Σύντομη Ιστορία της ελληνικής Γλώσσας1

Σπυρίδων Βλιώρας-Αθηνά Νικολογιάννη, Eφημερίδα Τα Μετέωρα, 13 Οκτωβρίου 1995

Ένα από τα πιο σπουδαία και ιδιοφυή δημιουργήματα του ανθρώπου, βασικότατος μοχλός επικοινωνίας αλλά και προαγωγός κοινωνίας και κοινωνικής συμβίωσης είναι η γλώσσα. Ιδιαίτερα η ελληνική γλώσσα, με τη μακραίωνη αλλά ως επί το πλείστον άγνωστη ιστορία της, είναι αντικείμενο σεβασμού και μελέτης από χιλιάδες ανθρώπους ανά τον κόσμο. Και στην ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους η γλώσσα κυρίως είναι αυτή που συνέχει τον ελληνισμό, που κάνει τους Έλληνες να αναγνωρίζονται όπου κι αν βρεθούν, που διαφοροποιεί τους Έλληνες από άλλες εθνότητες2.

Όπως είναι φυσικό η ελληνική γλώσσα δε δημιουργήθηκε εκ του μηδενός. Παραδόθηκε στους μεταγενέστερους από τις προηγούμενες γενιές, με απώτερη αναγωγή στους Πρωτοέλληνες κι από κει στους Ινδοευρωπαίους προγόνους όλων σχεδόν των σημερινών κατοίκων του πλανήτη μας, τουλάχιστον σε Ευρώπη και Ασία. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Προϊστορική περίοδος (3000-1400 π.Χ.)

Γύρω στο 5.000 π.Χ. ένας λαός, που το όνομά του είναι άγνωστο σε μας και που συμβατικά ονομάζουμε "Ινδοευρωπαίοι" (Ι.Ε.), ζούσε στο μεταίχμιο Ευρώπης και Ασίας, στις στέπες των Κιργισίων, κοντά στα Ουράλια όρη. Μετά το 5000 π.Χ. για διάφορους λόγους3 ο λαός αυτός αρχίζει να διασπάται και τα διάφορα κομμάτια του να κατευθύνονται άλλα προς την Ασία και άλλα προς την Ευρώπη, κατακτώντας λαούς που συναντούσαν στο διάβα τους.

Τα τμήματα των Ι.Ε. που έφτασαν στην Ασία εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές και από τις εγκαταστάσεις αυτές προήλθαν αργότερα πολλά διαφορετικά έθνη, όπως οι Χεττίτες στη Μ. Ασία, οι Ινδοί και οι Ιρανοί (ή Πέρσες) στα νοτιοανατολικά της Ασίας, οι Τοχάροι και οι Αρμένιοι βορειότερα κ.ά.

Άλλες ομάδες που αποκόπηκαν από το Ι.Ε. σώμα κινήθηκαν προς το εσωτερικό της Ευρώπης. Έτσι δημιουργήθηκαν οι ευρωπαϊκοί λαοί που κατοικούν σήμερα στη γηραιά ήπειρο. Οι ομάδες αυτές είναι: Οι Ιταλοί4, οι Τεύτονες5, οι Βαλτοσλάβοι6, οι Κέλτες7 και τέλος οι Έλληνες8. Όλοι λοιπόν σχεδόν οι λαοί της Ευρώπης σήμερα ανήκουν στη μεγάλη αυτή γλωσσική οικογένεια, την ινδοευρωπαϊκή, και μόνο τέσσερις9 ανήκουν σε άλλη γλωσσική ομοεθνία, την Ουραλοαλταϊκή, της οποίας η κοιτίδα είναι η Σιβηρία.

Ας ακολουθήσουμε όμως τους Έλληνες, αφού αποσπάστηκαν από τους Ι.Ε. Αρχικά περιπλανήθηκαν για πάρα πολλά χρόνια, από το 5.000 ως το 2.000 π.Χ., στο χώρο ανάμεσα στην Ι.Ε. κοιτίδα και στην ελληνική χερσόνησο. Φυσικά δεν ξεκίνησαν για να φτάσουν κάπου, απλώς αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Έτσι έχουμε πολλές απόπειρες εγκατάστασης σε διάφορους τόπους της πορείας τους, τους οποίους για ποικίλους λόγους εγκατέλειπαν για να μετακινηθούν νοτιότερα και δυτικότερα. Στο τεράστιο αυτό χρονικό διάστημα φυσικό ήταν να διαμορφωθούν στη γλώσσα τους και νεωτερισμοί ιδιόμορφοι, που θα αποτελέσουν τη ειδοποιό διαφορά της πρωτοελληνικής γλώσσας από τις γλώσσες των άλλων Ι.Ε. φυλών10.

Γύρω στο 2000 π.Χ. φτάνουν βορείως της ελληνικής χερσονήσου και αρχίζουν κατά διαδοχικά και αλλεπάλληλα κύματα την κάθοδό τους. Το πρώτο τμήμα που κατέρχεται είναι οι Ίωνες. Το όνομα αυτό, όπως και τα ονόματα των υπόλοιπων ελληνικών φύλων που ακολούθησαν, τους δόθηκε αργότερα. Εμείς συμβατικά τους πρώτους αυτούς Έλληνες που εμφανίστηκαν στην ελληνική χερσόνησο τους ονομάζουμε Πρωτοέλληνες. Οι Ίωνες εισβάλουν στην Ελλάδα, την κατακτούν και κατόπιν περνούν απέναντι στα παράλια της Μ. Ασίας.

Στην ελληνική χερσόνησο όμως βρήκαν ένα λαό11 που κατοικούσε εκεί, πιθανόν άσχετο με τους Ι.Ε. και συγγενή με τους Ετρούσκους, τους αυτόχθονες κατοίκους της ιταλικής χερσονήσου. Ο μεσογειακός αυτός λαός ήταν μια φυλή με ανεπτυγμένο πολιτισμό, ανώτερο των Πρωτοελλήνων, πράγμα που για την πολιτιστική αλλά και την εν γένει εξέλιξη των τελευταίων είχε μεγάλη σημασία.

