Α'. Σχεδιάγραμμα, Β'. Κείμενα, Γ'. Βιβλιογραφία

Θέμα: Ειρήνη-Πόλεμος

Α'. Σχεδιάγραμμα

Θέμα: Σε κάθε εποχή το αίτημα για ειρήνη ανάμεσα στους λαούς και τους ανθρώπους είναι επιτακτικό. Όμως συχνότατα το όραμα διασαλεύεται και οι ευσεβείς πόθοι καταντούν ουτοπικοί.

1. Γιατί υφίσταται αυτή η δίψα των ανθρώπων για ειρήνη;

2. Ποιοι παράγοντες στέκονται εμπόδιο στην πραγμάτωσή της και ποιοι μπορούν να συμβάλλουν πρακτικά στην εδραίωσή της στον κόσμο;

Θέμα: Η ειρήνη και ο πόλεμος, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, εναλλάσσονται πάνω στον πλανήτη γη σε διάφορους τόπους, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Οι αιτίες που οδηγούν στον πόλεμο είναι πολλές όμως τα καλά της ειρήνης απειράριθμα.

Θέμα: Η ιστορία κατά καιρούς και κατά τόπους έχει καταγράψει πλήθος πολέμων, άλλοτε σύντομων και άλλοτε μακροχρόνιων. Έχει καταγράψει επίσης και τις βαθύτερες αιτίες πέρα από τις επιφανειακές αφορμές , καθώς και τις ως επί το πλείστον βλαπτικότατες συνέπειές τους. Μελετώντας λοιπόν κανείς την ιστορία, εύκολα μπορεί να διδαχθεί, να προβλέψει και ενδεχομένως να αποτρέψει ανάλογες καταστάσεις σημερινές ή μελλοντικές.

Παρόλα αυτά, πόλεμοι εξακολουθούν να γίνονται...

Να σχολιαστεί.

Πρόλογος

  1. Ορισμός-ετυμολόγηση
    • Όπως και η ίδια η λέξη δηλώνει (είρω=ενώνω) ειρήνη είναι η κατάσταση της αδερφικής αρμονίας και ένωσης των ανθρώπων μιας κοινωνίας καθώς και η ανάπτυξη φιλικών σχέσεων, φιλίας και συνεργασίας, μεταξύ λαών ή διαφορετικών εθνικών συνόλων και κρατικών σχηματισμών. Πάνω και πρώτα απ' όλα όμως η ειρήνη έχει να κάνει με την κατάσταση της συμφιλίωσης κάποιου ατόμου με τον ίδιο του τον εαυτό, κάτι που βοηθάει πολύ και στις υπόλοιπες περιπτώσεις
    • Απ' την άλλη μεριά, ο πόλεμος είναι η αντίθετη κατάσταση. Αναφερόμαστε στη βίαια σύγκρουση για την επίλυση κάποιων διαφορών σε εθνικό οπότε μιλάμε για εμφύλιο , σε διακρατικό ή ακόμα και σε ατομικό επίπεδο! Οι μορφές που μπορεί επίσης να πάρει είναι ο αμυντικός η κατά βάση παραδεκτή μορφή πολέμου ή ο επιθετικός. Η σύγκρουση αυτή μπορεί τέλος να εξελιχτεί σε διάφορα επίπεδα: οικονομικός αποκλεισμός, πόλεμος νεύρων, απειλή χρήσης βίας, ένοπλη αναμέτρηση κ.ο.κ.
    • Η λέξη ειρήνη χρησιμοποιείται με διττή σημασία: από τη μια με την έννοια του μη πολέμου ή της μη χρήσης βίας για την επίτευξη ορισμένων στόχων-αυτό θα ήταν ο αρνητικός της ορισμός-ενώ αντίθετα σύμφωνα με το θετικό της ορισμό η ειρήνη είναι η κατάσταση της αδερφικής αρμονίας όλων των ανθρώπων (Έριχ Φρομ, Πειθαρχία & Ελευθερία, Δοκίμια, εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1983, σελ. 179)
  2. Ειδολογικός χωρισμός ειρήνης: ατομική, οικογενειακή, εθνική (εμφύλιος πόλεμος), παγκόσμια, εσωτερική...
  3. Παραγωγική μέθοδος

Κυρίως μέρος

Ε1. Αιτίες πολέμου

Ε2. Καλά ειρήνης

Η ειρήνη είναι η βάση, η προϋπόθεση:

Ε3. Συνέπειες πολέμου

Ε4. Τρόποι εδραίωσης Ειρήνης

Επίλογος

Β'. Κείμενα

Αιτία πολέµου η κλιµατική αλλαγή

Thom Shanker, εφ. Τα Νέα, 23/12/2010

Οι συρράξεις στο µέλλον δεν θα γίνονται µόνο για τον ορυκτό πλούτο

Η Κίνα κατάφερε µέσα σε 40 χρόνια να γίνει η δεύτερη οικονοµία στον πλανήτη

Xώρες διψασµένες για πετρέλαιο ανταγωνίζονται για τον έλεγχο περιοχών που διαθέτουν ορυκτά και αντιµετωπίζουν την κλιµατική αλλαγή. Ο αµερικανικός στρατός µε αναπάντεχους συµµάχους ανησυχεί ότι όλα αυτά τα θέµατα αποτελούν µια νέα πηγή συγκρούσεων.

Σπάνια ορυκτά. Τρόφιµα και νερό. Αρόσιµη γη. Δάση πουβοηθούν στονκαθαρισµότης ατµόσφαιρας. Εκεί που λαµβάνονται οι αποφάσεις για τον αµερικανικό στρατό και στους διαδρόµουςόπου κανονίζεται η πολιτική τωνκρατών,αυτά τα θέµατα δεν θεωρούνται πλέον περιβαλλοντικά, αλλά πιθανές αιτίες συγκρούσεων για τον 21ο αιώνα.

Κατά κάποιον τρόπο βέβαια ο ρόλος των πλουτοπαραγωγικών πηγών στη δηµιουργία συγκρούσεων δεν είναι καινούργιος.

Όπως οι ισπανοί κονκισταδόρες έψαχναν χρυσάφι, έτσι και ο Σαντάµ Χουσεΐν πολέµησε για το πετρέλαιο του Κουβέιτ. Και πολλές χώρες στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή φοβούνται ότι οι γείτονές τους θα περιορίσουν τα νερά του Νείλου, του Ευφράτη και του Ιορδάνη. Τώρα ένα νέο πεδίο συστηµατικής µελέτης ανοίγει σε διάφορα ερευνητικά κέντρα, στο Πεντάγωνο αλλά και σε µυστικές υπηρεσίες.

