Γραμματική της
Αρχαίας Ελληνικής

Αρχικοί χρόνοι ρημάτων

Εξ αριστερών βλέπουμε τη συζυγία και εν συνεχεία τους αρχικούς χρόνους (εκτός απ' όσα ρήματα της α' συζυγίας σχηματίζονται εύκολα), τη σημασία τους, τον αριθμό του μαθήματος που απαντιούνται για πρώτη φορά καθώς και κάποιες παρατηρήσεις.

1, adhortor-adhortatus sum-adhortari, προτρέπω, 45, αποθετικό

1, adligo, δένω, 3

1, administro, διαχειρίζομαι, 32

1, admiror-admiratus sum-admirari, θαυμάζω, 34, αποθετικό

1, adporto, φέρνω, 8

1, advento, πλησιάζω, 7

1, advolo, ορμώ, 3

1, aegroto, είμαι άρρωστος, 23

1, amo, αγαπώ, 12

1, appello, ονομάζω, 10

1, appropinquo, πλησιάζω, 16

1, arbitror-arbitratus sum-arbitrari, πιστεύω, 15, αποθετικό

1, ceno, δειπνώ, γευματίζω, 36

1, certo, (συν)αγωνίζομαι, 4

1, clamo, φωνάζω, 37

1, cogito, σκέφτομαι, 8

1, comparo, συγκρίνω, 3

1, concito, ξεσηκώνω, 9

1, confirmo, επιβεβαιώνω, στηρίζω, 14

1, conformo, διαπλάθω, 32

1, coniuro, συνωμοτώ, 19

1, conloco, εγκαθιστώ, 34

1, conor-conatus sum-conari, προσπαθώ, 18, αποθετικό

1, consecro, προσφέρω, 34

1, conservo, σώζω, 40

1, consulto, φροντίζω, 4

1, creo, εκλέγω, 15

1, curo, φροντίζω, 4

1, deploro, θρηνώ, κλαίω, 1

1, deporto, παίρνω μαζί μου, 30

1, desidero, επιθυμώ, 1

1, dimico, αγωνίζομαι, 11

1, disputo, μιλώ για, 13

1, dissimulo, προσποιούμαι ότι δεν, 42

1, do-dedi-datum-dare, δίνω, 12

1, dubito, αμφιβάλλω, 47

1, effemino, εκθηλύνω, 15

1, enoto, κρατάω σημειώσεις, 8

1, erro, περιπλανιέμαι, 8

1, ex(s)pecto, περιμένω, 38

1, ex(s)piro, πεθαίνω, 2

1, ex(s)ulo, είμαι εξόριστος, 1

1, excito, ξεσηκώνω, αποκαθιστώ, 14

1, exclamo, αναφωνώ, 24

1, excrucio, βασανίζω, 1

1, existimo, νομίζω, 14

1, explico, εκφράζω, 39

1, expugno, κυριεύω, 2

1, fugo, τρέπω σε φυγή, 31

1, fundo, θεμελιώνω, 2

1, funero, κηδεύω, 35

1, hiemo, ξεχειμωνιάζω, 7

1, honoro, τιμώ, 5

1, ignoro, αγνοώ, 23

1, imitor-imitatus sum-imitari, μιμούμαι, 22, αποθετικό

1, impero, διατάζω, 7

1, impetro, κατορθώνω κάτι, 23

1, importo, εισάγω, 7

1, incito, παρακινώ κάποιον, 29

1, inclamo, φωνάζω, 14

1, indignor-indignatus sum-indignari, αγανακτώ, 24, αποθετικό

1, insto-institi-/-instare, ασκώ πίεση, 40, μτχ. μέλλ. instaturus

1, interrogo, ρωτώ, 8

1, intro, μπαίνω, 23

1, investigo, αναζητώ τα ίχνη, 28

1, iudico, κρίνω, 40

1, laudo, επαινώ, 30

1, lavo-lavi-lautum (& lavatum)-lavare (& lavere), πλένω, 15· βλ. γραμμ. σελ. 123