Τα ονόματα των ιθαγενών κατοίκων της χερσονήσου πριν την κάθοδο των Ελλήνων, που τα αναφέρουν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς12, είναι πολλά. Τους ονομάζουν Κάρες, Λέλεγες, Πελασγούς13, Τυρρηνούς (ή Τυρσηνούς). Σήμερα οι επιστήμονες τους ονομάζουν συμβατικά μ' ένα όνομα Προέλληνες, σε αντίθεση με τους Ι.Ε. εισβολείς, τους Πρωτοέλληνες.

Οι Προέλληνες, που νικήθηκαν από τους Ι.Ε. εισβολείς ύστερα από μακρούς αγώνες, δεν εξαλείφτηκαν τελείως ούτε εκδιώχθηκαν· ένα μέρος τους το άφησαν οι κατακτητές να ζει στους παλιούς οικισμούς του. Με το πέρασμα των χρόνων συντελέστηκε μια φυλετική ανάμειξη Προελλήνων-Πρωτοελλήνων και οι τελευταίοι παρέλαβαν πολλά από τους πρώτους. Ό,τι παρέλαβαν οι Έλληνες από τον προελληνικό πληθυσμό σε νέες υλικές αξίες, σε τεχνικές επιδεξιότητες και θρησκευτικές παραστάσεις κατακάθισε και στο λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας.

Έτσι η Ελληνική δέχτηκε την πρώτη ισχυρή επίδραση από ξένη γλώσσα. Η επίδραση αυτή συνίσταται κυρίως στο λεξιλόγιο: προελληνικές λέξεις οι οποίες εξέφραζαν έννοιες/χαρακτηριστικά μεσογειακού πολιτισμού, φυτών και ζώων, καθώς και αντικειμένων ή θεσμών, που οι Έλληνες τα γνώρισαν εδώ για πρώτη φορά, φυσικό ήταν, όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, να ενσωματωθούν στη γλώσσα τους. Και κατά πρώτο λόγο τα προελληνικά τοπωνύμια. Τα 9/10 των αρχαίων ελληνικών τοπωνυμίων, ονόματα βουνών, ποταμών, πόλεων, νησιών κλπ. είναι κατά τους υπολογισμούς του P. Kretschmer14 προελληνικής καταγωγής: Μυκῆναι, Ἀθῆναι, Λάρισα, Κόρινθος, Λυκαβηττός, Παρνασσός, Ὑμηττός, Ρέθυμνα, Θάσος, Κρήτη, Χίος... δεν έχουν κανένα σημασιολογικό αντίκρυσμα στην ελληνική γλώσσα και γι' αυτό πρέπει να είναι προελληνικά.

Αλλά και ονόματα φυτών όπως: ἀσφόδελος, ὀρίγανος, ὑάκινθος, κυπάρισσος, νάρκισσος, δάφνη, σῦκον... καθώς και ονόματα ψαριών, όπως ἀθερίνη, γαλέος, σκόμβρος, σπάρος... πρέπει να είναι υπολείμματα της γλώσσας των Προελλήνων. Την ίδια προέλευση φαίνεται πως έχουν και οι φυσιογνωστικοί όροι ζέφυρος, θάλασσα..., οι λέξεις με έννοιες πολιτισμού ἄναξ, βασιλεύς, εἰρήνη, θάλαμος, μέγαρον, ξίφος, σάλπιγξ... καθώς και ονόματα θεών: Ἀθηνᾶ, Ἄρτεμις, Ἀφροδίτη, Ἑρμῆς, Ἥφαιστος...

Για να καταλάβουμε την καθιέρωση και τη γραμματική αφομοίωση του μεγάλου αριθμού προελληνικών λέξεων στην Ελληνική, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η γλωσσική και εθνολογική αφομοίωση των Προελλήνων από τους Έλληνες προχώρησε βραδύτατα, ότι ως τον 5ο αι. π.Χ. σώζονταν σε απόμερα σημεία, όπως στη Λήμνο, στην Ίμβρο, στον Άθωνα, στην Κρήτη κ.α. αλλόγλωσσοι Προέλληνες. Καθρέφτης του εθνολογικού και γλωσσικού μίγματος που επικράτησε σε πολλές περιοχές, ώσπου να συντελεσθεί η επικράτηση της Ελληνικής, είναι οι στίχοι της Οδύσσειας15, όπου αναφέρεται για την Κρήτη:

... ἔν δ' ἄνθρωποι

πολλοί, ἀπειρέσιοι, καὶ ἐννήκοντα πόληες.

Ἄλλη δ' ἄλλων γλῶσσα, μεμιγμένη· ἐν μὲν Ἀχαιοὶ

ἐν δ' Ἐτόκρητες μεγαλήτορες, ἐν δὲ Κύδωνες

Δωριέες τε τριχάικες, δῖοί τε Πελασγοί.

[...πολιτείες

έχει ενενήντα· μύριοι, αρίφνητοι ζουν πάνω άνθρωποι, κι είναι

πολλές οι γλώσσες τους, ανάκατες. Θρέφει Αχαιούς η Κρήτη,

και βέρους Κρητικούς αντρόκαρδους, και Δωριείς, που ζούνε

σε τρεις φυλές, κι ακόμα Κύδωνες και Πελασγούς αρχόντους.]16

Η πυκνότητα του πολιτιστικά ανώτερου προελληνικού στοιχείου και η βαθιά επίδραση του πολιτισμού του στους Έλληνες συνετέλεσε ώστε ο νέος λαός που προήλθε από τη βαθμιαία φυλετική διασταύρωση να μη θυμάται πια τα εθνολογικά του συστατικά και να θεωρεί γενικά τον εαυτό του ανέκαθεν ιθαγενή στις ελληνικές χώρες. Αργότερα, και μετά την αφομοίωση των προελληνικών στοιχείων, η ελληνική γλώσσα δέχτηκε κατά καιρούς και μερικές λέξεις από τις γλώσσες άλλων ανατολικών λαών. Σημιτική προέλευση έχουν π.χ. οι λέξεις ἀρραβών, βίβλος, λίβανος, περιστερά..., αιγυπτιακή οι λέξεις ὄασις, ὀθόνη, νίτρον, ἔβενος..., περσική οι λέξεις παράδεισος, σατράπης κ.λπ.

