μετεξέλιξη της ιατρικής ηθικής μετά την αλματώδη πρόοδο της βιοτεχνολογίας. Γι' αυτό και σχεδόν αυτονομήθηκε από την εφαρμοσμένη ηθική και αποτέλεσε ανεξάρτητο διεπιστημονικό κλάδο με παραθεώρηση κάποτε της φιλοσοφικής αφετηρίας και μεθοδολογίας της.

Πρόκειται ουσιαστικά για έναν διεπιστημονικό λόγο και μια πρακτική που ερευνά και συζητεί τα προβλήματα και τα διλήμματα που αναφύονται από την πρόοδο της ιατρικής και της βιολογίας, και έχουν κυρίως να κάνουν με τις εφαρμογές της βιοτεχνολογίας και τις επιπτώσεις τους στον άνθρωπο από ηθική, κοινωνική και νομική σκοπιά. Δεν πρόκειται για μια νέα επιστήμη ή μια νέα ηθική. Η αναγκαιότητα της βιοηθικής προκύπτει από το πάντρεμα, αλλά και από την αντιπαράθεση των βιο-ιατρικών τεχνο-επιστημών και των επιστημών του ανθρώπου, όπως η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη, η ηθική, το δίκαιο και η θεολογία. Λόγω ακριβώς του διεπιστημονικού χαρακτήρα της, δεν γίνεται τόσο λογος για ειδικούς της βιοηθικής γενικώς -πέρα από τη φιλοσοφική κατάρτιση και την ηθική ευαισθησία κάποιων επιστημόνων στο πλαίσιο του επιστημονικού πεδίου τους ή τον προβληματισμό κάποιων ηθικών φιλοσόφων σε βιο-ιατρικά διλήμματα- όσο για επιτροπές και συμβούλια βιοηθικής. Γιατί, για την οποιαδήποτε ετυμηγορία και πρακτική της η βιοηθική πρέπει να λαμβάνει υπόψη της για την εγκυρότητα των αξιολογικών της κρίσεων και της επιχειρηματολογίας της τα πραγματικά γεγονότα και τα πορίσματα πολλών και διαφορετικών γνωστικών περιοχών των οποίων οι θέσεις και οι εφαρμογές έχουν επιπτώσεις στην αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, στις πνευματικές πεποιθήσεις της κοινωνίας και γενικώς στην ευαισθησία της κοινής γνώμης.

Η βιοηθική, παρά τη σημασιολογική της ενότητα, είναι αόριστη και πολυσήμαντη δραστηριότητα. Είχε μάλιστα αρχικά ευρύτερη σημασία από τη στιγμή που καθιερώθηκε ορολογικά. Πρώτος έπλασε τον όρο το 1970 ο Van Rensselaer Potter σε άρθρο του με το χαρακτηριστικό τίτλο «Βιοηθική: η επιστήμη της επιβίωσης» και τον σημασιοδότησε πληρέστερα τον επόμενο χρόνο με το βιβλίο του «Βιοηθική: Γέφυρα προς το μέλλον». Στα έργα αυτά τονιζόταν η ανάγκη μιας ηθικής «που θα ενσωμάτωνε τις υποχρεώσεις μας όχι μόνο απέναντι στα άλλα ανθρώπινα όντα, αλλά στη βιόσφαιρα στο σύνολό της», με το πνεύμα περισσότερο μιας οικο-ηθικής παρά μιας βιοηθικής στη στενή έννοια ως μελέτης των προβλημάτων που προκύπτουν από τη βιοτεχνολογία και την ιατρική. Στη συνέχεια η βιοηθική, καίτοι για κάποιους διατηρεί το ευρύτερο νόημά της, συρρικνώθηκε και συνέπεσε σχεδόν με την ιατρική ηθική, όχι χωρίς κάποιες ιδεολογικές ενστάσεις, για να ανακτήσει πιο πρόσφατα μια διαφορετική τώρα πια ευρύτερη διάσταση μετά την πρόοδο της μοριακής βιολογίας και της γενετικής μηχανικής και κυρίως μετά τα νέα προβλήματα που δημιούργησαν, οι εφαρμογές τους. Ορισμένες αρχές, ωστόσο, της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας, όπως η αυτονομία, η αγαθοεργία, η εχεμύθεια, η πληροφόρηση, η συναίνεση και άλλες, μερικές έγκυρες ήδη από την εποχή του Ιπποκράτη, εξακολουθούν να παραμένουν σταθερές και στην πιο πρόσφατη εκδοχή της βιοηθικής. Τα διλήμματα όμως είναι τώρα πιο περίπλοκα απ' ό,τι στην ιατρική ηθική, οι συγκρούσεις των αξιών και των δικαιωμάτων πολύ πιο βαθιές και οι κίνδυνοι κατάχρησης, αλλά και οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης των δεδομένων της βιοτεχνολογίας πολύ πιο μεγάλοι. Στις μέρες μας, απαρχές ενός «χρυσού αιώνα» της γενετικής για κάποιους υπεραισιόδοξους επιστήμονες, αρχίζει να γίνεται λόγος ακόμη και για μια «γενετική ηθική», λόγω των ιδιότυπων ιδιοκτησιακών και χρησιακών προβλημάτων των γενετικών πληροφοριών, νέων ενδεχομένων γενετικών διακρίσεων που συνεπάγονται κοινωνικό στιγματισμό και αποκλεισμό, αλλά και λόγω των κινδύνων μιας θετικής κυρίως ευγονικής, σύγχυσης και μετάλλαξης των ειδών κ.λπ. κ.λπ. Τα προβλήματα αυτά ωστόσο οπωσδήποτε καλύπτονται από τη βιοηθική με το σύγχρονο ορθόδοξο νόημά της.

Η βιοηθική λειτουργεί τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά. Φωτίζει τα προβλήματα και δίνει κατευθυντήριες γραμμές. Παρεμβαίνει όταν τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας απειλούν την ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όταν παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματά του και γενικά όταν απειλείται όχι μόνον η ποιότητα της ζωής, αλλά και η ίδια η ζωή. Χωρίς να διαπνέεται από αντιεπιστημονικό και αντιτεχνολογικό πνεύμα ή να αντιστρατεύεται την ελευθερία της έρευνας, έρχεται η βιοηθική να θέσει ορισμένα όρια στην ανεξέλεγκτη και ανεύθυνη πορεία της βιοτεχνολογίας, όπου αυτή δεν αποβαίνει τελικά προς όφελος του ανθρώπου και όπου ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός αλλά ως μέσον. Δεν έρχεται η βιοηθική να σταματήσει την πρόοδο, αλλά να υποδείξει τις ασφαλιστικές δικλίδες που θα διασφαλίσουν τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αυτονομίας και διαβίωσης και θα συντείνουν στην άρση της γενετικής αδικίας.

Πολλές φορές, όταν κυρίως διαφαίνεται ότι η γενετική μηχανική έρχεται να «παίξει τον Θεό», να υποκαταστήσει τη φύση ή με τα επιτεύγματά της να θέσει σε κίνδυνο την ανθρώπινη φύση, δίνεται η εντύπωση ότι το ηθικό ανάγεται σε τελευταία ανάλυση στο φυσικό ή το φυσιολογικό (normal). Ο ηθικός λόγος ωστόσο είναι κανονιστικός (normative), δεοντοκρατικός, και το μεγάλο πρόβλημα της ηθικής και της αξιολογίας είναι η μετάβαση από την περιγραφική γλώσσα στην κανονιστική, από τον κόσμο των γεγονότων στον κόσμο των αξιών, από το «είναι» στο «πρέπει». Ετσι, δεν κηρύσσει η βιοηθική ως ηθική μια κάποια ρουσοϊκού τύπου «επιστροφή στη φύση», γιατί ο άνθρωπος ως ελευθερία, ορθολογικότητα και δημιουργικότητα προχώρησε με την επιστήμη και την τεχνική πέρα από τη φύση στον πολιτισμό και στον ηθικό θεσμό της ζωής. Kηρύσσει ίσως μια «συμφωνία με τη φύση» στη στωική έννοια, όπου το «κατά φύσιν» ανάγεται στο «κατά λόγον και κατ' αρετήν ζην».

Γιατί το νόημα του κόσμου βρίσκεται έξω από τον κόσμο, για να θυμηθούμε και τον Βιτγκενστάιν. Ακριβώς, όμως επειδή ο ηθικός θεσμός της ζωής επιβάλλει αυτοπεριορισμούς και ενδιαφέρον για το συμφέρον του άλλου, αναγνώριση της ανθρώπινης αξίας και σεβασμό των δικαιωμάτων του ατόμου στη ζωή και στο σώμα του, φέρνει η βιοηθική την επιστήμη και την τεχνολογία ενώπιον των ευθυνών τους, απαιτεί ένα «λόγον διδόναι» και τις κάνει να αναρωτηθούν όχι μόνο για τα μέσα, αλλά και για τους σκοπούς τους. Επιβάλλει τον αυτοέλεγχο στον προμηθεϊκό τους ενθουσιασμό, ξαναθυμίζοντας τον άνθρωπο, αποδέκτη των επιστημοτεχνικών επιτευγμάτων, ως «μέτρον απάντων χρημάτων». Kαίτοι σε μεγάλη έκταση θεωρητική, δεν προτείνει η βιοηθική ως πρακτική δραστηριότητα την εφαρμογή συγκεκριμένων ηθικών θεωριών στην πράξη, όπως ούτε η εφαρμοσμένη ηθική γενικώς. Kαι μάλιστα γιατί με βάση τις κυριότερες παραδοσιακές ηθικές θεωρίες, τη δεοντοκρατία και τον ωφελιμισμό, αλλά και άλλες νεότερες, όπως την ηθική των κανόνων, του ορθού, των σκοπών, των καθηκόντων και των δικαιωμάτων, καθώς και την αρεταϊκή ηθική, πολλά διλήμματα επιδέχονται διαφορετικές λύσεις. Kατά τη λήψη πολιτικο-κοινωνικών αποφάσεων πάντως η συνεπειοκρατία διεκδικεί κάποια προτεραιότητα, γιατί οι συνέπειες της δημόσιας πολιτικής είναι ευρύτερες και σοβαρότερες από τις προσωπικές επιλογές. Kαι μια μορφή αρεταϊκής ηθικής επικαλούνται οι υπέρμαχοι της «συνείδησης» των επιστημόνων και των γιατρών, όταν είναι «καλοί άνθρωποι». Η πλαισιοκρατία ωστόσο και η «στοχαστική ισορροπία» ανάμεσα στις κοινές ενοράσεις, τις σταθμισμένες κρίσεις και τις βασικές, κοινά αποδεκτές, ηθικές αρχές αποτελούν χρήσιμο υποκατάστατο της γραμμικής εφαρμογής ηθικών θεωριών.