1, lectito, διαβάζω συχνά, 26

1, libero, ελευθερώνω, 3

1, minitor-minitatus sum-minitari, απειλώ, 40, αποθετικό

1, miror-miratus sum-mirari, θαυμάζω, 36, αποθετικό

1, miseror-miseratus sum-miserari, θρηνώ, 17, αποθετικό

1, multo, τιμωρώ, 31

1, narro, αφηγούμαι, 1

1, navigo, πλέω, 2

1, nuntio, αναγγέλλω, 7

1, obiurgo, μαλώνω, 49

1, obsigno, υπογράφω & σφραγίζω, 17

1, occupo, καταλαμβάνω, 17

1, oppugno, πολιορκώ, 2

1, oro, παρακαλώ, 23

1, osculor-osculatus sum-osculari, φιλώ, 34, αποθετικό

1, paro, ετοιμάζω, 4

1, penso, ζυγίζω, 21

1, perturbo, ταράζω, 17

1, populor-populatus sum-populari, λεηλατώ, 43, αποθετικό

1, porto, μεταφέρω, 2

1, praedico, διακηρύσσω, 17

1, praeterequito, περνώ έφιππος μπροστά από, 31

1, proelior-proeliatus sum-proeliari, πολεμώ, 15, αποθετικό

1, profligo, κατατροπώνω, 11

1, propago, αφήνω απογόνους, 33

1, propulso, απωθώ, απομακρύνω, 4

1, pugno, μάχομαι, πολεμώ, 31

1, puto, νομίζω, θεωρώ, 22

1, renarro, αφηγούμαι από την αρχή, 2

1, reporto, ξαναφέρνω, ξανακερδίζω, 11

1, repugno, αντιμάχομαι, 1

1, reseco-resecui-resectum-resecare, κόβω, 49

1, resero, ανοίγω, 34

1, revoco, ανακαλώ, 33

1, rogo, παρακαλώ, ρωτώ, 21

1, saluto, προσαγορεύω, χαιρετώ, 20

1, sano, θεραπεύω, 33

1, scriptito, γράφω συχνά, 1

1, servo, τηρώ, φυλάω, 6

1, simulo, προσποιούμαι, 23

1, somnio, ονειρεύομαι, 14

1, specto, κοιτάζω, προσέχω, 28

1, spero, ελπίζω, 22

1, spolio, απογυμνώνω, σκυλεύω, 31

1, sto-steti-statum-stare, υπάρχω, 6

1, strangulo, στραγγαλίζω, 19

1, supero, νικώ, 11

1, turbo, ταράζω, 2

1, tutor-tutatus sum-tutari, προστατεύω, 25, αποθετικό

1, veneror-veneratus sum-venerari, προσκυνώ, λατρεύω, 34, αποθετικό

1, vitupero, επικρίνω, 46

1, voco, καλώ, 49

1, vulnero, τραυματίζω, πληγώνω, 19

2, abstineo-abstinui-abstentum-abstinere, απέχω από, 31

2, admoneo-admonui-admonitum-admonere, συμβουλεύω, 7

2, amoveo-amovi-amotum-amovere, απομακρύνω, 18

2, appareo-apparui-apparitum-apparere, εμφανίζομαι, 14 (όχι του eo)

2, assideo-assedi-assessum-assidere, κάθομαι, 36

2, audeo-ausus sum-audere, τολμώ, 40, ημιαποθετικό

2, aveo-/-/-avere, χαίρω, 29 (ελλειπτικό)

2, caveo-cavi-cautum-cavere, προσέχω, 7

2, censeo-censui-censum-censere, πιστεύω, 46

2, circumsedeo-circumsedi-circumsessum-ere, περικυκλώνω, 40

2, cohibeo-cohibui-cohibitum-cohibere, συγκρατώ, 23

2, compleo-complevi-completum-complere, συμπληρώνω, 11

2, contineo-continui-contentum-continere, στεριώνω, 6

2, debeo-debui-debitum-debere, οφείλω, (πρέπει), 7

2, decet-decuit-/-decere, αρμόζει, 46 (απρόσωπο)

2, deleo-delevi-deletum-delere, σκοτώνω, καταστρέφω, 3

2, deterreo-deterrui-deterritum-deterrere, αποθαρρύνω, 47

2, doceo-docui-doctum-docere, διδάσκω, υποδεικνύω, 29

2, exterreo-exterrui-exterritum-exterrere, τρομοκρατώ, 20

2, fateor-fassus sum-fateri, ομολογώ, 42, αποθετικό

2, foveo-fovi-fotum-fovere, περιβάλλω με αγάπη, 5

2, gaudeo-gavisus sum-gaudere, χαίρομαι, 3, ημιαποθετικό

2, habeo-habui-habitum-habere, έχω, θεωρώ, 3

2, iaceo-iacui-[iacitum]-iacere, βρίσκομαι, 5, μτχ. μέλλ. iaciturus

2, immineo-/-/-imminere, πλησιάζω απειλητικά, 42, ελλειπτικό

2, impleo-implevi-impletum-implere, συμπληρώνω, 26

2, inhaereo-inhaesi-inhaesum-inhaerere, προσκολλιέμαι, 26

2, intueor-intuitus sum-intueri, κοιτάζω, 32, αποθετικό

2, iubeo-iussi-iussum-iubere, διατάζω, 7

2, lateo-latui-/-latere, κρύβομαι, 20

2, licet-licuit (& licitum est)-licitum-licere, είναι δυνατόν, 8, απρόσωπο

2, maneo-mansi-mansum-manere, (περι)μένω, 43

2, medeor-/-/-mederi, γιατρεύω, 33, αποθετικό

2, mereo-merui-meritum-merere, αξίζω, 30

2, moneo-monui-monitum-monere, συμβουλεύω, 45

2, moveo-movi-motum-movere, κινώ, 3

2, noceo-nocui-nocitum-nocere, αφανίζω, 3

2, obtineo-obtenui-obtentum-obtinere, πετυχαίνω, 50

2, paenitet-paenituit-/-paenitere, μετανιώνω, 27, του ρήματος paeniteo· συνήθως απαντά στο γ' πρόσωπο

2, pareo-parui-paritum-parere, υπακούω, 22

2, permoveo-permovi-permotum-permovere, παρακινώ, 31

2, persedeo-persedi-persessum-persedere, κάθομαι, 38

2, persuadeo-persuasi-persuasum-persuadere, πείθω, 45 [+ειδικό απαρέμφατο=πείθω κάποιον ότι... (λεκτικό ρήμα)/+βουλητική πρόταση=πείθω κάποιον να... (κάνει κάτι) (προτρεπτικό ρήμα)]

2, pertineo-pertinui-pertentum-pertinere, αδιαφορώ, 37

2, placeo-placui(& placitum est)-placitum-ere, αρέσω, 3

2, placet-placuit-placitum-placere, αποφασίζω, 35

2, possideo-possedi-possessum-possidere, κατέχω, 5

2, praebeo-praebui-praebitum-praebere, παρέχω, 36

2, prohibeo-prohibui-prohibitum-prohibere, εμποδίζω, 18

2, provideo-providi-provisum-providere, μεριμνώ, 45

2, remaneo-remansi-/-remanere, παραμένω, 7

2, respondeo-respondi-responsum-respondēre, απαντώ, 3

2, rideo-risi-risum-ridere, γελώ, 8

2, sedeo-sedi-sessum-sedere, κάθομαι, 8

2, soleo-solitus sum-solere, συνηθίζω, 7, ημιαποθετικό

2, studeo-studui-/-studere, σπουδάζω, ασχολούμαι, 5

2, stupeo-stupui-/-stupere, θαμπώνομαι, 3

2, taceo-tacui-tacitum-tacere, σωπαίνω, 41

2, teneo-tenui-tentum-tenere, κρατώ, 5

2, timeo-timui-/-timere, φοβάμαι, 47

2, urgeo-ursi-/-urgere, στέλνω, 3

2, valeo-valui-/-valere, είμαι υγιής, 8, μτχ. μέλλ. valiturus

2, vereor-veritus sum-vereri, φοβάμαι, 45, αποθετικό

2, video-vidi-visum-videre, βλέπω, 3

2, videor-visus sum-videri, φαίνομαι, 27

3, abdo-abdidi-abditum-abdere, κρύβω, 17

3, abicio-abieci-abiectum-abicere, πετάω, καταθέτω, 34

3, accedo-accessi-accessum-accedere, πλησιάζω, 32

3, accido-accidi-/-accidere, συμβαίνω, 12

3, accipio-accepi-acceptum-accipere, (υπο)δέχομαι, 10

3, adduco-adduxi-adductum-adducere, οδηγώ, επηρεάζω, 17 (β' εν. προστ. ενστ.: adduc και adduce)

