Νεοελληνική πεζογραφία
- Έλληνες πεζογράφοι
- Βαλαωρίτης Νάνος
- Βιζυηνός Γεώργιος
- Κείμενα
- Διατὶ ἡ μηλιὰ δὲν ἔγινε μηλέα
- Ποῖος ἢτον ὁ φονεὺς τοῦ ἀδελφοῦ μου
- Το αμάρτημα της μητρός μου
- Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
- Μελέτες
- Βικέλας Δημήτριος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Βουτυράς Δημοσθένης
- Δέλτα Πηνελόπη
- Bιογραφία-Βιβλιογραφία-Εργογραφία (ΕΚΕΒΙ)
- Ευαίσθητη και δημιουργική έως τη σιωπή του θανάτου
- Παραμύθι με όνομα
- Δούκα Μάρω
- Δούκας Στρατής
- Κείμενα
- Μελέτες
- Εφταλιώτης Αργύρης
- Θεοτοκάς Γιώργος
- Ο κριτικός Θεοτοκάς
- Ξαναδιαβάζοντας τον Θεοτοκά
- Ένα ελεύθερο πνεύμα
- Οι νεωτερικές τάσεις της «Αργώς»
- Θεοτόκης Κωνσταντίνος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Ιωάννου Γιώργος
- Καζαντζάκης Νίκος
- Επανεκδίδεται το σύνολο του έργου του Νίκου Καζαντζάκη
- Ο κατά Καζαντζάκη και ο κατά Κακογιάννη Ζορμπάς
- Να λυτρωθούμε από τον Ζορμπαδισμό
- Από το είναι στο γίγνεσθαι
- Λύθηκε ένα «αίνιγμα» του Νίκου Καζαντζάκη
- Το λογοτεχνικό παράδοξο του Νίκου Καζαντζάκη
- Σύντομο χρονικό του βίου του Νίκου Καζαντζάκη
- Το αντισυμβατικό θέατρο του Νίκου Καζαντζάκη
- Στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας
- Καραγάτσης Μίτια
- Καρκαβίτσας Ανδρέας
- Κόντογλου Φώτης
- Κείμενα
- Μελέτες
- Κορτώ Αύγουστος
- Λαμπροπούλου Εύη
- Μακρυγιάννης Ιωάννης
- Μητσάκης Μιχαήλ
- Μυριβήλης Στράτης
- Μωραϊτίδης Αλέξανδρος
- Κείμενα
- Μελέτες
- Ξενόπουλος Γρηγόριος
- Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος
- Κείμενα
- Άνθος του γιαλού
- Έρως-Ήρως
- Έρωτας στα χιόνια
- Η νοσταλγός
- Η Φόνισσα
- O ξεπεσμένος δερβίσης
- Όνειρο στο κύμα
- Το ιδιόκτητο
- Το μοιρολόγι της φώκιας
- Το χριστόψωμο
- Μελέτες
- Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Σχόλια στα νέα Άπαντα
- Να είχεν ο έρωτας σαΐτες
- Ο Παπαδιαμάντης στα θρανία
- Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
- Το φαινόµενο Παπαδιαµάντης
- Ένας μποέμ κοσμοκαλόγερος
- Γράφοντας, πίνοντας, ψέλνοντας
- Εκατό χρόνια συμπληρώνονται από το θάνατό του
- Ο ανέραστος ερωτικός
- Τ' άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
- Ο αόρατος μεταφραστής
- Όταν τραγουδά ο Παπαδιαμάντης
- O Παπαδιαμάντης και η κριτική
- H «Nοσταλγός» του στον κινηματογράφο
- Τραγουδώντας Παπαδιαμάντη
- 250 έργα Παπαδιαμάντη σε CD-RΟΜ
- «Η Φόνισσα είμαι εγώ»
- Τάξη στα εσκορπισμένα φύλλα
- Η «Φόνισσα» ως αντικοινωνικό μυθιστόρημα
- Ο Ευρωπαίος