Η βιοηθική στην κριτική της στάση απέναντι σε αθέμιτες εφαρμογές των τεχνο - επιστημονικών επιτευγμάτων, καθώς και σε οικονομική και πολιτική εκμετάλλευσή τους επιστρατεύει κυρίως ορισμένες έννοιες - γέφυρες ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, όπως είναι η δικαιοσύνη και τα δικαιώματα και ένα σύνολο καθολικών αξιών ευρέως αποδεκτών για το ευ ζην, ένα κοινό, δηλαδή, σε όλους τους ανθρώπους και τους λαούς «πυρήνα της ηθικότητας» στο πλαίσιο μιας οικουμενικής μινιμαλιστικής ηθικής, όπως λ.χ. μπορεί να θεωρηθεί η ηθική των ανθρώπινων δικαιωμάτων που δεν εδράζεται στην ανθρώπινη φύση με τη βιολογική, αλλά με την εποικοδομητική έννοια της, ως ηθικού δεδομένου. Δεν είναι τυχαίο ότι πενήντα περίπου χρόνια μετά την «Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων» η UNESCO προχώρησε σε μια νέα «Οικουμενική Διακήρυξη για το Ανθρώπινο Γονιδίωμα και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» (1997) και μάλιστα για την προστασία του πλανητικού προγράμματος για το ανθρώπινο γονιδίωμα, το οποίο αποτελεί τη βάση «της θεμελιώδους ενότητας όλων των μελών της ανθρώπινης οικογένειας» και έτσι κοινή «κληρονομιά της ανθρωπότητας».

Στο κείμενο αυτό διασφαλίζεται η ελευθερία της έρευνας «που αποτελεί μέρος της ελευθερίας της σκέψης», αλλά και διακηρύσσεται το δικαίωμα του σεβασμού της αξιοπρέπειας του ατόμου, ανεξάρτητα από τα γενετικά του χαρακτηριστικά, στα οποία δεν είναι τελικά αναγώγιμο, καθώς και ο σεβασμός της μοναδικότητας και ποικιλίας του. Απαγορεύεται η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος στη φυσική του κατάσταση, η οποιαδήποτε διάκριση με βάση γενετικά χαρακτηριστικά και απαιτούνται ελεύθερη και ενημερωμένη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου και αυστηρές προδιαγραφές για οποιαδήποτε έρευνα, θεραπεία ή διάγνωση που επηρεάζει το γονιδίωμά του και πρέπει να συντείνει αποκλειστικά προς όφελος της υγείας του. Σε καμιά περίπτωση δεν νοείται στο πλαίσιο αυτό «παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, των θεμελειωδών ελευθεριών, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της προστασίας, της δημόσιας υγείας» κ.λπ., κ.λπ. Στη διακήρυξη αυτή γίνεται λόγος για «ανεξάρτητες, πολυ-επιστημονικές και πολυφωνικές επιτροπές ηθικής για την εκτίμηση των ηθικών, νομικών και κοινωνικών ζητημάτων που προκύπτουν από την έρευνα στο ανθρώπινο γονιδίωμα και τις εφαρμογές της» (άρθρ. 16)

Με βάση τις ασφαλιστικές δικλίδες που κατοχυρώνει ο σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η θετική γενετική με την καινούργια πολύτιμη γνώση και τις θεμιτές για θεραπευτικούς σκοπούς παρεμβάσεις της μπορεί να βελτιώσει την ανθρώπινη κατάσταση και να περιορίσει την κοινωνική αδικία που προέρχεται από τη γενετική λοταρία. Η άσκηση της βιοηθικής εξάλλου και από εκπροσώπους των ομογενών υπό ηθική αξιολόγηση επιστημών δεν αφήνει τις σχετικές επιστήμες και την τεχνολογία έκθετες στον δογματισμό, σε τυχόν θρησκευτικές προκαταλήψεις και σε ατέρμονη φιλοσοφική θεωρητική συζήτηση. Η βιοηθική δεν κομίζει μια νέα ηθική. Ούτε ίσως χρειάζεται νέες αξίες. Ξαναθυμίζει απλώς ότι «επιστήμη χωριζομένη αρετής ου σοφία αλλά πανουργία φαίνεται».