Περί Μουσικής...
- Συνθέτες-Ερμηνευτές
- Bartók Béla (Μπέλα Μπάρτοκ)
- Beatles
- Beethoven Ludwig van (Λουδοβίκος Μπετόβεν)
- Βαμβακάρης Μάρκος
- Βιβλιογραφία
- Απ' την αυτοβιογραφία
- Από τον παιδικό υπόκοσμο στην «αναρχία του ρεμπέτικου»
- «Xαμάλης και αριστοκράτης»
- Έκανε τραγούδια τις εικόνες της ζωής του
- Βέμπο Σοφία
- Γεωργακοπούλου Ιωάννα
- Γκόγκος Δημήτριος (Μπαγιαντέρας)
- Hendrix Jimi
- Ιωαννίδης Αλκίνοος
- Δισκογραφία
- Δεν έχω την απαίτηση να γράψω αριστουργήματα
- Μια περιπλάνηση από τη Δύση έως την Ανατολή
- «Δώστε μου λλίην ακρόασην»('Πού Δύσην ώς Ανατολήν)
- «Προς τι τόση αγωνία στο έντεχνο;»
- Ένας λυπημένος Πάρις με χριστιανικό σεξαπίλ (Οι Περιπέτειες Ενός Προσκυνητή)
- «Ακούγαμε με το ίδιο πάθος διαμάντια και σκουπίδια...» (Οι Περιπέτειες Ενός Προσκυνητή)
- «Θέλω να ξαναζήσω τα τραγούδια γυμνά»
- Καλομοίρης Μανόλης
- Κηλαηδόνης Λουκιανός
- Λοΐζος Μάνος
- Λουδοβίκος των Ανωγείων
- Δισκογραφία
- 2006 - Γκρεμό δεν έχουν τα πουλιά
- 2004 - Μπιτ - Παζάρ
- 2003 - Η Γιορτή των ανέμων
- 2001 - Άνοιξα μανταρίνι και σε θυμήθηκα
- 2001 - Τέσσερις δρόμοι για τον Ερωτόκριτο (Συμμετοχή)
- 1999 - Το όχι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του ναι
- 1997 - Η πύλη της άμμου
- 1995 - Χαρματούσα
- 1993 - Το Μεϊντάνι
- 1990 - Ο Χαΐνης
- 1988 - Ο έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός
- 1985 - Μοιρολόγια
- «Γκρεμό δεν έχουν τα πουλιά»
- Μάντζαρος Νικόλαος
- Μουζάκης Γιώργος
- «Bίρα τις άγκυρες» για τα άστρα...
- Ο «βασιλιάς της επιθεώρησης»
- «Τα συμφέροντα σκοτώνουν την τέχνη του τραγουδιού»
- «Επιδοτείται πια η χυδαιότητα»
- Τούτη η κορνέτα ηχεί 55 χρόνια...
- Μεγάλες μελωδικές στιγμές του Μουζάκη
- Μούτσης Δήμος
- Μπέλλου Σωτηρία
- Νίνου Μαρίκα
- Ξυλούρης Νίκος
- Περίδης Ορφέας
- Σαμάρας Σπύρος
- Σαμίου Δόμνα
- Σκαλκώτας Νίκος
- Smith Patty
- Τσιτσάνης Βασίλης
- Eρωτικός με το στανιό!
- Το κοινό «ψηφίζει» Τσιτσάνη
- Aνέκδοτος Tσιτσάνης για το EAM
- Τα καλύτερα του Τσιτσάνη
- Τι συμβαίνει στα πέριξ
- «Tο βλαχάκι που έπαιζε αλλιώτικα»
- Ο στιχουργός Τσιτσάνης
- Με το μπουζούκι του Τσιτσάνη
- Η ιδιοφυία που αποκάλυψε το μουσικό μας θησαυρό
- Ο προικισμένος
- Δίκαιη αμφισβήτηση και δίκαιος θαυμασμός
- Κορυφαίος του αντι-ρεμπέτικου
- Στημένη παγίδα
- Τσιτσάνης, πανταχού παρών
- Ο ζωγράφος της λαϊκής μουσικής
- Μάνα, με κοροϊδεύουν και με περιφρονούν
- Με το μπουζούκι και τη Γεωγραφία κάτω από τη μουριά...
- Ο μπαγλαμάς του Τσιτσάνη και χιλιάδες ανέκδοτα τραγούδια
- Ο «Τρελός Τσιγγάνος» ήταν αντάρτης του ΕΛΑΣ!