- Ή άγιος ή μυθιστοριογράφος
- Ασφυκτικός εναγκαλισμός ελληνορθόδοξου κιτς
- Το ήθος της μορφής του
- Τ' αλειτούργητα ξωκλήσια της ψυχής
- Παπαδιαμαντική κιβωτός
- «Έρωντας είναι, δεν είναι γέροντας»
- Πεντζίκης Νίκος Γαβριήλ
- Πικρός Πέτρος
- Ρήγας Βελενστινλής
- Ροΐδης Εμμανουήλ
- Ροζέττη Ντόρα
- Σκαρίμπας Γιάννης
- Σωτηρίου Διδώ
- Τσίρκας Στρατής
- Χατζόπουλος Κωνσταντίνος
- Χωμενίδης Χρήστος
- Στη Δευτέρα Παρουσία ας μας βάλουν απουσί
- Ψυχάρης Γιάννης
- Αλλοδαποί πεζογράφοι
- Camus Albert (Αλμπέρ Καμύ)
- Cervantes Don Miguel (Μιγκέλ Θερβάντες)
- Clemens Samuel (Mark Twain-Μαρκ Τουέιν)
- Ο αντισυμβατικός Mαρκ Tουέιν δεν μασά τα λόγια του
- Ο ριζοσπάστης με το αθώο βλέμμα του σκότους
- Η παιγνιώδης -και βαθιά- μελαγχολία του πλοηγού από τον Μισισιπή
- Μάστορας της υπερβολής, της ασέβειας, του χιούμορ
- de Sade Comte (Μαρκήσιος ντε Σαντ)
- Dickens Charles (Κάρολος Ντίκενς)
- 200 χρόνια από τη γέννηση του άγγλου συγγραφέα
- Ντίκενς, ριζοσπάστης, διαχρονικός, επίκαιρος
- Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρόλου Ντίκενς
- Ο συγγραφέας που «άλλαξε» τα Χριστούγεννα
- Η υποκρισία της βικτοριανής εποχής (Ο ζοφερός οίκος)
- Το τέλος της αθωότητας (Μεγάλες προσδοκίες)
- Достоевский Фёдор Михайлович (Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι)
- Ο καθεδρικός της σκόρπιας ζωής (Ο ηλίθιος)
- Οι δαίμονες ενός γίγαντα (Δαιμονισμένοι)
- Ο Παίχτης
- Έγκλημα και τιμωρία
- «Aν είχα εύκολα τα δάκρυα, θα έκλαιγα»
- Hemingway Ernest (Έρνεστ Χεμινγουέι)
- Ξαναδιαβάζοντας τον Χέμινγουεϊ
- Αποχαιρετισμός στον Χέμινγουεϊ
- Ο τραγικός, αρρενωπός κύριος Χέμινγουεϊ
- Hugo Victor (Βίκτωρ Ουγκώ)
- Poe Edgar Allan (Έντγκαρ Άλλαν Πόε)
- Κείμενα
- Μελέτες
- Rilke Rainer Maria (Ράινερ Μαρία Ρίλκε)
- Saramago José de Sousa (Ζοζέ Σαραμάγκου)
- Verne Jules (Ιούλιος Βερν)
- Γοητευτικός και χωρίς τον μύθο του
- Μια «Ιλιάδα» ελευθερίας και ανεξαρτησίας
- Ραντεβού του Bερν με τον 21ο αιώνα
- Wilde Oscar (Όσκαρ Ουάιλντ)
- Σύμμεικτα
- «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», 10 χρόνια μετά
- Ο Παπαδιαμάντης στα θρανία
- Το αξιοθρήνητο τέλος ενός ερωτικού τρίο
- Μυθιστόρημα, μυθοπλασία και άλλα δεινά
- Ο κομμουνιστής που αγαπούσε τις πόρνες και τα αποβράσματα (Πέτρος Πικρός)
- Χρήστος Χωμενίδης: Είναι μπανάλ να δηλώνεις ιερόσυλος
- Ποιος νοιάζεται για τη λογοτεχνία;
- Aκρίβος Κώστας, Πανδαιμόνιο
- Πορτοκάλια και πικραλίδες
- Ο αντίχριστος (Αλεξάκης Βασίλης, μ.Χ.)
- Η έκδοση της ιστορίας του Λιβίστρου και της Ροδάμνης
- Ο τρόμος στον συναρπαστικό κόσμο των παραμυθιών
- Σοβαρά κέρδη και απώλειες δύο πεζογραφικών γενεών
- Η αιχμαλωσία του 1922
- Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου: H πρώτη ελληνίδα πεζογράφος;
- Γιατί διαβάζουμε ελληνική πεζογραφία;
Τ' αλειτούργητα ξωκλήσια της ψυχής
Δημοσθένης Κούρτοβικ, εφ. Τα Νέα, 27/10/1998
Κωστή Παπαγιώργη: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998, 216 σσ.
|
Η μελέτη του Παπαγιώργη για τον Παπαδιαμάντη καλείται ν' απαντήσει στο ίδιο δύσκολο ερώτημα με την ομόθεμη, αλλά ριζικά αντίδοξη του Προγκίδη: γιατί είναι τόσο σημαντικός αυτός ο συγγραφέας; Γιατί άραγε, ενώ περιγράφει τον ίδιο κόσμο με άλλους ηθογράφους της εποχής του, μας φαίνεται πως μιλάει για κάτι διαφορετικό, κάτι που αγγίζει βαθύτερες χορδές μας; Σε τι συνίσταται, με άλλα λόγια, αυτό που ο Ελύτης (όχι από τους οξυδερκέστερους αναγνώστες του Σκιαθίτη) ονόμασε «μαγεία του Παπαδιαμάντη» και από τότε έγινε μια έκφραση βολική για όλους, χρησιμεύοντας με την υποβλητική αοριστία της ως άλλοθι για τη νωθρότητα του αναλυτικού στοχασμού;
Τόσο ο Παπαγιώργης όσο και ο Προγκίδης αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να βρει απάντηση με αμιγώς λογοτεχνικούς όρους. Διότι ο Παπαδιαμάντης συνοδεύεται αναπόσπαστα από την παπαδιαμαντολογία. Όσο μεγάλος συγγραφέας και αν είναι, δεν τον διαβάζουμε απλώς για χάρη της αναγνωστικής απόλαυσης, αλλά επειδή έχουμε αποδεχτεί ότι στο έργο του βρίσκεται το κλειδί της εθνικής μας ιδιαιτερότητας, του «παράξενου τρόπου των Ελλήνων», όπως έγραψε ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Ο Παπαδιαμάντης έχει γίνει η υποχρεωτική αφετηρία, και συχνά επίσης το τέρμα, σχεδόν κάθε προσπάθειας να ορίσουμε ποιοι είμαστε, πού ανήκουμε και πού (πρέπει να) πάμε.
Θα ήθελα και θα έπρεπε να εξετάσω αυτά τα δύο βιβλία παράλληλα, το ένα στο φως του άλλου. Αλλά επειδή τα ζητήματα που θίγουν είναι πολλά και ο χώρος δεν επαρκεί, θα τα συζητήσω κατ' ανάγκην χωριστά.
Θα πω από τώρα, ωστόσο, το εξής. Η άποψη του Παπαγιώργη μού φαίνεται συνολικά πιο πειστική, αλλά η άποψη του Προγκίδη πιο ενδιαφέρουσα (και θα ήθελα να μπορούσα να τη συμμεριστώ). Διαβάζοντας τον Παπαγιώργη κατένευα ολοένα, συχνά θαυμάζοντας τη διεισδυτική ευστοχία παρατηρήσεων που εκθέτονται με υφολογική δεινότητα, αλλά στο τέλος μού έμεινε ένα αίσθημα εγκλεισμού και ασφυξίας. Διαβάζοντας τον Προγκίδη, εκνευριζόμουν κάθε τόσο από τα συλλογιστικά άλματά του (γοητευμένος την ίδια στιγμή και από αυτού τον λόγο, στην υπέροχη μετάφραση του Γιάννη Κιουρτσάκη), αλλά στο τέλος είχα την ευφρόσυνα ανήσυχη διάθεση να διαβάσω περισσότερο ιδίως Παπαδιαμάντη.
|
Νομίζω, δηλαδή, ότι ο Προγκίδης τιμά (ή και υπερτιμά) την ιδιοτυπία, τη δημιουργική αντιφατικότητα του συγγραφέα Παπαδιαμάντη περισσότερο απ' όσο ο Παπαγιώργης, ο οποίος ψαλιδίζει ό,τι περισσεύει από μια μορφή που πρέπει να εφαρμόσει επακριβώς σε μια ορισμένη, και όχι πρωτότυπη, ιδεολογική ερμηνεία, έστω και αν ο Παπαδιαμάντης συνειδητά μάλλον θα συμφωνούσε με αυτήν.
Από τον Παπαγιώργη δεν λείπει το λογοτεχνικό αισθητήριο. Κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά το εισαγωγικό κεφάλαιο του δοκιμίου του δείχνει από μόνο του ότι αναζητεί στον Παπαδιαμάντη κάτι που έχει ήδη βρει. Αυτή η εισαγωγή δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας υπό το πρίσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στους δυτικόφρονες εκσυγχρονιστές και τους οπαδούς τής καθ' ημάς ορθόδοξης Ανατολής. Ο Παπαγιώργης θεωρεί ότι αυτή η σύγκρουση ήταν ιστορικά αναπόφευκτο ν' αποβεί υπέρ των πρώτων, αλλά είναι φανερό ότι οι (καινούργιες, πρέπει να πούμε) ιδεολογικές συμπάθειές του τον φέρνουν πιο κοντά στους δεύτερους. Έτσι, ο Παπαδιαμάντης γίνεται οιονεί το θεωρητικό αρχέτυπο του Παπαγιώργη (ή μήπως ισχύει το αντίστροφο;): υμνεί έναν κόσμο για τον οποίο ξέρει ή διαισθάνεται ότι είναι ιστορικά καταδικασμένος.
Ο Παπαγιώργης δεν είναι τυφλός ούτε μπροστά στις αντιφάσεις και τις ιδιορρυθμίες της προσωπικότητας του Παπαδιαμάντη. Αλλά πιστεύει ότι αυτές τον προετοίμασαν καλύτερα για ένα έργο που θα ήταν η ποιητική αποθέωση της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Τα πάθη του Παπαδιαμάντη (αλκοόλ κ.λπ.), η νεανική μιμητική θητεία του σε δυτικά πρότυπα, ο ανεσταλμένος ερωτισμός του και πάνω απ' όλα η σχεδόν ισόβια βίωση της θέσης του παράταιρου, του εξόριστου, του «εκτός παιδιάς» ήταν ακριβώς οι δρόμοι που τον οδήγησαν στην ενατένιση της μυστηριακής ενότητας και της αγιότητας ενός συλλογικού σώματος στο οποίο άλλοι έβλεπαν απλώς ένα άθροισμα γραφικών χαρακτήρων, ηθών κι εθίμων.
Κι εδώ, επίσης, μπαίνει κανείς στον πειρασμό ν' αναρωτηθεί μήπως ο Παπαγιώργης ανακαλύπτει παραλληλίες με τη δική του πορεία, οι οποίες τον παρασύρουν ίσως πιο μακριά απ' όσο θα ήταν θεμιτό· μήπως στρογγυλεύει τις αντιφάσεις του Παπαδιαμάντη περισσότερο απ' όσο επιτρέπουν τα διηγήματά του, όπου εισβάλλουν κάθε τόσο και ο ερωτικός παροξυσμός και ο πολιτισμικός διχασμός και η αμφιθυμία απέναντι στην κοινότητα και απομυθοποιητικές παρεμβάσεις του συγγραφέα και απότομες, χωρίς προφανή λόγο αλλαγές θέματος και μυστηριώδεις σκιές των χαρακτήρων του και πολλά άλλα. Διερωτάται κανείς αν χωρίς τέτοια στοιχεία ο Παπαδιαμάντης θα ήταν πολύ συναρπαστικότερος από τον ξάδελφό του, τον Μωραϊτίδη, έστω και διατηρώντας την ορθόδοξη μεταφυσική του.
Απ' όσο μπορώ να δω, η συμβολή του Παπαγιώργη στην παπαδιαμαντολογία (χρησιμοποιώ εδώ αυτή την έκφραση ουδέτερα) εντοπίζεται σε τρία σημεία.
Το πρώτο είναι μια ωραία ανάλυση της γλωσσικής ιδιαιτερότητας του Παπαδιαμάντη. Ο Παπαγιώργης αποφεύγει όρους όπως «μαγεία» ή επικλήσεις της κατανυκτικότητας του παπαδιαμαντικού ιδιώματος. Με βάση τη διαπίστωση ότι «ο τρόπος γραφής, εκτός από ειδική μέθοδος να βλέπουμε τα πράγματα, είναι, πάνω απ' όλα, τρόπος να δημιουργούμε αυτό που βλέπουμε», λέει ότι ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποίησε ένα σύστημα «γλωσσικών αναβαθμών» (καθαρεύουσα με αρχαΐζουσες μνήμες, εκκλησιαστική γλώσσα, λαϊκή διάλεκτος) για να δώσει στα πρόσωπά του μια βαθύτερη υπόσταση που δεν υπήρχε στη φυσική εικόνα της σκιαθίτικης κοινότητας. Αυτή είναι και η διαφορά του από τους άλλους ηθογράφους. Ο Παπαδιαμάντης δεν φτιάχνει «ατμόσφαιρα»· προβάλλει πάνω στους ήρωές του επάλληλα στρώματα μιας μακραίωνης και πολυσχιδούς παράδοσης, που τα δικά τους εκφραστικά μέσα δεν ήταν σε θέση ν' αγκαλιάσουν.
Το αν, βέβαια, με αυτό τον τρόπο ανέδειξε τη βαθύτερη αλήθεια του κόσμου που περιέγραψε ή απλώς τον μυθοποίησε είναι άλλο ζήτημα. Την απάντηση του Παπαγιώργη εύκολα τη φαντάζεται κανείς. Άλλοι, με διαφορετικό ιδεολογικό προσανατολισμό, θ' απαντούσαν διαφορετικά.
Η δεύτερη συμβολή του Παπαγιώργη είναι η πολύ εύστοχη επισήμανση ότι ο Παπαδιαμάντης καταξίωσε μια κοινότητα από την οποία ήταν αποκομμένος, τόσο γεωγραφικά όσο και (εν μέρει) ψυχοκοινωνικά. Μετείχε και δεν μετείχε σ' αυτήν. Την προσέγγισε σαν χρονικογράφος και αυτοβιογραφούμενος μαζί. Σ' αυτή τη δίβουλη διάθεση, στην ανολοκλήρωτη προσπάθεια συναίρεσης του «εγώ» με το «εμείς», πιθανολογεί ο Παπαγιώργης ότι οφείλονται οι ατέλειες και τα χάσματα, αλλά και η γοητεία των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη.
Ο Παπαγιώργης λέει ότι ο Παπαδιαμάντης «πάσχιζε να θυμηθεί». Αυτή η διατύπωση μπορεί να μας πάει πολύ μακριά. Δίνει στην απόσταση του Παπαδιαμάντη από τη γενέθλια κοινότητα μια χρονική διάσταση, που την κάνει συγκρίσιμη με τη δική μας απόσταση από τις ρίζες μας, και μάλλον αυτό θέλει να υποβάλει ο Παπαγιώργης. Αλλά όταν πασχίζει κανείς να θυμηθεί, οδηγείται από ένα αίσθημα απώλειας που τον κάνει να θυμάται μ' έναν ορισμένο τρόπο και ν' αναζητεί στη μνήμη του συγκεκριμένα πράγματα. Δεν αποκαθιστά την ιστορία του· τη δημιουργεί. Αυτό, λοιπόν, που υπαινίσσεται ο Παπαγιώργης είναι η θεώρηση της ελληνορθόδοξης κοινότητας μέσα από ένα διπλό φίλτρο (του Παπαδιαμάντη και του συμπαθητικού αναγνώστη του) που αφήνει να περάσουν μόνο τα φωτεινά και ζεστά χρώματά της.
Το τρίτο σημείο είναι μια κριτική ανάγνωσης της Φόνισσας. Ο Παπαγιώργης θεωρεί αυτό το έργο αποτυχημένη απόπειρα διαπραγμάτευσης του Κακού. Η λεπτή επιχειρηματολογία του είναι απολύτως συνεπής προς την όλη εικόνα του για τον Σκιαθίτη. Επισημαίνει ότι στον κόσμο που αναπαριστάνει ο Παπαδιαμάντης η ατομική ψυχολογία, η συνειδητή ζωή είναι υποταγμένη στο κοινό ήθος. Οι όποιες μικροαπαραβάσεις αφομοιώνονται τελικά από αυτό. Σ' έναν τέτοιο κόσμο είναι άγνωστη η ηθική κρίση. Δεν μπορούν να υπάρξουν πρόσωπα που ο ψυχισμός, οι ιδέες και η συμπεριφορά τους τα κάνουν ενσάρκωση της αμαρτίας, γιατί αυτό προϋποθέτει έναν βαθμό εσωτερικής εξατομίκευσης που η παπαδιαμαντική οπτική αποκλείει. Η Φραγκογιαννού, που καλείται να παίξει αυτό τον ρόλο, δεν έχει ούτε αποκτά ποτέ συνείδηση των εγκλημάτων της, αντίθετα είναι ώς το τέλος πεπεισμένη ότι δρα ως απόστολος του Καλού. Δεν είναι μια παραβάτις που βασανίζεται από ένα εσωτερικό δράμα, όπως π.χ. οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι· είναι μάλλον μια φυσική ανωμαλία, ένα τέρας, που τελικά θα συντριβεί από την ίδια τη φύση και όχι από τη συνείδησή του.
Το συμπέρασμα του Παπαγιώργη από την ανάλυση της Φόνισσας είναι ότι η Φραγκογιαννού «εξεικονίζει τον πειρασμό της ηθογραφίας που πασχίζει, αυτοβασανιζόμενη, να υπερβεί τον εαυτό της». Να περάσει, δηλαδή, από το κοινό ήθος στην εξατομικευμένη ηθική, να μετεξελιχτεί σε μυθιστόρημα. Παραδόξως, ακριβώς το ίδιο πιστεύει και ο Προγκίδης για ολόκληρο το παπαδιαμαντικό έργο. Μόνο που βλέπει αλλού τις κατακτήσεις του Παπαδιαμάντη και τις αξιολογεί αλλιώς.
Δεν είμαι βέβαιος ότι ο Παπαγιώργης στενοχωριέται γι' αυτή την ατέλεστη μεταμόρφωση. Όταν θεωρείς πως η επιτυχία του Παπαδιαμάντη είναι η αναπαράσταση του βίου της κοινότητας με τρόπο που σου αποσπά χαρακτηρισμούς όπως «λαϊκή αγιότητα», «θεία λειτουργία», «προσευχή που αναδύεται από τα σπλάχνα της», είναι μάλλον απίθανο να εύχεσαι κάτι διαφορετικό. Για τον Παπαγιώργη, οι Ρασκόλνικοφ και οι Σταβρόγκιν καταλήγουν εκεί απ' όπου δεν απομακρύνθηκαν ποτέ οι ήρωες του Παπαδιαμάντη.
Να γιατί μίλησα πιο πάνω για αίσθημα εγκλεισμού και ασφυξίας.

