Tα παιδικά χρόνια τού Ivan | Ива́ново де́тство (Ivanovo detstvo)

Η φανερή γοητεία και η κρυφή συγκίνηση του κινηματογράφου. Δώδεκα σκηνοθέτες και το έργο τους
«1962. Διάρκεια: 95'. Σκηνοθεσία: Andrei Tarkovsky. Σενάριο: Mikhail Papava, Vladimir Ossipovitch Bogomolov (βασισμένο στο διήγημα τού Bogomolov «Ivan»). Διεύθυνση φωτογραφίας: Vadim Yusov. Ηθοποιοί: Nikolai Burlaiev (Ivan), Irma Rausch Tarkovskaya (η μητέρα τού Ivan), Valentin Zubkov (Kholin), Yevgeni Zharikov (Galtsev), Nikolai Grinko (Gryaznov), Valentina Malyavina (Masha), Stepan Krylov (Katasonych)
Η ιστορία ενός δωδεκάχρονου αγοριού στον Βʹ Παγκόσμιο πόλεμο, τού οποίου η οικογένεια αποδεκατίστηκε από τους Γερμανούς. Το αγόρι δούλευε για λογαριασμό ενός συνταγματάρχη σαν κατάσκοπος και περνούσε απαρατήρητος στις γραμμές των Γερμανών. Όταν ο συνταγματάρχης αποφάσισε να μην τον ξαναστείλει σε αποστολή και αντιθέτως να τον ξαναστείλει σε στρατιωτικό σχολείο, ο Ivan το ’σκασε για να ξαναγυρίσει, αφού συνάντησε έναν έρημο και εχθρικό κόσμο. Ο συνταγματάρχης τον έστειλε για την τελευταία του αποστολή. Μετά το τέλος τού πολέμου οι αξιωματικοί ανακαλύπτουν ότι είχε συλληφθεί από την Γκεστάπο και ότι απαγχονίστηκε.
Η πρώτη αυτή ταινία τού Tarkovsky τον έκανε όχι απλώς αμέσως γνωστό στη Δύση αλλά τού έδωσε και τον Χρυσό Λέοντα (εξ ημισείας) στο Φεστιβάλ τής Βενετίας. Η ταινία είναι ασπρόμαυρη, γυρισμένη μέσα σε έναν υποβλητικό και εντυπωσιακό φωτισμό. Το αφηγηματικό μοντάζ ξεφεύγει συχνά σε σκηνές που έχουν εικαστικό και εκφραστικό χαρακτήρα δίνοντάς μας μια πρώτη γεύση αυτού που θα είναι αργότερα η ταρκοφσκική γραφή. Εν τούτοις ακόμα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για καθαρή ταινία Tarkovsky. Η απόσταση μάλιστα σε ποιότητα από την επόμενη ταινία του, το «Andrei Rublev», είναι αχανής. Μια βασική αδυναμία τής ταινίας είναι το ίδιο το σενάριο, το οποίο στηρίζεται σε ένα διήγημα που είχε κυκλοφορήσει με επιτυχία λίγα χρόνια νωρίτερα. Η τόσο νεαρή ηλικία τού ήρωα «κλέβει» την παράσταση και κάνει την ταινία ένα είδος περιπέτειας. Η αντίθεση ανάμεσα στην ήρεμη ζωή των ειρηνικών χρόνων και την ταραχή τού πολέμου θα μπορούσε να έχει δοθεί και με μια κανονική ηλικία. Υπάρχουν βέβαια σκηνές αξιομνημόνευτες (όπως το μαγευτικό κυνηγητό των παιδιών στο τέλος) και όλη η ταινία κινείται σε ένα επίπεδο πολύ υψηλότερο από το συνηθισμένο. Εν τούτοις οι λιγοστές επιφυλάξεις είναι αναπόφευκτες πολλώ μάλλον που οι ταινίες που την ακολούθησαν πέτυχαν μιαν ασύγκριτα υψηλότερη ποιότητα περιεχομένου και φόρμας, εντείνοντας έτσι την κριτική μας αυστηρότητα.
Η ταινία είχε ξεκινήσει με άλλον σκηνοθέτη και όταν είχαν φτάσει στη μέση τού προϋπολογισμού, οι υπεύθυνοι τής κρατικής εταιρείας παραγωγής την απέρριψαν σαν κακοφτιαγμένη και αναζήτησαν νέο σκηνοθέτη. Ο Tarkovsky δέχτηκε να τη γυρίσει και μάλιστα με τα μισά λεφτά, αρκεί να μην κρατούσε τίποτα από την προηγούμενη προσπάθεια, ούτε καν το σενάριο.»