Μετά την κάθοδο των Ιώνων, που είδαμε πιο πάνω, κι άλλα Ι.Ε. ελληνικά φύλα, οι Αιολείς και οι Αχαιοί, κατεβαίνουν στην ελληνική χερσόνησο φτάνοντας ως και την Κρήτη. Οι Αιολοαχαιοί είναι εκείνοι που δημιούργησαν τον πρώτο μεγάλο πολιτισμό της Ι.Ε. φυλής. Είναι ο πολιτισμός τον οποίο υμνούν τα ομηρικά έπη (που γράφτηκαν βέβαια τέσσερις αιώνες αργότερα, τον 8ο περίπου αι. π.Χ.) και τον οποίο η αρχαιολογική σκαπάνη ανακάλυψε και έφερε στο φως στις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Πύλο, τον Ορχομενό κ.α. Ονομάζεται Αιγαίος ή Κρητομυκηναϊκός (απ' τα δυο μεγάλα κέντρα της εποχής, την Κρήτη και τις Μυκήνες) πολιτισμός.

Τελευταίοι κατέβηκαν στην Ελλάδα γύρω στο 1200 π.Χ. οι Δωριείς. Οι Δωριείς θέτουν τέλος στον Αιολοαχαϊκό ή Κρητομυκηναϊκό πολιτισμό. Εκτός όμως από τους Ίωνες, τους Αιολείς, τους Αχαιούς και τους Δωριείς και μια άλλη ελληνική φυλή, που δε μας άφησε όμως διαλεκτικά γραπτά μνημεία αλλά μεμονωμένες λέξεις, οι Μακεδόνες, συγγενείς ίσως των Αιολέων και Δωριέων, περιορίστηκαν στην περιοχή της Μακεδονίας17.

Κάπου εδώ σταματάει η προϊστορία των Ελλήνων, η περίοδος δηλαδή πριν την εμφάνιση των πρώτων γραπτών μνημείων σε ελληνική γλώσσα. Η θεωρία που αναπτύχθηκε παραπάνω βασίζεται στα πορίσματα της αρχαιολογίας και κυρίως της συγκριτικής γλωσσολογίας και είναι η επικρατέστερη18.

Αρχαία περίοδος (1400-323 π.Χ.)

Γραφή

Η ιστορική περίοδος της ελληνικής γλώσσας αρχίζει από την εποχή που εμφανίζονται τα πρώτα και παλαιότερα γραπτά της μνημεία. Ως πριν από λίγα χρόνια παλιότερα γραπτά μνημεία θεωρούνταν η περίφημη επιγραφή του Διπύλου καθώς και η έμμετρη επιγραφή των Πιθηκουσών. Τοποθετούνται χρονολογικά στον 8o περίπου αι. π.Χ.

Όμως η γραπτή παράδοση της Ελληνικής αρχίζει περίπου 500 χρόνια πριν από την πιο παλιά επιγραφή σε ελληνικό αλφάβητο που κατέχουμε (πάνω στο αττικό κανάτι του Διπύλου). Χιλιάδες πήλινες πινακίδες με γραφικά σημάδια μιας από τις "μινωικές" συλλαβικές γραφές, της λεγόμενης "Γραμμικής Β'" (Linear B')19, βρέθηκαν στο παλάτι της Κνωσσού στην Κρήτη, άλλες στο παλάτι της Πύλου στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου και πολλές στο κάστρο και σε σπίτια των Μυκηνών. Και συνεχώς μέχρι σήμερα έρχονται καινούργιες στο φως.

Το 1953 έγινε μια σπουδαία και συγκλονιστική ανακάλυψη. Ο Άγγλος αρχιτέκτονας M. Ventris με συνεργάτη το συμπατριώτη του φιλόλογο J. Chadwick, μπόρεσαν και διάβασαν τις επιγραφές αυτές του 14-13ου αι. π.Χ. Ο M. Ventris διαπίστωσε πως η γλώσσα, στην οποία ήταν γραμμένες, ήταν η ελληνική της εποχής του Κρητομυκηναϊκού πολιτισμού. Έτσι λοιπόν είμαστε υποχρεωμένοι να μεταθέσουμε την ιστορική περίοδο από τον 8ο στο 14ο αι. π.Χ.

Η γραφή αυτή ονομάστηκε Γραμμική Β'. Βέβαια το αλφάβητο αυτό φαίνεται ότι είναι ατελές και ο τρόπος απόδοσης της ελληνικής παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Η συλλαβική αυτή γραφή χρησιμοποιούνταν κυρίως για αρχειακές σημειώσεις, ευκαιριακά για αναγραφές πάνω σε αγγεία κ.τ.ό., σίγουρα όμως όχι για την καταγραφή λογοτεχνικών ή άλλων, κάπως εκτενέστερων, κειμένων20.

Γι' αυτό και οι Έλληνες μόλις βρήκαν μια άλλη πιο απλή, εύκολη και πρακτική γραφή, εγκατέλειψαν την παλιά και άρχισαν να γράφουν με τη νέα γραφή τη γλώσσα τους. Η νέα αυτή γραφή είναι το λεγόμενο Φοινικικό αλφάβητο (900 π.Χ.). Οι Έλληνες το δανείστηκαν αρχικά από τους Φοίνικες και το τελειοποίησαν κάνοντας διάφορες τροποποιήσεις και προσαρμόζοντάς το στη γλώσσα τους. Στη συνέχεια Χαλκιδείς άποικοι το μετέφεραν στην αποικία τους στη μεσημβρινή Ιταλία, την Κύμη, και το γεγονός αυτό στάθηκε η αιτία να το πάρουν ύστερα απ' αυτούς οι Ετρούσκοι και οι Λατίνοι κι από τους Λατίνους ύστερα όλοι οι σημερινοί Ευρωπαίοι.

