Εκ Θεού άρξασθεΣύμμεικτα


Το Καρναβάλι στην «Οδύσσεια»

Τρικούκης Μάκης, εφ. Το Βήμα, 21/2/1999

Όσο εικονοκλαστικό κι αν μοιάζει για τις καθιερωμένες απόψεις μας να συσχετίζεται το Καρναβάλι με την ομηρική ποίηση, αρκεί μια διαφορετική ματιά για να διαπιστώσει κανείς ότι στην «Οδύσσεια» υπάρχει πράγματι μια ατμόσφαιρα που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε «καρναβαλίστικη». Τίποτε το περίεργο δεν υπάρχει σε αυτό· αν οι ρίζες των ποικίλων γιορταστικών εκδηλώσεων που αποκαλούμε «Καρναβάλι» βρίσκονται στη ρωμαϊκή εποχή, οι καταβολές της λογικής και των αντιλήψεων που το διέπουν χάνονται στο απώτερο παρελθόν και συνδέονται με την πανάρχαια διττή θεώρηση της ζωής και του κόσμου: από τη μια ως σοβαρής, επίσημης και καθαγιασμένης πραγματικότητας και από την άλλη ως ευτράπελης και ανίερης.

Στον Μιχαήλ Μπαχτίν χρωστούμε την επισήμανση της σημαντικής επίδρασης που άσκησε στη λογοτεχνία, από την αρχαιότητα ως σήμερα, η «καρναβαλίστικη θεώρηση του κόσμου». Ενώ όμως είχε συναίσθηση πόσο πανάρχαιες είναι οι καταβολές της, θεωρούσε πως η επίδρασή της στη λογοτεχνία αρχίζει να εκδηλώνεται με τον «σωκρατικό διάλογο» και τη «μενίππειο σάτιρα». Δεν μπόρεσε να δει την παρουσία της όχι μόνο στην «Οδύσσεια» αλλά ούτε καν στην αριστοφανική κωμωδία. Οι επισημάνσεις του όμως παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικές.

Κλίμα ευφορίας και γλεντιού

Βασικό χαρακτηριστικό του Καρναβαλιού είναι η παροδική ανατροπή των καθιερωμένων καταστάσεων και συμπεριφορών, η οποία εκδηλώνεται πρωτίστως με την ευτράπελη και παρωδιακή απονομή των βασιλικών εξουσιαστικών εμβλημάτων σε έναν απλό, τον πιο ασήμαντο, άνθρωπο, αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά των εορταστών, που βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με τους καθιερωμένους κανόνες κοινωνικής ευπρέπειας. Σε ένα κλίμα γενικής ευφορίας και αδιάκοπου γλεντιού οι οργασμικές επιδείξεις παίζουν σημαντικό ρόλο. Το Καρναβάλι το χαρακτηρίζουν επίσης οι αταίριαστες εν γένει συζεύξεις και συσχετισμοί. Οσα στην καθημερινή ζωή είναι χωριστά και αποσπασμένα σε αυτό ξαναενώνονται και έτσι συνυπάρχουν οι πιο διαφορετικές καταστάσεις: το ιερό με το ανίερο, το σοβαρό με το γελοίο, το υπέροχο με το ποταπό, το μεγαλοπρεπές με το ευτελές.

Στην «Οδύσσεια», ειδικά στο δεύτερο μέρος της, τα βρίσκουμε όλα αυτά. Ο Οδυσσέας, έχοντας πλέον επιστρέψει στην Ιθάκη, εμφανίζεται μεταμφιεσμένος σε κουρελή ζητιάνο στο παλάτι του, όπου μια ομάδα νεαρών Ιθακήσιων, που διεκδικεί τη γυναίκα του, γλεντοκοπά αδιάκοπα. Ο τρόπος εμφάνισης του ήρωα δεν συνιστά ένα εξωτερικό απλώς στοιχείο, αλλά ολοκληρώνει την απεικόνιση ενός κόσμου πλήρως ανεστραμμένου, όμοιου με τον κόσμο του Καρναβαλιού. Ο βασιλιάς γίνεται ξένος ζητιάνος και στο παλάτι διαφεντεύουν οι μνηστήρες, οι οποίοι μάλιστα εκδηλώνουν επανειλημμένα, με μια αταίριαστη σε μνηστεία ελευθεριότητα, τις οργασμικές διαθέσεις τους για τη νύφη (α 365-6, σ 212-3), τις οποίες μερικοί ικανοποιούν προσωρινά με κάποιες άπιστες δούλες της (τ 325, υ 7). Στον αγώνα της τοξοβολίας που θα θέσει η Πηνελόπη για να κριθεί ποιος από τους μνηστήρες θα την παντρευτεί θα νικήσει τελικά ο ξένος ζητιάνος.

Βασιλικά εμβλήματα σε έναν «ζητιάνο»

Πέρα όμως από όλα αυτά υπάρχει μια σκηνή, φαινομενικά ασήμαντη, στην οποία αξίζει ιδιαίτερα να σταθούμε. Στη ραψωδία ρ ο μεταμφιεσμένος Οδυσσέας αφήνει την καλύβα του Εύμαιου για να πάει στο παλάτι με τη συνοδεία του χοιροβοσκού, που αγνοεί ακόμη την ταυτότητα του ξένου. Φεύγοντας λέει στον χοιροβοσκό να προηγείται στον δρόμο (ηγεμόνευε, ρ 194) και του ζητεί να του δώσει ένα στειλιάρι (ρόπαλον, ρ 195) για να στηρίζεται καθώς θα τον ακολουθεί. Περνά στους ώμους του το κρεμασμένο από σκοινί ολότρυπο και βρώμικο σακούλι του, ο Εύμαιος του δίνει ένα ραβδί (σκήπτρον, ρ 199) και ξεκινούν. Και ο ποιητής, αφού τα περιγράψει όλα αυτά με κάθε λεπτομέρεια, προσθέτει:

«ο δ' ες πόλιν ήγεν άνακτα

πτωχώ λευγαλέω εναλίγκιον ηδέ γέροντι.

σκηπτόμενον· τα δε λυγρά περί χροΐ είματα έστο»

[Οδηγημένος από τον δούλο του τραβούσε ο ρήγας, κι είχε

την όψη ψωμοζήτη γέροντα και λεροφορεμένου,

και το ραβδί ακουμπούσε, κι έζωναν ξεφτίδια το κορμί του]

(ρ 201-3)

Στο επεισόδιο αυτό κάθε λέξη και διατύπωση έχει επιλεγεί ειδικά για να δοθεί η εικόνα όχι μόνο της ανατροπής των σχέσεων και των καταστάσεων αλλά και της παρωδιακής απονομής των βασιλικών εμβλημάτων σε ένα ζητιάνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ο Οδυσσέας ζητεί ένα απλό στειλιάρι (ρόπαλον), ο Εύμαιος του δίνει σκήπτρον. Η λέξη βέβαια σήμαινε αρχικά το ραβδί, μετατράπηκε όμως σταδιακά σε σύμβολο της βασιλικής εξουσίας. Στην ίδια σκηνή έχουμε επίσης την εικόνα του αναποδογυρισμένου κόσμου: ο δούλος τίθεται επικεφαλής (ηγεμόνευε, ρ 194) σέρνοντας πίσω του τον πραγματικό αφέντη του και βασιλιά (ήγεν άνακτα, ρ 201), ο οποίος έχει τη μορφή βρώμικου γεροζητιάνου και κρατά ραβδί που είναι ταυτόχρονα σκήπτρο (σκηπτόμενον, ρ 203). Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι μόνο στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί για τον Οδυσσέα τη γενικότερης χρήσης λέξη βασιλεύς αλλά τη λέξη άναξ, που αποδίδει με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο τη βασιλική εξουσία.

Στο δεύτερο επίσης μέρος της «Οδύσσειας» κυριαρχούν οι αταίριαστοι συσχετισμοί. Η βασίλισσα αρχίζει λίγο λίγο να θαυμάζει τον ξένο ζητιάνο (ρ 580 επ.), με τον οποίο θα έχει και μια ιδιαίτερη συνομιλία στη ραψωδία τ. Πιο εντυπωσιακός όμως είναι ο συσχετισμός του γάμου που προσδοκούσαν οι μνηστήρες με τον θάνατό τους, συσχετισμός που γίνεται αρχικά στα λόγια (ρ 476, υ 307) και τελικά στην πράξη. Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να προσθέσω εδώ περισσότερα, αναρωτιέμαι όμως μήπως δεν έχει τη σημασία του ακόμη και το γεγονός ότι ο ποιητής τοποθετεί τα συγκεκριμένα συμβάντα σε περίοδο προχωρημένου χειμώνα (ε 465-7, ξ 457, ο 392-3, τ 64), ενώ ταυτόχρονα γίνονται πολλές αναφορές στον ερχομό της άνοιξης (σ 381-3, τ 205-7 και 518-22). Με αυτή την εποχή του χρόνου, τη μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη, συνδέονται οργανικά οι εκδηλώσεις του Καρναβαλιού.

Φαινομενικό και πραγματικό

Χρησιμοποιώντας ο ποιητής την καρναβαλίστικη αυτή θεώρηση κατορθώνει να κινήσει την αφήγηση σε δύο ταυτόχρονα επίπεδα, ένα φαινομενικό και ένα πραγματικό, τα οποία διαρκώς αλληλοπλέκονται. Το γεγονός ότι όλα αυτά απαντώνται στην «Οδύσσεια» οφείλεται στον πολύ διαφορετικό, σε σύγκριση με την «Ιλιάδα», χαρακτήρα της. Με τη χρήση πολλών φολκλορικών στοιχείων, παραμυθιών και λαϊκών ιστοριών η «Οδύσσεια» υπερβαίνει από πολλές απόψεις τα παραδοσιακά όρια της ηρωικής επικής ποίησης και, παρ' ότι παραμένει ένα επικό ποίημα, αποτελεί ταυτόχρονα πρώιμο προμήνυμα του μυθιστορήματος.

* Ο κ. Μάκης Τρικούκης είναι συγγραφέας και δικηγόρος.