Νεοελληνική ποίηση
- Έλληνες Ποιητές
- Άγρας Τέλλος
- Αναγνωστάκης Μανόλης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Αφιέρωμα 7 Ημέρες, Καθημερινή, 4/12/2005
- el.wikipedia.org
- Βιβλιογραφία, Διαδικτυακές παραπομπές
- Βαρβέρης Γιάννης
- Βάρναλης Κώστας
- Κείμενα
- Μελέτες
- Γκανάς Μιχάλης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Μιχάλης Γκανάς (Εργοβιογραφικά
- Εργογραφία Μιχάλη Γκανά
- Η πράξη αφήγησης στα πεζά του Μιχάλη Γκανά
- Όμορφη, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου
- Αγαπημένη, απωθημένη και μισητή πατρίδα (Μητριά πατρίδα)
- Διάβασα τους «Στίχους» του Μιχάλη Γκανά
- Τραγούδια μουντζουρωμένα όπως είναι η ζωή
- Όταν το τραγούδι καλωσορίζει την ποίηση
- Γονατάς Ε.Χ.
- Κείμενα
- Μελέτες
- Δημοτικό Τραγούδι
- Κείμενα
- Μελέτες
- Δημουλά Κική
- Κείμενα
- Μελέτες
- Αυτοβιογραφικό σημείωμα
- Bιογραφία-Βιβλιογραφία-Εργογραφία
- Εργογραφία
- 2010, Εύρετρα
- Η Κική ∆ηµουλά στα 80
- Μια ποιήτρια εξομολογείται
- CD με ποιήματα της Κικής Δημουλά
- Το λίγο του κόσμου της κριτικής...
- Σημειώσεις στα ποιήματα της Κικής Δημουλά
- H «εσωτερική πατριδογνωσία» της Δημουλά
- Παραμυθητικές αναθυμιάσεις της μνήμης
- «Έδωσα βουβά ποιήματα και πήραν φωνή»(CD)
- «H ποίηση βοηθά όσο το κερί σε ένα ξωκλήσι»
- Εξομολογήσεις μιας «αθάνατης»
- «Να αντέξεις είναι το ζητούμενο»
- «Η ποίηση αναπληρώνει αυτό που δεν μπορείς να ζήσεις»
- Χρονικογράφος του εφήμερου
- Ελεγείο για μικρομεσαίες πλάνες (Ήχος απομακρύνσεων)
- Φτασμένοι είναι μόνο οι νεκροί
- Οι σεισμοί (και «τα σείστρα») της Κικής Δημουλά
- Το ωραίο ζητούμενο
- «Μαζεύω πεταμένη ανθρωπότητα»
- Με ενοχλεί η λέξη ποιήτρια
- Εγγονόπουλος Νίκος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Στο τέλος μένει μόνον η αλήθεια (Πρακτικά συνεδρίου)
- Υπόσχονται ευτυχία για να μας κάνουν ζάφτι
- Τα σκέλη της σαν ξαφνιασμένα ψάρια...
- Περισσότερο από υπερρεαλιστής
- Η προκλητικότητα του ποιητή
- Χρειαζόταν όλες τις λέξεις
- Ο «αυτόχθων» υπερρεαλισμός του
- Τεμαχίζοντας τον ποιητή του «Μπολιβάρ»
- Μια μοναδική ζωγραφική γλώσσα
- Στον υπερρεαλισμό δεν προσεχώρησα ποτέ
- Ο ιδιότυπος υπερρεαλισμός του
- Τα χρώματα και τα πετούμενα στην ποίησή του
- Σύνοψις βίου και έργου του ποιητή
- Ο ποιητής ως πουλί πετούμενο
- Καταπιστεύματος τύχαι
- Το ιδεολογικό φρέαρ
- Μονάχοι πάντα, κι' ελεύθεροι
- Ελύτης Οδυσσέας
- Κείμενα
- Μελέτες
- Εμπειρίκος Ανδρέας
- Κείμενα
- Μελέτες
- Ευσταθιάδης Γιάννης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Καβάφης Κωνσταντίνος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Καββαδίας Νίκος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Κακναβάτος Έκτωρ
- Κείμενα
- Μελέτες
- Κάλβος Ανδρέας
- Κείμενα
- Μελέτες
- Καρυωτάκης Κώστας
- Κείμενα
- Μελέτες
- Κατσαρός Μιχάλης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Κορνάρος Βιτσέντζος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Κρυστάλλης Κώστας
- Κείμενα
- Μελέτες
- Λίκος Γιώργος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Λιοντάκης Χριστόφορος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Μαβίλης Λορέντζος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Μαλακάσης Μιλτιάδης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Παλαμάς Κωστής
- Κείμενα
- Μελέτες
- Πατρίκιος Τίτος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Συγκατοίκηση με το παρόν
- «Όλα τα κόµµατα νοσταλγούν το παρελθόν»
