Εκ Θεού άρξασθεΣύμμεικτα


«Η αρχαία Ελλάδα κατοικεί στον χριστιανικό ναό»

Βασίλης Καλαμαράς, εφ. Ελευθεροτυπία, 25/4/2003

Ο καθηγητής Κ. Δ. Καλοκύρης και το βιβλίο του «Τα θεματικά δρώμενα της Μεγάλης Εβδομάδας»

Μεγάλη Παρασκευή, μια ημέρα σαν όλες τις άλλες κι όμως διαφορετική, μοναδική. Καμπάνες ακούγονται, καλέσματα πένθους, μυρωδιά από λουλούδια του Επιταφίου φρέσκα, ολόφρεσκα, κορίτσια νέα και γυναίκες ηλικιωμένες στολίζουν αυτόν τον αστόλιστο Άδωνι της Ορθοδοξίας.

Είναι η Παρασκευή της μυρωδιάς και του ήχου, αλλά και το μάτι παίζει ολόγυρα, καθώς καταστρατηγείται η καθημερινότητα υπέρ μιας άλλης, έξω από το κάδρο του χρόνου, ο οποίος ως βέλος τιτρώσκει το σώμα. Ένα βήμα πριν τον Άδη τον φανταστικό, αλλά και ένα βήμα πριν την εικόνα που εικονίζει την εις Άδου Κάθοδο. Ένα βήμα πριν το τέλος της μνήμης των παιδικών χρόνων, αυτής της ηπείρου χωρίς γεωγραφία και ένα βήμα μετά τη Μεγάλη Εβδομάδα, μετά από αυτό το χωρίς κουπιά λίκνισμα στη θάλασσα των αισθήσεων.

Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι μόνον τα μυστήρια, τα κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο «μυστικώς και ου θεατώς». Είναι και τα θεατά, αυτά που βλέπουμε και αυτά που ακούμε. Φως από το σκοτάδι, ήχοι από τα άηχα, εικόνες από το ανεικονικό των εγκωμίων. Ο ομότιμος καθηγητής Κωνσταντίνος Δ. Καλοκύρης είδε, όπως βλέπουμε όλοι μας, αλλά σηκώνει τον φανό της επιστήμης να φωτίσει το σκότος του αυτονόητου που δεν το σκεφτόμαστε.

«Τα θεματικά δρώμενα του τελετουργικού της Μεγάλης Εβδομάδας (Δεκτά και απαράδεκτα)» («University Studio Press») είναι εκείνα, όπως μας είπε ο συγγραφέας σε επικοινωνία που είχαμε μαζί του, «τα οποία αισθητοποιούν τα γεγονότα στα μάτια των πιστών και εμφανίζουν τους ουσιώδεις χαρακτήρες τους. Διασκεδάζονται ορισμένες εσφαλμένες τοποθετήσεις, όπως π.χ. η εσφαλμένη γλώσσα σ' ορισμένα "ευλογητάρια", η κακή χρήση πολλές φορές του δραματικού γεγονότος της Σταυρώσεως. Εξετάζεται η ουσία του Επιταφίου, τι είναι το πολυθρυλούμενο "Ανάστα ο Θεός", πώς πρέπει να γίνεται η εξέδρα της Αναστάσεως».

Η αρχαία Ελλάδα κατοικεί και δεν φιλοξενείται στον χριστιανικό ναό. Ορισμένα παραδείγματα που τα καταγράφει ο Κ.Δ. Καλοκύρης θα αναφέρουμε ευθύς αμέσως. Ο τάφος του Μάρτυρος γίνεται Αγία Τράπεζα και η μορφολογία του αρχαίου εθνικού τάφου γίνεται στην Εκκλησία το τετράστυλο κιβώριο που υψώνεται πάνω από την Αγία Τράπεζα. «Κατόπιν, γίνεται και το κιβώτιο του Επιταφίου, το λεγόμενο κουβούκλιο», σχολιάζει.

Απηχήσεις του αρχαίου ελληνικού θεάτρου μπορούμε να αντιληφθούμε στο «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν» ή στο «χείρας κροτούμεν τα έθνη μετ' ευφροσύνης». 'Η στο «χορεύσωμεν αγαλλόμενοι» ή όταν χορεύουμε στο γάμο τον «κυκλικό χορό» του Ησαΐα, όπως ήταν και ο αρχαίος διθύραμβος. Μετακένωση και όχι αντιγραφή της αρχαιοελληνικής τελετουργίας συναντάμε κατά τη χειροτονία των κληρικών, των οποίων ο χορός γύρω από την Αγία Τράπεζα γίνεται όπως στους αρχαίους βωμούς ή ειδικότερα στη θυμέλη του Διονύσου (θυμελικός χορός).

Στη χριστιανική σκέψη, επισημαίνει ο καθηγητής, η ειδωλολατρική λατρεία θεωρείται απλή προτύπωση, «τύπος και σκιά», που προεικονίζει την πνευματική και λογική λατρεία της Εκκλησίας. Και όπως στη διονυσιακή λατρεία οι εορταστές ταυτίζονταν με τον Διόνυσο, έτσι και στη χριστιανική, οι πιστοί γίνονται κοινωνοί του Χριστού κατά «μέθεξιν» της διδαχής και των παθημάτων του.

Στοιχεία δραματικού ύφους της αρχαίας τραγωδίας δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψουμε στη Θεία Λειτουργία: τη δέση και λύση, τη διάνοια, το μέλος και την όψη. Εχουμε τους λειτουργούς ιερείς σαν τους αρχαίους «υποκριτές», ως δηλαδή ηθοποιούς της Χάριτος. Τα δυο αρχαία ημιχόρια τα βλέπουμε να ζωντανεύουν στους δυο χορούς των ψαλτών (δεξιός και αριστερός). Αντί της θυμέλης έχουμε την Αγία Τράπεζα και αντί της αυλαίας, το καταπέτασμα της Ωραίας Πύλης.

Τη δομή της αρχαίας τραγωδίας όπως την όρισε ο Αριστοτέλης (ως «μίμησιν πράξεως σπουδαίας και τελείας μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις...») ακολουθούν οι δομές των Λειτουργιών. Η Θεία Λειτουργία κατά τον αριστοτέλειο ορισμό είναι μίμηση και αναπαράσταση (σε ανάμνηση) της κορυφαίας των πράξεων, δηλαδή της επιφανείας, της λυτρωτικής θυσίας και του θριάμβου του Χριστού. Ως εδώ τα παραδείγματα. Κρατάμε την ερμηνεία ως τελείωμα του Κ.Δ. Καλοκύρη: «Η αρχαία Ελλάδα έδωσε το πλούσιο και κατάλληλο εκφραστικό ένδυμα. Η Εκκλησία έβαλε το αθάνατο και ζωοποιό πνεύμα».