«Την ταινία εξύμνησε ο Sartre, αλλά η κριτική του προσέγγιση, κατά τα λεγόμενα τού ίδιου τού σκηνοθέτη, δεν ήταν καλλιτεχνική, αλλά φιλοσοφική. Αντίθετα, ο Tarkovsky εκτίμησε τα αρνητικά σχόλια τού Alberto Moravia, τα οποία τον βοήθησαν να καταλάβει τις αδυναμίες του.»
Τὰ παιδικά χρόνια τοῦ ᾿Ιβάν τοῦ Ταρκόβσκυ
Οἱ σκηνοθέτες τῆς νεώτερης γενιᾶς τοῦ σοβιετικοῦ κινηματογράφου (Τσουχράι, Καλατόζωφ κ.ἄ.), ἐκπροσωπώντας τὶς τάσεις ποὺ φανερώθηκαν μετὰ τὸ 20ὸ συνέδριο, ἄρχισαν νὰ στρέφονται σὲ θέματα «πιὸ ἀνθρώπινα, στὰ ὁποῖα τὸ ἄτομο δὲν εἶναι πιὰ μόνο μιὰ κοινωνική μονάδα, ἀλλὰ μιὰ αὐτεξούσια προσωπικότητα». Ἔτσι βγῆκαν φίλμ σὰν τὸ «41ο», τὸ «Ὅταν περνοῦν οἱ γερανοί», τὴ «Μπαλλάντα τοῦ στρατιώτη» κ.ἄ. (Στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ ἀνθρωπιὰ δὲν εἶναι κάτι καινούργιο γιὰ τὸν σοβιετικὸ κινηματογράφο. Ὑπῆρχε καὶ παλαιότερα στὶς ταινίες τοῦ Ἀϊζενστάιν, τοῦ Πουντόβκυν καὶ ἰδίως τοῦ Ντοβτζένκο). Μιὰ νεώτατη γενιὰ τώρα, προχωράει ἀκόμα πιὸ μακριὰ σὲ χώρους «ὑπερπρωτοποριακούς». Ἕνα δεῖγμα γραφῆς αὐτοῦ τοῦ σοβιετικοῦ «νέου κύματος» εἶναι καὶ ἡ ταινία τοῦ Ἀντρέϊ Ταρκόβσκυ: «Τὰ παιδικὰ χρόνια τοῦ Ἰβάν». Ὁ Ταρκόβσκυ κινεῖται σ' ἕνα αἰσθητικὸ κλίμα «ὑπερμοντέρνο» καὶ ἡ γραφή του εἶναι ἀνάλογη μὲ τὶς παρτιτούρες τῶν συνθετῶν τῆς δωδεκάφθογγης μουσικῆς. Ἡ ἀφηγηματική του πλησιάζει πολὺ τὸ ὕφος καὶ τὶς προθέσεις δύο ἄλλων σοβιετικῶν σκηνοθετῶν: τῶν Ναούμοβ καὶ Ἀλόβ, ποὺ στὴν ταινία τους «Εἰρήνη σ' αὐτὸν ποὺ ἔρχεται» (τὴν εἴχαμε δεῖ τὸν χειμῶνα) κινήθηκαν σ' ἕνα ἀνάλογο κλίμα ἔκφρασης (θὰ μποροῦσε νὰ προσθέσει κανεὶς ἐδῶ πὼς μιὰ παρόμοια ἀφηγηματική χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ Κανελλόπουλος στὸν «Οὐρανό»).
Τὰ ἔργα αὐτοῦ τοῦ εἴδους δὲν δίνουν καμιὰ ἐντύπωση τονικότητας, ἀκολουθώντας μιὰ ἀντίθετη διαδρομὴ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀϊζενστάιν: «ἡ τέχνη νὰ βάζεις τὸν τόνο ἐκεῖ ποὺ πρέπει εἶναι ἀληθινὴ τέχνη». Σ' αὐτά, ἡ εἰκόνα ἔχει ὑποστεῖ μιὰ τρομερὴ ἀφαίρεση, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παρουσιάζεται πολλές φορὲς τελείως γυμνή, ὄχι μόνο ἀπὸ κάθε περιττό «στολίδι», ἀλλὰ καὶ ἀπ' αὐτὴ τὴν ἴδια τὴ ζωή. Γενικὰ ἕνας κινηματογράφος ἀντισυμβατικός, ἀντιρομαντικός, ἀντιρητορικός, ἀντιηρωικός, ἐκφράζει ὁπωσδήποτε περισσότερο τὸ ψυχολογικό ταμπεραμέντο τῆς σύγχρονης γενιᾶς παρὰ τὴ σύγχρονη ἐποχή.
