Μεσαιωνική ιστορία

Το επαχθές τίμημα της αλαζονείας

Φαίδων Μαλιγκούδης, εφ. Ελευθεροτυπία, 28/7/2005

Μια επέτειος πέρασε, με τη 15η Ιουλίου, απαρατήρητη από τα δυτικά ΜΜΕ που, έτσι κι αλλιώς, είχαν πια εξαντλήσει ολόκληρο τον έντυπο χώρο ή τον τηλεοπτικό τους χρόνο μεταφέροντας εικόνες και περιγραφές από το βαρύ πλήγμα που βρήκε την καρδιά της γηραιάς Αλβιώνος, την περήφανη πρωτεύουσα της πάλαι ποτέ κοσμοκράτειρας Μεγάλης Βρετανίας.

Όταν λοιπόν ξημέρωνε η 15η Ιουλίου του σωτήριου έτους 1099 περνούσε και πάλι, ύστερα από τέσσερις αιώνες υποταγής στους «απίστους», η ιερότερη πόλη της Χριστιανοσύνης στα χέρια των Σταυροφόρων «χριστιανών». Η μέρα εκείνη, που έπεφταν τα τείχη της Ιεράς Σιώνος, θα χαραχτεί βαθιά στη μνήμη των λαών της Ανατολής, χριστιανών, μουσουλμάνων αλλά και Εβραίων, με το άφατο μακελειό που θα ακολουθήσει την πτώση της πόλης. Εβδομήντα χιλιάδες ψυχές «απίστων» σφάχτηκαν από τους Φράγκους μόνο στο τέμενος του al-Aqsa· σωροί από κεφάλια, από χέρια και πόδια στοιβάζονταν στις πλατείες της πόλης· σε μερικά τζαμιά (όπως καταγράφουν αυτόπτες μάρτυρες) το αίμα των «απίστων» έφτανε μέχρι το γόνατο, ενώ Εβραίοι καίγονταν ζωντανοί μέσα στις συναγωγές τους. Όσοι από τους «απίστους» (Εβραίους ή μουσουλμάνους) θα επιζήσουν τελικά, θα εκδιωχθούν κακήν κακώς από την ιερή και για κείνους πόλη τους. Ένα «κατόρθωμα» των κατακτητών από τη Δύση εφάμιλλο με εκείνο των ναζί, όταν θα ανακηρύξουν, μετά το Ολοκαύτωμα, τη Βαρσοβία πόλη «καθαρή από Εβραίους» («Judenfrei»).

Η 15η Ιουλίου του έτους 1099 (που η Δύση εξοβέλισε με περισσή ευκολία από τη συλλογική της μνήμη) αποτελεί όμως το πρελούδιο σε μια τραγωδία που εξακολουθεί ακόμη να παίζεται, με μιαν ιδιαίτερα οδυνηρή στις μέρες μας πλοκή: ο σπόρος του φανατισμού που μετέφεραν στην Ανατολή οι Φράγκοι Σταυροφόροι αποδίδει ιδιαίτερα σήμερα εκεί τους πιο πικρούς του καρπούς. Πράγματι: έναν αψευδή μάρτυρα, ότι ο θρησκευτικός φανατισμός και η δυσανεξία απέναντι στη θρησκευτική πρακτική του αλλόπιστου είναι φαινόμενο άγνωστο στο πρώιμο Ισλάμ, αποτελούν τα αντικειμενικά γεγονότα, όπως έχουν καταγραφεί στις ιστορικές δέλτους. Διότι, όταν ο χαλίφης Ομάρ εισήλθε, το 637, θριαμβευτής με το στρατό τού Ισλάμ ως κατακτητής στο ύψιστο αυτό προσκύνημα των χριστιανών, σεβάστηκε τους ιερούς τους ναούς και δεν εμπόδισε ποτέ τους προσκυνητές από όλη την οικουμένη να προσέρχονται σε αυτούς. Ένα καθεστώς ανεξιθρησκίας, το οποίο θα διατηρήσουν αλώβητο και οι διάδοχοί του επί τέσσερις ολόκληρους αιώνες, μέχρι να πέσει η Ιερουσαλήμ λεία στα χέρια τουρκικών ορδών από την Κ. Ασία το 1076...

Γνωστές και χιλιοειπωμένες είναι οι «ευεργεσίες» που επιδαψίλευσε η Δύση τόσο στη μουσουλμανική όσο και στη χριστιανική (με την κατάληψη και το κούρσεμα της Πόλης το 1204) καθ' ημάς Ανατολή στη διάρκεια της χιλιετίας που έχει κυλήσει από την Α' Σταυροφορία... Εμπειρίες κοινές και μακροχρόνιες, που έχουν σμιλέψει μια ταύτιση στη συλλογική μας νοοτροπία, μια κοινή κοσμοθεώρηση των λαών μας, που αναδεικνύουν την ιδιότυπη ουδετερότητα που τηρούν οι ελληνικές κυβερνήσεις απέναντι στην πολιτική των δυτικών μας εταίρων στο Μεσανατολικό ως έναν διόλου περιστασιακό ελιγμό της εξωτερικής μας πολιτικής. Ναι, «ανήκομεν εις την Δύσιν», με την ψυχρή λογική, αλλά η καρδιά μας είναι πιο κοντά στον κόσμο της λαγγεμένης Ανατολής. Μια συλλογική στάση αλληλεγγύης που την εκφράζει περιεκτικά η απόφαση ενός Βυζαντινού μας προγόνου του 10ου αιώνα, του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Νικολάου Μυστικού: «Δυο βασίλεια», γράφει σε μιαν επιστολή του, «διαφεντεύουν ολόκληρη την Οικουμένη: εκείνο των Σαρακηνών και το βασίλειο των Ρωμαίων· αστέρες φωτεινοί και τα δυο λαμπρύνουν ολόκληρο το στερέωμα». Ρήση, που αντανακλά τον αμοιβαίο σεβασμό, αλλά και την τόσο γόνιμη πολιτιστική συνύπαρξη της χριστιανικής Ανατολής με τον κόσμο του Ισλάμ.

Οι λαοί της Δύσης πληρώνουν σήμερα ένα επαχθές, ένα αποτρόπαιο τίμημα για την αλαζονεία, τη στυγνή εκμετάλλευση που, επί εκατονταετίες άσκησαν οι κυβερνήσεις τους σε βάρος των λαών της Ανατολής. Ο εχθρός, οι «ισλαμιστές τρομοκράτες», όπως συνηθίζουν να τους αποκαλούν, δεν πέρασε απλώς εντός των τειχών στις πρωτεύουσες των τέως αποικιοκρατών, αλλά γεννήθηκε και ανδρώθηκε μέσα σ' αυτές.

Είναι οι Γάλλοι επιβάτες, με το μελαψό χρώμα σε όλες τις παραλλαγές του, που θα συναντήσει κανείς στο παρισινό μετρό ή οι ασιάτες Βρετανοί υπήκοοι της Α. Μεγαλειότητος που βλέπουμε τις μέρες αυτές στα τηλεοπτικά στιγμιότυπα να εκφράζουν, σε άπταιστη λονδρέζικη διάλεκτο, τον αποτροπιασμό τους για τα τρομοκρατικά χτυπήματα.

Μέσα από το πλήθος αυτό των «Ευρωπαίων» απογόνων των καταπιεσμένων λαών, των αλλοτριωμένων από τις πατροπαράδοτες παραδόσεις και την εθνική τους κουλτούρα αναδείχθηκε η Ύδρα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Ένα κατακάθι της Δυτικής κοινωνίας, ένα αντιδραστικό λούμπεν προλεταριάτο, εναντίον του οποίου, όπως έγραψε η Rosa LuxemburgΓύρω από τη ρωσική επανάσταση», 1918) ακόμα και τα δρακόντεια μέτρα της στρατιωτικής δικαιοσύνης παραμένουν ατελέσφορα...