Η αρχαία γραφή ήταν κεφαλαιογράμματη και οι λέξεις συνήθως δε χωρίζονταν η μια από την άλλη. Σιγά-σιγά όμως, αρχίζοντας να γράφουν όλο και πιο γρήγορα, ιδίως στα Αλεξανδρινά χρόνια, στους παπύρους, διαμορφώθηκε η ταχυγραφική γραφή και εξελίχτηκε έπειτα ως το 10ο αι. μ.Χ. σε μικρογράμματη, απ' όπου προέρχεται η σημερινή γνωστή μας ελληνική.

Διάλεκτοι

Η ελληνική γλώσσα είχε αρχίσει να παρουσιάζει τοπικές διαφορές ήδη πριν από την κάθοδο των ελληνικών φύλων στην Ελλάδα, αλλά η διαμόρφωση διαλέκτων ολοκληρώθηκε μετά την κάθοδο. Στους ιστορικούς χρόνους η ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται με αλυσιδωτή διάρθρωση διαλεκτικών ισογλώσσων21, χωρίς σαφή γεωγραφικά σύνορα, που, κι αν υπήρχαν, διαταράσσονταν από τις συνεχείς μεταναστευτικές κινήσεις των φυλών. Πάντως με βάση τις χαρακτηριστικότερες γλωσσικές διαφορές διακρίνουμε συμβατικά τρεις διαλεκτικές ομάδες:

α)Τη Δυτική (Δωρική της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς).

β)Την Κεντρική (Αιολοαχαϊκή και Αρκαδο-κυπριακή): Αχαϊκή (Αρκαδική, Κυπριακή, Μυκηναϊκή), Αιολική (Βοιωτική, Λεσβιακή, Θεσσαλική22, Μακεδονική).

γ)Την Ιωνική-Αττική

Γλώσσα της λογοτεχνίας

Η γλωσσική αυτή διαφοροποίηση των αρχαίων Ελλήνων που παρατηρούνταν στον προφορικό λόγο ήταν επόμενο να περάσει και στο γραπτό. Και φυσικά οι μόνες μαρτυρίες που έχουμε για την αρχαία γλώσσα είναι από το γραπτό λόγο, διαφοροποιημένο κι αυτόν σε διαλέκτους. Συνέβη μάλιστα να συνδεθεί το κάθε λογοτεχνικό είδος με τη διάλεκτο του τόπου που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε. Έτσι, όσοι λογοτέχνες καταπιάνονταν με κάποιο λογοτεχνικό είδος χρησιμοποιούσαν και τη συγκεκριμένη διάλεκτο του είδους αυτού: Οι τραγικοί ποιητές γράφουν τα χορικά τους στη δωρική, ο Ησίοδος (Βοιωτός Αιολέας) γράφει στην ιωνική (τη συνηθισμένη γλώσσα του έπους), ο Πίνδαρος (Βοιωτός Αιολέας) έγραψε στα δωρικά.

Η διάλεκτος όμως που γράφηκαν τα περισσότερα απ' τα σπουδαία κείμενα της περιόδου αυτής ήταν η αττική. Λόγω της μεγάλης ακμής -οικονομικής, πολιτικής, πολιτισμικής- της Αθήνας γύρω στον 5ο αι. π.Χ. καθώς και της τιμής που επιφύλαξαν γι' αυτά αργότερα οι Μακεδόνες με τον Αλέξανδρο, τα κείμενά της έγιναν γνωστά και επηρέασαν τόσο τον ελληνισμό στην εξέλιξη και συνέχειά του όσο και τον κόσμο ολόκληρο!

Μεταγενέστερη Ελληνική Εποχή (323 π.Χ.-330 μ.Χ.)

Εξέλιξη

Ύστερα από μια περίοδο μεταναστεύσεων και πολιτικών μεταβολών, άρχισαν οι μικρές κοινωνικές ομάδες των γεωργών και κτηνοτρόφων να συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερες ομάδες και να δημιουργούνται όλο και περισσότερες πόλεις (ἄστεα). Αποτέλεσμα της δημιουργίας μεγαλύτερων πολιτικών ενοτήτων ήταν να αρχίσουν να εξαφανίζονται σιγά-σιγά οι μικρές τοπικές διαφορές στη γλώσσα και να τείνει κάθε διάλεκτος να αποτελέσει μια δική της Κοινή. Έτσι είχαμε προσπάθειες δημιουργίας π.χ. μιας δωρικής κοινής, αιολικής κοινής, ιωνικής κοινής κλπ.

Με τον καιρό αρχίζουν να επικοινωνούν όλο και περισσότερο μεταξύ τους και οι Έλληνες διαφορετικών διαλέκτων. Αρχίζουν να δημιουργούνται στην Ελλάδα κοινές γιορτές και κοινοί αγώνες (Ολυμπιακοί, Ίσθμια, Νέμεα...) και να λατρεύονται κοινοί θεοί. Δημιουργούνται επίσης κοινά θρησκευτικά κέντρα, όπως τα μαντεία των Δελφών ή της Δωδώνης και αρχίζουν σιγά-σιγά να κυκλοφορούν κοινές παραδόσεις και κοινοί μύθοι και να χρησιμοποιούνται κοινά ήθη και έθιμα. Γίνονται οι Αμφικτυονίες και αποκτούν βαθμιαία οι Έλληνες κοινή εθνική συνείδηση και γλώσσα.