Ἕνα θέμα μάλλον συμβατικό, οἱ περιπέτειες ἑνὸς νεαροῦ ἀνιχνευτή τοῦ ρωσικοῦ στρατοῦ, ποὺ ἀναλάμβανε ἐπικίνδυνες ἀποστολές στις πρώτες γραμμές τοῦ μετώπου, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ τελευταίου πολέμου, καὶ ποὺ τελικά πιάστηκε ἀπὸ τὴ γκεστάπο καὶ ἐκτελέστηκε, δοσμένο ὅμως μ' ἕνα ὕψος καὶ σὲ μιὰ φόρμα ποὺ ἄγγιζαν τὸ φορμαλισμό καὶ τὸ μπαρόκο.
Μια ποίηση κάπως παράξενη, ἕνα «κρυστάλλινος» λυρισμὸς καὶ μιὰ ἀπίστευτη ἐσωτερικὴ δύναμη τῆς εἰκόνας ἔκρυβαν ὅμως, πολλές φορές, ἕνα μεταμφιεσμένο ψυχολογισμὸ καὶ μιὰ ἐγκεφαλική διαδικασία.
Ὁ Ζὰν Ντουσσὲ γράφει στὰ «Τετράδια τοῦ κινηματογράφου»: «Ὁ Ταρκόβσκυ κεντάει ποιητικὲς βαριασιόν, πάνω στὶς ὁποῖες ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν ἔρωτα, τὴ ζωή, καὶ τὴν ἐλευθερία ξεσπάει στὴν ὀθόνη (…) σὰν τὴ ρούσικη ἄνοιξη. Ὅλα αὐτὰ δὲν βαδίζουν χωρίς ὑπερβολές, οὔτε χωρὶς ἕνα ἐπιτηδευμένο ὕφος μπαρόκο, γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν κατηγόρησαν γιὰ φορμαλισμό, ἔστω κι ἄν αὐτὸ εἶναι προϊόν μιᾶς ὑπερβολικῆς πληθωρικότητας». Σκοπός τοῦ Ταρκόβσκυ ἦταν, ὅπως φαίνεται, νὰ δείξει ὅλη τὴ «γύμνια» καὶ τὴ ματαιότητα τοῦ πολέμου. Πιὸ συγκεκριμένα τὴν παραμόρφωση τῆς ψυχῆς ἑνός τόσο μικροῦ παιδιοῦ, ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ συγκλονιστικά γεγονότα. Θέμα ρωμαλέο καὶ δυνατό, ποὺ ὅμως ἄξιζε πιὸ ζωντανὴ ἐκφραστική διατύπωση. Τὸ πιθανώτερο εἶναι ὅτι ὁ Ταρκόβσκυ, ἕνας πολύ νέος σκηνοθέτης, ἦταν ἀκόμα ἀνώριμος νὰ καταπιαστεί μ' ἕνα τόσο καυτὸ καὶ πολύπλοκο θέμα, ὅπως ὁ πόλεμος. Ἕνα θέμα που προϋποθέτει πιὸ ὑπεύθυνους χειρισμούς.
Γιὰ ἕναν ποὺ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀποδεχτεῖ τὶς αἰσθητικὲς ἀπόψεις τοῦ Ταρκόβσκυ, αὐτὸ τὸ ἔργο εἶναι ἕνα πραγματικό ἀριστούργημα. Ἄλλωστε δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀμφιβολία πὼς θὰ ἀρέσει πολὺ στὴν ἐλὶτ καὶ γενικὰ στοὺς «ξεχωριστοὺς» ἀνθρώπους. Μὰ καὶ γιὰ τὸ «μέσο θεατή» ἀκόμα εἶναι ἕνα ἔργο ποὺ θὰ τοῦ ἀφήσει ἕνα σωρὸ εὐχάριστα ξαφνιάσματα, ἀνάμικτα όμως, πολλὲς φορές, μὲ μιὰ ψυχολογικὴ ἀποστροφή, ποὺ προκαλεῖ κυρίως ἡ ἀφόρητη (σὲ πολλὰ μέρη) πεζολογία, ἡ ἔλλειψη κάθε τονικότητας, οἱ παράξενες καὶ ἐξεζητημένες καντέντσες τοῦ μοντάζ, τὰ ἄφθονα πλαστικὰ ἐφφέ, τὰ τρυκάζ καὶ οἱ «στημένες» καταστάσεις.