Λαµβάνεταιη υπόθεση ότι ο 21ος αιώνας θα διαµορφωθεί όχι µόνο από την ανταγωνιστική οικονοµική ανάπτυξη, αλλά και από διάφορες ελλείψεις – ελάττωση των ορυκτών, ερηµοποίηση της γης, µόλυνση ήυπερβολική κατανάλωσητων υδάτινων πόρων καικαιρικέςαλλαγές που θα οδηγήσουν στην εξαφάνιση ψαριών και καλλιεργήσιµων εδαφών. Ειδικοί σε θέµατα εθνικής ασφαλείας έχουν αρχίσει να ορίζουν παράγοντες απειλών για την «ασφάλεια του περιβάλλοντος» και να τους µελετούν, συχνά µαζί µε οργανώσεις οικολόγων.

Το πλαίσιο της σκέψης τους διαµορφώνειµια βασική ερώτηση: Ποιες είναι οι νέες σχέσεις µεταξύ πηγών, διπλωµατίας, κρίσεων καισυγκρούσεων; Αυτές οι σχέσεις όµως είναι τόσο περίπλοκες, ο αριθµός των εµπλεκοµένων τόσο µεγάλος και η αβεβαιότητα τόσο µεγάλη, ώστε είναι πάντα πιθανό κάτι να πάειστραβά...

Μύρισαν αίμα και σάλταραν οι αγορές

Μωυσής Λίτσης. Εφ. Ελευθεροτυπία, 18/3/2003

Η αγορά θέλει πόλεμο αλλά ... σύντομο, ώστε το κόστος να μην είναι βαρύ για τη χειμάζουσα παγκόσμια οικονομία. Άλλωστε ο μεγαλοχρηματιστής Ρότσιλντ φέρεται, κατά τη χρηματιστηριακή μυθολογία, να είχε πει για τα χρηματιστήρια: «όταν ρέει αίμα ορμούν οι λύκοι». Και οι λύκοι... πράγματι όρμησαν χθες, προεξοφλώντας ότι ο επικείμενος πόλεμος κατά του Ιράκ θα είναι σύντομος, γεγονός που έφερε τα πάνω-κάτω στις διεθνείς αγορές. Τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, που αρχικά υποχωρούσαν με την αντίστροφη μέτρηση για τον πόλεμο να έχει αρχίσει, καταλήφθηκαν από αγοραστικό αμόκ που προκάλεσε ανόδους έως και 3,5%, ακολουθώντας το πανηγυρικό ξεκίνημα της Γουόλ Στριτ.

«Θετικός ο πόλεμος»

«Η αγορά φαίνεται να θεωρεί τον πόλεμο θετική εξέλιξη. Στος τέλος τέλος έχουμε πια μια απάντηση στα ερωτήματά μας για το ποιο δρόμο θα πάρουν τα πράγματα», σχολιάζει ο Λεξ Βέρκχαϊμ, διαχειριστής κεφαλαίων στην Eureffect του Αμστερνταμ, προσθέτοντας: «Αν ο πόλεμος τελειώσει μέσα σε 6 εβδομάδες χωρίς να ανεβάσει τις τιμές του πετρελαίου και προκαλέσει οικονομική ύφεση, θα είναι θετικός για τα χρηματιστήρια».

Οι τιμές του πετρελαίου έπεσαν κατακόρυφα κάτω από τα 30 δολάρια το βαρέλι και το δολάριο σήκωσε απότομα κεφάλι. Στους χαμένους και η στερλίνα του Τόνι Μπλερ, μετά την παραίτηση του πρώην υπουργού Εξωτερικών Ρόμπιν Κουκ και την ογκούμενη ανταρσία στο εσωτερικό του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος.

Τα Χρηματιστήρια του Λονδίνου και του Παρισιού έκλεισαν και τα δύο με άνοδο 3,35% στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και τρεις εβδομάδες, ενώ αυτό της Φρανκφούρτης ενισχύθηκε κατά 3,49%. Στις 21.00 ώρα Ελλάδας οι Ντάου Τζόουνς και Nasdaq κατέγραφαν άνοδο 2,83% και 3,11% αντίστοιχα.

Εισβολή ειρηνιστών

Η τιμή του πετρελαίου, η υπ' αριθμόν ένα επένδυση στη ζώνη κινδύνου, υποχώρησε κατακόρυφα, παρά την αρχική της άνοδο. Η συνεδρίαση, μάλιστα, στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων του Λονδίνου διακόπηκε για λίγο, μετά την εισβολή στο κτίριο 20-25 ειρηνιστών που διαμαρτύρονταν για τον πόλεμο στο Ιράκ, αναρτώντας πανό που έγραφε: «Το πετρέλαιο ανάβει τον πόλεμο».

Όπως μετέδωσαν τα διεθνή πρακτορεία, έγιναν και κάποιες συμπλοκές στην αίθουσα συναλλαγών. Αξίζει να τονιστεί ότι το Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων βρίσκεται στο λοδρέζικο Σίτι, με τα ιδιαιτέρως αυξημένα μέτρα ασφαλείας λόγω του επικείμενου πολέμου.

Ανεπηρέαστη, πάντως, η τιμή του μπρεντ από την εισβολή των ειρηνιστών, υποχώρησε κατά 78 σεντς χθες, στα 29,35 δολάρια το βαρέλι, έχοντας νωρίτερα υποχωρήσει πάνω από ένα δολάριο, στα 29 δολάρια το βαρέλι. Οι τιμές του «μαύρου χρυσού» έχουν ενισχυθεί κατά 40% τους τέσσερις τελευταίους μήνες. Έχουν υποχωρήσει ωστόσο κατά 10% από την προηγούμενη εβδομάδα λόγω των προσδοκιών για πόλεμο εξπρές.

Οι εξαγωγές πετρελαίου του Ιράκ αναστέλλονται λόγω της αποχώρησης των επιθεωρητών των Ηνωμένων Εθνών, εξέλιξη που ίσως επηρεάσει δυσμενώς την αγορά πετρελαίου, αν δεν επαληθευθούν τα σενάρια για ανέξοδο... πόλεμο.