Αρχίζει λοιπόν ένας αγώνας για την επικράτηση μιας διαλέκτου ως κοινής γλώσσας όλων των Ελλήνων. Όταν λέμε Αλεξανδρινή Κοινή ή απλώς Κοινή23, εννοούμε την κοινή, γραπτή και προφορική γλώσσα όλων των Ελλήνων, από τους Αλεξανδρινούς χρόνους και εξής, κυρίως από το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) ως τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (330 μ.Χ., μεταφορά του Ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη)24.

Επικράτηση αττικής διαλέκτου

Ποια όμως διάλεκτος επικράτησε τελικά για τη δημιουργία της Κοινής; Το πρόβλημα αυτό της καταγωγής της Κοινής είναι παλιό και οι απόψεις που διατυπώθηκαν είναι διάφορες. Η γενικότερα παραδεκτή γνώμη είναι ότι η Κοινή των Αλεξανδρινών χρόνων προέρχεται από την Αττική. Χωρίς να παραγνωρίζεται όμως το γεγονός ότι στην Κοινή αυτή μπήκαν και στοιχεία και των άλλων ελληνικών διαλέκτων, τουλάχιστο στις περιοχές όπου αυτές επικρατούσαν.

Οι λόγοι που επικράτησε η Αττική διάλεκτος ως Κοινή διάλεκτος όλων των Ελλήνων είναι διάφοροι και εν πολλοίς γνωστοί: πολιτικοί, ιστορικοί, πολιτιστικοί... Οι βαθιές πληθυσμιακές ζυμώσεις που είχαν γίνει στα κρίσιμα χρόνια των αμυντικών αγώνων ολόκληρου του ελληνικού έθνους κατά των Περσών25, η απεριόριστη γλωσσική επίδραση των Αθηναίων τόσο κατά την Α' Αθηναϊκή Συμμαχία (478/7 π.Χ.) όσο και κατά τη Β' (378/7 π.Χ.), όπως και κατά τη διάρκεια των Αμφικτυονιών υπό την αθηναϊκή ηγεσία και προπαντός η πνευματική ακμή των Αθηνών με την οποία η πόλη αυτή αναδείχτηκε "Ἑλλὰς Ἑλλάδος", είχαν καταστήσει ώριμο τον Ελληνισμό να ενωθεί γλωσσικά, να μιλήσει και να γράψει μία κατά βάση ομοιόμορφη γλώσσα, που φυσικά δεν μπορούσε να είναι άλλη από την αττική, με όλες τις προσαρμογές που είχε ήδη παρουσιάσει προς το γλωσσικό αίσθημα των άλλων Ελλήνων.

Να θυμίσουμε τέλος ένα άλλο σημαντικό γεγονός που βοήθησε να επικρατήσει η αττική διάλεκτος ως κοινή γλώσσα όλων των Ελλήνων: τον 5ο αι. π.Χ. η αττική γλώσσα έγινε η επίσημη γλώσσα στο κράτος των Μακεδόνων. Η επισημοποίηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να γενικευτεί η χρήση της αττικής στη Μακεδονία όχι μόνο στα έγγραφα και τις διαπραγματεύσεις αλλά και στην καθημερινή ομιλία. Κι όταν ύστερα οι Μακεδόνες με επικεφαλής το Μ. Αλέξανδρο κατέκτησαν τον κόσμο κι έφτασαν στα βάθη της Ανατολής, αυτή τη γλώσσα, τη φημισμένη και πολιτισμένη, μετέφεραν και μετέδωσαν με τον κρατικό μηχανισμό τους στους λαούς που κυρίευσαν.

Στην Κοινή γράφτηκαν ή μεταφράστηκαν τα βιβλία της νέας τότε θρησκείας, του Χριστιανισμού26, όπως επίσης οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν τη γλώσσα αυτή κατά την άσκηση της διοικήσεως. Η Κοινή με τη σειρά της δέχτηκε διαφόρων ειδών επιδράσεις κυρίως από τη Λατινική αλλά και από την Εβραϊκή και την Αιγυπτιακή.

Αττικισμός

Είναι η τάση των λογίων της εποχής αυτής να γράφουν στην αττική διάλεκτο, στη γλώσσα που γράφτηκαν τα λογοτεχνικά καλλιτεχνήματα του 5ου π.Χ. αι. Ουσιαστικά όμως πρόκειται για κρίση που διέρχεται η γλώσσα μας. Γιατί, ενώ πήρε το δρόμο της κι απλοποιήθηκε για να γίνει προσιτή και κοινή σ' έναν ολόκληρο κόσμο, έρχονται οι λόγιοι και, θαμπωμένοι ακόμα από το κάλλος των λογοτεχνικών κλπ. έργων της ακμής των Αθηνών, της φράζουν το δρόμο και διδάσκουν την επιστροφή στα παλιά εκείνα πρότυπα.

Κι επειδή το πράγμα ήταν αφύσικο, αντί να φροντίσουν να καλλιεργήσουν τη νέα απλή γλώσσα της εποχής, στρέφονται στη δουλική μίμηση των επιφανών προγόνων, γιατί νόμισαν πως η λογοτεχνική παρακμή οφειλόταν στην απομάκρυνση από την αττική γλώσσα. Ο αγώνας των λογίων εναντίον της Κοινής κορυφώθηκε κυρίως στους πρώτους μ.Χ. αιώνες27, όταν η Κοινή, η ομιλούμενη γλώσσα, χρησιμοποιήθηκε στη διδασκαλία της νέας θρησκείας. Άλλωστε η νέα θρησκεία είχε στραφεί εναντίον των Ελλήνων ειδωλολατρών και του πολιτισμού τους, τον οποίο οι λόγιοι θαύμαζαν και δίδασκαν. Γι' αυτό και το όνομα "Έλλην" την εποχή αυτή έχει πάρει τη σημασία "ειδωλολάτρης".