Ἂν μέσα ἀπ' αὐτὴ τὴν ταινία κατάφερε νὰ βγεῖ ἕνα ἀληθινὸ ἄρωμα ἀνθρωπιᾶς, αὐτὸ ὀφείλεται βασικά στὴν παρουσία τοῦ μικροῦ Κόλυα Μπουρλάγεβ, ποὺ μᾶς ἔδωσε ἕναν Ἰβάν αὐθεντικό, ζωντανό, μὲ πολὺ ὅμορφες ἐκφραστικὲς ἀποχρώσεις. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα τοῦ δωδεκάχρονου ἀγοριοῦ ποὺ βγῆκε μέσα ἀπὸ τὴν κόλαση τοῦ πολέμου, ἡ ἀνθρώπινη καὶ τόσο συγκινητικὴ ἱστορία του, μᾶς κάνει νὰ ξεχάσουμε ὅλα τὰ πειραματικὰ γυμνάσματα καὶ τὸ ἐξεζητημένο ὕφος αὐτῆς τῆς ταινίας. Ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν σκηνές ποὺ θὰ μείνουν ἀλησμόνητες, ὅπως π.χ. ἡ εἰσαγωγή καὶ τὸ φινάλε, γεμάτα ποίηση, κομμάτια ἀπὸ τὴν «εἰρηνικὴν ζωὴ τοῦ μικροῦ Ἰβάν, ἡ «ἐρωτική» σκηνή στο δάσος μὲ τις πανύψηλες σημύδες (ποὺ ὅμως φαινόταν καθαρὰ πὼς ἐπεδίωκε πλαστικά ἐφφέ), ἡ σεκὰνς στὸ ποτάμι τὴ νύχτα κ.ἄ.
Τὸ μοντὰζ ἄψογο σὰν (τεχνική) ἐκτέλεση, σὰν ἀποτέλεσμα ὅμως πολὺ ἐξεζητημένο, μὲ πολλὰ ἐφφὲ καὶ «ὑπερφορτωμένο», ἰδιαίτερα στὴν τελική σεκὰνς (στὴν ὁποία μᾶς δείχνεται ἡ ἐκτέλεση τοῦ Ἰβάν, μαζὶ μὲ ἐπίκαιρα καὶ πολὺ εἰδικὰ καὶ στημένα στοιχεία).
Ἡ φωτογραφία, ὅπως συμβαίνει πάντα σ' ὅλα τὰ ἀξιόλογα ρωσικὰ ἔργα, ἄψογη. Οἱ ρῶσοι ὀπερατέρ ἔχουν δημιουργήσει μια παράδοση βιρτουοζισμοῦ καὶ πλαστικῆς εὐαισθησίας. Ὁ Γιοῦσσοβ δὲν ἤτανε δυνατὸ νὰ ὑστερήσει ἑπομένως στὸ σημεῖο αὐτό. Ἡ μουσικὴ τοῦ διάσημου συνθέτη Ἀράμ Χατσατουριὰν ἦταν ἀπόλυτα προσαρμοσμένη στὸ αἰσθητικὸ κλίμα τῆς ταινίας.
Γενικὰ μιὰ ταινία ποὺ δὲν τῆς λείπει ἡ ἀρχιτεκτονική σιγουράδα, οὔτε ἡ ποιότητα καὶ ὅμως ἀκολουθεῖ αἰσθητικοὺς δρόμους πολὺ ἀμφίβολης ἀποτελεσματι κότητας. Ὁπωσδήποτε ὁ Ταρκόβσκυ εἶναι ἕνας σκηνοθέτης μ' ἕνα ἔμφυτο κινηματογραφικό στὶλ καὶ θὰ πρέπει νὰ περιμένουμε περισσότερο ἐνδιαφέρουσες ἐργασίες του στὸ μέλλον.
Τα παιδικά χρόνια τού Ιβάν
Η ιστορία ενός 12χρονου που εκτελεί χρέη κατασκόπου των Ρώσων στο ανατολικό μέτωπο, στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Το ντεμπούτο τού Αντρέι Ταρκόφσκι, ένα εντυπωσιακό και υποβλητικό αριστούργημα, γυρισμένο το 1962. Δουλεύοντας στην καρδιά της ρωσικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, τη Mosfilm, ο Ταρκόφσκι ξεγλίστρησε από την παγίδα της προπαγάνδας και έκανε το πιο προσωπικό αντιπολεμικό φιλμ που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί από έναν θεωρητικά άπειρο κινηματογραφιστή, έχοντας βαλθεί να αφήσει από την αρχή τη σφραγίδα του στο συσχετισμό της φυσικής αγνότητας με την ανθρώπινη θηριωδία και τις ανεπούλωτες πληγές στον ψυχισμό. Ορφανεμένος από τον πόλεμο, ο 12χρονος Ιβάν κινείται στην πρώτη γραμμή, αλλά χαράζεται από τις αξέχαστες ονειρικές εικόνες της οικογένειας και της βίαια ξεριζωμένης αθωότητας. Με νατουραλιστικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία να παρεμβάλλονται σε μια στεγνή πραγματικότητα (που ενισχύεται από αποσπάσματα επικαίρων του πολέμου προς το τέλος), το φόρτε του Ταρκόφσκι είναι η σκηνοθετική χορογραφία, η δυναμική και ακριβής τοποθέτηση της κάμερας και η ανάμειξη φυσικών ήχων και μουσικής με τη βαθιά επίπτωση που έχει στον νεαρό η εμπειρία της ζωής σε όλο της το εύρος.