Το ευρώ υποχώρησε κάτω από το 1,06 δολάριο (1,0589), στο χαμηλότερο επίπεδο από τις 16 Ιανουαρίου, για να ανακάμψει ελάχιστα πάνω από το επίπεδο αυτό, χάνοντας πάνω από 1% σε μία μέρα.

Η σύμμαχος ωστόσο στο δολάριο, στερλίνα, υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο των τριών εβδομάδων στο 1,5667 δολάριο, λόγω των εσωτερικών προβλημάτων του Τόνι Μπλερ. Σημαντική ήταν η υποχώρησή της και έναντι του ευρώ.

Όλα τα σενάρια για τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου του Ιράκ

Γ. Τσιάρας, εφ. Το Βήμα, 9/2/2003

Λίγες εβδομάδες πριν από τον νέο πόλεμο στον Περσικό καμία δύναμη δεν μοιάζει ικανή να κρατήσει όχι μόνο την από καιρό τώρα καταδικασμένη ειρήνη, αλλά έστω τα προσχήματα. Ρωσία, Κίνα και Τουρκία εμφανίζονται να έχουν ήδη «πεισθεί» με συγκεκριμένα ενεργειακά και εμπορικά ανταλλάγματα προκειμένου να εξασφαλισθεί η συμμετοχή τους. Και η Γαλλία εσχάτως μας «κάνει νερά»: παρά τις ζωηρές διαφωνίες Σιράκ - Μπλερ, ο πρώτος στέλνει... συμπτωματικά το αεροπλανοφόρο «Σαρλ ντε Γκωλ» για κοινά «γυμνάσια» με Βρετανούς και Αμερικανούς στη ΝΑ Μεσόγειο, μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, ενώ συνεχίζει τη δική του ωμή ένοπλη «παρέμβαση» στην Ακτή Ελεφαντοστού.

Όλοι οι μεγάλοι παίκτες συμφωνούν ότι το μετασανταμικό Ιράκ έχει όλες τις δυνατότητες να γίνει ο ρυθμιστής των ενεργειακών εξελίξεων και της παγκόσμιας ανάπτυξης (ή υπανάπτυξης για τους χαμένους) για αρκετές δεκαετίες. Όσο ακριβά και αν πουλήσει το τομάρι του ο δικτάτορας, όσα δισεκατομμύρια δολάρια και αν κοστίσει η εκθρόνισή του, θα είναι ψίχουλα μπροστά στην πραγματική αξία του «αραβικού Κλοντάικ». Τα περιθώρια κέρδους είναι εκπληκτικά: αν γίνουν μεταπολεμικά οι κατάλληλες επενδύσεις 25-40 δισ. δολαρίων σε επισκευές ή νέες υποδομές (που φυσικά θα καρπωθούν οι «insiders» Halliburton, Bechtel κ.ά.), το Ιράκ θα είναι σε θέση σε μερικά χρόνια να παράγει 8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Ακόμη και στη σημερινή τιμή των 30 δολαρίων μια τέτοια παραγωγή μεταφράζεται σε 87,6 δισ. δολάρια τον χρόνο, ενώ τα ανεκμετάλλευτα αποθέματα φτάνουν τα 3 τρισ. δολάρια! Για ένα μερίδιο σε τόσα λεφτά, ακόμη και ο «ειρηνιστής» Σιράκ, που όντας πρωθυπουργός πούλησε ολόκληρο πυρηνικό αντιδραστήρα στον Σαντάμ, γρήγορα ξεχνά τον αλτρουισμό του. Βάλτε δίπλα και περίπου 110 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου και όλα γίνονται απλούστερα...

Πώς θα «κοπεί» η πίτα

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι οι ιρακινές πετρελαιοπηγές περιέρχονται άθικτες σε καθεστώς παρατεταμένης κατοχής. Ποιος θα πάρει το «χρυσάφι»; Όσο και αν οι ως τώρα ενέργειες των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασίλειου δείχνουν σαφώς την πρόθεσή τους να ακυρώσουν τα συμβόλαια εκμετάλλευσης που έχει παραχωρήσει ο ιρακινός δικτάτορας σε Γάλλους, Ρώσους και Κινέζους, η κατάσταση όσον αφορά τα μεταπολεμικά δικαιώματα στο ιρακινό υπέδαφος είναι εξαιρετικά πολύπλοκη από νομικής πλευράς και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσει στην πετρελαϊκή... «μητέρα όλων των δικών», όπου ενάγοντες θα είναι τα ντε φάκτο ισχυρότερα κράτη στον κόσμο.

Οι προσεκτικοί αναγνώστες θα θυμούνται ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν, στην προσπάθειά του να «δωροδοκήσει» τους κατόχους βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας και να πετύχει την άρση του εμπάργκο, έχει παραχωρήσει τα τελευταία χρόνια μελλοντικά «φιλέτα»: στη ρωσική Lukoil έδωσε τη μερίδα του λέοντος στο αχανές κοίτασμα της δυτικής Κούρνα, που κρύβει ως και 20 δισ. βαρέλια. Άλλα 5 δισ. βαρέλια πετρελαίου αλλά και τόνους φυσικού αερίου έταξε στους Κινέζους. Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι υποσχέσεις προς την Gazprom, το ρωσικό μεγαθήριο του γκαζιού: σίγουρα θα θυμάστε την περυσινή ρωσοϊρακινή συμφωνία-πακέτο των 40 δισ. δολαρίων, που μεταξύ άλλων περιελάμβανε την εκμετάλλευση 49 νέων κοιτασμάτων... Όσο για τους Γάλλους, πήραν το κοίτασμα του Ματζνούν, ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου, ως και 25 δισ. βαρέλια!

Τι αξία έχει όμως η υπογραφή του Σαντάμ στα συμβόλαια αυτά, αν το καθεστώς καταρρεύσει; Καμία, λένε από την πρώτη στιγμή οι λαίμαργες εταιρείες του Τέξας, αλλά και όσοι ηγέτες της αντιπολίτευσης προαλείφονται για το πόστο του «Ιρακινού Καρζάι».

Η ισχύς των συμβολαίων

Το μήνυμα είναι απλό: όχι μόνο θα ακυρωθούν όλα τα «φρέσκα» συμβόλαια με τη Βαγδάτη, αλλά τίθεται πολύ σοβαρά και ζήτημα ακύρωσης της εθνικοποίησης του 1973, με το φοβερό επιχείρημα ότι ελήφθη «υπό πίεση» και άρα είναι άκυρη, οπότε η Βαγδάτη είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει τις πετρελαιοπηγές στους παλαιούς «ιδιοκτήτες» του IPC ή να πληρώσει νέες δυσβάσταχτες αποζημιώσεις για την επίταξή του. Τι θα συμβεί τότε; BPAmoco, Shell και ExxonMobil θα αξιώσουν τα παλιά τους «τεταρτάκια», υποχρεώνοντας ουσιαστικά και τη Γαλλία να συνυπογράψει τις αξιώσεις τους, προκειμένου να μη χάσει η Total τα δικά της «κεκτημένα». Όσο για τη Ρωσία, που δεν διαθέτει δικαιώματα στο Κιρκούκ (500 πηγάδια σήμερα) ή στη Βασόρα (1.000 πηγάδια), μάλλον θα πρέπει να περιοριστεί(;) στα επί μέρους χρυσωρυχεία που προαναφέραμε: οι αγγλοτεξανές «αδελφές» τα θέλουν και αυτά, αλλά ο πρόεδρος Μπους δεσμεύτηκε να «δείξει ευαισθησία στα ρωσικά αιτήματα» μετά τις κόντρες των τελευταίων μηνών. Στο φόντο η Τουρκία ξεσκονίζει τις παλαιές συμβάσεις και επιμένει στο «αυτοκρατορικό δικαίωμα» στη Μοσούλη: τα ίδια βέβαια ισχυρίζονται και οι Κούρδοι του Βόρειου Ιράκ.

Αναδρομή στο παρελθόν

Για να γίνει κατανοητή η σύνθετη αυτή διαπλοκή συμφερόντων πρέπει ως συνήθως να καταφύγουμε στο παρελθόν. Ετσι, για το Ιράκ και την ευρύτερη περιοχή η πετρελαϊκή περιπέτεια αρχίζει - πού αλλού - στο βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών στις 19 Μαρτίου 1914, όταν αγγλικά και ολλανδικά ενεργειακά συμφέροντα (οι σημερινές Royal/Dutsch Shell και British Petroleum) ιδρύουν το κονσόρτσιουμ Turkish Petroleum Co. και αποκτούν από την Υψηλή Πύλη δικαιώματα εξερεύνησης και άντλησης για... 75 χρόνια στα βιλαέτια της Μοσούλης και της Βαγδάτης. Μυστικά, δεσμεύονται για επέκταση της παραγωγής και αποκλεισμό των ανταγωνιστών από μελλοντικά δικαιώματα άντλησης. Κυβέρνηση και επιχειρήσεις τραβούν τότε στον χάρτη την περιβόητη «Κόκκινη Γραμμή» με τα όρια δράσης τους: περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την Αραβική χερσόνησο.

Από την πρώτη αυτή «διαπλεκόμενη» συμμαχία έλαμπαν διά της απουσίας τους οι συμμαχικές αμερικανικές και γαλλικές εταιρείες: μόνο μετά τις πρόσκαιρες ελλείψεις καυσίμων στις ΗΠΑ το 1917-18 η Αμερική απαίτησε μερίδιο στο αραβικό πετρέλαιο, ενώ οι Βρετανοί με τον Λόρενς της Αραβίας και τους βεδουίνους άνοιγαν ήδη δρόμο προς τις πετρελαιοπηγές τάζοντας - όπως και τώρα - ελευθερία και στερλίνες. Η χρονιά-κλειδί είναι πάντως το 1925, όταν το Λονδίνο «προσφέρει» το οθωμανικό βιλαέτι της Μοσούλης στο ιρακινό προτεκτοράτο της και αρχίζει τις γεωτρήσεις στο Κιρκούκ, όπου αμέσως ανακαλύπτει τεράστιες ποσότητες αργού: ο τουρκικός στρατός εξήγε νάφθα εκεί με πρωτόγονες μεθόδους ήδη από το 1639 και όλα δείχνουν ότι δεν έχει ξεχάσει στιγμή τα «ιστορικά του δικαιώματα» στην περιοχή...

Πάντως το βρετανικό ιμπέριουμ κράτησε την πόρτα κλειστή στους ανυπόμονους Αμερικανούς ως τις 31.7.1928, όταν στο αναβαπτισθέν Iraq Petroleum Co. (IPC) τους δόθηκε μια θέση: πήραν το 23,75%, προφητικά μοιρασμένο μεταξύ των - «παντρεμένων» σήμερα - Exxon (τότε Standard of New Jersey) και Mobil, ενώ άλλα τρία μερίδια από 23,75% πήραν αντίστοιχα οι British Petroleum, Shell και Compagnie Francaise Petrole, πρόγονος της σημερινής Total. Είναι τα ίδια ουσιαστικά συμφέροντα που θα πολεμήσουν και τώρα, για το ίδιο «τομάρι». Γιατί όμως οι συνήθως υπεροπτικοί Βρετανοί άνοιξαν την πόρτα στις ΗΠΑ και στη Γαλλία; Η απάντηση βρίσκεται στην πρώτη πετρελαϊκή «φούσκα» υπερπροσφοράς: το 1928 το ενεργειακό καρτέλ αντλούσε περισσότερο πετρέλαιο από ό,τι πουλούσε και οι τιμές έπεφταν, οπότε το τραστ αναγκάστηκε να περιορίσει με κάθε μέσον την παραγωγή για να αυξήσει τεχνητά την τιμή.

Έτσι, μόλις το 1934 αρχίζουν οι πραγματικές εξαγωγές ιρακινού πετρελαίου και το 1935 ανοίγουν αγωγοί προς τη Χάιφα και την Τρίπολη, που μεταφέρουν στη Δύση 4 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο. Το 1954 οι Άγγλοι «τρυπάνε» το γιγαντιαίο πεδίο της νότιας Ραμάλα. Και ως το 1958, όταν τερματίζεται με φιλονασερικό πραξικόπημα η μοναρχία, το IPC ελέγχει τεράστιες περιοχές του Ιράκ με αντάλλαγμα ψίχουλα, ενώ κρατάει τις νέες γεωτρήσεις στο μίνιμουμ - σύνολο μόλις 730 χιλιόμετρα. Οι νασερικοί δεν αστειεύονται: ιδρύουν υπουργείο Πετρελαίου το 1959, απαιτούν περισσότερα χρήματα και το 1961 αποτολμούν να εθνικοποιήσουν τα ανεξερεύνητα ακόμη κοιτάσματα, αποκλείοντας το μονοπώλιο του IPC μόνο από τα νέα πηγάδια - χωρίς να αμφισβητούν τις υπάρχουσες πετρελαιοπηγές. Ούτε η CIA αστειεύεται όμως: τον Φεβρουάριο του 1963 ο νεαρός ακόμη Σαντάμ Χουσεΐν είναι ανάμεσα σε αυτούς που ανατρέπουν και στη συνέχεια σκοτώνουν τον «φιλοσοβιετικό» στρατηγό Κασίμ, τον οποίο είχαν επιχειρήσει να δολοφονήσουν ήδη από το 1959. «Ήρθαμε στην εξουσία με το τρένο της CIA» παραδέχτηκε αργότερα ο τότε ηγέτης του «σοσιαλιστικού» Μπάαθ Αλι Σαλέχ Σαάντι. Μένουν στο τιμόνι εννέα μήνες. Τους ανατρέπει αναίμακτα ο λαοφιλής στρατηγός Αριφ, ο οποίος όμως πεθαίνει «βολικά» σε μυστηριώδες δυστύχημα με ελικόπτερο το 1966. Και το 1968 το σταλινικό Μπάαθ (σημαίνει «αναγέννηση»...) και ο «ισχυρός άνδρας» Σαντάμ επιστρέφουν οριστικά στην εξουσία.

Οι μπααθικοί μάλιστα εξασφάλισαν την υποστήριξη των ΗΠΑ τάζοντας σε αμερικανικές εταιρείες παχυλά συμβόλαια εκμετάλλευσης των νέων πηγαδιών και ορυχείων θείου - των ίδιων που το καθεστώς παζάρευε κιόλας στους Γάλλους και στους Σοβιετικούς, με αντάλλαγμα μοντέρνα όπλα κατά των Ισραηλινών. Δεν είναι τυχαίο ότι το μυστικό «deal», που οδήγησε στο σταλινικό απολυταρχικό καθεστώς Σαντάμ και στις εκατόμβες νεκρών, διαπραγματεύθηκε για λογαριασμό των «αδελφών» ένας παλαιός υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, ο Ρόμπερτ Αντερσον. Γρήγορα όμως το νέο καθεστώς συνειδητοποιεί ότι οι Νίξον - Κίσινγκερ δεν είχαν σκοπό να δώσουν σύγχρονα όπλα. Έτσι η συμφωνία του 1968 φυλλορροεί: το 1972 ο Σαντάμ ταξιδεύει στη Μόσχα και υπογράφει την περίφημη συνθήκη φιλίας και ενεργειακής συνεργασίας με την ΕΣΣΔ, «ουρά» της οποίας είναι ουσιαστικά το σημερινό φλερτ με τις ρωσικές εταιρείες.

Χρειάστηκαν όπως είδαμε, τριάντα ολόκληρα χρόνια για να οργανώσουν την ένοπλη επιστροφή τους στο Ιράκ οι «επτά αδελφές», που από τις συγχωνεύσεις έμειναν πια μόνο τέσσερις. Χρόνος αρκετός για την παρασκηνιακή χάραξη μιας νέας «Κόκκινης Γραμμής», με ή χωρίς μη αγγλόφωνους συμμετέχοντες. Ιρακινοί πάντως δεν «προβλέπονται» στη μοιρασιά.

Πόλεμοι λιγότερο φονικοί, βία παντού

Ρούσσος Βρανάς, εφ. Τα Νέα, 6/4/2002

Ο εικοστός αιώνας ήταν ο πιο φονικός στην ιστορία του ανθρώπου. Ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που βρήκαν τον θάνατο αμέσως ή εμμέσως σε πολέμους υπολογίζεται σε 187 εκατομμύρια, δηλαδή στο 10% του πληθυσμού της Γης το 1913. Το πιο εντυπωσιακό είναι πως βαθμιαία εξέλιπε η διάκριση ανάμεσα σε μάχιμους και αμάχους: στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μόνο το 5% των θυμάτων ήταν άμαχοι, έναντι 66% στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αυτό το ποσοστό έχει αυξηθεί, επειδή οι περισσότερες ένοπλες συγκρούσεις δεν διεξάγονται από τακτικούς στρατούς, αλλά από ομάδες ατάκτων.

Η διάκριση ανάμεσα σε συγκρούσεις μεταξύ κρατών και συγκρούσεις στο εσωτερικό τους έγινε ομιχλώδης, επειδή ο 20ός αιώνας δεν χαρακτηρίστηκε μόνο από πολέμους, αλλά και από επαναστάσεις και διαλύσεις αυτοκρατοριών. Το ίδιο ομιχλώδης έγινε και η διάκριση ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Μέση Ανατολή. Αντίθετα με τους παραδοσιακούς πολέμους, οι πόλεμοι εκεί διεξάγονται με τελικούς στόχους που δεν είναι διαπραγματεύσιμοι, όπως η «άνευ όρων παράδοση». Υπάρχει σήμερα, όπως υπήρχε και σε όλον τον 20ό αιώνα, πλήρης ανυπαρξία οποιασδήποτε διεθνούς αρχής που να είναι σε θέση να ελέγξει ή να διευθετήσει τις ένοπλες συρράξεις. Μια μοναδική υπερδύναμη, όπως οι ΗΠΑ, δεν μπορεί να αντισταθμίσει την ανυπαρξία παγκόσμιων αρχών. Ακόμη και όταν ιδρύονται διεθνή δικαστήρια κοινή συναινέσει, όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, οι κρίσεις τους δεν γίνονται απαραιτήτως αποδεκτές ως νόμιμες και δεσμευτικές.

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον 21ο και τον 20ό αιώνα, όταν οι πόλεμοι διεξάγονταν σε έναν εδαφικά διαιρεμένο κόσμο όπου ισχυρές κυβερνήσεις είχαν το μονοπώλιο της εξουσίας. Τα τελευταία 30 χρόνια, το κράτος έχασε αυτό το μονοπώλιο. Τα υλικά του πολέμου είναι τώρα διαθέσιμα και σε μη κρατικές οντότητες. Οι συγκρούσεις εντός των κρατών έχουν γίνει πιο σοβαρές. Τόσο η φύση των ένοπλων συγκρούσεων όσο και οι μέθοδοι διακανονισμού έχουν αλλάξει βαθιά λόγω του μετασχηματισμού του παγκόσμιου συστήματος κυρίαρχων κρατών.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών καθεστώτων επέτεινε την αστάθεια. Ποιοι υπάρχοντες μηχανισμοί μπορούν να ελέγξουν και να διευθετήσουν αυτές τις συγκρούσεις; Τα δεδομένα είναι απογοητευτικά. Καμιά από τις ένοπλες συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990 δεν έληξε με έναν σταθερό διακανονισμό. Είναι επίσης φανερό ότι οι ΗΠΑ απέτυχαν και δεν πρόκειται να πετύχουν να επιβάλουν μια νέα παγκόσμια τάξη μονομερώς, παρά την ισχύ τους και τις (βραχύβιες) συμμαχίες τους. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η διαχείριση της ειρήνης και του πολέμου γίνεται με αυτοσχεδιασμούς, όπως στα Βαλκάνια, όπου οι εσωτερικές συγκρούσεις κατεστάλησαν με εξωτερική στρατιωτική επέμβαση, όμως παραμένει ασαφές αν από τέτοιες επεμβάσεις μπορεί να προκύψει ένα γενικό μοντέλο για τον έλεγχο των συγκρούσεων.

Στον 21ο αιώνα, η ισορροπία ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη θα εξαρτηθεί όχι από νέους μηχανισμούς διαπραγμάτευσης και διακανονισμού, αλλά από την εσωτερική σταθερότητα. Χώρες με ακμάζουσες οικονομίες και καλύτερη κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των πολιτών τους τείνουν να είναι λιγότερο ασταθείς. Δεν υπάρχουν πάντως άμεσες προοπτικές βελτίωσης σε χώρες με ασταθείς κεντρικές κυβερνήσεις.

Και μια απόπειρα πρόβλεψης: οι πόλεμοι στον 21ο αιώνα θα είναι λιγότερο φονικοί από ό,τι ήταν στον 20ό. Όμως, η ένοπλη βία θα παραμείνει πανταχού παρούσα και ενδημική - συχνά και επιδημική - σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου. Η προοπτική ενός αιώνα ειρήνης μοιάζει απόμακρη.

Φόβος και πόλεμος

Αστέρης Χουλιάρας*, εφ. Το Βήμα, 1/11/1998

David A. Lake Rothchild Donald, The international spread of ethnic conflict: Fear, diffusion and escalation (Η διεθνής διάδοση της εθνοτικής σύγκρουσης: Φόβος, διάχυση και κλιμάκωση), εκδ. Princeton University Press, 1998, σελ. 392.

Το κύμα συγκρούσεων που έπληξε την τελευταία δεκαετία την Ανατολική Ευρώπη, την πρώην Σοβιετική Ένωση και την Αφρική, έκανε πολλούς παρατηρητές να πιστέψουν ότι η μεταδιπολική βία μπορεί να επεκταθεί και να απειλήσει τη διεθνή ασφάλεια. Οι αιματηρές αντιπαραθέσεις στο Αζερμπαϊτζάν, την Τσετσενία, τη Γεωργία και το Τατζικιστάν, οι μάχες ανάμεσα στους Κροάτες, τους Μουσουλμάνους και τους Σέρβους στη Βοσνία και οι απίστευτες γενοκτονίες στη Ρουάντα και το Μπουρούντι θεωρήθηκαν ικανές να προκαλέσουν καταστροφικές «επιδημίες» συγκρούσεων σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές με σημαντικές συνέπειες για τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος. Ο David Α. Lake, πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου των ΗΠΑ και καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο University of California (San Diego), και ο Donald Rothchild, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο University of California (Davis) επιδιώκουν, σε αυτόν τον συλλογικό τόμο, να απαντήσουν σε δύο ερωτήματα: πρώτον, πώς, γιατί και πότε οι εθνοτικές συγκρούσεις επεκτείνονται, και, δεύτερον, με ποιους τρόπους μπορούν να αντιμετωπισθούν.

Σήμερα, σε ολόκληρο τον πλανήτη, βρίσκονται σε εξέλιξη τριάντα επτά συγκρούσεις «μεγάλης κλίμακας» (με περισσότερους από χίλιους νεκρούς). Οι συγκρούσεις αυτές έχουν προκαλέσει τον θάνατο επτά εκατομμυρίων ανθρώπων, ενώ τριάντα οκτώ εκατομμύρια έχουν αναγκασθεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Μάλιστα, σημειώνουν οι δύο καθηγητές, σχεδόν οι μισές από τις σημερινές εθνοτικές συγκρούσεις έχουν αρχίσει μετά το 1989, δηλαδή μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και τις διακηρύξεις περί «νέας παγκόσμιας τάξης» (σελ. 339). Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των πολέμων περιέχει μια σημαντική εθνοτική διάσταση. Η εθνοτική ταυτότητα, τονίζουν όμως οι δύο αμερικανοί επιστήμονες, δεν είναι αυτή καθεαυτή αιτία βίαιων συγκρούσεων. Συνήθως, οι περισσότερες εθνοτικές ομάδες προωθούν τα συμφέροντά τους με ειρηνικό τρόπο, μέσω υπαρχουσών πολιτικών οδών. Σε τελευταία ανάλυση, η βία προκαλεί κόστος σε όλους: άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους. εργοστάσια, αγροκτήματα και ολόκληρες πόλεις καταστρέφονται, πόροι που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί για την οικονομική ανάπτυξη εκτρέπονται σε αντιπαραγωγικούς στόχους. Οι εθνοτικές συγκρούσεις, γράφουν οι Lake και Rothchild, δεν προκαλούνται, τουλάχιστον άμεσα, ούτε από την ύπαρξη «προαιώνιων» αντιθέσεων ούτε από την οικονομική παρακμή ούτε από την πτώση ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ούτε ακόμη οι βίαιες εθνοτικές αντιπαραθέσεις είναι απλώς το αποτέλεσμα «κακών ηγεσιών» ή «κακών γειτόνων». Όλοι βέβαια οι ανωτέρω παράγοντες επιδεινώνουν μια σύγκρουση, αλλά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν γιατί οι εθνοτικές ομάδες καταφεύγουν στη βία. Τι οδηγεί, λοιπόν, τις εθνότητες στην επίλυση των διαφορών τους διά των όπλων;

Ο φόβος για το μέλλον είναι η σημαντικότερη αιτία των εθνοτικών συγκρούσεων. Οι δύο συγγραφείς αναφέρονται στα λόγια του Vesna Pesic, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και δραστήριου ειρηνιστή στην πρώην Γιουγκοσλαβία: η εθνοτική σύγκρουση προκαλείται από «τον φόβο του μέλλοντος, βιωμένου μέσω του παρελθόντος» (σελ. 7). Ασφαλώς, η απαραίτητη προϋπόθεση της εθνοτικής βίας είναι το αδύναμο και ανίσχυρο κράτος. Καθώς η αδύναμη κεντρική εξουσία παρακμάζει, οι εθνότητες αρχίζουν να φοβούνται για την επιβίωσή τους. Αρκεί όμως ο φόβος για να προκαλέσει συγκρούσεις;

Τρία διαφορετικά στρατηγικά διλήμματα μεταξύ των εθνοτικών ομάδων προκαλούν την έκρηξη της βίας: οι αποτυχίες πληροφόρησης, τα προβλήματα αξιόπιστης δέσμευσης και τα κίνητρα για την προκαταβολική χρήση βίας (το λεγόμενο «δίλημμα ασφαλείας»). Στην πρώτη περίπτωση, οι εθνότητες, χωρίς επαρκή πληροφόρηση, αρχίζουν να μην είναι σίγουρες για τις προθέσεις των άλλων εθνοτικών ομάδων.

Κατόπιν, οι επιφυλάξεις και οι υποψίες δίνουν τη θέση τους σε βεβαιότητες (θεωρίες για «συνωμοσίες» κτλ.). Το πρόβλημα της αξιόπιστης δέσμευσης σχετίζεται με την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν μεταξύ τους οι διάφορες εθνότητες. Και εδώ οι αποτυχίες στην πληροφόρηση είναι ουσιαστικές. Πόσο αξιόπιστες μπορούν να είναι οι υποσχέσεις, όταν κυριαρχεί ο φόβος;

Τέλος, το δίλημμα ασφαλείας αφορά το παράδοξο, σύμφωνα με το οποίο η προσπάθεια κάποιας ομάδας να αυξήσει τη δική της ασφάλεια προκαλεί μεγαλύτερη ανασφάλεια στις άλλες ομάδες, οι οποίες και αντιδρούν με ανάλογο τρόπο κ.ο.κ. Δηλαδή, η προσπάθεια για άμυνα έναντι άλλων ομάδων προκαλεί έναν φαύλο κύκλο έντασης, που οδηγεί στη βία. Στο εσωτερικό των εθνοτήτων, ορθολογικοί και ανορθολογικοί παράγοντες (όπως οι φιλοδοξίες των ηγετών και τα ιστορικά βιώματα) επιδεινώνουν τις εθνοτικές αντιθέσεις.

Οι Lake και Rothchild, συνθέτοντας τα συμπεράσματα των αναλυτών που συμμετέχουν στο βιβλίο, υποστηρίζουν ότι οι εθνοτικές συγκρούσεις διαχέονται στο εξωτερικό, αλλά σε μάλλον περιορισμένο βαθμό. Κυρίως, πλήττουν γειτονικά κράτη, τα οποία ήδη αντιμετωπίζουν ανάλογες αντιθέσεις ή επεκτείνονται σε ομάδες που μπορούν να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους σε σχέση με κάποια από τις εμπόλεμες εθνότητες. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι εκτιμήσεις των συγγραφέων για τη διαχείριση των εθνοτικών συγκρούσεων και για τον πιθανώς κατευναστικό ρόλο τρίτων στη διάδοση και την κλιμάκωσή τους. Είναι λάθος, επισημαίνουν, να περιμένουμε πολλά από τις πρωτοβουλίες διαχείρισης των συγκρούσεων. Οι αποτρεπτικές προσπάθειες είναι πολύ περισσότερο αποτελεσματικές από μέτρα που λαμβάνονται όταν η πόλωση και η βία έχουν ήδη υποσκάψει την εμπιστοσύνη. Διεθνείς διπλωματικές και στρατιωτικές επεμβάσεις μπορούν να αποτρέψουν συγκρούσεις, αλλά η επιτυχία τους εξαρτάται από την αξιοπιστία των εξωτερικών δρώντων. Ακόμη, οι ξένες επεμβάσεις θα πρέπει να είναι προσεκτικά σχεδιασμένες και να παρακολουθούνται στενά από τη διεθνή κοινότητα. Τέλος, η διάχυση μιας εθνοτικής σύγκρουσης μπορεί εν μέρει να μετριασθεί με την αποτελεσματική διαχείριση της πληροφορίας. Προμηθεύοντας αμερόληπτη και αντικειμενική πληροφόρηση, η διεθνής κοινότητα μπορεί να αντισταθμίσει την προκατειλημμένη γλώσσα των τοπικών μέσων μαζικής ενημέρωσης και τις φανατικές διακηρύξεις των τοπικών πολιτικών ηγετών και να διορθώσει τις εκτροπές στις αντιλήψεις που προέρχονται από αυτές.

Η Διεθνής Διάδοση της Εθνοτικής Σύγκρουσης είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε ειδικούς. Το υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και η έντονα θεωρητική του διάθεση δεν το κάνουν εύκολα προσβάσιμο στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Εν τούτοις, και παρά την πληρότητά του, αφήνει πολλά ερωτήματα αναπάντητα. Τι σημαίνει σε τελευταία ανάλυση «εθνοτική σύγκρουση»; Γιατί πριν από μερικά χρόνια συγκρούσεις που σήμερα χαρακτηρίζονται «εθνοτικές» (π.χ. Αγκόλα, Νικαράγουα και Περού), τότε ονομάζονταν «ιδεολογικές» ή «διαμάχες ισχύος» ( Yahya Sadowski, «Ethnic Conflict», Foreign Policy, Νο 111, Summer 1998, σ. 13). Και ακόμη περισσότερο, η νεορεαλιστική προσέγγιση που διατρέχει το βιβλίο αγνοεί ότι ο ενδοκρατικός πόλεμος είναι συχνά απαραίτητος για την οικοδόμηση μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας ( Steven R. David, «Internal War: Causes and Consequences», World Politics, Vol. 49, July 1997, σσ. 570-1). Έτσι, η εθνοτική σύγκρουση δεν αποτελεί κατ' ανάγκην απόρροια της αδυναμίας της κρατικής εξουσίας, αλλά συχνά είναι το φυσικό αποτέλεσμα της προσπάθειας των κυβερνήσεων να επεκτείνουν την εξουσία τους σε ομάδες του πληθυσμού που αρνούνται να υπακούσουν στην κεντρική αρχή. Όπως έδειξαν και οι εμφύλιοι πόλεμοι στην Ευρώπη τον 16ο και τον 17ο αιώνα, η μείωση της εξουσίας των περιφερειών και η ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας είναι μια μακροχρόνια και ιδιαίτερα αιματηρή διαδικασία. Μήπως θεωρώντας κατ' ανάγκην τον πόλεμο ως «παθολογία», αγνοούμε τον σημαντικό ρόλο του στη διαμόρφωση του σύγχρονου κράτους; ( Charles Tilly, ed., «The Formation of National States in Western Europem Princeton», Princeton University Press, 1975).

διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων

Ειρήνη

Γιαβρής Άρης, Η οργάνωση του λόγου, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1990, τ. Α', σελ. 156-162

Η ειρήνη είναι μια από τις πιο παρεξηγημένες και ταλαιπωρημένες έννοιες απ' όσες χρησιμοποίησε ο άνθρωπος μέχρι σήμερα. Θεωρήθηκε ανακωχή, το μεσοδιάστημα δύο πολέμων, ονομάστηκε ‘ένοπλη’ ή φάνηκε πως είναι η απαρχή για έναν καινούργιο πόλεμο. Πάντοτε δηλαδή συνδεόταν το περιεχόμενό της με τον πόλεμο, όχι τόσο για να φανεί η αντίθεσή της μ' αυτόν, όσο για να υποτιμηθεί η αξία της και ο ρόλος της στη ζωή του ανθρώπου.

‘Είρω’ σημαίνει ‘ενώνω’. Η ειρήνη δηλαδή εκφράζει την ενότητα, τη συμφιλίωση των ανθρώπων, τη θέλησή τους για επικράτηση ενός τρόπου ζωής απαλλαγμένου από τις συγκρούσεις ανάμεσα στα έθνη και τους ανταγωνισμούς στο επίπεδο της καθημερινής ζωής.

(...) Είπαμε πως ειρήνη είναι η συμφιλίωση των ανθρώπων. Συμφιλίωση που δεν έχει τυπικό χαρακτήρα ούτε ξεκάθαρο νομικό περιεχόμενο· δεν πρόκειται για μια σύμβαση μικρής ή μεγάλης διάρκειας. Αν συνέβαινε εύκολα κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετό να πούμε πως οι άνθρωποι είναι ‘ενωμένοι’ ή ‘συμφιλιωμένοι’, αφού είναι όντα κοινωνικά. Η ειρήνη όμως δεν είναι η προϋπόθεση της κοινωνικότητας αλλά ο σκοπός της· είναι η συνεκτική δύναμη των κοινωνιών. Επομένως η ειρήνη δεν είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου (στη φύση ο ανταγωνισμός των ειδών είναι κανόνας) αλλά η δικαίωσή του ως όντος κοινωνικού, που εξασφαλίζεται με την αναζήτηση της ποιότητας της ζωής.

Η συνοχή δεν είναι εύκολο να εξασφαλιστεί μόνο με το νόμο και το φόβο της τιμωρίας. Προϋποθέτει τη συγκατάθεση των πολιτών, τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας της φιλίας, της εμπιστοσύνης, της αλληλεγγύης, της ομόνοιας. Αυτές είναι οι συνεκτικές δυνάμεις μιας κοινωνίας που επιτρέπουν στον άνθρωπο να αισθάνεται ασφαλής και βέβαιος.

(...) πόλεμος δεν είναι μόνο η ένοπλη σύγκρουση. Η σύρραξη είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς από αιτίες που οδηγούν μεθοδικά τους λαούς να επιλέξουν τα όπλα και τα χαρακώματα ως πεδίο επίλυσης των διαφορών τους. Είναι ένα αποτέλεσμα αναπόφευκτο, μια «μαζική ηλιθιότητα» καθώς οι κοινωνίες παρασύρονται, ενεργούν τυφλά, χωρίς προσανατολισμό, για να εξασφαλίσουν οφέλη αμφισβητήσιμης αξίας. Στην εποχή μας ειδικότερα που τα στρατηγικά όπλα είναι πολύ περισσότερο ευέλικτα, ένας γενικός πόλεμος (παρ’ όλο που δε συμφέρει κανέναν) αποτελεί μια διαρκή απειλή. Η στρατηγική της αποτροπής κατάφερε να δημιουργήσει μια ισορροπία τρόμου. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι να αποτρέψουμε την τελική ανάφλεξη, αλλά να διαμορφώσουμε τις συνθήκες που θα ευνοήσουν την επικράτηση της ειρήνης.

(...) Έργο της εκπαίδευσης είναι η αγωγή του ανθρώπου. Είναι ο προσανατολισμός της συνείδησής του προς ένα σκοπό. Επομένως η προσπάθεια της εκπαίδευσης στην εδραίωση της ειρήνης θα πρέπει να στοχεύει στη συμφιλίωση του ανθρώπου με τον εαυτό του. Η ειρήνη θα εξασφαλιστεί όταν αρθούν οι αιτίες που προκαλούν τον ανταγωνισμό στην καθημερινή ζωή.

(...) Η εκπαίδευση, είναι αλήθεια, δεν μπορεί να αποτρέψει έναν πόλεμο. Μπορεί όμως να διαμορφώσει τη συνείδηση εκείνων που θα τον αρνηθούν. Για να επιτύχει το στόχο της χρειάζεται και η ανάλογη πολιτική βούληση. Αυτό σημαίνει ότι μόνο ένα δημοκρατικό πολίτευμα θα διαπαιδαγωγήσει τους πολίτες με την ιδέα της ειρήνης και το σεβασμό του ανθρώπου.

Γ'. Βιβλιογραφία