Μεσαιωνική περίοδος (330 μ.Χ.- 1453 μ.Χ.)

Ο γλωσσικός διχασμός που εγκαινιάζεται με τον Αττικισμό την εποχή της Κοινής συνεχίζεται και στα μεσαιωνικά χρόνια. Από το ένα μέρος υπάρχουν οι λόγιοι που συνεχίζουν να γράφουν σε μια γλώσσα, της οποίας το πρότυπο είναι η αττική των κλασικών χρόνων και επομένως ακατάληπτη πια στους πολλούς· και από το άλλο ο πολύς κόσμος που μιλά την εθνική γλώσσα, τη γλώσσα των πατέρων του, όπως αυτή εξελίχτηκε με την πάροδο του χρόνου. Σα να μην έφτανε όμως η τεχνητή αυτή εσωτερική διγλωσσία ή διμορφία, με τη ρωμαϊκή κατάκτηση παρουσιάζεται και ένα άλλο είδος διγλωσσίας, πραγματικής αυτή τη φορά.

Ήδη στον 4ο μ.Χ. αι., όταν η πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, επίσημη γλώσσα του κράτους εξακολουθούσε να είναι η λατινική. Σε ολόκληρο όμως το τμήμα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους ομιλούμενη γλώσσα ήταν η ελληνική. Ελληνική ήταν και η γλώσσα της Εκκλησίας και της Παιδείας. Το πανεπιστήμιο (Πανδιδασκαλείον της Κωνσταντινούπολης) ήταν δίγλωσσο.

Η νέα αυτή ελληνολατινική διγλωσσία βάσταξε πάνω από δύο αιώνες. Νωρίς όμως οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου κάναν όλο και μεγαλύτερες παραχωρήσεις στην επίσημη χρήση της ελληνικής28. Η λατινική διατηρήθηκε στις επιγραφές και τα νομίσματα ως τον 11ο αι. Η απόσχιση των μη ελληνόφωνων ή ανάμεικτων περιοχών του δυτικού ρωμαϊκού κράτους φέρνει ραγδαία τον πλήρη εξελληνισμό του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Αργότερα, όταν αρχίζουν να ανεβαίνουν στο θρόνο του Βυζαντίου Έλληνες αυτοκράτορες και να εξελληνίζονται οι δημόσιες υπηρεσίες, η ελληνική γλώσσα εκτοπίζει τη λατινική από παντού. Σπουδαίο ρόλο επίσης εξελληνισμού έπαιξε από τη αρχή και η Εκκλησία. Οι Έλληνες κατάλαβαν από την αρχή τη δημιουργική αξία του Χριστιανισμού και ανέλαβαν να διδάξουν στη γλώσσα τους τη νέα θρησκεία.

Φυσικά η συμβίωση Ελλήνων και Ρωμαίων και η χρήση της Λατινικής ως επίσημης γλώσσας για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα δεν άφησε ανέπαφη την Ελληνική από λατινικά δάνεια. Ιδίως στα χρόνια του Διοκλητιανού και πιο πολύ κατά το διάστημα από το Μ. Κωνσταντίνο ως τον Ιουστινιανό η εισροή λατινικών λέξεων στην Ελληνική ήταν μεγάλη. Οι περισσότερες από αυτές είναι κυρίως όροι του δημοσίου βίου. Έτσι έχουμε: λάβαρον, παλάτιον, πρίγκηψ, κανδήλα, μανουάλιον, ράσο, Ἰανουάριος29, κάμπος, λουκάνικον, μάγουλον, ὀσπίτιον, ταβέρνα, βαρβάτος, ἀκκουμβῶ, κανακεύω... Εκτός από τη Λατινική δάνεια πήρε η Ελληνική την εποχή αυτή από τους Βενετούς, Σλάβους (9ου αι. κ.ε.), Τούρκους30 και Άραβες (11ου αι. κ.ε.).

Έτσι σιγά-σιγά το επίσημο όνομα του έθνους, Ρωμαίοι, καταλήγει να δηλώνει τους Έλληνες του ανατολικού κράτους, τους Ρωμιούς, ενώ το επίσημο όνομα του κράτους, Ρωμανία31, δηλώνει το Βυζάντιο. Το όνομα Έλλην περιορίζεται στη σημασία "εθνικός, ειδωλολάτρης", για να χαρακτηρίσει με την έννοια αυτή όχι αναγκαστικώς ελληνικής καταγωγής πρόσωπα. Κέντρο πολιτιστικής και γλωσσικής ακτινοβολίας, όπως ήταν άλλοτε η Αθήνα, είναι τώρα η Πόλη32 και κατά δεύτερο λόγο η Αλεξάνδρεια.

Η Πόλη δίνει στους απανταχού Έλληνες υποδείγματα του αττικίζοντος γραπτού λόγου από τη μια μεριά και υποδείγματα του ζωντανού λαϊκού προφορικού λόγου από την άλλη. Η μεσαιωνική γραπτή κοινή που αρχαΐζει καθιερώνει τη διγλωσσία στο Βυζάντιο. Η προφορική κοινή ή πολίτικη κοινή παραμερίζοντας ως ένα σημείο τις νεωτεριστικές τάσεις των νεοελληνικών ιδιωμάτων τα συγκρατεί στον κορμό της και εμποδίζει τη γρήγορη εξέλιξή τους.