3, adgnosco-adgnovi-adgnitum-adgnoscere, αναγνωρίζω, 20

3, adhaeresco-adhaesi-adhaesum-adhaerescere, προσκολλιέμαι, 45

3, adimo-ademi-ademptum-adimere, αφαιρώ, 9

3, admitto-admisi-admissum-admittere, δέχομαι, 48

3, affero-attuli-allatum-afferre, φέρνω, 25 (προστακτική affer/adfer)

3, afficio-affeci-affectum-afficere, περιβάλλω, θανατώνω, 14 (ad+facio)(β' πρόσωπο προστακτικής: affice)

3, ago-egi-actum-agere, οδηγώ, κάνω, 23

3, alo-alui-alitum (& altum)-alere, εκτρέφω, 42

3, amitto-amisi-amissum-amittere, χάνω, 13

3, animadverto-animadverti-animadversum-animadvertere, παρατηρώ, 12

3, antecello-/-/-antecellere, ξεπερνώ, 31

3, antepono-anteposui-antepositum-anteponere, προκρίνω, 46

3, appendo-appendi-appensum-appendere, ζυγίζω, 21

3, ascendo-ascendi-ascensum-ascendere, ανεβαίνω, 23

3, aspicio-aspexi-aspectum-aspicere, κοιτάζω, 14

3, averto-averti-aversum-avertere, στρέφω προς τα έξω, 18, εκτρέπω, 39

3, cado-cecidi-casum-cadere, πέφτω, 43

3, capio-cepi-captum-capere, πιάνω, 8

3, cedo-cessi-cessum-cedere, παραχωρώ, 38

3, cerno-crevi-cretum-cernere, (δια)κρίνω, 16, μτχ. πρκ. conspectus (συνήθως, από το conspicio) [Η μετοχή του παθητικού παρακειμένου (cretus) απαντά μόνο μία φορά στην κλασική λατινική: “cineris bene creti,” Pall. 12, 22, 3· είναι όμως συνηθέστερη στα σύνθετα του cerno· π.χ. “certā deinde sorte senatus consultum factum est,” Titus Livius, Ab urbe condita libri, 36, 2, 2]

3, claudo-clausi-clausum-claudere, κλείνω, 10

3, cognosco-cognovi-cognitum-cognoscere, γνωρίζω, 24

3, cogo-coegi-coactum-cogere, συγκαλώ, 37

3, colo-colui-cultum-colere, καλλιεργώ, κατοικώ, 32

3, complector-complexus sum-complecti, αγκαλιάζω, 26, αποθετικό

3, compono-composui-compositum-componere, τελειώνω, 11

3, comprehendo-comprehendi-comprehensum-comprehendere, συλλαμβάνω, 16

3, comprimo-compressi-compressum-ere, περιορίζω, 33

3, concipio-concepi-conceptum-concipere, πιάνω, 14

3, concutio-concussi-concussum-concutere, συνταράζω, 14

3, condo-condidi-conditum-condere, κτίζω, 10

3, conduco-conduxi-conductum-conducere, νοικιάζω, 23 (β' εν. προστ. ενστ.: conduc και conduce)

3, confero-contuli-conlatum-conferre, συγκεντρώνω, 35

3, confido-confisus sum-confidere, εμπιστεύομαι, 25, ημιαποθετικό

3, confugio-confugi-/-confugere, καταφεύγω, 14

3, confundo-confudi-confusum-confundere, συγχέω, 18

3, congredior-congressus sum-congredi, συγκρούομαι, 31, αποθετικό

3, congruo (ŭ)-congrui-/-congruere, συμφωνώ, συμπίπτω, 38, μτχ. μέλλ.: conguiturus

