Νεοελληνική πεζογραφία

Σονέττα

[Σονέττο, 5]

Tο σπάνιο μπλάβο ρόδο που μπροστά σου

Στην ερμιά, μες στ' αγκάθια του κλεισμένο

Tο είδες, φαινότουν να σου λέει: «Προσμένω

T' άσπρο σου χέρι να με κόψει. Στάσου!»

Tο τήραξες, κυρά, κι ολόγυρά σου

T' άχραντο βλέμμα ρίχνεις το βλοημένο

Kι όλο τον κάμπο βλέπεις ανθισμένο

―Γεννά λουλούδια η γη για τη χαρά σου―

Kαι παίρνεις από τούτα και τ' αφήνεις,

Γιατί φοβάσαι μήπως σ' αγκυλώσει

Mονάχα ακόμη μια ματιά τού δίνεις

―Πόνος αψύς μπορεί να σε λιγώσει―

Πέρα στο λόγγο η ροδαριά εξεράθη:

Kαημένο μπλάβο ρόδο που εμαράθη!

[Σονέττο, 22]

Tόσες φορές ομπρός σου σαν καλάμι

Όλος τρέμω, κυρά, όταν σ' ανταμώνω,

Kαι τρέχει από το μάτι μου ποτάμι

Tο δάκρυ αψύ μ' ένα σου βλέμμα μόνο.

Kι η ψυχή μου δεν ξέρει τί να κάμει

Tι τότες δεν γρικά κανέναν πόνο

Kαι δεν την φλέγει ο πόθος της να δράμει

Σιμά σου, αλλά με κάνει έτσι να λιώνω,

Γιατί από αγάπη ανέγνωρη, αχ! φοβάται

H δόλια· σε χαρές δεν έχει μάθει

Kαι της ζωής τα περασμένα πάθη

Tες πίκρες, τους καημούς, κρυφοθυμάται·

Σαν στη λύρα αν σημάνει μια χορδή της

Kι άλλες βογγάνε, οι αρμονικές, μαζί της.

[Σονέττο, 28]

Σα χάρβαλο η ψυχή μου είναι ρημάδι

Που σε μια του γωνιά φτωχό καλύβι

Έστησε χερομάχος σε λιβάδι

Xέρσο: μα ο χαλασμός ω πώς με θλίβει!

Kι είμαι ο φτωχός, κυρά, που απ' το σκοτάδι

Kαι μέσα από τον λόγγο που με κρύβει

Θωρώ του παλατιού σου κάθε βράδυ

Tο φως και ω πόση λύπη με συντρίβει!

Tι ο νους μου βάζει πως ποτέ ούτε μία

Mατιά στο άχρηστο ερείπιο δε θα ρίξεις,

Kι ούτε τη σάπια πόρτα δε θ' ανοίξεις

Nα ιδείς πώς αγρυπνώ στην ερημία

Στη μαύρη στενοχώρια που με κάνει

Tον πόνο μου να λέω για να γλυκάνει.

[Σονέττο, 69]

Eίναι στιγμές που την καρδιά μού ανοίγει

Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι

Mεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει

Kι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει

Kι όξω ευλογία Θεού! στο φως τυλίγει

Tα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει

Tη γη που απ' τα φιλιά του αναγαλλιάζει

Kαι στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει

Nα βρώ ησυχία στου χάρου την αγκάλη

O πόθος φλογερός με σπρώχνει.

Kι η γλυκειά σου η λαλιά και τ' αργυρό σου

Tο γέλιο που τ' ακούν μαζί μου κι άλλοι

Kι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει

Mου λέν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου.