Εν γένει...
- Χριστούγεννα
- Η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου
- «Ο Χριστός φέτος γεννήθηκε στη γέφυρα»
- Από τα κάλαντα στα τάλαντα
- Η γέννηση του Χριστού και η γέννηση του Δία
- Φιλανθρωπία
- Ο Μίθρας και η 25η Δεκεμβρίου
- Η περιπέτεια των «Τιμίων Δώρων»
- Ο Ιησούς και η εποχή του
- Πώς έστρωναν το γιορτινό τραπέζι οι... παππούδες μας
- Χριστουγεννιάτικα έθιμα στην Ελλάδα
- Τα Χριστούγεννα έγιναν... άνοιξη
- Τα Χριστούγεννα των ποιητών
- Ακολουθίες
- Απόκριες
- Πάσχα
- Σύμμεικτα
- Αγία Ζώνη πολιτευομένη
- Πιο αισιόδοξοι και υγιείς οι εκκλησιαζόμενοι
- Η Dream Team των αρχιερέων
- Τα 7 αμαρτήματα σήμερα!
- Η θρησκεία οδεύει προς την εξαφάνιση
- Προς Άνθιμον Α΄ Επιστολή
- Τα µυστικά της Βίβλου
- Η δημιουργία του Σύμπαντος χωρίς Δημιουργό
- Δεν πιστεύει στο χέρι του Θεού
- Εις κεκοιμημένους...
- Εκκλησία (με περιουσία)
- Ποια είναι η εκκλησιαστική περιουσία
- Η σιωπή του Θεού και η προπαγάνδα της πίστης
- Μάχη για την εξουσία των ψυχών
- Νικόλαος Λοδοβίκος: «Ο Χριστόδουλος δεν καταλάβαινε, νομίζω, πολλά από πολιτική»
- Ο «άγιος» των φυλακισμένων
- «Εξαγωγή», η μοναδική βιβλική τραγωδία, ένα αξιοσημείωτο έργο του Εζεκιήλ
- Στο θάνατο φαίνεται η πνευματική ωριμότητα, Συνέντευξη στη Ντίνα Καράτζιου
- Η σχέση μας με τον Θεό δεν είναι δήλωση, είναι πορεία
- Mπέρτραντ Pάσελ: H αθεΐα είναι η άλλη όψη της πίστης
- Ποτέ τον Δεκαπενταύγουστο
- Χριστιανικός φονταμενταλισμός (Υπατία)
- Το θέατρο «αναστήθηκε» στη Δύση
- H σκηνική παρουσία των Παθών στην μεταπολεμική Ελλάδα
- Χριστιανισμός και διονυσιακή λατρεία
- Σας ευχαριστούμε, Σεβασμιώτατε..
- Η άγια τρέλα στο θέατρο του κόσμου (Άγιος Aνδρέας ο διά Χριστόν σαλός)
- Ευαγγελικά: άλλοτε και τώρα
- Το «Πιστεύω» ως πρότυπο κατηγορικού λόγου
- Eκκοσμίκευση και φονταμενταλισμός: δύο εχθροί που μοιάζουν
- «Η αρχαία Ελλάδα κατοικεί στον χριστιανικό ναό»
- Ιησούς Χριστός: «Μην κρίνετε για να μην κριθείτε»
- Oι μύθοι της δημιουργίας του κόσμου
- Δαρβίνος και δημιουργία του κόσμου
- Η τελειότητα της «κυριακής προσευχής»
- Από τον πίθηκο στον Kαρτέσιο και μετά;
- Στο προσκήνιο πάλι η βιοηθική
- Τι είναι η Ορθοδοξία στον 21ο αιώνα;
Εις κεκοιμημένους...