Ενώ όμως στην επίσημη γραπτή ελληνική γλώσσα κυριαρχούσε ο αρχαϊσμός, η ομιλούμενη, καθώς λέει ο Γ. Ν. Χατζηδάκις, "ὅλως ἐλευθέρα ἔβαινεν ἰδίαν ὁδὸν καὶ ἀπεχωρίζετο ἀπὸ τὴν λογίαν γραφομένην καὶ διεσπᾶτο εἰς τοπικὰς διαλέκτους, ἀνεπίβλεπτος καὶ ἀνεπιτήρητος". Όπως σ' ένα παγωμένο ποτάμι που η επιφάνειά του μένει ακίνητη, το νερό εξακολουθεί το δρόμο του κάτω από τον επίπαγο, έτσι και η ζωντανή γλώσσα του μεσαιωνικού ελληνισμού εξακολουθούσε να μεταδίδεται μαζί με το ελληνικό αίμα από γονιό στο παιδί, από γενιά σε γενιά αστείρευτα και ασταμάτητα, να εξελίσσεται και να πλησιάζει τη νεοελληνική μορφή της, με αποτέλεσμα το χάσμα ανάμεσα στην αττικίζουσα λόγια γλώσσα και την ομιλούμενη να διευρύνεται ακόμα περισσότερο33.

Νέα Ελληνική περίοδος (1453 μ.Χ.-σήμερα)

Ορόσημο της περιόδου αυτής είναι η εποχή της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους το 1453 μ.Χ., οπότε δεχόμαστε ότι τελειώνει η μεσαιωνική περίοδος και αρχίζει η περίοδος της Νέας Ελληνικής. Φυσικά το ορόσημο είναι συμβατικό, γιατί στην πραγματικότητα η νεοελληνική γλώσσα αρχίζει πολύ πριν από την Άλωση και οι ρίζες της διακρίνονται στα βάθη των προγενέστερων γλωσσικών περιόδων.

Η διμορφία (διγλωσσία) που εγκαινιάζεται στα χρόνια της Κοινής και συνεχίζεται και στη μεσαιωνική Ελληνική, εξακολουθεί και στη νέα αυτή περίοδο να διαιρεί το έθνος σε δύο γλωσσικά στρατόπεδα. Από το ένα μέρος και πάλι η γραπτή λόγια γλώσσα και από το άλλο η προφορική ζωντανή γλώσσα.

Η οργανική όμως εξέλιξη της προφορικής γλώσσας στη νέα αυτή περίοδο δεν είναι σημαντική34. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της νέας γλώσσας έχουν ολοκληρωθεί ήδη πολύ νωρίτερα, ενώ άλλων η εμφάνιση είχε γίνει ήδη στην αρχαία εποχή. Η εξελικτική πορεία της γλώσσας μας υπήρξε μακρά μέσα στο χρόνο, συντηρητική ως προς το ρυθμό της εσωτερικής ανανέωσης των στοιχείων της και ομαλή κατά τις μεταβατικές φάσεις της. Γενικά, το καθένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη νέα Ελληνική έχει πίσω του χρονική διάρκεια διαμορφώσεως, άλλο μεγαλύτερη κι άλλο μικρότερη, που κυμαίνεται πάντως από την αρχαία ως τη μεσαιωνική εποχή, ενώ μερικά στοιχεία έμειναν αναλλοίωτα σε όλη τη μακραίωνη περίοδο της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως σήμερα.

Στην ουσία λοιπόν η ιστορία της γλώσσας μας είναι ενιαία και αδιαίρετη, παρουσιάζοντας μια αδιάκοπη εξέλιξη σε ένα διάστημα τόσων αιώνων, όσο καμιά άλλη Ι.Ε. γλώσσα πάνω στην Ευρώπη έχει να παρουσιάσει. Ώστε λοιπόν η νέα Ελληνική δεν είναι παρά μία φάση μίας και της ίδιας γλώσσας35.

Υποσημειώσεις

1 Βιβλιογραφία:

-Ανδριώτης Π. Νικόλαος, Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1992.

-Θαβώρης Αντώνιος, Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Ιωάννινα 1987.

-Τριανταφυλλίδης Μ., Νεοελληνική Γραμματική, Ιστορική Εισαγωγή, Αθήνα, 1938 (=Άπαντα, τ. 3).

-Χατζηδάκις Γ., Μεσαιωνικά και νέα Ελληνικά Α', Β', Αθήνα 1905 - 1907.

-Χατζηδάκις Γ., Σύντομος Ιστορία της Ελληνικής γλώσσης, Αθήνα 1915.

-Bowning R., Medieval and Modern Greek, London 1969 (ελλ. μτφρ.: Σωτηρόπουλος Δ., Η ελληνική γλώσσα, Μεσαιωνική και νέα, Αθήνα 1972).

-Hoffmann O. - Debrunner A. - Scherer A., Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, μτφρ. Συμεωνίδης Χαρ., εκδ. Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1988.

-Schwyzer Eduard, Griechische Grammatik, 1939 - 1950.

-Wilcken Ulrich, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1976.

2 Πᾶς μὴ Ἕλλην βάρβαρος, λέγαν οι αρχαίοι Έλληνες· και η λέξη "βάρβαρος" είχε αρχικά μόνο γλωσσική σημασία.

3 ίσως έντονες κλιματολογικές αλλαγές, έλλειψη τροφής κ.τ.ό.

4 απ' όπου προήλθε η λατινική και οι σημερινές λατινογενείς ή ρωμανικές γλώσσες γαλλική, ιταλική, ισπανική, πορτογαλική...

5 Αγγλοσάξωνες, Νορβηγοί, Σουηδοί, Γερμανοί, Δανοί...

6 απ' όπου οι βαλτικές γλώσσες: λεττονική, λιθουανική και οι σλαβικές: ρωσική, βουλγαρική, σερβική, τσεχοσλαβακική...

7 απομεινάρια σήμερα της γλώσσας τους συναντάμε στην Ιρλανδία και Αγγλία.

8 Άλλη μια ομάδα στην Ευρώπη, οι Θρακοϊλλυριοί, δεν υπάρχουν σήμερα. Απόγονοι των Ιλλυριών θεωρούνται οι σημερινοί Αλβανοί και η γλώσσα τους.

9 Φιλανδοί, Ούγγροι, Τούρκοι και Πρωτοβούλγαροι. Σ' αυτούς μπορούν να προστεθούν και οι Βάσκοι των Πυρηναίων, ακαθόριστης όμως ως τώρα ομοεθνίας.