3, conloquor-conlocutus sum-conloqui, κουβεντιάζω, 48, αποθετικό

3, conscribo-scripsi-scriptum-scribere, γράφω, 45

3, consequitur-consecutus est-consequi, προκύπτει, 46, απρόσωπο

3, consequor-consecutus sum-consequi, πετυχαίνω, 19, αποθετικό

3, consido-consedi-consessum-considere, καθίζω, 16

3, consisto-constiti-(constitum)-consistere, συνίσταμαι, 15

3, conspicio-spexi-spectum-spicere, βλέπω, 45

3, constituo-constitui-constitutum-constituere, αποφασίζω, 9

3, consulo-consului-consultum-consulere, φροντίζω, 22

3, contemno-contempsi-contemptum-contemnere, περιφρονώ, 36

3, contendo-contendi-contentum-contendere, φιλονικώ, 50

3, contundo-contudi-contusum-contundere, συντρίβω, 10

3, converto-converti-conversum-convertere, γυρίζω, 18

3, corrumpo-corrupi-corruptum-corrumpere, διαφθείρω, 36

3, credo-credidi-creditum-credere, πιστεύω, 24

3, cupio-cupi(v)i-cupitum-cupere, επιθυμώ, 11

3, curro-cucurri-cursum-currere, τρέχω, 12

3, decerpo-decerpsi-decerptum-decerpere, κόβω, 25

3, dedo-dedidi-deditum-dedere, παραδίδω, 16

3, deduco-deduxi-deductum-deducere, οδηγώ, φέρνω, 28 (β' εν. προστ. ενστ.: deduc και deduce)

3, defero-detuli-delatum-deferre, μεταφέρω, 20 (προστ. defer)

3, deficio-defeci-defectum-deficere, παθαίνω έκλειψη, 13

3, deligo-delegi-delectum-deligere, εκλέγω, 9

3, depono-deposui-depositum-deponere, καταθέτω, 25

3, deprehendo-deprehendi-deprehensum-deprehendere, συλλαμβάνω, 19

3, desero-deserui-desertum-deserere, εγκαταλείπω, 35

3, desisto-destiti-/-desistere, σταματώ, 37

3, deverto-deverti-deversum-devertere, καταλύω, μένω, 27

3, devertor-deverti-deverti, καταλύω, 27, ημιαποθετικό

3, dico-dixi-dictum-dicere, λέγω, 12 (προστακτική dic)

3, diffluo-diffluxi-diffluctum-diffluere, διαρρέω, 33

3, dilabor-dilapsus sum-dilabi, καταρρέω, 33, αποθετικό

3, diligo-dilexi-dilectum-diligere, αγαπώ, 26

3, discedo-discessi-discessum-discedere, σκορπίζομαι, 16

3, disco-didici-/-discere, μαθαίνω, 29

3, discurro-discu(cu)rri-discursum-discurrere, τρέχω, 20

3, divido-divisi-divisum-dividere, μοιράζω, 21

3, duco-duxi-ductum-ducere, οδηγώ, 32· (β' εν. προστ. ενστ.: duc και duce)

3, edico-edixi-edictum-edicere, διατάζω, 31

3, efficio-effeci-effectum-efficere, δημιουργώ, κατορθώνω, 39

3, egredior-egressus sum-egredi, βγαίνω, 23, αποθετικό

3, elabor-elapsus sum-elabi, γλιστρώ, 49, αποθετικό

3, emitto-emisi-emissum-emittere, αφήνω, 48

3, emo-emi-emptum-emere, αγοράζω, 29

3, everto-everti-eversum-evertere, καταστρέφω εντελώς, 21

3, excludo-exclusi-exclusum-excludere, διώχνω, 20

3, exigo-exegi-exactum-exigere, εισπράττω, 35

3, expello-expuli-expulsum-expellere, διώχνω, 19

3, expeto-expetivi(& expetii)-expetitum-ere, επιδιώκω, 32

3, extraho-extraxi-extractum-extrahere, τραβώ, παρατείνω, 9

3, facio-feci-factum-facere, κάνω, 24 (προστακτική συνήθως fac, αλλά απαντά και ο αρχαϊκός τύπος face)

3, fatiscor-fessus sum-fatisci, κουράζομαι, 18, αποθετικό

3, fero-tuli-latum-ferre, φέρνω, 10 (προστακτική fer)

3, fingo-finxi-fictum-fingere, πλάθω, 17

3, fio-factus sum-fieri, γίνομαι, 16, (παθητικό του facio)· βλ. γραμματική σελ. 91-92

3, fugio-fugi-fugitum-fugere, φεύγω, 16

3, fundo-fudi-fusum-fundere, τρέπω σε φυγή, 35

3, gero-gessi-gestum-gerere, διεξάγω, 10

3, gigno-genui-genitum-gignere, γεννώ, 27

3, impendo-impendi-impensum-impendere, ξοδεύω, 29

3, impono-imposui-impositum-imponere, επιβάλλω, 10

3, induco-induxi-inductum-inducere, εισάγω, 47 (β' εν. προστ. ενστ.: induc και induce)

3, ingredior-ingressus sum-ingredi, εισβάλλω, 43, αποθετικό

3, inquam-(inquii)-/-/, λέγω, 12, ελλειπτικό· βλ. γραμματική σελ. 92

3, instinguo-instinxi-instinctum-instinguere, κατευθύνω, 48

3, instituo-institui-institutum-instituere, διδάσκω, 29

3, intelli(e)go-intellexi-intellectum-intellegere, καταλαβαίνω, 41

3, intendo-intendi-intentum-intendere, κατευθύνομαι, 42

3, intercipio-intercepi-interceptum-intercipere, αρπάζω, 45

3, interficio-interfeci-interfectum-interficere, σκοτώνω [παθητικό: interfio & interficior]

3, interimo-interemi-interemptum-interimere, εξολοθρεύω, 21

3, intromitto-intromisi-intromissumere, βάζω μέσα, 34

3, introrumpo-introrupi-introruptum-introrumpere, εισβάλλω, 48

3, invado-invasi-invasum-invadere, πιάνω, 13

3, irascor-iratus sum-irasci, οργίζομαι, 3, αποθετικό (πρκ. & suscensui από το suscenseo)

3, lacesso-lacessivi-lacessitum-lacessere, προσκαλώ, 31

3, laedo-laesi-laesum-laedere, βλάπτω, 9

3, lego-legi-lectum-legere, μαζεύω, διαβάζω, κόβω, βγάζω, 27

3, loquor-locutus sum-loqui, μιλώ, 41, αποθετικό

3, ludo-lusi-lusum-ludere, παίζω, 26

3, malo-malui-/-malle, προτιμώ, 36

3, memini-/-/-meminisse, θυμάμαι, 25, ελλειπτικό· βλ. γραμματική, σελ. 91-92

3, metuo-metui-metutum-metuere, φοβάμαι, 44

3, mitto-misi-missum-mittere, στέλνω, ρίχνω, 13

3, morior-mortuus sum-mori, πεθαίνω, 20, αποθετικό, μτχ. μέλλ. moriturus

3, nascor-natus sum-nasci, γεννιέμαι, 11, αποθετικό, μτχ. μέλλ. nasciturus

3, negle(i)go-neglexi-neglectum-neglegere, αδιαφορώ, 22

3, nolo-nolui-/-nolle, δε θέλω, αρνούμαι, 25

3, nosco-novi-notum-noscere: γνωρίζω, 28

3, obfero (& offero)-obtuli-oblatum-obferre, φέρνω, 39

3, obicio-obieci-obiectum-obicere, ρίχνω, 32

3, obsequor-obsecutus sum-obsequi, κάνω χατήρι, 37, αποθετικό

3, obsolesco-obsolevi-obsoletum-obsolescere, παλιώνω, 41· μτχ. πρκ. obsoletus-a-um (Λειτουργεί και ως επίθετο. Απαντά και ο συγκριτικός obsoletior (oratio). Επίρρημα: obsŏlētē -obsoletius)

3, obtingit-obtigit-/-obtingere, μου λαχαίνει, 12

3, occido-occidi-occisum-occidere, σκοτώνω, 16

3, occurro-occurri (ή occucurri)-occursum-occurrere, επιτίθεμαι, 16

3, opprimo-oppressi-oppressum-opprimere, πιάνω επ' αυτοφώρω, 47

3, ostendo-ostendi-ostentum(& ostensum)-ostendere, δείχνω, 25

3, pario-peperi-partum-parere, γεννώ, κερδίζω, 10, μτχ. μέλλ. pariturus

3, patior-passus sum-pati, ανέχομαι, 43, αποθετικό

3, percello-perculi-perculsum-percellere, ανατρέπω, 33

3, perdo-perdidi-perditum-perdere, χάνω, 9

3, pergo-perrexi-perrectum-pergere, κατευθύνομαι, 18

3, perlego-perlegi-perlectum-perlegere, διαβάζω, 45

3, peto-petivi (& petii)-petitum-petere, ζητώ, 31

3, pono-posui-positum-ponere, θέτω, 6

3, posco-poposci-/-poscere, ζητώ, 49

3, praecipio-praecepi-praeceptum-praecipere, καθοδηγώ, 48

3, praeripio-praeripui-praereptum-praeripere, αρπάζω, 49

3, praesumo-praesumsi-praesumptum-praesumĕre, προγεύομαι, 12

3, praetendo-praetendi-praetentum-praetendere, τεντώνω, 20

3, premo-pressi-pressum-premere, πιέζω, 39

3, produco-produxi-productum-producere, οδηγώ, 16 (β' εν. προστ. ενστ.: produc και produce)

3, proicio-proieci-proiectum-proicere, ρίχνω, καταθέτω, 16

3, propono-proposui-propositum-proponere, βάζω μπροστά, 32

3, prorepo-prorepsi-proreptum-prorepere, σέρνομαι, 20

3, prorumpo-prorupi-proruptum-ere, ξεσπώ, 23

3, prosterno-prostravi-prostratum-prosternere, καταλύω, 33

3, quaero-quaesivi-quaesitum-quaerere, ρωτώ, 24

3, quaeso-/-/-quaesere, παρακαλώ, 28

3, queror-questus sum-queri, παραπονιέμαι, 17, αποθετικό

3, quiesco-quievi-quietum-quiescere, ησυχάζω, 23

3, recedo-recessi-recessum-recedere, αποσύρομαι, 20

3, recipio-recepi-receptum-recipere, υποχωρώ, 21

3, reddo-reddidi-redditum-reddere, καθιστώ, κάνω, 37

3, refero-rettŭli (& retuli), rĕlātum (& rellatum), rĕferre, παραδίδω, 16

3, reficio-refeci-refectum-reficere, ξεκουράζω, 18

3, rego-rexi-rectum-regere, κυβερνώ, 46

3, relinquo-reliqui-relictum-relinquere, αφήνω, 32

3, remollesco-/-/-remollescere, γίνομαι μαλθακός, 15, ελλειπτικό

3, repono-reposui-repositum-reponere, τοποθετώ, 22

3, restituo-restitui-restitutum-restituere, επαναφέρω, ξαναφέρνω, 10

3, revertor-reverti & reversus sum-reverti, επιστρέφω, 21, αποθετικό & ημιαποθετικό

3, ruo-rui-rutum-ruere, ορμώ, 31, μτχ. μέλλ. ruiturus

3, scribo-scripsi-scriptum-scribere, γράφω, 26

3, seiungo-seiunxi-seiunctum-seiungere, χωρίζω, 11

3, sequor-secutus sum-sequi, ακολουθώ, 21, αποθετικό

3, sino-sivi-situm-sinere, επιτρέπω, 15

3, solvo-solvi-solutum-solvere, λύνω, χαλαρώνω, 36

3, succurrit-succurrit-succursum-succurrere, μου 'ρχεται στο μυαλό, 43, γ' πρόσωπο

3, sumo-sumpsi-sumptum-sumere, παίρνω, 23

3, suscipio-suscepi-susceptum-suscipere, δέχομαι, 30

3, suspicio-suspexi-suspectum-suspicere, βλέπω, υποπτεύομαι, 44

3, trado-tradidi-traditum-tradere, παραδίδω, 16

3, traho-traxi-tractum-trahere, τραβώ, 23

3, transfero-transtuli-translatum-transferre, μεταφέρω, 10

3, transfigo-transfixi-transfixum-transfigere, διαπερνώ, 31

3, utor-usus sum-uti, χρησιμοποιώ, 36, αποθετικό

3, verto-verti-versum-vertere, στρέφω, 16

3, vinco-vici-victum-vincere, νικώ, 13

3, vivo-vixi-victum-vivere, ζω, 23

3, volo-volui-/-velle, θέλω, 24

4, abeo-abi(v)i-abitum-abire, φεύγω, 21, ab+eo

4, adeo-adii-aditum-adire, πλησιάζω, 45, ad+eo

4, aio-(ait)-/-/, λέγω, 27, ελλειπτικό, βλ. γραμματική σελ. 92

4, aperio-aperui-apertum-aperire, αποκαλύπτω, 9

4, audio-audi(v)i-auditum-audire, ακούω, πληροφορούμαι, 7

4, coepi-(incepi-inceptum)-coepisse, άρχισα, 18, ελλειπτικό (βλ. γραμματική, σελ. 91-92: παρακείμενος με σημασία ενεστώτα. Οι χρόνοι που λείπουν αναπληρώνονται από το incipio. Μτχ. πρκ. coeptus-a-um, μτχ. μέλ. coepturus-a-um)

4, desilio-desilui-(desultum)-desilire, πηδώ κάτω, 15

4, dissentio-dissensi-dissensum-dissentire, διαφωνώ, 50

4, dormio-dormivi-dormitum-dormire, κοιμάμαι, 18

4, eo-ivi-itum-ire, πηγαίνω, 12

4, expedio-expedi(v)i-expeditum-expedire, απελευθερώνω (me: ξεγλιστρώ, 11)

4, experior-expertus sum-experiri, δοκιμάζω, 49, αποθετικό

4, intervenio-veni-ventum-venire, παρεμβαίνω, 47

4, invenio-inveni-inventum-invenire, βρίσκω, 9

4, mentior-mentitus sum-mentiri, ψευδομαι, 24, αποθετικό

4, molior-molitus sum-moliri, μηχανεύομαι, 49, αποθετικό

4, munio-munivi-munitum-munire, οχυρώνω, 10

4, nequeo-nequi(v)i-/-nequire, δεν μπορώ, 37

4, nescio-nesci(v)i-nescitum-nescire, αγνοώ, 44 (προστακτική: nescito-nescitote μόνο, όπως και το scio)

4, nutrio-nutri(v)i-nutritum-nutrire, (ανα)τρέφω, 10

4, orior-ortus sum-oriri, γεννιέμαι, ανατέλλω, 10, αποθετικό, μτχ. μέλλ. oriturus (στην οριστική του ενεστώτα, την υποτακτική του παρατατικού και στην προστακτική σχηματίζεται κανονικά κατά τη γ' συζυγία: orĕris, orĭtur, orĭmur, orimini - orĕrer, orĕrentur... Βλ. γραμματική, σελ. 126)

4, pereo-peri(v)i-peritum-perire, πεθαίνω, 12, per+eo

4, pervenio-perveni-perventum-pervenire, φθάνω, 42

4, punio-puni(v)i-punitum-punire, τιμωρώ, 9

4, redeo-redii-reditum-redire, επιστρέφω, 12 (red+eo)

4, scio-scivi (& scii)-scitum-scire, γνωρίζω, 24 (προστακτική ενεστώτα και μέλλοντα: β' scito, β' scitote)

4, sentio-sensi-sensum-sentire, καταλαβαίνω, 18

4, servio-servi(v)i-servitum-servire, υπηρετώ, 22

4, stabilio-stabili(v)i-stabilitum-stabilire, στεριώνω, 22

4, subvenio-subveni-subventum-subvenire, βοηθώ, 33

4, transeo-transii-transitum-transire, διέρχομαι, 11, trans+eo

4, venio-veni-ventum-venire, έρχομαι, 14

4, vincio-vinxi-vinctum-vincire, δένω, στερεώνω, 33

-absum-afui-/-abesse, απουσιάζω, 18 (μετοχή ενεστώτα: absens)

-adsum-adfui-/-adeese, είμαι παρών, έρχομαι, 45

-interest-interfuit-/-interesse, ενδιαφέρει, 29

-possum-potui-/-posse, δύναμαι, μπορώ, 6

-praesum-praefui-/-praeesse, προΐσταμαι, παρίσταμαι, 22 (μετοχή ενεστώτα: praesens)

-sum-fui-/-esse, είμαι, 1, μτχ. μελλ.: futurus