Διονύσης Στεργιούλας, εφ. Ελευθεροτυπία, 26/3/2010
- Από τη νεκρώσιμη ακολουθία, μτφρ.: Ντίνος Χριστιανόπουλος, εκδ. Μπιλιέτο, Παιανία, σελ. 48
Τα τροπάρια του Ιωάννη Δαμασκηνού που χρησιμοποιούνται στη νεκρώσιμη ακολουθία αποτελούν μία από τις κορυφαίες στιγμές της ελληνικής γλώσσας και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η ουδέτερη και αποστασιοποιημένη έκφραση του συγγραφέα, που μιλά για τον θάνατο με ένα ύφος σχεδόν απλοϊκό, η άρνησή του να χρησιμοποιήσει τον λόγο συγκινησιακά (παρότι το θέμα θα ευνοούσε τέτοιου είδους χρήση), οι μεγάλες αλήθειες που λέγονται σαν να είναι αυτονόητα πράγματα και η απουσία ουσιαστικών αναφορών σε άλλα κείμενα της εκκλησιαστικής παράδοσης, δίνουν στο κείμενο αυτό μία σπάνια ομορφιά και μία πρωτογενή, αυτοφυή λάμψη. Τα τροπάρια μοιάζουν να γράφονται από έναν λόγιο συγγραφέα, που αφήνει για λίγο στην άκρη τις λόγιες καταβολές του και γίνεται προσωρινά φορέας της λαϊκής προφορικής παράδοσης και γλώσσας, μιλώντας στους ανθρώπους της εποχής του και των μελλοντικών εποχών με τρόπο που θα μπορούσε ο καθένας να καταλάβει, χωρίς την ανάγκη φιλολογικής ή θεολογικής συνδρομής.
Κάποιες φράσεις του Ιωάννη Δαμασκηνού δημιουργούν μέσα μας την αίσθηση ότι προέρχονται από μία μακρινή, κοινή θρησκεία, προτού οι λαοί και οι θρησκευτικές τους παραδόσεις πολυδιασπαστούν και υψωθούν τείχη ανάμεσά τους. Μεταφέρω τέσσερα σύντομα αποσπάσματα από τη μετάφραση του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Σαν λουλούδι μαραίνεται και σαν όνειρο χάνεται, και διαλύεται κάθε άνθρωπος». «Αλίμονο, τι αγώνα κάνει η ψυχή, όταν χωρίζεται απ' το σώμα! Αλίμονο, τι δάκρυα χύνει τότε και κανείς δεν βρίσκεται να την ελεήσει! Στρέφει τα μάτια στους αγγέλους, μα ικετεύει άδικα. Απλώνει τα χέρια στους ανθρώπους, μα ποιος να τη βοηθήσει;». «Πράγματι, πόσο είναι φοβερό το μυστήριο του θανάτου! Πώς η ψυχή χωρίζεται απότομα απ' το σώμα, και χάνεται αυτή η αρμονία, κι ο τόσο φυσικός δεσμός της συνυπάρξεως κόβεται με τη θέληση του Θεού». «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατο, και δω την ωραιότητα, που πλάστηκε για μας ολόιδια με την εικόνα του Θεού, στους τάφους να την κατεβάζουν, χωρίς μορφή, χωρίς σκοπό, χωρίς κανένα σχήμα. Ω τι θαύμα είν' ετούτο, ετούτο το μυστήριο που γίνεται για μας! Πώς στη φθορά παραδοθήκαμε, πώς με τον θάνατο δεθήκαμε;».
Η σχέση του Χριστιανόπουλου με τα ιερά κείμενα ανάγεται στη μακρινή δεκαετία του 1940, εποχή κατά την οποία ήταν μέλος των κατηχητικών της Θεσσαλονίκης μαζί με τον πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου. Για τη συμμετοχή στα κατηχητικά ο Ιωάννου έγραψε ότι τα νιάτα και η ζωή πολλών παιδιών «σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα, για να μην πω ρημάχτηκαν, από την εμπλοκή εκείνη». Αντιθέτως, ο Χριστιανόπουλος περιγράφει την εμπειρία ως μάλλον θετική. Στην πρώτη του ποιητική συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων», που κυκλοφόρησε το 1950, η επίδραση των εκκλησιαστικών κειμένων είναι εμφανής, αφού τα περισσότερα από τα ποιήματα που τη συγκροτούν αναφέρονται σε θέματα που έχουν σχέση με τη Βίβλο και με τη χριστιανική παράδοση.