Τοπωνύμια της (ευρύτερης περιοχής) Καλαμπάκας με σλαβική ή τουρκική ετυμολογική προέλευση

Σπυρίδων Βλιώρας, εφ. Τα Μετέωρα, 4/3/2016, 11/3/2016 & 18/3/2016

Η παρούσα εργασία έχει δύο σκέλη: στο πρώτο εξετάζεται η ετυμολογία κάποιων τοπωνυμίων της περιοχής μας με σλαβική ή τουρκική προέλευση· στο δεύτερο παρουσιάζεται εν συντομία η συνάντηση του σλαβικού με το ελληνικό στοιχείο κατά την περίοδο της καθόδου των Σλάβων στη Βαλκανική Χερσόνησο από τον 6ο ως τον 9ο αιώνα περίπου. Θα ακολουθήσει -εν ευθέτω χρόνω- η εξιστόρηση των γεγονότων της δεύτερης συνάντησης κατά τον 14ο αιώνα καθώς και της συνάντησης του ελληνισμού με το τουρκικό στοιχείο στη συνέχεια. Ας ξεκινήσουμε όμως με τα τοπωνύμια...

A. Ετυμολόγηση

1. Βελεμίστι

Το Αγιόφυλλο είναι ένα χωριό που ανήκει στη δημοτική ενότητα Χασίων του Δήμου Καλαμπάκας. Μέχρι τις 12 Μαρτίου του 1928 ονομαζόταν Βελεμίστι. Τότε, με το ΦΕΚ 81/1928 μετονομάσθηκε σε Αγιόφυλλο. Η λέξη Βελεμίστι ετυμολογείται από τις παλαιοσλαβικές λέξεις *velьjь που σημαίνει «σπουδαίος, μεγάλος» και *město, που σημαίνει «οικισμός, πόλη, χωριό».

2. Δούπιανη

Λίγο πριν βγούμε από το χωριό Καστράκι με κατεύθυνση προς τα Μετέωρα, στα αριστερά μας συναντούμε τον ναΐσκο της Παναγίας της Δούπιανης και πίσω του τον βράχο της Δούπιανης, με ύψος εκατό περίπου μέτρα, στον οποίο βρίσκονταν τρία μοναστήρια: η μονή Παναγίας Δούπιανης, η μονή Παντοκράτορος και η μονή Αγίου Δημητρίου της Δούπιανης.

Η μονή Παναγίας της Δούπιανης, που ήταν κτισμένη στην ανατολική πλευρά του βράχου της Δούπιανης σ' ένα από τα σπήλαια, σήμερα δεν σώζεται. Η παλαιότερη αναφορά σ' αυτή γίνεται το 1336 στο χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ' Παλαιολόγου, που βρίσκεται αντιγραμμένο στον βορινό τοίχο του εσωνάρθηκα του ναού της Παναγίας στην Καλαμπάκα. Ανάμεσα σε άλλα, που κατοχύρωναν τα όρια, τις κτήσεις και τα δίκαια της επισκοπής Σταγών, καταγράφηκαν και τρία μονύδριά της, «ἥ τε μονὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἡ Δούπιανη καὶ ἡ μονὴ τῆς Θεοτόκου εἰς τὸ Λιμπόχοβον καὶ ἡ μονή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἰς τὸν Ἀσπροπόταμον».1

Η ονομασία Δούπιανη έχει σλαβική αρχή και σημαίνει «βαθούλωμα», «σπηλιά». Σχετίζεται με την παλαιογερμανική λέξη *daupijaną, που σημαίνει «βουτώ, βυθίζω», συγγενική με τη λέξη *deupaz, που σημαίνει «βαθύς». Αυτές με τη σειρά τους προέρχονται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα  *dʰéwbus / *dʰewb- που σημαίνει «βαθύς».

Στις σλαβικές γλώσσες βρίσκουμε πολλές λέξεις που ανήκουν στην ίδια ετυμολογική οικογένεια. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την λέξη дъбрь, που στην παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα σημαίνει «κοιλάδα», την λέξη дупља που στα σερβικά σημαίνει «κουφάλα» (ρωσικά дупло), τη βουλγαρική дупка, που σημαίνει «τρύπα, κοιλότητα», το βουνό Dupljak στα σερβοβουλγαρικά σύνορα, το σέρβικο χωριό Dupljane κ.ά.

3. Κλινοβός

Το χωριό αυτό μετονομάστηκε στις 20 Νοεμβρίου 1957 με το ΦΕΚ 253/1957 σε Κλεινός, σε μια όψιμη προσπάθεια αποτυχημένης απάντησης στις ανερμάτιστες θεωρίες του Φαλμεράυερ και σύνδεσής του με το αρχαιοελληνικό κλέος. Στην πραγματικότητα προέρχεται από την σλαβική λέξη klin / клин, που σημαίνει «σφήνα»2, όπως και η απώτερη πρωτοσλαβική *klinъ, και την πρωτοσλαβική κατάληξη -ovъ (πβ. Πολωνικά -ów / -owy, Βουλγαρικά -ов), που δηλώνει «κάτι που ανήκει σε κάποιον» και χρησιμοποιείται σε πολλές σλαβικές γλώσσες για να αποτελέσει την κατάληξη για τον σχηματισμό ονομάτων πόλεων. (πβ. Μέτσοβο, Τσεπέλοβο κ.ά.)

Όπως προκύπτει από την ετυμολογική προσέγγιση, η λέξη πρέπει να ορθογραφείται με -ι- και όχι με -ει-: Κλινοβός λοιπόν κι όχι Κλεινοβός!

4. Κόζιακας

Ο Κόζιακας είναι βουνό του νομού Τρικάλων με υψόμετρο 1.901 μέτρα. Αποτελεί ουσιαστικά, τμήμα της νότιας Πίνδου με την οποία συνδέεται στα δυτικά. Ανατολικά καταλήγει στον θεσσαλικό κάμπο. Ετυμολογικά η ονομασία του προέρχεται από τη σλαβική λέξη Kozjak, που είναι ονομασία βουνών σε διάφορες σλαβικές χώρες (Σερβία, πΓΔΜ, Βουλγαρία κ.ά.), κι αυτό με τη σειρά του προέρχεται από τη σλαβική λέξη коза / koza, που σημαίνει «κατσίκα», από την πρωτοσλαβική λέξη *koza, που σημαίνει «δέρμα».3

5. Κουβέλτσι

Η Θεόπετρα είναι ένα μικρό χωριό του Δήμου Καλαμπάκας. Το όνομά του το πήρε στις 12 Μαρτίου του 1928 με το ΦΕΚ 81/1928, ενώ μέχρι τότε λεγόταν Κουβέλτσι. «Στη μέση μιας καταπράσινης πεδιάδας», γράφει στα 1859 ο ελληνομαθής Ρώσος θεολόγος, ιστορικός, παλαιογράφος, εθνολόγος, αρχιμανδρίτης και περιηγητής Πορφύριος Ουσπένσκι (Порфирий Успенский), «ο πετρώδης λόφος στα δεξιά μας, ομοίαζε με ένα αναποδογυρισμένο πέτρινο καράβι, λες  και ήταν το καράβι του Δευκαλίωνα. Στους πρόποδες αυτού του λόφου βρίσκεται το χωριό Κουβέλτσι»4. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την σλαβική λέξη kubeł, που σημαίνει «κάδος, κουβάς» και την κατάληξη -ац (-ec).