- Πολέμης Ιωάννης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Πρατικάκης Μανόλης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Ρίτσος Γιάννης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Σαχτούρης Μίλτος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Σεφέρης Γιώργος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Σικελιανός Άγγελος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Σολωμός Διονύσιος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Φιλύρας Ρώμος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Φωκάς Νίκος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Χριστοδούλου Δήμητρα
- Μη Έλληνες Ποιητές
- Baudelaire Charles Pierre (Μπωντλαίρ Σαρλ)
- Byron George Gordon (Βύρων)
- Κείμενα
- Μελέτες
- Dante Alighieri (Δάντης)
- Κείμενα
- Μελέτες
- Foscolo Ugo (Νικόλαος (Ούγκο) Φόσκολο)
- Neruda Pablo (Νερούδα Πάμπλο)
- Κείμενα
- Μελέτες
- Rimbaud Arthur (Ρεμπώ Αρθούρος)
- Κείμενα
- Μελέτες
- Verlaine Paul
- Μελέτες για την Ποίηση/Διάφορα
- Οι τρεις απόστολοι του υπερρεαλισμού
- Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης: Πώς άρχισαν όλα
- Ντίνος Χριστιανόπουλος: Περί ποίησης και τεµπελιάς
- Τα ποιήματα του Νίκου Δήμου ( 1955-2005)
- Αναγνώσεις ποιητικών έργων
- Η ποίηση στην εποχή των ακραίων κλιματικών συνθηκών
- Σε ποιους απευθύνεται η ποίηση
- Ας διαβάσουμε ποίηση
- Αγωγή του Λόγου
- Φρανσουά Βιγιόν, ο πρώτος Καταραμένος Ποιητής
- Τα ποιήματα του Αθανασίου Κυριαζή (1887-1950)
- Η περιπλάνηση της ποίησης στον κόσμο των γηπέδων
«Μονάχοι πάντα, κι' ελεύθεροι»
Κώστας Ακρίβος, εφ. Ελευθεροτυπία, 12/8/2005
Όταν τον Μάιο του 1830 ο Σιμόν Χοσέ Αντόνιο Μπολίβαρ υ Παλάσιος, έχοντας απαρνηθεί οριστικά την εξουσία, εγκαταλείπει με τη συνοδεία του τη Μπογκοτά, γνωρίζει καλά πως το τέλος αυτού του ταξιδιού δεν θα είναι άλλο παρά η ήττα και ο θάνατος. Ενα πράγμα ωστόσο δεν είναι σε θέση ούτε να ξέρει ούτε, παρ' όλη τη στρατηγική του ιδιοφυΐα, να προβλέψει: ότι δηλαδή θα έρθει κάποτε μέρα που το όνομα και ο αγώνας του (πάει να πει, η ψυχή του) θα μετουσιωθούν χιλιάδες μίλια μακριά σε ποίημα αλλόγλωσσο από μια ιδιάζουσα και ξεχωριστή καλλιτεχνική προσωπικότητα.
Πράγματι, έναν αιώνα και δεκατρία χρόνια ακριβώς ύστερα από αυτό το ιστορικό συμβάν, σ' ένα κρύο υπόγειο διαμέρισμα της οδού Κυψέλης στην κατοχική Αθήνα, ο Οδυσσέας Ελύτης προσκαλείται από τον ομότεχνό του Νίκο Εγγονόπουλο για να του απαγγείλει, με άνεση άρχοντα και θλίψη εξόριστου πρίγκιπα, την καινούρια ποιητική του σύνθεση «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα». Ο Ελύτης εντυπωσιάζεται. Κι αυτό φαίνεται από τις πολλές αναφορές που κάνει τόσο στον ποιητή όσο και στο συγκεκριμένο ποίημα στο «Χρονικό μιας δεκαετίας» (Ανοιχτά Χαρτιά). Απ' όλους τους χαρακτηρισμούς τού Ελύτη αξίζει κανείς να απομονώσει την κρίση του για τη «φωνή» του Εγγονόπουλου, μια φωνή που «ήτανε από μακριά». Την ιδιαιτερότητα του ποιήματος ο Ελύτης και η παρέα του (Παπατζώνης, Γκάτσος, Μάτση Ανδρέου, Ν. Βαλαωρίτης και άλλοι) θα την συνειδητοποιήσουν ακόμη καλύτερα τις επόμενες μέρες, όταν ο Εγγονόπουλος θα τους διαβάσει τον «Μπολιβάρ» στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου, στην οδό Γεωργίου Αινιάνος. Τότε πια θα καταλάβουν ότι αυτή η ποιητική φωνή κατάγεται από αγωνίες και ενοράσεις που γεωγραφούνται πέρα κι απ' τη χώρα του υπερπραγματικού, προορισμένη να ιστορήσει τη μοίρα όντων ανένταχτων στη λογική του κόσμου τούτου. Και μια τέτοια ύπαρξη ήταν φυσικά και ο ίδιος ο Μπολιβάρ.
Στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση ο Εγγονόπουλος εξαργυρώνει τα οράματά του με εκτενή φραστικά σχήματα και λέξεις απρόβλεπτες, στην προσπάθεια να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του Μπολιβάρ. Αυτόν και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο θέλει όσο τίποτε άλλο ο ποιητής να ψάλει με τ' ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ' όλο τον κόσμο. Τον φαντάζεται να μάχεται κατάμονος, τον διηγείται ολόγυμνο και χρωματισμένο με ασβέστη γαλαζόλευκο, του παραστέκεται τις νύχτες της αγρύπνιας, τον χρίζει πατέρα του, τον ευλογεί σαν γενάρχη της καινούριας γενιάς, τον παρακολουθεί εντέλει να θυσιάζεται καιόμενος στο καμίνι της Libertad. Σε όλους τους στίχους του ποιήματος τα τύμπανα του υπερρεαλισμού ηχούν πολεμικά, μια και το δίλημμα εδώ για τον κάθε γενιάς και φυλής άνθρωπο είναι ευδιάκριτο: ή στρέφεις τα νώτα να οχυρωθείς στη μιζέρια τής καθημερινότητας ή ιππεύεις το άτι στο πλευρό του Επαναστάτη, κάτω από το λάβαρο της αέναης παγκόσμιας μάχης.
Στο μεταξύ τα χρόνια περνούν ατάραχα και σταθερά πάνω από το σώμα της Ιστορίας. Ετσι το 1989 ένας άλλος Λατινοαμερικανός commandante, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θα καταπιαστεί κι αυτός με τη σειρά του με την περίπτωση του Μπολιβάρ, στήνοντας πάνω στις στάχτες της ζωής και της φήμης του το μυθιστόρημα «Ο στρατηγός μες στον λαβύρινθό του». Η δράση καλύπτει το διάστημα 8 Μαΐου - 10 Δεκεμβρίου 1830 όταν πια, στην επιμονή του γιατρού του να μεταλάβει, ο Μπολιβάρ θα απορήσει: «Είμαι τόσο άσχημα για να μου μιλάνε για διαθήκη και για να εξομολογηθώ;...» Το επτάμηνο ταξίδι από την Μπογκοτά στον ποταμό Μαγδαλένα, το ύστατο στη θρυλική ζωή του Μπολιβάρ, ισοδυναμεί με μια αργή επώδυνη κάθοδο στην καρδιά του σκότους. Ανάμεσα στα παραμιλητά του πυρετού και στα διαλείμματα της αρρώστιας, ο Μπολιβάρ θα ξαναζήσει χάρη στην πένα του Μάρκες τις μέρες του προσωπικού και εθνικού θριάμβου και θα επαναλάβει νοερά τις επικές μάχες, που χάρισαν την ελευθερία στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Δυσοίωνα ενύπνια και αστραφτεροί εφιάλτες τον παρασέρνουν πότε στην αναβίωση της δόξας και πότε στα βαλτοτόπια των αποτυχιών. Με ακρίβεια αλλά και συμπάθεια, ο Μάρκες αφηγείται αυτόν τον φθίνοντα στρατηλάτη, κυριευμένο ολοκληρωτικά από τη μελαγχολική βεβαιότητα πως θα πεθάνει γυμνός και φτωχός αλλά, το χειρότερο, χωρίς την παρηγοριά της ευγνωμοσύνης του λαού του. Τα τελευταία λόγια που θα ακουστούν από το στόμα του είναι: «Διάβολε. Πώς θα βγω από αυτόν το λαβύρινθο!», για να ακολουθήσει η επιλογική παράγραφος του βιβλίου, όπου με αριστουργηματικό οίστρο ο Μάρκες περιγράφει το πέρασμα του ήρωα από τα νερά του ποταμού στο ερεβώδες αιώνιο ύδωρ του θανάτου.
Δυστυχώς ο Εγγονόπουλος δεν πρόφτασε να διαβάσει το κατά Μάρκες Ευαγγέλιο του Σίμωνος Μπολιβάρ. Πέντε χρόνια πριν από την κυκλοφορία στην Ελλάδα του μυθιστορήματος «Ο στρατηγός μες στο λαβύρινθό του», ο ίδιος είχε κάνει το δικό του ταξίδι προς τ' άστρα. Η εικοσάχρονη επέτειος της Εξόδου υπενθυμίζει αδυσώπητα, αν μη τι άλλο, την ενορατική αλήθεια του Ποιητή, που τώρα πια έχει ταυτιστεί μ' εκείνη του Μπολιβάρ:
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτε, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