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε αποδώσει και στο παρελθόν στη νεοελληνική κοινή κείμενα παλαιότερων εποχών, με καλύτερη στιγμή του τη μετάφραση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου (Το Ροδακιό, 1997), που κυκλοφόρησε αυτοτελώς. Τα υπόλοιπα βρίσκονται συγκεντρωμένα στα βιβλία «Αρχαία ελληνικά λυρικά ποιήματα» (Μπιλιέτο, 2005) και «Εντευκτήριο Ι» (Ιανός, 2007). Ως προς το εγχείρημά του να αποδώσει στα νέα ελληνικά τα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει αρκετές ενστάσεις. Οι δύο κυριότερες, κατά τη γνώμη μου, είναι οι εξής: ότι το κείμενο είναι σε μεγάλο βαθμό κατανοητό μέχρι σήμερα στην πρωτότυπη μορφή του και ότι η αισθητική του αρτιότητα δεν οφείλεται μόνο στο περιεχόμενο, αλλά κυρίως στον ρυθμό, στο ύφος, στην έκφραση, στη γλώσσα και στην επιλογή των συγκεκριμένων λέξεων και συνδυασμών λέξεων, δηλαδή σε ένα ιδιαίτερο «μικροκλίμα», που είναι δύσκολο να διατηρηθεί στη μετάφραση. Επιπλέον, τα τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας έχουν αδιάσπαστη σχέση με τη μουσική που τα συνοδεύει και κουβαλούν μαζί τους μία μακραίωνη φόρτιση, λόγω της χρήσης τους στους ναούς, αφού τα ακούμε κάθε φορά που χάνουμε αγαπημένα μας πρόσωπα. Σε έργα τόσο υψηλής αισθητικής αξίας μία μεταφραστική προσπάθεια θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα παραπάνω, αλλά και πάλι το αποτέλεσμα δεν θα είναι επαρκές, εάν δεν υπάρχει εκείνο το απροσδιόριστο στοιχείο, που μεταμορφώνει τον λόγο σε ποίηση.
Τα «νεκρώσιμα ιδιόμελα» του Ιωάννη Δαμασκηνού είναι κείμενα μεγάλης πυκνότητας, ακόμη και αν η απλότητα του ύφους ξεγελά. Η ενασχόληση του Χριστιανόπουλου με αυτά θα πρέπει να υπήρξε βασανιστική και εξαντλητική, αλλά και ευχάριστη. Τα περιθώρια για μεταφραστικούς ελιγμούς είναι ελάχιστα και ο έμπειρος ποιητής (δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα μέσα της δεκαετίας του 1940) και φιλόλογος τα εκμεταλλεύεται με ενδιαφέροντα τρόπο. Η μεταφραστική του άποψη συνδυάζει το σεβασμό στον εσωτερικό ρυθμό του πρωτοτύπου και την απόλυτη μεταφραστική ακρίβεια κατά τη μεταφορά στην τωρινή μορφή της ελληνικής γλώσσας, εκτός από εκείνα τα δύσκολα ή ασαφή σημεία όπου ο φιλόλογος αποσύρεται, για να δώσει τη θέση του στην ποιητική διαίσθηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και οι λεπτότατες αποχρώσεις μεταξύ κάποιων λέξεων αποκτούν σημασία και προσθέτουν ή αφαιρούν από το ειδικό βάρος της μετάφρασης, σε σύγκριση πάντα με το πρωτότυπο κείμενο. Ενα παράδειγμα: η γνωστή φράση της νεκρώσιμης ακολουθίας «μία ροπή και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται» μεταφράζεται: «λίγο να γύρει η ζυγαριά, και όλα αυτά τα διαδέχεται ο θάνατος». Σε άλλα σημεία, η λέξη «βιαίως» μεταφράζεται «απότομα», η έκφραση «επελθών γαρ ο θάνατος» αποδίδεται «γιατί μόλις ορμήσει ο θάνατος», ενώ η έκφραση «της βρώσεως μετέσχε» αποδίδεται «πήρε μέρος στο φαγί».
Το κείμενο του Ιωάννη Δαμασκηνού δημοσιεύεται αντικριστά με τη μετάφραση κι έτσι μπορεί ο αναγνώστης να παρατηρήσει την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας μέσα στον χρόνο. Από τη μονή του Αγίου Σάββα, κοντά στην Ιερουσαλήμ, του 9ου αιώνα, ώς τη Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα η εικόνα της ελληνικής γλώσσας είναι ενιαία, με κάποιες σημαντικές ωστόσο και ενδιαφέρουσες αλλαγές στη μορφή και στις σημασίες των λέξεων.