Η λέξη kubeł έχει περάσει και ως δάνειο στα ελληνικά από τα σλαβικά: κουβέλι. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία της φιλολόγου Βασιλικής Γκιάτα, που μετέφερε ενθυμίσεις του πατέρα της, με καταγωγή από τη Θεόπετρα, «με τα κουβέλια -κάτι σαν κάδο ή κουβά- μετρούσαν οι Τούρκοι τα σιτηρά που έπαιρναν από τα χωριά ως φόρο. Μάλιστα στη Θεόπετρα υπήρχε η Κούλια, μια μεγάλη αποθήκη όπου τα συγκέντρωναν».

Η σλαβική λέξη kubeł προέρχεται από την πρωτοσλαβική *kъbьlъ, αυτή από την παλαιά υψηλή γερμανική kūbel, που με τη σειρά της ανάγεται στη λατινική λέξη cupellum, cupella και cupa, με απώτερη αναγωγή την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *keup-, που σημαίνει «κοιλότητα».

Όσο για την κατάληξη -ац (-ec) προέρχεται από το πρωτοσλαβικό *-ьcь, με απώτερη αναγωγή στην ινδοευρωπαϊκή κατάληξη *-ikos.

6. Μεράι

Το Μεράι είναι μια περιοχή δίπλα από το νεκροταφείο της πόλης της Καλαμπάκας, σχετικά επίπεδη, όπου υπήρχαν καλλιεργούμενα χωράφια. Η λέξη προέρχεται από την τουρκική mera, που σημαίνει «βοσκότοπος, χορτολιβαδική έκταση, λιβάδι, λειμώνας», με απώτερη αρχή το αραβικό مرعي . Μάλιστα η «οριστική πτώση» (~αιτιατική) της τουρκικής λέξης είναι merayı.

Και σε άλλες περιοχές απαντά παρόμοια ονομασία, όπως ο Μεράς στην Τρίγλια, κωμόπολη της Προύσας, στον ιστορικό χώρο της Βιθυνίας, με 2.500 κατοίκους σήμερα. «O Μεράς, η αγροτική περιοχή, της Τρίγλιας είναι μεγάλη και εύφορη. Η περιοχή αποτελείται από λόφους και ενδιάμεσες μικρές κοιλάδες. Έχει άφθονα νερά. Ο Μεράς της Τρίγλιας βασικά ήταν ένας απέραντος ελαιώνας».

Αλλά και στα σλαβικά υπάρχει η λέξη mȅra, που σημαίνει «μέτρο, διάσταση, έκταση», που προέρχεται από την πρωτοσλαβική *měra. Κι αυτή από την ινδοευρωπαϊκή *meh₁-, που σημαίνει «μετρώ», απ’ όπου προέρχεται και η αρχαιοελληνική λέξη μέτρον.

Η ύπαρξη όμως ανάλογων τοπωνυμίων σε περιοχές (και) με τουρκικό πληθυσμό, όπως η Τρίγλια, και η σύμπτωση της «οριστικής πτώσης» merayı με το καλαμπακιώτικο τοπωνύμιο Μεράι μάς κάνουν να πιστεύουμε πως η αρχή ήταν η τουρκική λέξη.

7. Μήκανη

Η Μήκανη είναι μια περιοχή κοντά στον ποταμό Ίωνα ή Μουργκάνη, παραπόταμο του Πηνειού. Η ονομασία προέρχεται από την τουρκική λέξη مكان / mekân (θέση, τοποθεσία, τόπος), κι αυτή από την αραβική λέξη مَكَان (makān), που σημαίνει «τόπος, τοποθεσία» (κι αυτό από το ρήμα كَانَ: kāna: είμαι, από τη ρίζα ك و ن: k-w-n). Κρίνοντας από την τουρκική γραφή (mekân) θα προτείναμε η λέξη στα ελληνικά να γράφεται με -η- (Μήκανη) ή σε διαφορετική περίπτωση να απλογραφείται με -ι- (*Μίκανη). Πάντως η γραφή με -υ- (Μύκανη) δεν δικαιολογείται ετυμολογικά.

8. Μπάντοβας

Βόρεια της Καλαμπάκας, στα δυτικά του τεράστιου βράχου της Αϊάς και στην ανατολική πλευρά της μετεωρίτικης περιοχής των Κοφινίων βρίσκεται σε ύψος 55 μέτρων περίπου το μονύδριο του Αγίου Νικολάου του Κοφινά ή Μπάντοβα πάνω στον ομώνυμο βράχο. Η λέξη Μπάντοβας προέρχεται από την σλαβική λέξη пад, που σημαίνει «πτώση». Στη γενική του πληθυντικού μάλιστα η λέξη είναι падова: των πτώσεων. Η σλαβική λέξη προέρχεται από την πρωτοσλαβική πρόθεση *podъ (*po +‎ *-dъ ), που σημαίνει «υπό, κάτω από».

Αρχικά η λέξη θα ήταν Πάντοβας. Ο τύπος Μπάντοβας θα προήλθε, όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις συμβαίνει, από την αιτιατική: τον Πάντοβα, τομΠάντοβα → ο Μπάντοβας.

9. Οστροβός

Στις 17 Ιουλίου του 1930 με το ΦΕΚ 251/1930 το χωριό Οστροβός μετονομάστηκε σε Αγναντιά. Πρόκειται για χωριό του νομού Τρικάλων, που υπάγεται διοικητικά δημοτική ενότητα Χασίων του Δήμου Καλαμπάκας και βρίσκεται 32 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Καλαμπάκας σε υψόμετρο 720 μέτρων, στην πλαγιά της Τζουμανάλτας. Κατοικούν 400 - 500 περίπου, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, το χειμώνα και διπλάσιοι το καλοκαίρι.

Η ονομασία Οστροβός προήλθε από τη σλαβική λέξη о̏стрво, που σημαίνει «νησί», σύμφωνα με τον Max Vasmer.5 Η σημασία όμως αυτή δεν εξηγεί την ονομασία Οστροβός, καθώς το χωριό δεν έχει καμία σχέση με τη θάλασσα ή με νησιά.

Προσέχοντας όμως τη σημασία της πρωτοσλαβικής λέξης *ostrovъ (*ob- +‎ *strovъ, απ’ την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *srowo-s / *srew-, που σημαίνει «ροή, ρεύμα, ρέμα». ), απ’ την οποία προέρχεται η λέξη о̏стрво, διαπιστώνουμε πως σημαίνει «υδάτινο ρεύμα, ρέμα, νησί σε ποταμό, νησί». Πράγματι, κοντά στην Αγναντιά υπάρχει το ρέμα Τζαρούνα6, που το χειμώνα ενίοτε κατεβάζει αρκετό νερό.

Να σημειωθεί πως και η Άρνισσα, κωμόπολη του Δήμου Έδεσσας, παλαιότερα ονομαζόταν Όστροβο, ονομασία που διατηρήθηκε μέχρι το 1926. Μάλιστα και η Άρνισσα / Όστροβο βρίσκεται δίπλα σε υδάτινο όγκο, τη λίμνη Βεγορίτιδα, δεν υπήρξε όμως ποτέ νησί.

10. Σοποτός

Ο Σοποτός είναι μια παλιά συνοικία της Καλαμπάκας, στην οποία υπήρχε μια όμορφη βρύση, απ’ την οποία έπαιρναν νερό οι κάτοικοι τα παλαιότερα χρόνια.

Τη λέξη οι Καλαμπακιώτες την γράφουν με διάφορους τρόπους, π.χ. Σωποτός ή Σοπωτός. Λαμβάνοντας υπόψη πως η λέξη προέρχεται από τη πρωτοσλαβική λέξη *sopotъ, που σημαίνει «ρεύμα, πηγή», πιστεύουμε πως η σωστή ορθογραφία είναι με -ο-: Σοποτός. Άλλωστε, και ο βυζαντινός αυτοκράτορας και ιστορικός Ιωάννης ΣΤ´ Καντακουζηνός που αναφέρει τον 14ο αιώνα διάφορα τοπωνύμια της Ηπείρου, με -ο- τον γράφει: «Ἦσαν δὲ οὐκ ὀλίγαι πόλεις, τό τε Μεσοπόταμον ὀνομαζόμενον, καὶ ὁ Σοποτὸς καὶ ἡ Χειμάῤῥα· πρὸς τούτοις τε τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ ἡ Πάργα καὶ ὁ Ἅγιος Δονάτος καὶ Ἀγγελόκαστρον καὶ Ἰωάννινα, ὅ τε Εὐλοχὸς καὶ τὸ Βάλτον καὶ ἕτερ' ἄττα φρούρια οὐκ ὀλίγα». (Ιωάννης ΣΤ´ Καντακουζηνός, Ιστορία, 1, 509, 22 - 510, 3)

Εκτός από τους δύο αυτούς Σοποτούς, στην Καλαμπάκα και την Ήπειρο, και σε πολλές άλλες περιοχές εντός και εκτός του ελληνικού χώρου συναντούμε τοπωνύμια από την ίδια ρίζα. Μπορούμε να αναφέρουμε την πόλη Sopot στη βόρεια Πολωνία, το χωριό Šopot στη νοτιοδυτική Κροατία, την πόλη Сопот στην κεντρική Βουλγαρία κ.ά.

11. Σουρλωτή

Η Σουρλωτή είναι ένας μεγάλος βράχος στα ανατολικά του Καστρακίου και στις υπώρειές του βρίσκεται το Κελί του Κωνστάντιου. Το όνομα σουρλωτή προέρχεται από το επίθετο σουρλωτός, που σημαίνει αυτός που έχει τη μορφή σούρλου, ρύγχους, μουσούδας. Και πράγματι ο βράχος έχει τέτοια μορφή, αν τον κοιτάξει κάποιος από ορισμένη οπτική γωνία.

Η λέξη σουρλωτός / σούρλος προέρχεται από την σλαβική λέξη сурла, που σημαίνει «μουσούδα, προβοσκίδα». Επειδή δεν έχουμε βρει σε παλαιότερες πηγές ή στα μετεωρίτικα χειρόγραφα τη λέξη Σουρλωτή ως ονομασία του βράχου, δεν ξέρουμε αν πρόκειται για παλαιό σλαβικό τοπωνύμιο ή -το πιθανότερο- για νεότερο λεξιλογικό δάνειο από τα σλαβικά.

12. Σταγοί

Στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη της Καλαμπάκας λεγόταν Αιγίνιο. Κατά τη μεσαιωνική περίοδο, σε χρονολογία που δεν έχει εξακριβωθεί, οπωσδήποτε όμως πριν από τον 9ο αιώνα, η πόλη μετονομάζεται σε Σταγούς: Οι Σταγοί.

Δεν είναι ξεκάθαρο για ποιο λόγο έγινε η μετονομασία αυτή ούτε ποια είναι η ετυμολογική της αρχή. Ήδη από τον 19ο αιώνα διατυπώθηκαν πολλές σχετικές απόψεις.

Ο γάλλος ιατρός, περιηγητής, διπλωμάτης, ιστορικός συγγραφέας και ακαδημαϊκός François Charles Hugues Laurent Pouqueville (Φρανσουά Πουκεβίλ), πρόξενος για μια δεκαετία (1805-1815) της Γαλλίας παρά τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, στο έργο του «Ταξίδι στην Ελλάδα: Μακεδονία - Θεσσαλία»7 ετυμολογεί την λέξη από την συνεκφορά: εἰς τοὺς Ἁγίους > στοὺς Ἁγίους > στ᾽ Ἁγιούς > Σταγούς > Σταγοί. Με τη φράση εἰς τοὺς Ἁγίους εννοεί τους αναχωρητές και άλλους ασκητές που εγκαταβιούσαν στις μετεωρίτικες σπηλιές και τους οποίους ο λαός ευλαβούνταν και αποκαλούσε αγίους. Όμως το όνομα Σταγοί δόθηκε πριν από τον 9ο αιώνα στην πόλη, όταν δεν υπήρχαν ακόμα αναχωρητές μοναχοί στην περιοχή.

Ο Ρώσος περιηγητής, θεολόγος με ειδίκευση στην ιστορία του πρώιμου Χριστιανισμού, ιστορικός, παλαιογράφος, εθνολόγος, αρχιμανδρίτης και κατόπιν επίσκοπος Чигирин (Chyhyryn) Порфирий Константин Александрович Успенский (Πορφύριος Ουσπένσκι), που τον Απρίλιο του 1859 περιόδευσε στα μοναστήρια των Μετεώρων, «επιχειρώντας κι αυτός να εξηγήσει την προέλευση του ονόματος Σταγοί, συσχετίζει και συνδέει τη λέξη, χωρίς όμως και να δικαιολογεί περαιτέρω τη γνώμη του, με τις ομόηχες λέξεις στάζω, σταγών, στάγμα».8

Ο βυζαντινολόγος καθηγητής Ιωάννης Βογιατζίδης9 ετυμολογεί την ονομασία Σταγοί από τη λέξη σταγός (< σιταγωγός), λέξη ιδιωματική της ευβοϊκής διαλέκτου, που σημαίνει «θημωνιά καθώς και τόπος στο αλώνι όπου τοποθετείται η θημωνιά». Δεν έχουμε όμως άλλη μαρτυρία ότι η ευβοϊκή αυτή ιδιωματική λέξη χρησιμοποιόταν στην Καλαμπάκα ούτε βέβαια η περιοχή είναι η μοναδική σιτοπαραγωγός περιοχή στη Θεσσαλία.

Ο θεσσαλός ιστορικός και αρχαιολόγος Νικόλαος Γιαννόπουλος10 ετυμολογεί την ονομασία από την σλαβική λέξη στάγια, που σημαίνει «δωμάτια ή κοιλώματα βράχων και σπηλαίων». Ο σπουδαίος μελετητής της μετεωρικής ιστορίας Δημήτριος Σοφιανός απορρίπτει την άποψη αυτή, σχολιάζοντας: «Έτσι, κατά τη γνώμη του (του Νικολάου Γιαννόπουλου), οι Σλάβοι που επέδραμαν στην περιοχή κατά τον Ζ' αιώνα, εντυπωσιασμένοι από τα κοιλώματα των μετεωρίτικων βράχων, μετονόμασαν το αρχαίο Αιγίνιο σε Στάγια και οι Βυζαντινοί, με τη σειρά τους, το εξελλήνισαν σε Σταγούς. Όμως δεν έχουμε ούτε τέτοιας έκτασης ούτε μόνιμες σλαβικές εποικίσεις και εγκαταστάσεις εδώ, ώστε να δικαιολογείται και να στηρίζεται ως συνέπεια μια τέτοια μετονομασία».11

Αφού απορρίψει τις παραπάνω ερμηνείες, ο Δημήτριος Σοφιανός δέχεται ως πιθανότερη την ετυμολογία που του «πρότεινε (Άθως, 12-12-1998) ο αγαπητός φίλος, λόγιος ιερομόναχος, π. Αθανάσιος Αγγελάκης ο Σιμωνοπετρίτης, δόκιμος και καταξιωμένος υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, δυτικοθεσσαλός την καταγωγή. Σύμφωνα λοιπόν με την άποψή του, όταν ακόμη σωζόταν και χρησιμοποιούνταν η παλαιά ονομασία της πόλεως Αἰγίνιον, οι κάτοικοι της περιοχής, θέλοντας να δηλώσουν πού σκοπεύουν να κατευθυνθούν, στην προκειμένη περίπτωση «εἰς τὸ Αἰγίνιον», και χρησιμοποιώντας την επιτόπια θεσσαλική προφορά, συγκόπτοντας τα τελικά φωνήεντα, θα έλεγαν «στ᾽ Αἰγίν᾽», εξ ου οι «Σταγοί», με τη συνεκφορά άρθρου και ουσιαστικού. Η προτεινόμενη ετυμολογία έχει το πλεονέκτημα ότι συντηρεί την ιστορική συνέχεια της αρχικής ονομασίας της πόλεως: Αἰγίνιον < στ᾽ Αἰγίν᾽< Σταγοί».12

Μάλιστα, σε τουρκικό φορολογικό κατάστιχο των ετών 1454-5 η πόλη Καλαμπάκα αναφέρεται στα δεξιά της βουλίτσας στο χάρτη σαν Kalbakkaya και στα αριστερά σαν Istagos,13 με το αρχικό Is- να παραπέμπει στο «εἰς».

Απ’ όλες τις ετυμολογικές προτάσεις που παραθέσαμε, προσωπικώς κλίνω προς την άποψη του ιστορικού Νικολάου Γιαννόπουλου, αν λάβουμε υπόψη τα δεκάδες σλαβικά τοπωνύμια της περιοχής και ιδίως όσα αφορούν στα μετεωρίτικα βράχια και τη γύρω περιοχή.

Η λέξη Σταγοί θα μπορούσε να προέρχεται από κάποια σλαβική λέξη:

  1. τη σλαβική λέξη ста́я ‎(stája), που σημαίνει «δωμάτιο, θάλαμος». Στα ρώσικα ειδικότερα η ίδια λέξη έχει τη σημασία «κοπάδι, σμήνος, αγέλη, πλήθος» αλλά και «στρατεύματα». Για τη λέξη αυτή ισχυρίζεται ο Νικόλαος Γιαννόπουλος ότι σημαίνει «κοιλώματα βράχων και σπηλαίων», κάτι που όμως δεν μπόρεσα να επιβεβαιώσω από τα λεξικά.
  2. τη σλαβική λέξη stajaś14 (stájaɕ) / stojaś, που σημαίνει «θέτω, τοποθετώ αλλά και στέκομαι».
  3. τη σλαβική λέξη ста̏ја (stȁja), που σημαίνει «στάβλος».
  4. τη σλαβική λέξη стајати (stâjati), που έχει τη σημασία «σταματώ, κάνω κάτι να σταθεί ακίνητο, κάνω κάποιον να σταθεί στα πόδια του, διαμένω».

Απ’ την ίδια ρίζα φαίνεται να είναι και η λέξη Σταγιάδες. Η μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταγιάδων βρίσκεται έξω από το ομώνυμο χωριό των Χασίων και σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από την Καλαμπάκα. Η χρονολογία ίδρυσης της μονής είναι άγνωστη ενώ ελάχιστα γνωρίζουμε για την ιστορία της.

13. Χάσια

Τα Χάσια είναι βουνό της βόρειας Ελλάδας με υψόμετρο 1.564 μέτρα. Βρίσκονται στα σύνορα του Νομού Τρικάλων με τον Νομό Γρεβενών, βορειοδυτικά της Καλαμπάκας. Αποτελούν τμήμα της ευρύτερης οροσειράς της Πίνδου. Περικλείονται, στα δυτικά και βόρεια από την βόρεια Πίνδο και στα νότια και ανατολικά από τα Αντιχάσια και τα Καμβούνια όρη.

Η ονομασία προέρχεται από τη λέξη χάσια, που σημαίνει «Μεγάλη έκταση γης (μικρότερες ήταν τα ζιαμέτια και τα τιμάρια) που η οικονομική εκμετάλλευσή τους επιδικαζόταν κατ' αποκοπή από το Σουλτάνο (στον οποίο ανήκαν), για ορισμένο χρονικό διάστημα, σε φυσικά πρόσωπα, κυρίως μέλη της βασιλικής οικογένειας (π.χ. Βαλιδέ Σουλτάνα) ή σε αξιωματούχους του κράτους (π.χ. σπαχήδες) που αναλάμβαναν μεταξύ άλλων και την υποχρέωση να καταβάλουν στο Παλάτι καθορισμένα χρηματικά ποσά και εισέπρατταν, ως αντάλλαγμα, τα βασικά φορολογικά έσοδα από τη γη τους».

Η λέξη προέρχεται από την τουρκική λέξη hâss, που σημαίνει «καθαρός», επειδή απέδιδαν κατευθείαν (=καθαρό) φόρο στο Σουλτάνο.15 Η λέξη hâss μάλιστα έχει στην τουρκική γλώσσα τη σημασία «κρατική γη που αποφέρει εισόδημα πάνω από εκατό χιλιάδες άσπρα».

 

Τα σημερινά σλαβικά κράτη

 

B. Ιστορική αναδρομή

Οι Σλάβοι και η κάθοδός τους στη Βαλκανική Χερσόνησο

Οι Σλάβοι είναι μία μεγάλη εθνογλωσσική ομάδα, που σήμερα τα μέλη της κατοικούν στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη καθώς και στη Βόρεια και την Κεντρική Ασία. Αποτελούν τον κυρίως πληθυσμό σε δεκατρία ευρωπαϊκά κράτη: Ρωσία, Ουκρανία, Λευκορωσία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Σλοβενία, Κροατία, Σερβία, Μαυροβούνιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και Βουλγαρία.

Βάσει γλωσσικών και ιστορικών κριτηρίων, σήμερα η σλαβική ομάδα λαών διαιρείται σε τρεις κύριες υποομάδες:

  1. Ανατολική: Ρώσοι, Λευκορώσοι, Ουκρανοί.
  2. Δυτική: Τσέχοι, Πολωνοί, Σλοβάκοι.
  3. Νότια: Σέρβοι, Σλοβένοι, Κροάτες, Βούλγαροι, Σλαβομακεδόνες, Βόσνιοι, Μαυροβούνιοι.

Σήμερα, τα σλαβικά έθνη έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους σε ποικίλους τομείς και οι σχέσεις τους ποικίλλουν από αισθήματα σύνδεσης μέχρι αμοιβαία αισθήματα εχθρότητας.

Κατά τον μεσαίωνα υπήρχαν δεκάδες σλαβικά φύλα, που από τις αρχές του 6ου αιώνα άρχισαν να εξαπλώνονται, για να κατοικήσουν το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής, της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Μέσα από αλλεπάλληλες ενοποιήσεις, ενσωματώσεις και διασπάσεις, διαμορφώθηκε σε γενικές γραμμές η εικόνα του σλαβικού κόσμου που συναντάμε στις μέρες μας και που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρώπης.

Οι Σλάβοι στην Ευρώπη κατά το 650

 

Για την καταγωγή τους δεν υπάρχουν αρκετές ιστορικές μαρτυρίες ούτε καν γενεαλογικοί μύθοι που θα διέσωζαν κάποιον ιστορικό πυρήνα. Η προϊστορία τους παραμένει σκοτεινή. «Εμφανίζονται ξαφνικά στην ιστορία σαν ένας πολυάριθμος και ήδη διαμορφωμένος λαός: οι πρώτες ρητές ιστορικές μαρτυρίες χρονολογούνται στον 6ο αιώνα. Τότε αρχίζει για τα σλαβικά φύλα η ιστορική εποχή».16 Είναι εγκατεστημένοι στα βόρεια και βορειοανατολικά του Δούναβη.

«Οι Σλάβοι είναι ινδοευρωπαϊκός λαός και η γλώσσα τους ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Από τα γλωσσολογικά δεδομένα (τοπωνύμια και υδρωνύμια, που αποδίδονται σε μια πολύ αρχαϊκή σλαβική γλώσσα) και τις πρόσφατες (κυρίως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) συστηματικές ανασκαφές, η αρχική τους κοιτίδα τοποθετείται σε μια εκτεταμένη περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Όντερ και Βιστούλα δυτικά και στον άνω ρου του Δνείπερου ανατολικά.» (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 14-15)

Η ονομασία Σλάβοι, που αναφέρεται σε όλες τις διαφορετικές σλαβικές ομάδες, προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη Σθλᾶβος / Σκλᾶβος / Σκλαβηνός / Σθλαβηνός, καθώς οι βυζαντινοί δεν μπορούσαν εύκολα να αποδώσουν το σύμπλεγμα -σλ-. Κι αυτές με τη σειρά τους προέρχονται από το παλαιοσλαβικό словенинъ, που ανάγεται στην πρωτοσλαβική λέξη *Slověninъ17 (Σλοβένος), όπως οι ίδιοι ονόμαζαν τον εαυτό τους.

Ο Πολωνός γλωσσολόγος και σλαβιστής Jan Baudouin de Courtenay υποστήριξε πως «δεν υπάρχει ξεχωριστός σλαβικός πολιτισμός, κοινός σε όλους τους Σλάβους και ξένος προς τους άλλους λαούς»18, καθώς τα σλαβικά φύλα ήταν πολυδιασπασμένα και είχαν εξαπλωθεί σε μεγάλη έκταση, κάτι που τους διαφοροποίησε πολιτιστικά. Κοινά τους χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να θεωρηθούν η καύση των νεκρών, η χειροποίητη -χωρίς τη χρήση τροχού- κεραμική και η ημιυπόγεια καλύβα για κατοικία. (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 17)

Ο 5ος και 6ος αιώνας είναι η περίοδος των μεγάλων μεταναστεύσεων στην Ευρώπη, κατά την οποία ένας μεγάλος αριθμός λαών (Γότθοι, Οστρογότθοι, Βησιγότθοι, Έρουλοι, Λομβαρδοί, Ούννοι κ.ά.) μετακινήθηκε σε διάφορες περιοχές ως αποτέλεσμα της φθοράς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της πίεσης που δέχονταν από άλλους λαούς προερχόμενους από την Ανατολή. Τότε αρχίζουν και οι σλαβικές μετακινήσεις προς νότο και ανατολή, που θα ολοκληρωθούν τον 8ο αιώνα μ.Χ.

Οι Σλάβοι βρέθηκαν στα μέσα του 6ου αιώνα εγκαταστημένοι στα βόρεια του Δούναβη, ο οποίος αποτελούσε -μέχρι το 582- σταθερό σύνορο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κι από κει ενεργούσαν επιδρομές εναντίον των βυζαντινών εδαφών. Από το 558 εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής των Αβάρων.

Από το 582 και για 50 περίπου χρόνια οι Σλάβοι εγκαθίστανται μόνιμα και ομαδικά στη Βαλκανική Χερσόνησο, γεγονός που άλλαξε την εθνολογική σύσταση του βόρειου τμήματος της Βαλκανικής. (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 29) Κατά τις επιδρομές των Σλάβων δημιουργήθηκαν μικρές πολιτικά αυτόνομες νησίδες σλαβικού πληθυσμού, με δική τους αρχικά, χωριστή η καθεμιά, φυλετική οργάνωση, διάσπαρτες ανάμεσα σε Έλληνες, οι Σκλαβηνίες, χωρίς όμως τούτο να αναστατώσει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των ντόπιων στις πόλεις και την ύπαιθρο, ούτε να διακόψει την επικοινωνία και τις εμπορικές σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη. (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 32)

«Ο πληθυντικός Σκλαβηνίες, τον όποιο γενικά χρησιμοποιούν οι πηγές, η χωριστή οργάνωση, καθώς και η διαφορετική στάση κάθε Σκλαβηνίας απέναντι στο Βυζάντιο συνηγορούν για την ύπαρξη χωριστών ομάδων, χωρίς συνοχή και συνέχεια, και αποκλείουν την περίπτωση μιας σλαβικής ενιαίας ομάδας, που κατείχε εκτεταμένες περιοχές σε αδιάσπαστη συνέχεια.» (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 39)

Στις αρχές του 7ου αιώνα έχουμε μαρτυρίες για Σλάβους εγκατεστημένους στη Δυτική Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Από κει επέδραμαν εναντίον της Κεντρικής Ελλάδας, της Πελοποννήσου και των ακτών και νησιών του Αιγαίου. (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 35)

Τα «Θαύματα του Αγίου Δημητρίου», κείμενο του 7ου αιώνα, που, παρά τον αγιολογικό του χαρακτήρα και το θρησκευτικό του στόχο, παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις εγκαταστάσεις των Σλάβων στο βόρειο ελληνικό χώρο, καθώς και για την οργάνωσή τους, αναφέρουν τα ονόματα διαφόρων σλαβικών φύλων: Οι Βελζήτες, στα βόρεια όρια της Μακεδονίας, στην περιοχή του Μοναστηριού, οι Δρογουβίτες, το πιο πολυάριθμο φύλο, που τοποθετείται στη βορειοδυτική Μακεδονία, στην περιοχή της Βέροιας και βορειότερα, οι Σαγουδάτοι, στα νότια των Δρογουβιτών, οι Βελεγεζήτες στη Θεσσαλία και οι Βαϊουνίτες ίσως στην Ήπειρο, οι Ρηγχίνοι στις εκβολές του Αλιάκμονα, οι Στρυμονίτες στην κοιλάδα του Στρυμόνα και οι Σμολεάνοι κοντά στο Νέστο.

Οι Σλάβοι επιδίδονταν σε επιδρομές και λεηλασίες και, καθώς μετακινούνται συχνά, ελάχιστα ασχολούνταν με την εκμετάλλευση της γης. Από τα μέσα του 7ου αιώνα μαρτυρούνται ως γεωργοί και κτηνοτρόφοι, όπως οι Βελεγεζήτες στη Θεσσαλία και οι Δρογουβίτες στη βορειοδυτική Μακεδονία. Κατοικούσαν στις πλαγιές των βουνών και σε δυσπρόσιτα μέρη και σπανιότερα στην πεδιάδα. Δεν είχαν αναπτύξει αστικό βίο και δεν κατείχαν κέντρα αστικά. (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 43)

Η βυζαντινή αυτοκρατορία είχε χαρακτήρα πολυεθνικό και πολιτισμικό και διακρινόταν από μια ανεκτικότητα προς στα ξένα εθνικά στοιχεία που ζούσαν ή εγκαθίσταντο στα εδάφη της. Έτσι, δεν αντιμετώπισε εχθρικά τους Σλάβους επήλυδες, όσο βέβαια αυτοί δεν προκαλούσαν ανυπέρβλητα προβλήματα στο Βυζάντιο, αλλά προσπάθησε να τους εντάξει ομαλά στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα της αυτοκρατορίας και βαθμιαία να τους ενσωματώσει, λαμβάνοντας μέτρα ειρηνικά (διοικητικά, δημογραφικά, εκκλησιαστικά, οικονομικά κ.ά.) αλλά και στρατιωτικά, όπως με την εκστρατεία του Κώνσταντα Β', που το 658 εκστράτευσε «κατὰ Σκλαυινίας καὶ ἠχμαλώτισε πολλοὺς καὶ ὑπέταξεν».19

Βλέπουμε λοιπόν ότι το Βυζαντινό κράτος, ακολουθώντας μια συνεπή και ρεαλιστική πολιτική, αντιμετώπισε το πρόβλημα των Σλάβων εποίκων, έθεσε υπό τον έλεγχό του και ενέταξε στην αυτοκρατορία τα σλαβικά φύλα, (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 56) αναγκάζοντάς τα να αναγνωρίσουν την αυτοκρατορική εξουσία και να ανταποκρίνονται στις φορολογικές και στρατιωτικές υποχρεώσεις τους προς το Βυζαντινό Κράτος.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος διδάσκουν το χριστιανισμό στους σλαβόφωνους πληθυσμούς

 

Σημαντικό ρόλο στο έργο της αφομοίωσης έπαιξε και η Εκκλησία, που τότε αναδιοργανώθηκε και ενισχύθηκε διοικητικά. «Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων εποίκων στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας έγινε σταδιακά και κατά τόπους, αλλά οπωσδήποτε είχε σε μεγάλο βαθμό συντελεστεί στις αρχές του 9ου αιώνα. Επομένως προηγήθηκε κατά πολύ της επίσημης αποστολής του Κυρίλλου και του Μεθοδίου στη Μοραβία το 864 και είναι ανεξάρτητος από τον εκχριστιανισμό των εκτός των συνόρων της αυτοκρατορίας Σλάβων.» (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 61)

Ο εξελληνισμός των Σλάβων διευκολύνθηκε και από την επικοινωνία μεταξύ των Σλάβων εποίκων και του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού καθώς και από τη γειτνίαση και συμβίωση σε χωριά με μικτό πληθυσμό.20

Η αφομοίωση του σλαβικού στοιχείου δεν εξελίχθηκε με τον ίδιο ρυθμό σε όλες τις περιοχές. Ήταν ταχύτερη για τους Σλάβους που κατοικούσαν στις πεδιάδες και κοντά σε αστικά κέντρα και βραδύτερη σε απρόσιτες και ορεινές περιοχές και μέχρι τον 10ο αιώνα είχε επιτευχθεί.

Στις αρχές του 10ου αιώνα ο αυτοκράτορας Λέων ο Ϛ’ αναφέρει χαρακτηριστικά21: «Ταῦτα (τὰ Σκλαβικὰ δὲ ἔθνη) ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ Ρωμαίων αὐτοκράτωρ Βασίλειος τῶν ἀρχαίων ἐθῶν μεταστῆναι καὶ, γραικώσας, καὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν Ρωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας, καὶ βαπτισμάτι τιμήσας, τῆς τε δουλείας ἠλευθέρωσε τῶν ἑαυτῶν ἀρχόντων, καὶ στρατεύεσθαι κατὰ τῶν Ρωμαίοις πολεμούντων ἐθνῶν ἐξεπαίδευσεν, οὕτω πως ἐπιμελώς πεὶ τὰ τοιαῦτα διακείμενος, διὸ καὶ ἀμερίμνους Ρωμαίους ἐκ τῆς πολλάκις ἀπὸ Σκλάβων γενομένης ἀνταρσίας ἐποίησεν, πολλὰς ὑπ’ ἐκείνων ὀχλήσεις καὶ πολέμους τοῖς πάλαι χρόνοις ὑπομείναντας.»22 «Γραικώσας», λέει ρητά το κείμενο, δηλαδή τους εξελλήνισε.

Ο εξελληνισμός αυτός επιβεβαιώνεται και από τα τοπωνύμια. Σύμφωνα με την καταγραφή23 του Γερμανού γλωσσολόγου Max Vasmer (1886-1962), «τη μόνη ως τώρα, παρά τις αδυναμίες της, συνολική καταγραφή, προκύπτει ότι είναι 2.123 όλα τα σλαβικά μακροτοπωνύμια24 του ελληνικού χώρου και κατανέμονται κατά περιοχές ως εξής: Μακεδονία 730, Θράκη 45, Ήπειρος 412, Θεσσαλία 165, Αιτωλοακαρνανία 98, Ευρυτανία 48, Φθιώτιδα 55, Φωκίδα 45, Βοιωτία 22, Αττική 18, Πελοπόννησος 429, Νησιά του Ιονίου 16, Εύβοια 19, Νησιά του Αιγαίου 4, Κρήτη 17.» (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 67-68)

Ο αριθμός 2.123 είναι μικρός, αν συγκριθεί με το σύνολο των δεκάδων χιλιάδων ελληνικών τοπωνυμίων. Και τα σλαβικά τοπωνύμια περιορίζονται ακόμα περισσότερο, καθώς πολλά από τα τοπωνύμια του Max Vasmer έχουν άλλη ετυμολογική αρχή (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 68), ενώ ορισμένα «δεν αποτελούν πρωτογενείς σλαβικές ονοματοθεσίες, αλλά οφείλονται σε δευτερογενείς σχηματισμούς, γιατί, παρόλο που προέρχονται από λέξεις σλαβικές, δόθηκαν στο χώρο από τρίτους φορείς, Έλληνες, Βλάχους ή Αλβανούς, και όχι από τους ίδιους τους Σλάβους. Έτσι λέξεις σλαβικές που πέρασαν στο καθημερινό ελληνικό λεξιλόγιο, που μεταπλάστηκαν σύμφωνα με τούς κανόνες της ελληνικής γλώσσας, όπως π.χ. οι λέξεις λόγγος, λαγκάδα, βάλτος κ.ά., και δόθηκαν από Έλληνες κατοίκους σε διάφορους τόπους, δεν μπορούν να θεωρηθούν τοπωνύμια σλαβικάᐧ είναι απλώς λεξιλογικά δάνεια.» (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 69)

Τα σλαβικά τοπωνύμια στον ελληνικό χώρο απαντούν περισσότερο σε ορεινές περιοχές, λιγότερο στις πεδιάδες και ελάχιστα στα παράλια. Δείχνουν έναν λαό γεωργικό, που δεν γνωρίζει τον αστικό βίο και δεν έχει αξιόλογη πολιτική και πολιτισμική ανάπτυξη. Τα περισσότερα σχετίζονται με τις ποιμενικές και αγροτικές εργασίες και έχουν σχέση με τη φύση και την καθημερινή ζωή. Όπως και με τα υπόλοιπα σλαβικά λεξιλογικά δάνεια, λείπουν αφηρημένες έννοιες ή λέξεις που αφορούν το δημόσιο βίο και τη θρησκευτική ζωή.

«Είναι βέβαια αναμφισβήτητο ότι σλαβικοί πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν σε ελληνικά εδάφη τους ταραγμένους αιώνες που σημάδεψαν την ιστορική εξέλιξη της Βαλκανικής. Όμως η εγκατάσταση των Σλάβων δεν διέσπασε την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού ούτε αλλοίωσε εθνολογικά το ελληνικό στοιχείο, με το όποιο οι Σλάβοι έποικοι ενώθηκαν τελικά και με το όποιο αφομοιώθηκαν.» (Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 74)

Paul Lemerle

Ο γάλλος βυζαντινολόγος Πωλ Λεμέρλ σημειώνει χαρακτηριστικά: «Δεν αδικούμε το Βυζάντιο και τον Ελληνισμό, όταν αναγνωρίζουμε, όπως επιβάλλουν οι πηγές, την αριθμητική σημασία της σλαβικής διεισδύσεως στην Ελλάδα. Γιατί αυτούς τους Σλάβους το Βυζάντιο τους εκχριστιάνισε, τους εκπολίτισε, τους αφομοίωσε και τους έκανε Έλληνες. Και αυτό είναι μια από τις πιο εντυπωσιακές νίκες του ελληνικού πνεύματος25

Θεωρίες Φαλμεράυερ

Ο Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ (Jakob Philipp Fallmerayer, 10 Δεκεμβρίου 1790 - 26 Απριλίου 1861) ήταν Αυστριακός περιηγητής, δημοσιογράφος, πολιτικός και ιστορικός. Στη δεκαετία του 1830 δημοσίευσε κάποια έργα26, στα οποία διατυπώνει την άποψη πως οι Έλληνες της νεότερης εποχής δεν κατάγονται από τους αρχαίους Έλληνες, αλλά προέρχονται από Σλάβους που εισέβαλαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσαίωνα και Αλβανούς που εξαπλώθηκαν κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους και οι οποίοι αναμίχθηκαν με Ελληνόφωνους, αλλά μη Έλληνες το γένος Βυζαντινούς πρόσφυγες, δημιουργώντας τον λαό των νέων Ελλήνων. Με τη διατύπωση των θεωριών αυτών, ξέσπασε μεγάλος θόρυβος τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, προκαλώντας αρνητικά -αλλά και κάποια θετικά- σχόλια. Οι Έλληνες λόγιοι προσπάθησαν να αποδείξουν αβάσιμους τους ισχυρισμούς του με συγκριτικές μελέτες της γλώσσας, των ηθών και των εθίμων των Ελλήνων διαχρονικά. Οι θεωρίες του Φαλμεράυερ απορρίφθηκαν ως υποκειμενικές και αντιεπιστημονικές από την Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών και Κλασικών Μελετών, ενώ ο ίδιος δέχτηκε επικρίσεις και από αρκετούς Ευρωπαίους ιστορικούς.

Βιβλιογραφία

  1. Αραβαντινός Παναγιώτης, Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών χωρών, Ι-ΙΙ, Αθήναι 1856-1857.
  2. Γκίνης Νίκος, Αλβανοελληνικό Λεξικό, εκδ. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 1998 (ηλεκτρονική έκδοση 2006)
  3. Γκίνης Νίκος, Ελληνοαλβανικό Λεξικό, εκδ. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 1993 (ηλεκτρονική έκδοση 2006)
  4. Ηλιάδη Αμαλία, Εγκατάσταση και παρουσία Σλάβων στη Βυζαντινή Μ. Ασία, Απ' τον 7ο ως τον 10ο αιώνα, Ιδιωτική Έκδοση, 2003, σελ. 147, ISBN 9789609236027
  5. Ηλιάδη Αμαλία, Τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου ως ιστορικές πηγές, Επιδρομές και σλαβικές εποικίσεις εντεύθεν του Δουνάβεως, Ιδιωτική Έκδοση, 2003, σελ. 165, ISBN 9789609236034
  6. Θεοδοσίου Στράτος, Βυζάντιο και Σλάβοι, Η ιστορική πορεία των βαλκανικών κρατών από την κάθοδο των σερβικών φύλων έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Δίαυλος, 2015, σελ. 320, ISBN 978-960-531-335-7.
  7. Κατσαροπούλου Μελπομένη, Ένα πρόβλημα της ελληνικής μεσαιωνικής ιστορίας: Η σερβική επέκταση στη Δυτική Κερντρική Ελλάδα στα μέσα του ΙΔ' αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 1989, σελ. 232.
  8. Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη Γιάννα, Οι Σλάβοι των Βαλκανίων, Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό τους, εκδ. Gutenberg, 2004, σελ. 407, ISBN 9789600110135.*
  9. Λαΐτσος Στέργιος, Τα τοπωνύμια ως πηγή της μεσαιωνικής ιστορίας του Ασπροποτάμου, στο Ευάγγελος Αυδίκος (επιμ.), Ο Ασπροπόταμος στο Χώρο και το Χρόνο, Τρίκαλα 2009, σελ. 78-95.
  10. Μαλαβάκης Νίκος, Ετυμολογημένα τοπωνύμια Νομού Τρικάλων, περ. Τρικαλινά, 21, 2001, σελ. 101-150.
  11. Μαλιγκούδης Φαίδων, Ελληνισμός και σλαβικός κόσμος, εκδ. Βάνιας, 2006, σελ. 245, ISBN-13 9789602881552, 16 €.
  12. Μαλιγκούδης Φαίδων, Η Θεσσαλονίκη και ο κόσμος των Σλάβων, εκδ. Βάνιας, 1997, σελ. 166, 9 €.
  13. Μαλιγκούδης Φαίδων, Σλάβοι στη μεσαιωνική Ελλάδα, εκδ. Κυριακίδη, 2013, σελ. 248, ISBN 9786188094116, 18€.
  14. Μπούτσικας Ανδρέας, Σλάβοι και τοπωνύμια στην Ηλεία, Απάντηση στο σλαβολόγο Max Vasmer, Ιδιωτική Έκδοση, 1992, σελ. 136, ISBN 9789608523906
  15. Νικολαΐδης Κωνσταντίνος, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής Γλώσσης, 1909.
  16. Νικολούδης Γεώργιος, Η ιστορία των νότιων σλάβων, Από τον 6ο αι. μ. Χ. μέχρι το 1995, Ιδιωτική Έκδοση, 1998, σελ. 195, ISBN 978-960-90736-1-5
  17. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι (6ος - 20ός αι.), εκδ. Βάνιας, 2001, σελ. 430, ISBN 9789602880807
  18. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα, εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή - Χορν, 2000, σελ. 75, ISBN 97896070791451
  19. Πλιάτσικας Δημήτριος, Καλαμπάκα: η γλώσσα, ο τόπος, οι άνθρωποι, εκδ. Γένεσις, Καλαμπάκα 2012, σελ. 311, ISBN: 908998988.
  20. Συλλογικό έργο, Μεσαιωνικός σλαβικός κόσμος, Δεληκάρη Αγγελική, Καρδαράς Γεώργιος Θ., Μίνεβα Εβελίνα,μΣοφούλης Πάνος, Zivkovic Tibor, Παπαγεωργίου Αγγελική, Μπορίσοβα Τατιάνα, Curta Florin, Raffensperger Christian, Grantzios - Drapelova Pavla, Chroma Martina, Μεταφραστές Μακρυπούλιας Χρήστος, Αγγέλης Γιώργος, Επιμελητές, Σοφούλης Πάνος, Παπαγεωργίου Αγγελική, εκδ. Ηρόδοτος, Φεβρουάριος 2015, σελ. 578, ISBN 9789604851003, 30€.
  21. Ταχιάος Αντώνιος, Βυζάντιο, Σλάβοι, Άγιον Όρος, Αναδρομή σε αμοιβαίες σχέσεις και επιδράσεις, εκδ. University Studio Press 2006, σελ. 568, ISBN: 9789601214825.
  22. Χοπφ Κάρολος, Οι Σλάβοι στην Ελλάδα, Ανακατασκευή των θεωριών του Φαλμεράγερε, εκδ. Λιβάνης- Νέα Σύνορα 1995, μτφρ. Φραγκίσκος Ζαμβαλδής, σελ. 135, ISBN 9789602365021.
  23. Avenarius Alexander, Ο βυζαντινός πολιτισμός και οι Σλάβοι, εκδ. Παπαδήμας 2008, μτφρ. Αγγελική Δεληκάρη, σελ. 480, ISBN 9789602065471.
  24. http://pandektis.ekt.gr/pandektis/handle/10442/168907
  25. https://en.wikipedia.org/wiki/Sclaveni
  26. https://en.wikipedia.org/wiki/Slavs (https://el.wikipedia.org/wiki/Σλάβοι)
  27. https://en.wikipedia.org/wiki/South_Slavs
  28. https://el.wikipedia.org/wiki/Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ
Vasmer Max, Die Slaven in Griechenland, Verlag der Akademie der Wissenschaften in Kommission bei Walter de Gruyter u. Co., Berlin 1941, σελ. 350

Υποσημειώσεις

1 Σοφιανός Ζ. Δημήτριος, Η Επισκοπή Σταγών. Σύντομο ιστορικό διάγραμμα, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Σταγών και Μετεώρων, Καλαμπάκα 2004, σελ. 94.

2 Το όνομα πρέπει να δόθηκε από το σχήμα της κορυφής του βουνού Τριγγία.

3 πβ. ινδοευρωπαϊκή *h₂eǵós: τράγος

4 Πορφύριος Ουσπένσκι (Порфирий Успенский), Περιήγηση στις μονές των Μετεώρων το 1859, μετάφραση από τα ρωσικά: Ειρήνη Δεμίρη-Δημήτρης Δημητρίου, σχόλια: Νίκος Ζδάνης, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 54 (2008), σελ. 65-74.

5 Max Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Βερολίνο 1941 (επανέκδοση, Λιψία 1970).

6 ή «Γκρεμός», όπως αναφέρεται στους χάρτες της Google. Το βουνό που υπάρχει δίπλα στο χωριό λέγεται Γκόλνα.

7 Πουκεβίλ (Pouqueville) Φραγκίσκος, Ταξίδι στην Ελλάδα: Μακεδονία - Θεσσαλία, μτφρ. Νίκη Μολφέτα, εκδ. Αφοί Τολίδη, Θεσσαλονίκη 1996. Βλ. Δημήτριος Σοφιανός, περιοδικό Τρικαλινά, 13, 1993, 7-8.

8 Σοφιανός Ζ. Δημήτριος, Η Επισκοπή Σταγών. Σύντομο ιστορικό διάγραμμα, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Σταγών και Μετεώρων, Καλαμπάκα 2004, σελ. 19.

9 Βογιατζίδης Ιωάννης, Το Χρονικόν των Μετεώρων, Ιστορική ανάλυσις και ερμηνεία, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 2 (1925), σελ. 162.

10 Γιαννόπουλος Νικόλαος (1866-28 Νοεμβρίου 1945), Τα Μετέωρα: μελέτη ιστορική και τοπογραφική, εκδ. Παρασκευοπούλου, Βόλος 1926, σελ. 17-19.

11 Σοφιανός Ζ. Δημήτριος, Η Επισκοπή Σταγών. Σύντομο ιστορικό διάγραμμα, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Σταγών και Μετεώρων, Καλαμπάκα 2004, σελ. 20. Η τελευταία αυτή παρατήρηση του έγκριτου μελετητή φαίνεται κάπως βιαστική, αν λάβουμε υπόψη τα δεκάδες σλαβικά τοπωνύμια της περιοχής και ιδίως όσα αφορούν στα μετεωρίτικα βράχια και τη γύρω περιοχή. Εκτός απ’ όσες αναφέρονται στην εργασία αυτή, αναφέρουμε ενδεικτικά: Βοϊβόντα, Βυτουμάς, Γάβρος, Γαύροβο, Δολιανά, Κονισκός, Μπάμπα, Μπουνήλα, Πουλιάνα, Ρίγκλοβο, Σκλάταινα, Στρούζα κ.ά.

12 Σοφιανός Ζ. Δημήτριος, Η Επισκοπή Σταγών, σελ. 20-21.

13 Μαλίγκου Ευαγγελία, Η Θεσσαλία κατά την πρώτη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας: η περίπτωση του οθωμανικού φορολογικού κατάστιχου του 1454/55 του σαντζακίου Τρικάλων, σελ. 71.

14 Με τη σειρά της η λέξη stajaś προέρχεται από τη λέξη staś, κι αυτή από την πρωτοσλαβική *stati, με απώτερη αναγωγή στην ινδοευρωπαϊκή steh₂-, απ’ όπου προέρχεται και η αρχαιοελληνική λέξη ἵστημι / ἵσταμαι.

15 Υπάρχει και η άποψη: <τουρκική hassa (=ιδιωτικός), επειδή ήταν ιδιωτική υπόθεση της σουλτανικής οικογένειας η φορολόγησή τους· βλ. Νίκος Μαλαβάκης, Ετυμολογημένα τοπωνύμια Νομού Τρικάλων, περ. Τρικαλινά, 21, 2001, σελ. 115-116.

16 Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Βυζάντιο και Σλάβοι, σελ. 13-14.

17 ετυμολογείται από το  *slovo ‎(λέξη) ή από το *slava (δόξα, φήμη) ή από το ινδοευρωπαϊκό *slawos (λαός, έθνος).

18 Roger Portal, Les Slaves. Peuples et Nations (VIIIe-XXe siècles), Coll. «Destins du monde», 1965, σελ. 7.

19 Θεοφάνης 347, 6-7:«Τούτῳ τῷ ἔτει ἐπεστράτευσεν ὁ βασιλεὺς κατὰ Σκλαυινίας καἰ ἠχμαλώτισε πολλούς καὶ ὑπέταξεν».

20 Ιωάννης Καμινιάτης: «ἀμφιμίκτους τινας κώμας».

21 Τακτικά, 18.95.

22 Αυτά [τα Σλαβικά έθνη] ο πατέρας μας και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων Βασίλειος, που τώρα επαναπαύεται στα ουράνια, τα έπεισε να εγκαταλείψουν τα παλαιά τους ήθη και τους δίδαξε την γραικική γλώσσα, τους έκανε υπηκόους αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο, τους τίμησε με το βάπτισμα, τους ελευθέρωσε από την δουλεία στους δικούς τους δυνάστες και τους εκπαίδευσε να εκστρατεύουν εναντίον των εχθρών των Ρωμαίων. Με αυτόν τον τρόπο χειρίστηκε αυτά τα θέματα και επέτρεψε στους Ρωμαίους να είναι αμέριμνοι και να μην ανησυχούν για τις συχνές σλαβικές ανταρσίες, τις παρενοχλήσεις και τους πολέμους που έπρεπε να υπομένουν στο παρελθόν. (https://smerdaleos.wordpress.com/2014/07/21)

23 Max Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Βερολίνο 1941 (επανέκδοση, Λιψία 1970).

24 Τα μακροτοπωνύμια ή αστικά τοπωνύμια έχουν μεγαλύτερη από τα μικροτοπωνύμια ή αγροτικά τοπωνύμια βαρύτητα και ιστορική σημασία, γιατί δηλώνουν κατοικημένους οικισμούς.

25 Paul. Lemerle, «La Chronique improprement dite de Monemvasie: le contexte historique et ligendaire», Revue des Etudes Byzantines 21 (1963), σελ. 49.

26 «Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters - Ιστορία της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά τους Μεσαιωνικούς Χρόνους», 1830, «Die Enstehung der heutigen Griechen - Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων», 1835. Τα δύο επίμαχα βιβλία δεν μεταφράστηκαν στα Ελληνικά και δεν κυκλοφόρησαν στην αγορά παρά μόνο κατά τα έτη 2002 και 1984 αντίστοιχα.