- Χατζιδάκις Μάνος
- Χαΐνηδες
- U2
- Στιχουργοί
- Παπαγιαννοπούλου Ευτυχία
- Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου πίσω και πέρα από τον μύθο
- Δυο πόρτες έχει η ζωή... έναντι 250 δρχ.
- Τραγούδια με τραύματα
- «Διανοούμενοι σε κατάσταση αλαλίας...»
- Είδη Μουσικής
- Βυζαντινή Μουσική
- Κρητική Αναγέννηση και ψαλτική τέχνη
- Ένας Πελοποννήσιος δερβίσης
- Παλαιορωμαϊκά μέλη της βυζαντινής περιόδου
- Ο άγνωστος Λεονταρίτης
- Δημοτικό τραγούδι
- Ελαφρολαϊκό τραγούδι
- Από τις απαρχές ως το 1940
- Οι απαρχές του νεοελληνικού τραγουδιού
- H διαμόρφωση του αστικού χώρου
- Μουσικά ρεύματα και αλληλεπιδράσεις
- Aττίκ, ο αξεπέραστος τροβαδούρος
- Έγραψαν πραγματικό ελληνικό τραγούδι...
- Ένας γαλαξίας από νότες και στίχους...
- Aπό τον Πόλεμο έως το 1960
- Tο ελαφρό ελληνικό τραγούδι στις δεκαετίες ’40 και ’50
- Στις στροφές του αρχοντορεμπέτικου...
- Σε μαγικά νησιά...
- Ξεφύτρωναν στις γειτονιές...
- Συνέδεσαν το όνομά τους με μεγάλες επιτυχίες...
- Κυρίαρχη αισθητική και μουσικό γούστο
- Mάνος Χατζιδάκις, Mίκης Θεοδωράκης
- Κλασική μουσική
- Ρεμπέτικο τραγούδι
- Σύμμεικτα
- Τι κοινό έχουν ο Μπαχ και η Τζόπλιν;
- Ο εξαίρετος μουσικός Σταύρος Λάντσιας μιλάει για τον νέο ορχηστρικό δίσκο του
- «Μίλησε» η λύρα του Ερμή
- Κεφαλονίτικες μελωδίες γνήσιων λαϊκών τεχνιτών
- 1977, «Hotel California»
- Αν είσαι φίνος μάγκας, πού 'ν' τα μπεγλέρια σου;
- Αδέσποτα τραγούδια που ως διά μαγείας απέκτησαν συνθέτες
- Δεκαπεντάωρος πιανιστικός μαραθώνιος
- Ποιος (δεν) φοβάται το ελληνικό τραγούδι; (βιβλίο Λιάβα)
- Κρίση, με πιάνει κρίση
- Στάθης Δρογώσης: «Το τραγούδι σήμερα το ορίζουν οι διαφημιστές»
- «Το χασίς τραγουδήθηκε πολύ»
- Ελιξίριο υγείας ο Μότσαρτ
- Ο θάνατος της δισκογραφίας
- «Στα παραμύθια μπορώ ακόμα να χαθώ» (Μιλτιάδης Πασχαλίδης)
- Ο στίχος είχε τη δική του ιστορία
- Να ακομπανιάρεις τη Δανάη...
- Μια φωτογραφία από νησιώτικα
- Η Λύρα που αγαπήσαμε
- Τα λαϊκά του '21
- Μελωδίες από το χωνί του γραμμοφώνου
- Έπαιζαν λύρα στα στρατόπεδα των Γερμανών
- 14 χρόνια από το θάνατο του Τάσου Χαλκιά
- Μια δημιουργική προσέγγιση της μουσικής ιστορίας μας
- Το λαούτο κι ένας λαουτιέρης
- Έβαζε στο μπουζούκι φωτιά (Ιορδάνης Τσομίδης)
- Και πού σοκάκι να τραγουδήσεις (Σταύρος Κουγιουμτζής)
- Ο άρχοντας του αρχοντορεμπέτικου (Μιχάλης Σουγιούλ)
- Τα ακατάλληλα
- Το εθνικό μας όργανο στην τρίτη του ηλικία (Δρόμος)
- Κώστας Βίρβος: Δεν θεωρώ τον Τσιτσάνη άλφα άλφα
- Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά!
- Φέρτε πίσω... τα τραγούδια μου
- Ένας αιώνας που γράφτηκε με νότες
Μελωδικός και ευαίσθητος κάου-μπόι
Λάμπρος Λιάβας, εφ. Το Βήμα, 12/7/2009
Τραγούδια του Λουκιανού Κηλαηδόνη είναι η νέα προσφορά του «Βήματος» και συμπίπτει με τη συμπλήρωση 40 ετών από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία
Είναι μια καλή συγκυρία το γεγονός ότι η προσφορά αυτή του «Βήματος» συμπίπτει με τα 40 χρόνια παρουσίας του Λουκιανού στο μουσικό προσκήνιο. Και πράγματι, εκπλήσσει ευχάριστα έστω και μόνο να διατρέξει κανείς τους τίτλους που περιλαμβάνονται στις επιλογές των τραγουδιών. Και αυτό... και αυτό... και αυτό! Μελωδίες φιλικές και αγαπημένες, τρυφερά ζυμωμένες με τους στίχους, αναπόσπαστο κομμάτι από τις μουσικές μνήμες και τις ευαισθησίες όλων ημών των «κάπως» μεγαλύτερων, ενώ παράλληλα κλείνουν πονηρά το μάτι και στους νεότερους, επιβεβαιώνοντας τη γοητεία, το νεανικό πνεύμα και τη διαχρονικότητά τους. Ο Λουκιανός είναι παιδί της Κατοχής και του Εμφυλίου, γεννημένος το 1943 στην Κυψέλη. Ηταν το 1970 όταν συστήθηκε για πρώτη φορά στο κοινό με τη μελωδικότατη «Πόλη μας» σε στίχους της Κωστούλας Μητροπούλου και δικούς του, με τις φωνές της Βίκυς Μοσχολιού και του επίσης πρωτοεμφανιζόμενου Μανώλη Μητσιά. Ηδη από τότε, με το πρώτο του μουσικό επισκεπτήριο, ο Λουκιανός αποκαλύπτει την εμμονή του με τον χώρο, τον ζωτικό χώρο που μας περιβάλλει: το αστικό περιβάλλον, τα σπίτια, τους δρόμους, τις πλατείες, τα θερινά σινεμά...
Ο επόμενος δίσκος του, η «Κόκκινη κλωστή» σε ποίηση του Νίκου Γκάτσου με τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη στα πρώτα τους βήματα, αρχίζει και αυτός με ένα σπίτι: «σπίτι μου με τ΄ άσπρα σου γιασεμιά, σπίτι μου παλιά μου κληρονομιά» τραγουδάει ο Λουκιανός, με την εμμονή της προσφυγικής του καταγωγής, από τη μητέρα του την Ιάσμη, τη Γιασεμή, που ήρθε το ΄22 από τη Σμύρνη.
Το 1973, μέσα από τη μικρή χαραμάδα ελευθερίας που άνοιξε στα στεγανά της δικτατορίας, κυκλοφόρησαν τα περίφημα «Μικροαστικά», σε ποίηση Γιάννη Νεγρεπόντη, όπου για πρώτη φορά ο Λουκιανός άρχισε πλέον να ερμηνεύει ο ίδιος τα τραγούδια του με τον τόσο προσωπικό και αμίμητο τρόπο του. Αυτή η έκδοση αποτελεί σταθμό στο τραγούδι της εποχής, στην καλλιτεχνική του πορεία, καθώς και στην ελληνική δισκογραφία γενικότερα, με το κόκκινο διαφανές βινύλιο που έδωσε συμβολικά το μήνυμα για μια διαφορετική προσέγγιση και αισθητική σε όλα τα επίπεδα. Το ίδιο ισχύει και για την επόμενη δισκογραφική του δουλειά, τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας», και πάλι σε ποίηση του Νεγρεπόντη, που ίσως η λεπτή σατιρική της έκφραση δεν εκτιμήθηκε όσο της άξιζε, μέσα σε ένα πολωμένο περιβάλλον από κραυγαλέα πολιτικά τραγούδια που κυριάρχησαν αμέσως μετά τη μεταπολίτευση.
Στη συνέχεια, ο Λουκιανός έγραψε το 1976 το «Μedia Luz», τον μοναδικό του δίσκο με ορχηστρική μουσική, ενώ από το 1978 ως το 1991 κυκλοφόρησαν πέντε απόλυτα προσωπικοί δίσκοι: «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόι», «Ψυχραιμία, παιδιά», «Χαμηλή πτήση», «Τραγούδια για κακά παιδιά» και «Γιατί θα γίνω μαραγκός». Επίσης και το γνωστό κι αγαπημένο «Fifties και ξερό ψωμί», με τραγούδια της δεκαετίας του ΄50 που επανέφερε στην επιφάνεια, ανανεώνοντάς τα μέσα από την προσωπική του ευαισθησία και αγάπη για αυτό το ρεπερτόριο.
Παράλληλα, κυκλοφόρησε ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Πάμε, μαέστρο», με μια επιλογή από τις εξαιρετικές μουσικές του για το θέατρο. Ο Λουκιανός για δέκα συνεχή χρόνια έγραφε αποκλειστικά τη μουσική για τις επιθεωρήσεις του Ελεύθερου Θεάτρου, ενώ ήταν ο βασικός σύνθετης των παραστάσεων του Θεσσαλικού Θεάτρου, του οποίου συνδημιουργός υπήρξε η σύντροφός του, η Αννα Βαγενά. Στον χώρο του κινηματογράφου έγραψε μουσική για τις ταινίες «Ο θίασος» και «Οι κυνηγοί» του Θόδωρου Αγγελόπουλου καθώς και για τον «Ελευθέριο Βενιζέλο» του Παντελή Βούλγαρη.
Το πιο δυνατό όμως και επικοινωνιακό στοιχείο του Λουκιανού παραμένουν χωρίς αμφιβολία οι ζωντανές του εμφανίσεις. Και βεβαίως οφείλουμε να μνημονεύσουμε το περίφημο «Πάρτι στη Βουλιαγμένη» το 1983, που συγκέντρωσε περίπου 70.000
κόσμο και θεωρήθηκε το ελληνικό Woodstock. Με αυτή την εκδήλωση ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που έβγαλε τις συναυλίες από τα θέατρα και τα γήπεδα στην ελευθερία των φυσικών χώρων, κάτι διόλου αυτονόητο για την εποχή. Παράλληλα, ήταν από τους πρώτους που ενέταξε στις εμφανίσεις του πλήθος θεατρικά και εικαστικά στοιχεία, με αποκορύφωμα το λαϊκό μιούζικαλ «Αχ! Πατρίδα μου γλυκιά», από τον ομώνυμο διπλό δίσκο στο Θέατρο του Λυκαβηττού το καλοκαίρι του 1993. Από ζωντανή ηχογράφηση στο θέατρο του Λυκαβηττού το 1998 προέρχεται και άλλη μια πολύ σημαντική δισκογραφική δουλειά του: το «Νέα Κυψέλη- Νέα Ορλεάνη», σε συνεργασία με την περίφημη μπάντα από το Ρreservation ΗaΙl της Νέας Ορλεάνης, αποτίοντας φόρο τιμής στις επιρροές του από το ύφος και το ήθος της τζαζ και της κάουντρι μουσικής. Τα «αμερικάνικα» ακούσματα από τα θερινά σινεμά και τα πάρτι στην Αθήνα του ΄50 συνάντησαν εδώ τα κλασικά τους πρότυπα από τις γειτονιές του Νότου.
Η προσφορά του «Βήματος» έρχεται να ανακεφαλαιώσει και να συμπυκνώσει όλα αυτά τα γοητευτικά 40 χρόνια δημιουργικής, γόνιμης και συνεπούς παρουσίας, κάτι διόλου εύκολο και αυτονόητο στον πολύπαθο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Σε αυτή τη μακρά πορεία του στο μουσικό προσκήνιο, ο Λουκιανός παραμένει ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που δεν διακατέχονται από το άγχος και την αγωνία του επόμενου δίσκου, για να αυξήσουν τις μετοχές τους στο δισκογραφικό χρηματιστήριο και τις εμφανίσεις τους στα νυχτερινά κέντρα. Και αυτό είναι φανερό στο ύφος και το ήθος της δουλειάς του, στην προσωπική απόλαυση που αποπνέουν οι ηχογραφήσεις και ο τρόπος που τραγουδά. Ακούγοντας τα τραγούδια του Λουκιανού, έχεις συχνά την εντύπωση ότι ξεφυλλίζεις κάποιο φωτογραφικό άλμπουμ, με αποτυπωμένες στιγμές από οικογενειακές γιορτές και συγκεντρώσεις φίλων και συμμαθητών.
Για να θυμηθώ τη φράση του Ρίτσου, δεν τραγουδά για να ξεχωρίσει από τους άλλους, τραγουδά για να σμίξει τον κόσμο. Δεν διεκδικεί δάφνες «συνθέτη»- ούτε καν «τραγουδοποιού» ή «τροβαδούρου»- αλλά απλώς, σαν ένας ευαίσθητος καθημερινός άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ανακαλεί μουσικές μνήμες, βιώματα και αισθήσεις προεκτείνοντάς τα στο σήμερα και τα μοιράζεται με τον ακροατή. Και το σημαντικό είναι ότι δεν παραμένει σε μια επιφανειακή νοσταλγία για αυτά που πέρασαν, σε μια στείρα αναπαραγωγή, σε μια μίμηση χωρίς φαντασία. Κοινοποιεί μια σιωπηλή διαμαρτυρία για όσα παραμορφώνονται γύρω μας και χάνονται, για τα καλύτερά μας χρόνια και τις γιορτές μας του κάποιοι μας τα κλέβουν μυστικά. Μπαίνει σε έναν δημιουργικό διάλογο με όλα αυτά τα ετερόκλητα ακούσματα που εμπεριέχει ο Νεοέλληνας: από τα απλά παιδικά τραγουδάκια στο σχολείο, την κατασκήνωση και το κατηχητικό, την καντάδα, τα ρεμπέτικα, τα ελαφρά ως την τζαζ, το ροκ, την κάουντρι και τη δυτική μπαλάντα. Δημιουργεί κανάλια ώστε όλα αυτά να ανέλθουν στην επιφάνεια και «παίζει» μαζί τους, παίζει με όλη την ευθύνη και τη σοβαρότητα που είχαν τα παιδικά παιχνίδια στις γειτονιές, προτού εγκλωβιστούν στην αυτιστική μοναξιά των αστικών διαμερισμάτων και στη χαύνωση της οθόνης της τηλεόρασης, του υπολογιστή και του playstation.
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο Λουκιανός λειτουργεί κατ΄ εξοχήν στις συναυλίες και στις μουσικές βραδιές, όπου υπάρχουν αυτή η ζωντάνια, η αμεσότητα, η αμφίδρομη σχέση με το κοινό, το οποίο γίνεται συμπαίκτης συμμετέχοντας στη γιορτή. Ο απόηχος από τo πάρτι στη Βουλιαγμένη και τις συναυλίες στον Λυκαβηττό εξακολουθεί να βγάζει τη γλώσσα στην καρεκλάδικη αμηχανία που κυριαρχεί στα σημερινά μπαράκια και στην ντοπαρισμένη ζαλάδα των νυχτερινών κέντρων δήθεν διασκέδασης.
Εκπροσωπεί τη μουσική και το τραγούδι ως κώδικα επικοινωνίας προσιτό στον καθένα (όπως και η γλώσσα) και όχι σαν προνόμιο μιας εξειδικευμένης ομάδαςστην παραγωγή του- και σαν καταναλωτικό προϊόν στη χρήση του.
«Ενα τραγούδι καταξιώνεται από τη στιγμή που θα τραγουδηθεί σε μιαν οικογενειακή γιορτή» έχει παρατηρήσει πολύ σωστά ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, υπενθυμίζοντας αυτή τη μοναδική λειτουργικότητα των τραγουδιών της καθημερινής ζωής τα οποία τόσο απέχουν από τα προκατασκευασμένα σουξέ των λίγων εβδομάδων που πλέον μας κατακλύζουν. Γι΄ αυτό ακριβώς και έχουν καταξιωθεί τα τραγούδια του, επειδή μας έρχονται στον νου και το στόμα και την καρδιά, απλώς και μόνο διατρέχοντας τον κατάλογο που βλέπουμε να δημοσιεύεται στο «Βήμα». Και μας γλυκαίνουν και μας παρηγορούν σε καιρούς αμηχανίας, κακοφωνίας και ευτέλειας. Ενώ ο ίδιος έχει αξιωθεί τη μεγαλύτερη τιμή και ανταμοιβή που μπορεί να λάβει καλλιτέχνης. Εχει καταχωριστεί στη συνείδηση του κοινού και των συναδέλφων του όχι με το επώνυμό του, ο Κηλαηδόνης, αλλά με το μικρό του όνομα: ο Λουκιανός. Και αυτό τα λέει όλα!
* Ο κ. Λάμπρος Λιάβας είναι καθηγητής Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