10 Και αυτών η γλώσσα με άλλοτε ανάλογους κι άλλοτε εντελώς διαφορετικούς νεωτερισμούς απέκτησε τη δική της ιδιομορφία.

11 Πιθανόν κι ο λαός αυτός να έχει Ι.Ε. προέλευση (βλ. Hoffmann..., σελ. 25 - 26).

12 βλ. για παράδειγμα το πρώτο βιβλίο της Ιστορίας του Θουκυδίδη.

13 Η Θεσσαλία είναι η περιοχή με την οποία οι Πελασγοί εμφανίζονται πολύ σφιχτά συνδεμένοι. Εδώ, στη μέση της πεδιάδας του Πηνειού, στο Πελασγικόν Ἄργος (βλ. Ιλιάδα, Β 681) που αργότερα ονομαζόταν Πελασγιῶτις, βρισκόταν η πρωτεύουσά τους, η Λάρισα.

14 Einleitung in die Geschichte der griechischen Sprache, Gottingen 1896.

15 τ', 173 - 177.

16 Μετάφραση Ν. Καζαντζάκης - Ι. Θ. Κακριδής, Ομήρου Οδύσσεια, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1986.

17 πβ. Ανδριώτης Ν., Η γλώσσα και η ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων, Θεσσαλονίκη 1952.

18 Για τον ερχομό των Πρωτοελλήνων στην Ελλάδα υπάρχουν κι άλλες θεωρίες, π.χ.: M.B. Sakellariou, Les Proto - grecs, Athenes 1980.

19 Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία επιγραφών, η Linear A', η οποία, εκτός που είναι σε άγνωστο αλφάβητο, είναι και σε άγνωστη, ίσως προελληνική γλώσσα, γι' αυτό δε διαβάστηκε ακόμη.

20 Βιβλιογραφία:

-Ventris & J. Chadwick, Documents in Mycenaean Greek, Cambridge 1965.

-Palmer, The Interpretation of Mykenaean Greek Texts, 1963.

-Chadwick, Linear B', ελλ. μτφρ. Δ. Τζωρτζίδης, Αθήνα 1962.

21 Για παράδειγμα η φράση που στα Δωρικά λέγεται "ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς", στα Αττικά θα λέγονταν "ἢ τὴν ἐπὶ τῆς" (ενν. ἢ τὴν ἀσπίδα ἢ ἐπὶ τῆς ἀσπίδος· ήταν η συμβουλή των μητέρων της Σπάρτης προς τα παιδιά τους: ή θα νικήσεις και θα φέρεις ο ίδιος πίσω την ασπίδα ή θα πεθάνεις στη μάχη χωρίς να κάνεις πίσω και θα σε φέρουν νεκρό πάνω στην ασπίδα, "ἐπὶ τᾶς ἀσπῖδος").

22 Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της Θεσσαλικής είναι το εξής: Το Ι.Ε. ο (πρωτοελληνικό ω) έγινε ου: π.χ. ἔδουκε (=ἔδωκε), μέτουπο (=μέτωπο), οὑς (=ὡς), καὶ τοῦν ἄλλουν Ἑλλάνουν (=καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων), φαινόμενο που παρατηρείται μέχρι σήμερα στη Θεσσαλία και αλλού!

23 Ή Μεταγενέστερη Ελληνική ή Ελληνιστική Κοινή.

24 Ή κατ' άλλους ως τα μέσα του 6ου αι. μ.Χ. (εποχή του Ιουστινιανού).

25 490 π.Χ. κ.ε. βλ. Ulrich Wilcken, ό.π., σελ. 178 κ.ε.

26 Κυρίως η γλώσσα των βιβλίων της Αγίας Γραφής.

27 Ενδιαφέρον έχουν οι συμβουλές του Φρύνιχου του Αραβίου στο έργο του "Εκλογή ρημάτων και ονομάτων αττικών" (2ος αι. μ.Χ.): Μας διδάσκει να μη λέμε βρέχει αλλά ὕει, όχι νηρόν (=νεαρό=νερό!) ὕδωρ (=φρέσκο νερό!) αλλά ἀκρεφνές ή πρόσφατον, όχι ξύστρα αλλά στρεγγλίδα...

28 Ο Ιουστινιανός για παράδειγμα αναγκάστηκε να συντάξει τη νέα νομοθεσία του, τις Νεαρές, στην Ελληνική, δικαιολογούμενος ότι "οὐ τῇ πατρίῳ φωνῇ τὸν νόμον συνεγράψαμεν ἀλλὰ ταύτῃ δὲ τῇ κοινῇ καὶ Ἑλλάδι, ὥστε ἅπασιν αὐτὸν εἶναι γνώριμον διὰ τὸ πρόχειρον τῆς ἐρμηνείας".

29 καθώς και η ονομασία όλων των υπολοίπων μηνών. βλ. Μπούτουρας Αθανάσιος, Ονοματολογία μηνών (ελληνικών), Αθήνα(;) 1910.

30 Η τουρκική επίδραση γίνεται μεγαλύτερη στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

31 πβ. τα σχετικά δημοτικά τραγούδια.

32 πβ. το δημοτικό: Όλος ο κόσμος δώδεκα κι η Πόλη δεκαπέντε...

33 Ανδριώτης Ν., Ιστορία..., ό.π., σελ. 76.

34 Αλλαγές παρατηρούμε κυρίως στο λεξιλόγιο με την είσοδο πάρα πολλών τουρκικών, αλβανικών ή σλαβικών λέξεων: γιαούρτι, κατσίκι, βλάμης, κοτέτσι κ.ά.

35 Στην παρούσα φάση δε θα ασχοληθούμε με τις νεοελληνικές διαλέκτους και ιδιώματα, την προέλευση της κοινής Νεοελληνικής και με το γλωσσικό ζήτημα. Εν ευθέτω χρόνω.


Σημερινή εορτή: