Ξενοφῶν, Οικονομικός, 7, 16-43

Εισαγωγή

'Αλμπιν Λέσκυ, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Κυριακίδη, 1998

Πρόκειται για ένα σύγγραμμα με πρακτικό-διδακτικό περιεχόμενο, που συνήθως κατατάσσεται μαζί με τα φιλοσοφικά συγγράμματα, επειδή σ' αυτό εμφανίζεται ο Σωκράτης σαν συνομιλητής. Ωστόσο στον Οικονομικό δεν είναι το κύριο πρόσωπο, γιατί διηγείται μιαν συζήτηση με τον Ισχόμαχο, στην όποια ο Σωκράτης ουσιαστικά είναι αυτός που διδάσκεται. Ο Ισχόμαχος, ένας εύπορος κτηματίας, νιόπαντρος, περιγράφει πώς μοιράζει την ημέρα του και την δουλειά των ανθρώπων του. Αν από αυτή την συσχέτιση βγαίνει ένα πλήθος από λεπτομέρειες, σημαντικές από την άποψη της ιστορίας του πολιτισμού, ωστόσο η διήγηση του Ισχόμαχου για το πώς εισάγει την πολύ νέα γυναίκα του στα οικιακά της καθήκοντα προσφέρει μιαν ανεκτίμητη επισκόπηση της ζωής της αττικής γυναίκας. Το σύγγραμμα βρήκε τους θαυμαστές του, κι ο Κικέρωνας το μετέφρασε.

Κωνσταντίνος Μερεντίτης-Α. Παπαγεωργίου, Ξενοφών, Οικονομικός, εκδ. Κάκτος, 1993, σελ. 27 κ.ε.

Η συγγραφή τούτη αποτελεί ολοκλήρωση των Απομνημονευμάτων. Η απότομη αρχή της: Ἤκουσα δὲ ποτὲ αὐτοῦ (εννοεί τον Σωκράτη) καὶ περὶ οἰκονομίας διαλεγομένου, συνετέλεσε ήδη από τα αρχαία χρόνια στη δημιουργία της άποψης ότι ήταν το τελευταίο βιβλίο των Σωκρατικών απομνημονευμάτων. Όμως η συγγραφική τέχνη του Οικονομικού είναι πολύ αρτιότερη και υψηλότερη σε σχέση με τα Απομνημονεύματα, ενώ η προσωπικότητα του Σωκράτη σκιαγραφείται στο έργο τούτο καλύτερα. Έτσι λοιπόν με κανένα τρόπο δεν μπορούμε ν' αποδεχθούμε ότι έχουμε μπροστά μας ένα έργο με ενιαίο χαρακτήρα και όχι δύο έργα ανεξάρτητα μεταξύ τους. Κάποιοι μελετητές, που αποδέχονται πως ο Οικονομικός αποτελεί το πέμπτο βιβλίο των Απομνημονευμάτων ερμηνεύουν τις υφολογικές ή λογοτεχνικές διαφορές των συγγραφών τούτων με την εντελώς αβάσιμη υπόθεση ότι δήθεν ο γιος του Ξενοφώντα Γρύλλος, μαθητής του Ισοκράτη, τροποποίησε τον Οἰκονομικόν. Πιθανότερη είναι η άποψη που υποστηρίζει πως ο Ξενοφών θέλησε με το έργο τούτο, το οποίο αναφέρεται στην προσφιλή του τέχνη της οικιακής διοίκησης, να ολοκληρώσει τα Απομνημονεύματα. Επειδή, όμως, το έργο έλαβε μεγάλη έκταση, απέσπασε τα τελευταία κεφάλαια και τους προσέδωσε έτσι ανεξάρτητη και αυτοτελή φυσιογνωμία.

Στην αρχή του Οικονομικού παρουσιάζονται ο Σωκράτης και ο Κριτόβουλος να συζητούν για την έννοια της οικονομίας και τα καθήκοντα του οικονόμου. Από το έβδομο κεφάλαιο και μετά, ο Σωκράτης ανακοινώνει στον Κριτόβουλο το περιεχόμενο κάποιας συζήτησης, την οποία έκανε κάποτε τούτος με τον Αθηναίο Ισχόμαχο. Εκείνος είχε πριν λίγο καιρό νυμφευθεί και περιέγραψε στον φιλόσοφο διεξοδικά και με ειλικρίνεια τον χαρακτήρα και τις συνθήκες της οικογενειακής του ζωής. Εδώ διαθέτουμε σε σχέση με τον ιδιωτικό βίο των αρχαίων Αθηναίων κάποια λογοτεχνική απεικόνιση, έξοχη ως προς τη χάρη του ύφους και την εσωτερική θέρμη της, και με μεγάλη σημασία επιπλέον στην ιστορία του πολιτισμού από απόψεως περιεχομένου. Με το έργο τούτο ο Ξενοφών μάς παρουσιάζει έντεχνα την πνευματική συγκρότηση και τον τρόπο ζωής των Αθηναίων γυναικών και τα καθήκοντά τους ως συζύγων και οικονόμων. Ο νεαρός σύζυγος Ισχόμαχος προσπαθεί να διαπαιδαγωγήσει τη γυναίκα του, η οποία μόλις πέρασε την παιδική ηλικία, και να την κάνει ενάρετη και δραστήρια γυναίκα, συνετή και υγιή σύντροφο. Εκείνη στο πατρικό της σπίτι διδάχθηκε μόνο την υποχρέωση για πλήρη υποταγή στις εντολές του συζύγου. Τα λόγια του Ισχομάχου απηχούν τις απόψεις των συντηρητικών κυρίως πολιτών της εποχής, έναντι των αγώνων των γυναικών της Αττικής για χειραφέτηση, οι οποίοι άρχιζαν τότε.

Ο Οικονομικός περιλαμβάνει εύστοχες σκέψεις και παρατηρήσεις σχετικά με την αρτιότερη οργάνωση της οικιακής διοίκησης και μάλιστα σε συνδυασμό με τη γεωργία, την οποία ο Ξενοφών ονομάζει μητέρα και τροφό όλων των τεχνών. Οι υποθέσεις της οικιακής οικονομίας και διοίκησης των κτημάτων αποτελούσαν πάντοτε θέματα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Ξενοφώντα. Στον Οἰκονομικόν αναπτύσσεται για πρώτη φορά μεθοδικά και συστηματικά η αντίληψη που θεωρεί βάση κάθε άρτιου πολιτισμού κατά κύριο λόγο τη γεωργία. Και πριν από τον Ξενοφώντα οι σοφιστές κινήθηκαν προς την ίδια κατεύθυνση, υποστηρίζοντας ότι η καλλιέργεια του εδάφους και η παραγωγή καρπών έπρεπε να αποτελούν ως προς την αγωγή και την κοινωνική ζωή τις κύριες και θεμελιώδεις βάσεις κάθε σκέψης και ενέργειας. Όμως η μόρφωση που έδιναν εκείνοι στους νέους συνέχισε να είναι προϊόν της πόλης. Τα χρόνια εκείνα, όταν ο Ησίοδος στο Ἔργα καὶ Ἡμέραι κατέστησε την αγροτική ζωή και τους νόμους της αφετηρία ξεχωριστής ηθικής, ανήκαν πια στο μακρινό παρελθόν. Ως προς την αγωγή και τη μόρφωση πρωτεύουσα και κυρίαρχη θέση είχε πλέον καταλάβει η πόλη και η ζωή σ' αυτήν. Ο αγροίκος διακρίνεται σαφώς από τον πεπαιδευμένο. Η αγροικία δεν είναι άλλο από ἀμαθία ἀσχήμων. Οι τέτοιου είδους απόψεις των διανοουμένων της εποχής εμπόδιζαν ν' αποδοθεί στον αγρότη η πρέπουσα τιμή. Ο Ξενοφών ήταν κι αυτός τέκνο της πόλης, όμως από τη συγκυρία και την ιδιόρρυθμη κλίση του οδηγήθηκε στις αγροτικές και γεωργικές ασχολίες, τις οποίες, ως θεμέλιο της οικονομικής του συντήρησης, υποχρεώθηκε να συνδυάσει νωρίς με τις γραμματολογικές επιδιώξεις και σκοπούς του. Χωρίς αμφιβολία η αρχαία Αττική κωμωδία έθιξε το ζήτημα των αγροτικών συμφερόντων της πολιτείας, αλλά τούτο έγινε μόνο για να γίνει φανερή η αντίθεση ανάμεσα στα αρχαία αγροτικά ήθη του λαού και στην παιδεία που προσέφεραν τα νεότερα χρόνια οι σοφιστές. Ο Οικονομικός ανακινεί το πρόβλημα με τρόπο συστηματικότερο και με εντονότερη την αντίληψη της αξίας του αγροτικού στοιχείου. Ο αγροτικός κόσμος συνειδητοποίησε την αυτοτελή και αυθυπόστατη αξία του και αποδεικνύεται ικανός να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού. Ο Οικονομικός του Ξενοφώντα φανερώνει αγάπη για την ύπαιθρο, όμως η αγάπη τούτη απέχει τόσο από τη συναισθηματική περιπάθεια της ποιμενικής ποίησης των αγροτικών ειδυλλίων της Ελληνιστικής εποχής όσο και από τις κωμικές και αγροίκες αγροτικές σκηνές του Αριστοφάνη. Είναι αγάπη σοβαρή και σεμνή, απαρασάλευτη βάση κάθε ανθρωπιστικού ιδεώδους.

Ο αγροτικός βίος, ήσυχος και ευχάριστος, βρίσκεται πέρα από τα τείχη της πόλης, μακριά από τον ταραγμένο και περιφερόμενο πληθυσμό της. Ο Κριτόβουλος (IV, 1) ζητάει από τον Σωκράτη να του πει ποιες τέχνες και επιστήμες είναι οι καλύτερες και συνεπώς οι πιο ταιριαστές για εκείνον ως ελεύθερο πολίτη. Στο IV, 2 συμφωνώντας με τον Κριτόβουλο, ο Σωκράτης λέει πως οι επιστήμες που ονομάζονται βαναυσικαὶ έχουν κακή φήμη, και φυσιολογικά οι πόλεις δεν τις εκτιμούν. Καταστρέφουν τα σώματα όσων ασχολούνται με τούτες. Έτσι τα σώματα εκθηλύνονται και οι ψυχές γίνονται ασθενικές. Στη συνέχεια στο IV, 4 κ.εξ. ο Σωκράτης προτείνει την γεωργία ως καλύτερη επαγγελματική απασχόληση. Για να περιβάλει το ενδιαφέρον του για τη γεωργία με το κύρος κάποιας υψηλότερης κοινωνικής αναγκαιότητας, φέρνει παράδειγμα τον βασιλιά των Περσών, που μαζί με την πολεμική τέχνη φρόντιζε ιδιαίτερα και τη γεωργία. Εδώ πρόκειται ασφαλώς για γνώσεις όχι του Σωκράτη αλλά του Ξενοφώντα, τις οποίες τούτος αποκόμισε στην Ασία, κατά τη στενή του συναναστροφή με τους Πέρσες. Στο IV, 20 κ.εξ. ο Σωκράτης λέει στον Κριτόβουλο πως ο Κύρος έδειχνε στον Λύσανδρο τον βασιλικό κήπο των Σάρδεων, όταν κάποτε ο τελευταίος πήγε σε εκείνον φέρνοντας του τα δώρα των συμμάχων. Ο Λύσανδρος τον θαύμασε επειδή τα δένδρα ήταν ωραία, σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, οι στοίχοι όρθιοι και τα πάντα καλοφτιαγμένα και σε σωστή διάταξη, μέσα από τις ευωδιές του κήπου. Είπε τότε στον Κύρο ότι εκπλήσσεται όχι μόνο για την ομορφιά του κήπου αλλά ακόμα και για την τέχνη εκείνου που μέτρησε και τακτοποίησε τα διάφορα μέρη του. Όταν άκουσε αυτά, ο Κύρος χάρηκε και είπε στον ξένο ότι ο ίδιος είχε μετρήσει και τακτοποιήσει τα πάντα και είχε μάλιστα φυτέψει μερικά δένδρα. Όλα τούτα ο Σωκράτης τα πληροφορήθηκε, όπως λέει ο ίδιος στον Κριτόβουλο, από τρίτο πρόσωπο, στο οποίο τα είχε διηγηθεί ο Λύσανδρος στα Μέγαρα. Βέβαιο είναι ότι εδώ πρόκειται κυρίως για αναμνήσεις του Ξενοφώντα, τον οποίον κάποτε σύστησαν στον Λύσανδρο ως τον γενναίο στρατηγό, που με επιδεξιότητα οδήγησε τους Μύριους από τα βάθη της Ασίας στην Ελλάδα. Στο IV, 24 ο Κύρος βεβαιώνει ένορκα τον Λύσανδρο ότι εκείνος, όταν είναι υγιής, ποτέ δεν δειπνεί πριν ιδρώσει από την κούραση της απασχόλησης με κάποιο πολεμικό ή γεωργικό έργο. Ο Πέρσης βασιλόπαιδας συνδύαζε στη ζωή τις πολεμικές και γεωργικές ασχολίες, και τούτο ο Ξενοφών ήταν σε θέση να εκτιμήσει περισσότερο εκείνη κατά κύριο λόγο την περίοδο, όταν στον Σκιλλούντα, μακριά από οποιαδήποτε ταραχή, κέρδιζε τα απαραίτητα για τη διαβίωση με την εντατική καλλιέργεια της γης. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα η καλλιέργεια της γης είναι ευχαρίστηση και συνάμα πλουτισμός της οικιακής περιουσίας και άσκηση των σωμάτων, με σκοπό την επιτυχημένη εκτέλεση κάθε έργου που ταιριάζει στους ελεύθερους.

Ήταν όμως πολύ δύσκολο στον Ξενοφώντα να παρουσιάσει στον διάλογο τον Σωκράτη να μιλάει με την απαιτούμενη εμπειρία σχετικά με τις λεπτομέρειες του γεωργικού επαγγέλματος, για τις οποίες ο ίδιος δεν είχε ποτέ άμεση αντίληψη. Στον Φαῖδρον του Πλάτωνα (230 d) ο Φαίδρος λέει στον Σωκράτη ότι τούτος από την πόλη δεν προχωρεί ούτε έξω από τα σύνορα ούτε βγαίνει έξω από τα τείχη καθόλου. Απαντώντας ο Σωκράτης τού λέει ότι το κάνει επειδή είναι φιλομαθής· τα χωράφια και τα δένδρα δεν τον διδάσκουν τίποτα, αλλά τον διδάσκουν οι άνθρωποι της πόλης. Πώς λοιπόν, σε τέτοιες συνθήκες, θα μπορούσε να μιλήσει ο Αθηναίος φιλόσοφος με την πρέπουσα εμπειρία σχετικά με τις γεωργικές και τις αγροτικές υποθέσεις;

Ο Ξενοφών απαλλάσσεται από τη δυσκολία τούτη παρουσιάζοντας τον Σωκράτη να διηγείται στον Κριτόβουλο διάλογο, τον οποίο κάποτε είχε εκείνος με κάποιον εξαίρετο πολίτη από την τάξη των πλουσίων, τον Ισχόμαχο, τον οποίο όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες και οι ξένοι και οι πολίτες ονόμαζαν καλό και αγαθό (6, 17). Στον διάλογο που ακολουθεί δίνεται απάντηση στο ερώτημα του Κριτόβουλου σχετικά με την καλοκαγαθία. Ο Σωκράτης προβάλλει απλώς τα ερωτήματα, ενώ ο Ισχόμαχος, κύριο πρόσωπο του διαλόγου, δίνει σ' αυτά τις κατάλληλες απαντήσεις και εξηγήσεις. Καλοκαγαθία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ζωή του εξαίρετου γεωργού, ο οποίος με αληθινή χαρά και ευχαρίστηση αλλά και με βεβαιότητα για την ξεχωριστή αξία των ασχολιών του, επιδίδεται στο επάγγελμα του. Εδώ συνδέονται με υπέροχο τρόπο τα επαγγελματικά και ανθρωπιστικά ιδεώδη του Ξενοφώντα. Στο πρόσωπο του Ισχόμαχου βλέπουμε αυτοπροσωπογραφία του Ξενοφώντα, ανυψωμένη στην ευγενή περιοχή της ποίησης. Ο συνδυασμός πολεμικής πείρας και γεωργικής αρετής, που με έξοχο τρόπο πραγματοποιούνταν στη ζωή των Περσών, είναι για τον Ξενοφώντα το ύψιστο μορφωτικό ιδεώδες.

Σχετικά με την παιδεία αναφέρονται πολλά στον Οικονομικό. Τα οικονομικά επιτεύγματα παρουσιάζονται ως αποτελέσματα κατά κύριο λόγο της σωστής αγωγής όχι μόνο του γεωργού αλλά και της συζύγου του και των εργατών του και των εποπτών των ξεχωριστών εργασιών του σπιτιού. Για την αγωγή των παιδιών ο Ξενοφών αναφέρει λίγα πράγματα στο VII, 12, γιατί τούτη δεν περιλαμβάνεται ολοκληρωτικά στον τομέα της οικονομικής παιδείας, η οποία είναι κύριο αντικείμενο του έργου. Σημαντική θέση έχει εδώ το ζήτημα της εκπαίδευσης της γυναίκας (VII, 4) της ἡγεμόνος τῶν μελισσῶν (VII, 32). Η σύζυγος του Ισχομάχου δεν γνώριζε τίποτα, αφού παντρεύτηκε πριν συμπληρώσει τα δεκαπέντε χρόνια της ενώ προηγουμένως ζούσε με μεγάλη φροντίδα, ώστε να δει, ν' ακούσει και να ρωτήσει όσο το δυνατό λιγότερα (VII, 5 κ.εξ.). Αρκούσε που αυτή παντρεύτηκε γνωρίζοντας πώς θα φτιάχνει ύφασμα με τα νήματα και πώς θα μοιράσει τις οικιακές εργασίες στις δούλες της. Ήξερε αρκετά για την προετοιμασία της τροφής. Η ολοκλήρωση της παιδείας της είναι τώρα καθήκον του συζύγου της. Ήταν αρκετά εύκολο να καθοδηγηθεί η νεαρή σύζυγος. Τί δ' ἂν ἐγώ σοι, λέει στον Ισχόμαχο (VII, 14), δυναίμην συμπρᾶξαι; τίς δὲ ἡ ἐμὴ δύναμις; ἀλλ' ἐν σοὶ πάντα ἐστίν· ἐμὸν δ' ἔφησεν ἡ μήτηρ ἔργον εἶναι σωφρονεῖν.

Ο Ισχόμαχος παραπέμπει τη σύζυγό του στα καθήκοντά της, η εκτέλεση των οποίων, όπως είναι φυσικό, τη γεμίζει ευχαρίστηση και χαρά. Η γυναίκα των πόλεων φέρνει σε πέρας τις οικιακές της υποθέσεις με τους υπηρέτες της· οι υποθέσεις τούτες είναι μικρές και σύντομες· περνάει τον περισσότερο καιρό περιποιούμενη τον εαυτό της. Όλα τούτα είναι ανάρμοστα για τη γυναίκα των αγρών και της υπαίθρου. Θα είχαμε ελλιπέστατη την εικόνα της Ελληνίδας, χωρίς πολλά ωραία χαρακτηριστικά, αν ο Ξενοφών δεν μας έδινε στον Οικονομικό του, με πραγματικά σπάνια χάρη και γλαφυρότητα, την εικόνα της εργατικής γυναίκας της υπαίθρου, που κατέχει πρωτεύουσα και σεβαστή θέση στο σπίτι. Οτιδήποτε γνωρίζουμε για τη μόρφωση και τη χειραφέτηση των γυναικών της εποχής εκείνης, περιορίζεται κατά κύριο λόγο στους ιδιαίτερα ανεπτυγμένους πνευματικά χαρακτήρες γυναικών της Ευριπίδειας τραγωδίας. Όμως, ανάμεσα στις ακρότητες της σοφής Μελανίππης και στον άτολμο συντηρητισμό της μέσης γυναίκας της Αθηναϊκής κοινωνίας, υψώνεται το ευγενικό ιδεώδες της συζύγου του γεωργού, η οποία σκέφτεται και ενεργεί αυτόβουλα, της πολύτιμης τούτης εργάτισας του αγροτικού πολιτισμού της χώρας.

Η γυναίκα στον Ξενοφώντα (VII, 18 κ.εξ.) είναι πραγματική βοηθός του συζύγου της. Οι θεοί δημιούργησαν με μεγάλη σοφία το ζευγάρι εκείνο, που ονομάζεται θηλυκό και αρσενικό, ώστε τούτο να να ωφελεί τον εαυτό του, μέσα σε πνεύμα αρμονικής συμβίωσης. Κατ' αρχάς, για να μην εξαφανιστούν τα γένη των ζώων, το ζευγάρι τεκνοποιεί· έπειτα από το ζευγάρι τούτο προέρχονται οι γηροβοσκοί. Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως η ανθρώπινη ζωή χρειάζεται στεγανούς τόπους, ενώ τα ζώα ζουν στο ύπαιθρο. Η καλλιέργεια των αγρών, η σπορά, η φύτευση και οι βοσκές είναι εργασίες της υπαίθρου· από τούτες προέρχονται οι τροφές. Όταν οι τροφές μεταφερθούν σε στεγανό μέρος, χρειάζονται πάλι φροντίδα. Και η ανατροφή των νεογνών, η κατασκευή αλεύρων και άρτων από τους καρπούς, η δημιουργία ενδυμάτων από το μαλλί και τα παρόμοια απαιτούν επίσης στεγανά μέρη. Φροντίδα χρειάζονται οι εσωτερικές και οι εξωτερικές εργασίες. Ο θεός δημιούργησε τη γυναικεία φύση για τις εσωτερικές εργασίες και φροντίδες, ενώ την ανδρική για τις εξωτερικές. Ο θεός έφτιαξε το σώμα και την ψυχή του άνδρα έτσι, ώστε να είναι ανθεκτικά στο κρύο, στη ζέστη, στις οδοιπορίες και στις εκστρατείες· γι' αυτό ανέθεσε στον άνδρα τις εξωτερικές εργασίες. Στη γυναίκα ανέθεσε τις εσωτερικές, επειδή έφτιαξε το σώμα της λιγότερο ανθεκτικό στις παραπάνω ταλαιπωρίες. Επειδή επίσης στη γυναίκα ανέθεσε κατά κύριο λόγο την ανατροφή των παιδιών και τη φύλαξη των οικιακών πραγμάτων, ο θεός της ενέπνευσε συναισθήματα στοργής και φόβου. Αντίθετα στον άνδρα ενέπνευσε συναισθήματα τόλμης και θάρρους, επειδή τούτος συχνά αναγκάζεται να μάχεται στο ύπαιθρο και να πολεμά εναντίον όσων αδικούν. Η γυναίκα στο σπίτι είναι ό,τι ακριβώς η βασίλισσα των μελισσών στην κυψέλη (VII, 33 κ.εξ.)· κάνει την κατανομή των απαραίτητων εργασιών στους υπηρέτες, παραλαμβάνει όσα έρχονται κάθε φορά στο σπίτι, μοιράζει κατάλληλα όσα πρέπει να δαπανηθούν, φυλάει όπως πρέπει τα περισσεύματα, φροντίζει για την κατασκευή ενδυμάτων, για το φαγητό και για την υγεία των υπηρετών κ.ο.κ. Επίσης οικιακή εργασία της γυναίκας είναι η κατάλληλη εκπαίδευση των υπηρετριών και των υπηρετών, ώστε τούτοι να εκτελούν τα καθήκοντα τους με εμπειρία και γνώση. Ο Ισχόμαχος αποδίδει μεγάλη σημασία στο να συνηθίσει η γυναίκα να αγαπάει την οικιακή τάξη και ρυθμό (VIII, 1 κ.εξ.). Στο IX, 1 κ.εξ. του Οικονομικού ο Ισχόμαχος περιγράφει διεξοδικά την αρχιτεκτονική δομή του σπιτιού του, τα έπιπλα, τα στρώματα, τα υποδήματα, τα ενδύματα, το λουτρό, τα τραπέζια κ.ο.κ. Στο Χ, 1 κ.εξ. διδάσκει στη σύζυγό του την κατάλληλη μέθοδο φροντίδας για την υγεία και την ευπρέπεια του σώματός της. Το σώμα της γυναίκας παίρνει ωραίο χρώμα, είναι καθαρό και υγιές όχι με φτιασίδια και υψηλά υποδήματα αλλά με την κίνηση και τη μεθοδικότητα της οικιακής εργασίας. Στο XI, 1 κ.εξ. ο Ισχόμαχος μιλάει για τις καθημερινές ασχολίες του, που αποσκοπούσαν στη συντήρηση ζωηρού, δυνατού και γενικά υγιούς του σώματος του, ενώ στο XII, 1 κ.εξ. μιλάει στον Σωκράτη για τον τρόπο, με τον οποίο εκπαιδεύει τους επιστάτες των αγρών του. Τούτοι πρέπει να έχουν ευνοϊκές σκέψεις και αισθήματα για τον κύριο τους, ενώ με την κατάλληλη αγωγή γίνονται ικανοί να διοικούν τους δούλους (XIII, 4). Η μάθηση της γεωργίας δεν είναι τόσο δύσκολη όσο η μάθηση άλλων τεχνών (XV, 10" XVI, 1), όμως, κοντά στη στρατιωτική αγάπη για την τάξη, το γεωργικό επάγγελμα απαιτεί να υπάρχει και κάποια άλλη στρατιωτική αρετή, δηλαδή η ηγεμονική φύση (XXI, 1 κ.εξ.). Αξιοθαύμαστος κύριος είναι εκείνος που πηγαίνει στον τόπο της εργασίας και εμπνέει στους εργάτες ζήλο για πρόθυμη εργασία και έντονη διάθεση για φιλότιμη άμιλλα. Τέτοιος κύριος πραγματικά έχει βασιλικό ήθος.

Κείμενο

[16] καὶ τί δή, ἔφη, ὁρᾷς, ἡ γυνή, ὅ τι ἂν ἐγὼ ποιοῦσα συναύξοιμι τὸν οἶκον; ναὶ μὰ Δί᾽, ἔφην ἐγώ, ἅ τε οἱ θεοὶ ἔφυσάν σε δύνασθαι καὶ ὁ νόμος συνεπαινεῖ, ταῦτα πειρῶ ὡς βέλτιστα ποιεῖν. [17] καὶ τί δὴ ταῦτ᾽ ἐστιν; ἔφη ἐκείνη. οἶμαι μὲν ἔγωγε, ἔφην, οὐ τὰ ἐλαχίστου ἄξια, εἰ μή πέρ γε καὶ ἡ ἐν τῷ σμήνει ἡγεμὼν μέλιττα ἐπ᾽ ἐλαχίστου ἀξίοις ἔργοις ἐφέστηκεν. [18] ἐμοὶ γάρ τοι, ἔφη φάναι, καὶ οἱ θεοί, ὦ γύναι, δοκοῦσι πολὺ διεσκεμμένως μάλιστα τὸ ζεῦγος τοῦτο συντεθεικέναι ὃ καλεῖται θῆλυ καὶ ἄρρεν, ὅπως ὅτι ὠφελιμώτατον ᾖ αὑτῷ εἰς τὴν κοινωνίαν. [19] πρῶτον μὲν γὰρ τοῦ μὴ ἐκλιπεῖν ζῴων γένη τοῦτο τὸ ζεῦγος κεῖται μετ᾽ ἀλλήλων τεκνοποιούμενον, ἔπειτα τὸ γηροβοσκοὺς κεκτῆσθαι ἑαυτοῖς ἐκ τούτου τοῦ ζεύγους τοῖς γοῦν ἀνθρώποις πορίζεται: ἔπειτα δὲ καὶ ἡ δίαιτα τοῖς ἀνθρώποις οὐχ ὥσπερ τοῖς κτήνεσίν ἐστιν ἐν ὑπαίθρῳ, ἀλλὰ στεγῶν δεῖται δῆλον ὅτι. [20] δεῖ μέντοι τοῖς μέλλουσιν ἀνθρώποις ἕξειν ὅ τι εἰσφέρωσιν εἰς τὸ στεγνὸν τοῦ ἐργασομένου τὰς ἐν τῷ ὑπαίθρῳ ἐργασίας. καὶ γὰρ νεατὸς καὶ σπόρος καὶ φυτεία καὶ νομαὶ ὑπαίθρια ταῦτα πάντα ἔργα ἐστίν: ἐκ τούτων δὲ τὰ ἐπιτήδεια γίγνεται. [21] δεῖ δ᾽ αὖ, ἐπειδὰν ταῦτα εἰσενεχθῇ εἰς τὸ στεγνόν, καὶ τοῦ σώσοντος ταῦτα καὶ τοῦ ἐργασομένου δ᾽ ἃ τῶν στεγνῶν ἔργα δεόμενά ἐστι. στεγνῶν δὲ δεῖται καὶ ἡ τῶν νεογνῶν τέκνων παιδοτροφία, στεγνῶν δὲ καὶ αἱ ἐκ τοῦ καρποῦ σιτοποιίαι δέονται: ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ τῆς ἐσθῆτος ἐκ τῶν ἐρίων ἐργασία. [22] ἐπεὶ δ᾽ ἀμφότερα ταῦτα καὶ ἔργων καὶ ἐπιμελείας δεῖται τά τε ἔνδον καὶ τὰ ἔξω, καὶ τὴν φύσιν, φάναι, εὐθὺς παρεσκεύασεν ὁ θεός, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, τὴν μὲν τῆς γυναικὸς ἐπὶ τὰ ἔνδον ἔργα καὶ ἐπιμελήματα, <τὴν δὲ τοῦ ἀνδρὸς ἐπὶ τὰ ἔξω>. [23] ῥίγη μὲν γὰρ καὶ θάλπη καὶ ὁδοιπορίας καὶ στρατείας τοῦ ἀνδρὸς τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν μᾶλλον δύνασθαι καρτερεῖν κατεσκεύασεν: ὥστε τὰ ἔξω ἐπέταξεν αὐτῷ ἔργα: τῇ δὲ γυναικὶ ἧττον τὸ σῶμα δυνατὸν πρὸς ταῦτα φύσας τὰ ἔνδον ἔργα αὐτῇ, φάναι ἔφη, προστάξαι μοι δοκεῖ ὁ θεός. [24] εἰδὼς δὲ ὅτι τῇ γυναικὶ καὶ ἐνέφυσε καὶ προσέταξε τὴν τῶν νεογνῶν τέκνων τροφήν, καὶ τοῦ στέργειν τὰ νεογνὰ βρέφη πλέον αὐτῇ ἐδάσατο ἢ τῷ ἀνδρί. [25] ἐπεὶ δὲ καὶ τὸ φυλάττειν τὰ εἰσενεχθέντα τῇ γυναικὶ προσέταξε, γιγνώσκων ὁ θεὸς ὅτι πρὸς τὸ φυλάττειν οὐ κάκιόν ἐστι φοβερὰν εἶναι τὴν ψυχὴν πλέον μέρος καὶ τοῦ φόβου ἐδάσατο τῇ γυναικὶ ἢ τῷ ἀνδρί. εἰδὼς δὲ ὅτι καὶ ἀρήγειν αὖ δεήσει, ἐάν τις ἀδικῇ, τὸν τὰ ἔξω ἔργα ἔχοντα, τούτῳ αὖ πλέον μέρος τοῦ θράσους ἐδάσατο. [26] ὅτι δ᾽ ἀμφοτέρους δεῖ καὶ διδόναι καὶ λαμβάνειν, τὴν μνήμην καὶ τὴν ἐπιμέλειαν εἰς τὸ μέσον ἀμφοτέροις κατέθηκεν. ὥστε οὐκ ἂν ἔχοις διελεῖν πότερα τὸ ἔθνος τὸ θῆλυ ἢ τὸ ἄρρεν τούτων πλεονεκτεῖ. [27] καὶ τὸ ἐγκρατεῖς δὲ εἶναι ὧν δεῖ εἰς τὸ μέσον ἀμφοτέροις κατέθηκε, καὶ ἐξουσίαν ἐποίησεν ὁ θεὸς ὁπότερος ἂν ᾖ βελτίων, εἴθ᾽ ὁ ἀνὴρ εἴθ᾽ ἡ γυνή, τοῦτον καὶ πλέον φέρεσθαι τούτου τοῦ ἀγαθοῦ. [28] διὰ δὲ τὸ τὴν φύσιν μὴ πρὸς πάντα ταὐτὰ ἀμφοτέρων εὖ πεφυκέναι, διὰ τοῦτο καὶ δέονται μᾶλλον ἀλλήλων καὶ τὸ ζεῦγος ὠφελιμώτερον ἑαυτῷ γεγένηται, ἃ τὸ ἕτερον ἐλλείπεται τὸ ἕτερον δυνάμενον. [29] ταῦτα δέ, ἔφην, δεῖ ἡμᾶς, ὦ γύναι, εἰδότας, ἃ ἑκατέρῳ ἡμῶν προστέτακται ὑπὸ τοῦ θεοῦ, πειρᾶσθαι ὅπως ὡς βέλτιστα τὰ προσήκοντα ἑκάτερον ἡμῶν διαπράττεσθαι. [30] συνεπαινεῖ δέ, ἔφη φάναι, καὶ ὁ νόμος αὐτά, συζευγνὺς ἄνδρα καὶ γυναῖκα: καὶ κοινωνοὺς ὥσπερ τῶν τέκνων ὁ θεὸς ἐποίησεν, οὕτω καὶ ὁ νόμος <τοῦ οἴκου> κοινωνοὺς καθίστησι. καὶ καλὰ δὲ εἶναι ὁ νόμος ἀποδείκνυσιν <ἃ> καὶ ὁ θεὸς ἔφυσεν ἑκάτερον μᾶλλον δύνασθαι. τῇ μὲν γὰρ γυναικὶ κάλλιον ἔνδον μένειν ἢ θυραυλεῖν, τῷ δὲ ἀνδρὶ αἴσχιον ἔνδον μένειν ἢ τῶν ἔξω ἐπιμελεῖσθαι. [31] εἰ δέ τις παρ᾽ ἃ ὁ θεὸς ἔφυσε ποιεῖ, ἴσως τι καὶ ἀτακτῶν τοὺς θεοὺς οὐ λήθει καὶ δίκην δίδωσιν ἀμελῶν τῶν ἔργων τῶν ἑαυτοῦ ἢ πράττων τὰ τῆς γυναικὸς ἔργα. [32] δοκεῖ δέ μοι, ἔφην, καὶ ἡ τῶν μελιττῶν ἡγεμὼν τοιαῦτα ἔργα ὑπὸ τοῦ θεοῦ προστεταγμένα διαπονεῖσθαι. καὶ ποῖα δή, ἔφη ἐκείνη, ἔργα ἔχουσα ἡ τῶν μελιττῶν ἡγεμὼν ἐξομοιοῦται τοῖς ἔργοις οἷς ἐμὲ δεῖ πράττειν; [33] ὅτι, ἔφην ἐγώ, ἐκείνη γε ἐν τῷ σμήνει μένουσα οὐκ ἐᾷ ἀργοὺς τὰς μελίττας εἶναι, ἀλλ᾽ ἃς μὲν δεῖ ἔξω ἐργάζεσθαι ἐκπέμπει ἐπὶ τὸ ἔργον, καὶ ἃ ἂν αὐτῶν ἑκάστη εἰσφέρῃ οἶδέ τε καὶ δέχεται, καὶ σῴζει ταῦτα ἔστ᾽ ἂν δέῃ χρῆσθαι. ἐπειδὰν δὲ ἡ ὥρα τοῦ χρῆσθαι ἥκῃ, διανέμει τὸ δίκαιον ἑκάστῃ. [34] καὶ ἐπὶ τοῖς ἔνδον δ᾽ ἐξυφαινομένοις κηρίοις ἐφέστηκεν, ὡς καλῶς καὶ ταχέως ὑφαίνηται, καὶ τοῦ γιγνομένου τόκου ἐπιμελεῖται ὡς ἐκτρέφηται: ἐπειδὰν δὲ ἐκτραφῇ καὶ ἀξιοεργοὶ οἱ νεοττοὶ γένωνται, ἀποικίζει αὐτοὺς σὺν τῶν ἐπιγόνων τινὶ ἡγεμόνι. [35] ἦ καὶ ἐμὲ οὖν, ἔφη ἡ γυνή, δεήσει ταῦτα ποιεῖν; δεήσει μέντοι σε, ἔφην ἐγώ, ἔνδον τε μένειν καὶ οἷς μὲν ἂν ἔξω τὸ ἔργον ᾖ τῶν οἰκετῶν, τούτους συνεκπέμπειν, οἷς δ᾽ ἂν ἔνδον ἔργον ἐργαστέον, [36] τούτων σοι ἐπιστατητέον, καὶ τά τε εἰσφερόμενα ἀποδεκτέον καὶ ἃ μὲν ἂν αὐτῶν δέῃ δαπανᾶν σοὶ διανεμητέον, ἃ δ᾽ ἂν περιττεύειν δέῃ, προνοητέον καὶ φυλακτέον ὅπως μὴ ἡ εἰς τὸν ἐνιαυτὸν κειμένη δαπάνη εἰς τὸν μῆνα δαπανᾶται. καὶ ὅταν ἔρια εἰσενεχθῇ σοι, ἐπιμελητέον ὅπως οἷς δεῖ ἱμάτια γίγνηται. καὶ ὅ γε ξηρὸς σῖτος ὅπως καλῶς ἐδώδιμος γίγνηται ἐπιμελητέον. [37] ἓν μέντοι τῶν σοὶ προσηκόντων, ἔφην ἐγώ, ἐπιμελημάτων ἴσως ἀχαριστότερον δόξει εἶναι, ὅτι, ὃς ἂν κάμνῃ τῶν οἰκετῶν, τούτων σοι ἐπιμελητέον πάντων ὅπως θεραπεύηται. νὴ Δί᾽, ἔφη ἡ γυνή, ἐπιχαριτώτατον μὲν οὖν, ἂν μέλλωσί γε οἱ καλῶς θεραπευθέντες χάριν εἴσεσθαι καὶ εὐνούστεροι ἢ πρόσθεν ἔσεσθαι. [38] καὶ ἐγώ, ἔφη ὁ Ἰσχόμαχος, ἀγασθεὶς αὐτῆς τὴν ἀπόκρισιν εἶπον: ἆρά γε, ὦ γύναι, διὰ τοιαύτας τινὰς προνοίας καὶ τῆς ἐν τῷ σμήνει ἡγεμόνος αἱ μέλιτται οὕτω διατίθενται πρὸς αὐτήν, ὥστε, ὅταν ἐκείνη ἐκλίπῃ, οὐδεμία οἴεται τῶν μελιττῶν ἀπολειπτέον εἶναι, ἀλλ᾽ ἕπονται πᾶσαι; [39] καὶ ἡ γυνή μοι ἀπεκρίνατο: θαυμάζοιμ᾽ ἄν, ἔφη, εἰ μὴ πρὸς σὲ μᾶλλον τείνοι τὰ τοῦ ἡγεμόνος ἔργα ἢ πρὸς ἐμέ. ἡ γὰρ ἐμὴ φυλακὴ τῶν ἔνδον καὶ διανομὴ γελοία τις ἄν, οἶμαι, φαίνοιτο, εἰ μὴ σύγε ἐπιμελοῖο ὅπως ἔξωθέν τι εἰσφέροιτο. [40] γελοία δ᾽ αὖ, ἔφην ἐγώ, ἡ ἐμὴ εἰσφορὰ φαίνοιτ᾽ ἄν, εἰ μὴ εἴη ὅστις τὰ εἰσενεχθέντα σῴζοι. οὐχ ὁρᾷς, ἔφην ἐγώ, οἱ εἰς τὸν τετρημένον πίθον ἀντλεῖν λεγόμενοι ὡς οἰκτίρονται, ὅτι μάτην πονεῖν δοκοῦσι; νὴ Δί᾽, ἔφη ἡ γυνή, καὶ γὰρ τλήμονές εἰσιν, εἰ τοῦτό γε ποιοῦσιν. [41] ἄλλαι δέ τοι, ἔφην ἐγώ, ἴδιαι ἐπιμέλειαι, ὦ γύναι, ἡδεῖαί σοι γίγνονται, ὁπόταν ἀνεπιστήμονα ταλασίας λαβοῦσα ἐπιστήμονα ποιήσῃς καὶ διπλασίου σοι ἀξία γένηται, καὶ ὁπόταν ἀνεπιστήμονα ταμιείας καὶ διακονίας παραλαβοῦσα ἐπιστήμονα καὶ πιστὴν καὶ διακονικὴν ποιησαμένη παντὸς ἀξίαν ἔχῃς, καὶ ὁπόταν τοὺς μὲν σώφρονάς τε καὶ ὠφελίμους τῷ σῷ οἴκῳ ἐξῇ σοι εὖ ποιῆσαι, ἐὰν δέ τις πονηρὸς φαίνηται, ἐξῇ σοι κολάσαι: [42] τὸ δὲ πάντων ἥδιστον, ἐὰν βελτίων ἐμοῦ φανῇς, καὶ ἐμὲ σὸν θεράποντα ποιήσῃ, καὶ μὴ δέῃ σε φοβεῖσθαι μὴ προϊούσης τῆς ἡλικίας ἀτιμοτέρα ἐν τῷ οἴκῳ γένῃ, ἀλλὰ πιστεύῃς ὅτι πρεσβυτέρα γιγνομένη ὅσῳ ἂν καὶ ἐμοὶ κοινωνὸς καὶ παισὶν οἴκου φύλαξ ἀμείνων γίγνῃ, τοσούτῳ καὶ τιμιωτέρα ἐν τῷ οἴκῳ ἔσει. [43] τὰ γὰρ καλά τε κἀγαθά, ἐγὼ ἔφην, οὐ διὰ τὰς ὡραιότητας, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀρετὰς εἰς τὸν βίον τοῖς ἀνθρώποις ἐπαύξεται. τοιαῦτα μέν, ὦ Σώκρατες, δοκῶ μεμνῆσθαι αὐτῇ τὰ πρῶτα διαλεχθείς.

Μετάφραση

Και τι βλέπεις, είπε η γυναίκα μου, ότι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω στην αύξηση του σπιτιού μας; Μα τον Δία, τις εργασίες για τις οποίες οι θεοί σε έκαναν από τη φύση σου ικανή και που ο νόμος εγκρίνει, αυτά πρέπει να κάνεις. Και ποιες είναι αυτές; ρώτησε εκείνη. Δεν πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ασήμαντα έργα, εκτός κι αν η βασίλισσα μέσα στο σμήνος των μελισσών έχει να επιτελέσει έργο χωρίς καμιά σπουδαιότητα. Γιατί πιστεύω, γυναίκα, ότι οι θεοί σκέφτηκαν πολύ πριν ενώσουν αυτό το ζευγάρι που ονομάζουν άνδρα και γυναίκα για το μεγαλύτερο κοινό τους όφελος. Κατ' αρχήν για να αποφευχθεί η εξαφάνιση του ζωικού είδους, το ζευγάρι αυτό ενώνεται για να τεκνοποιήσει· στη συνέχεια, η ένωση αυτή του επιτρέπει, τουλάχιστον στους ανθρώπους, να εξασφαλίσει συμμάχους για τα γηρατειά του· οι άνθρωποι δεν ζουν στο ύπαιθρο όπως τα ζώα και χρειάζονται μια στέγη, αυτό είναι φανερό. Αν όμως οι άνθρωποι θέλουν να μεταφέρουν προμήθειες στο σπίτι τους, πρέπει κάποιος να κάνει τις εργασίες της υπαίθρου: να εκχερσώσει το χωράφι, να σπείρει, να φυτέψει, να βοσκήσει τα ζώα, όλες τις εργασίες που μας προμηθεύουν με τα αναγκαία. Από την άλλη πλευρά, από τη στιγμή που οι προμήθειες μπουν στο σπίτι, πρέπει κάποιος να τις διατηρήσει και να κάνει τις απαραίτητες εργασίες: μέσα στο σπίτι θα μεγαλώσουν τα νεογέννητα, στο σπίτι πρέπει να παραχθεί το αλεύρι που δίνουν τα δημητριακά· το ίδιο ισχύει και για την κατασκευή των ενδυμάτων από το μαλλί. Επειδή μάλιστα όλες οι εργασίες χρειάζονται φροντίδα, και αυτές που γίνονται μέσα στο σπίτι και αυτές που γίνονται έξω, νομίζω ότι ο θεός ανέθεσε στη φύση της γυναίκας τις εργασίες και τις φροντίδες μέσα στο σπίτι και στον άνδρα τις εξωτερικές. Ο θεός έπλασε το σώμα και την ψυχή του άνδρα έτσι ώστε να μπορεί να υπομείνει το κρύο, τη ζέστη, την πορεία, τις πολεμικές εκστρατείες· κατά τον ίδιο τρόπο του ανέθεσε τις εξωτερικές εργασίες· όσον αφορά στη γυναίκα, ο θεός δημιούργησε ένα σώμα λιγότερο ανθεκτικό για τέτοια έργα και την επιφόρτισε με τις οικιακές εργασίες. Γνωρίζοντας ότι δημιούργησε το γυναικείο σώμα έτσι ώστε να μπορεί να θρέφει τα νεογέννητα, της έδωσε επίσης και περισσότερη τρυφερότητα γι' αυτά από τον άνδρα. Επειδή είναι επίσης επιφορτισμένη με τη φύλαξη των προμηθειών, και για να τις φυλάξει σωστά δεν είναι κακό να φοβάται, ο θεός έκανε τη γυναίκα να φοβάται περισσότερο από τον άνδρα. Γνωρίζοντας επίσης ότι αυτός που πρέπει να εργάζεται στο ύπαιθρο πρέπει να υπερασπίζεται τον εαυτό του ενάντια σε εκείνους που τον αδικούν, του έδωσε περισσότερη γενναιότητα. Επειδή και ο ένας και ο άλλος πρέπει να δίνουν και να παίρνουν, τους έδωσε εξίσου τη μνήμη και την προσοχή. Δεν μπορεί κανένας λοιπόν να διακρίνει καλά αν πλεονεκτεί το αρσενικό ή το θηλυκό φύλο. Τους έκανε το ίδιο ικανούς ως προς το να είναι εγκρατείς σ' εκείνα που πρέπει ο καθένας και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αρετής έδωσε στον καλύτερο, είτε στον άνδρα είτε στη γυναίκα. Επειδή δεν είναι και οι δυο από τη φύση τους φτιαγμένοι για τις ίδιες εργασίες, γι' αυτό τον λόγο έχουν περισσότερο την ανάγκη ο ένας του άλλου και η ένωση τους σε ζευγάρι είναι ακόμα πιο χρήσιμη όταν ο ένας φαίνεται λιγότερο ικανός από τον άλλο που τον συμπληρώνει. Γνωρίζοντας λοιπόν, γυναίκα, αυτά για τα οποία ο θεός μας προόρισε, πρέπει να προσπαθούμε να εκτελούμε όσο γίνεται καλύτερα τα καθήκοντα μας. Ο νόμος επιβεβαιώνει αυτή την αρχή, ενώνοντας τον άνδρα με τη γυναίκα· όπως ο θεός τους ενώνει για να αποκτήσουν παιδιά, έτσι και ο νόμος (του σπιτιού) τους ενώνει. Ο νόμος υποστηρίζει ότι τους αρμόζουν οι ασχολίες τις οποίες ο θεός ανέθεσε στον καθένα σύμφωνα με τις φυσικές του ικανότητες. Στη γυναίκα αρμόζει περισσότερο να μένει στο σπίτι και όχι να περνά τον καιρό της έξω απ' αυτό, και για τον άνδρα είναι ντροπή να μένει στο σπίτι και να μην ασχολείται με εξωτερικές εργασίες. Εάν κάποιος πηγαίνει ενάντια στη φύση που του έδωσε ο θεός, εγκαταλείποντας, κατά κάποιο τρόπο, τη θέση του, αυτό δεν ξεφεύγει από το βλέμμα των θεών, και τιμωρείται επειδή παραμελεί τις εργασίες που του ταιριάζουν ή ασχολείται με εκείνες της γυναίκας του. Πιστεύω λοιπόν πως ο θεός με αυτά τα έργα έχει επιφορτίσει και τη βασίλισσα των μελισσών. Και ποια είναι λοιπόν, είπε η γυναίκα μου, αυτά που έχει να κάνει η βασίλισσα των μελισσών, που μοιάζουν με τα δικά μου; Κοίταξε, της είπα: Μένοντας μέσα στο σμήνος, δεν αφήνει τις μέλισσες να μένουν άπρακτες· στέλνει έξω αυτές που πρέπει, επιβλέπει και δέχεται αυτά που φέρνουν, και μετά τα προσέχει μέχρι να τα χρειαστούν. Όταν έρθει αυτή η στιγμή, μοιράζει στην καθεμιά ό,τι ακριβώς χρειάζεται. Και εκείνες που κατασκευάζουν τις κέρινες κυψέλες μέσα στη φωλιά επιβλέπει για να κατασκευαστούν καλά και γρήγορα· μετά φροντίζει ώστε να ανατραφούν οι νεογέννητες μέλισσες· όταν αυτές μεγαλώσουν και μπορούν να εργαστούν, τις στέλνει να ιδρύσουν μια αποικία μαζί με μια βασίλισσα που οδηγεί το σμήνος. Αυτό είναι το έργο που κι εγώ πρέπει να επιτελέσω; ρώτησε η γυναίκα μου. Ναι, απάντησα, πρέπει να μένεις στο σπίτι, και να στέλνεις έξω όλους αυτούς που πρέπει να εργαστούν να επιβλέπεις αυτούς που πρέπει να εργαστούν στο σπίτι, να παίρνεις όσα φέρνουν, να μοιράζεις όσα πρέπει να ξοδευτούν, να προνοείς γι' αυτά που πρέπει να εξοικονομηθούν, και να προσέχεις να μην ξοδεύεις μέσα σ' ένα μήνα όσα πρέπει να ξοδευτούν σ' ένα χρόνο. Όταν σου φέρνουν μαλλί, να φροντίζεις για την κατασκευή ρούχων γι' αυτούς που τα έχουν ανάγκη, και να προσέχεις να μην χαλάει το στάρι για να μπορεί να τρώγεται. Ανάμεσα στις εργασίες σου, υπάρχει μια που μπορεί να σου φανεί δυσάρεστη: όταν κάποιος εργάτης αρρωστήσει, πρέπει να φροντίσεις με κάθε τρόπο να θεραπευθεί. Αντίθετα, μα τον Δία, είπε η γυναίκα μου, να και μια εργασία που θα μου είναι τελείως ευχάριστη, αν αυτοί που θεράπευσα μου χρωστούν χάρη και μου είναι πιο αφοσιωμένοι από πριν. Λοιπόν, μου είπε ο Ισχόμαχος, ευχαριστημένος από την απάντηση της, της είπα· ʼραγε, γυναίκα, για όλες αυτές τις φροντίδες της βασίλισσας, οι μέλισσες φέρονται έτσι σ' αυτήν, ώστε όταν φεύγει, καμιά δεν την εγκαταλείπει, αλλά την ακολουθούν όλες; Η γυναίκα μου μού απάντησε: Θα μου προξενούσε κατάπληξη αν τα έργα του αρχηγού δεν ανήκαν περισσότερο σε σένα παρά σε μένα. Η δική μου υποχρέωση για τη φύλαξη και τη διανομή των αγαθών του σπιτιού θα φαινόταν, φαντάζομαι, αρκετά γελοία, αν δεν ήσουν εσύ εκεί για να φροντίζεις να φέρνεις όλα τα απαραίτητα απ' έξω. Κι από τη δική μου πλευρά, είπα εγώ, θα φαινόμουν γελοίος να τα φέρνω, αν δεν υπήρχε κανείς στο σπίτι για να τα διατηρήσει. Δεν βλέπεις, πρόσθεσα, ότι τους ανθρώπους που, όπως λένε, προσπαθούν να γεμίσουν ένα τρύπιο πιθάρι, τους λυπούνται, γιατί ματαιοπονούν; Μα τον Δία, είπε η γυναίκα μου, είναι πράγματι δυστυχισμένοι αν κάνουν κάτι τέτοιο. Αλλά, γυναίκα, είπα εγώ, υπάρχουν άλλες φροντίδες ευχάριστες για σένα: αν πάρεις μια σκλάβα, ανίκανη να δουλέψει το μαλλί και της μάθεις τη δουλειά, διπλασιάζοντας έτσι την αξία της για σένα, αν πάρεις μια ανίκανη υπηρέτρια και την κάνεις ικανή, πιστή, θα αποκτήσει για σένα ανεκτίμητη αξία· αν οι σκλάβοι δείχνουν καλή διαγωγή και είναι χρήσιμοι στο σπίτι μπορείς να τους ανταμείψεις, ενώ όταν βλέπεις ότι δεν είναι καλοί, μπορείς να τους τιμωρήσεις. Και να τώρα η πιο γλυκιά ευχαρίστηση: να φανείς ανώτερη από μένα, να με κάνεις υπηρέτη σου, και να μη φοβάσαι ότι με την πάροδο της ηλικίας θα ελαττωθεί η τιμή σου στο σπίτι, αντίθετα να είσαι βέβαιη ότι γερνώντας θα γίνεις καλύτερη σύντροφος για μένα και για τα παιδιά μας καλύτερος φύλακας του σπιτιού μας, και ότι τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η αξία σου μέσα στο σπίτι. Γιατί αυτό που αυξάνει τα αγαθά και την ευτυχία στους ανθρώπους δεν είναι η χάρη και η ομορφιά, αλλά οι αρετές. Αυτή ήταν, Σωκράτη, απ' όσα θυμάμαι, η πρώτη μου συζήτηση με τη γυναίκα μου.

ἐφίσταμαι: προσηλώνομαι

διεσκεμμένως: προσεκτικά, με σύνεση

γηροβοσκός: που περιποιείται γέροντα