Ματιά στα Παιδικά χρόνια του Ιβάν
Το φιλμ «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» είναι το πρώτο μεγάλου μήκους που γύρισε ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Ήταν τότε εικοσιοκτώ χρονών και είχε μόλις αποφοιτήσει από το Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Μόσχας. Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στο διήγημα του Βλαντιμίρ Μπογκομόλοφ «Ιβάν», που επεξεργάστηκε ο ίδιος ο Ταρκόφσκι μαζί με το μετέπειτα σκηνοθέτη Αντρέι Μιχάλκωφ–Κοντσαλόφσκι και το συγγραφέα του διηγήματος.
Η ταινία διαχειρίζεται με εξαίρετα ποιητικό τρόπο το βίαιο τερματισμό της παιδικής ηλικίας από τον πόλεμο και την ανικανότητα του παιδιού που υφίσταται αυτή την απώλεια να ζήσει μια φυσιολογική ζωή μετά από αυτό. Ουσιαστικά την ανικανότητα του παιδιού να ζήσει με οποιονδήποτε τρόπο. «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» είναι μια πολεμική ταινία, αλλά μια πολεμική ταινία ανεστραμμένη. Όπου ο πόλεμος δεν έχει τίποτα το ηρωικό, παρά μόνο λασπουριά και αποσύνθεση και η νίκη δεν έχει τίποτα το θριαμβικό, παρά μόνο ερείπια και θάνατο. Αντιστικτικά στην τερατωδία του πολέμου, ο Ταρκόφσκι παραθέτει ονειρικές, ειδυλλιακές σκηνές από τη ζωή του Ιβάν πριν τον πόλεμο.
Όταν ξεκινά η ταινία ο Ιβάν έχει ήδη χάσει την οικογένειά του που μαζί με όλους τους κατοίκους του χωριού του σφαγιάστηκαν από τους ναζί. Έτσι μπαίνει στην Αντίσταση, εξελίσσεται σε ανιχνευτή της πρώτης γραμμής του μετώπου για το σοβιετικό στρατό και αναλαμβάνει παράτολμες επιχειρήσεις. Παρά το νεαρό της ηλικίας του επιδιώκει και γίνεται δεκτός από τους ενήλικους συμπολεμιστές του σαν ισότιμος, οι οποίοι θέλοντας να τον προφυλάξουν φροντίζουν να σταλεί σε στρατιωτική ακαδημία στα μετόπισθεν. Ο Ιβάν αρνείται να συμμορφωθεί και προσπαθεί να φύγει από το στρατό για να συναντήσει τους παρτιζάνους. Γίνεται όμως αντιληπτός από τους συντρόφους του και αποφασίζεται να σταλεί σε μια τελευταία αποστολή στις γραμμές του εχθρού και μετά την επιστροφή του να φύγει οπωσδήποτε στη στρατιωτική ακαδημία, όπου θα εκπαιδευτεί να γίνει αξιωματικός. Αλλά δεν επιστρέφει από αυτή. Συλλαμβάνεται και απαγχονίζεται από τους ναζί.
Αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι καταρχάς η έντονη δραματικότητα του χαρακτήρα του ήρωα, τον οποίο ερμηνεύει ιδανικά ένας μαθητής από τη Μόσχα, ο Κόλια Μπουρλάγιεφ. Είναι εκπληκτικό το πώς μεταμορφώνεται το πρόσωπο του ηθοποιού, πόσο ευκρινές, γεμάτο φέγγος είναι στην προ πολέμου εποχή και πόσο ζοφερό, διφορούμενο στις σκηνές του πολέμου. Ο Ιβάν, είναι ένα παιδί που όπως γράφει ο ίδιος ο Ταρκόφσκι στο «Σμιλεύοντας το χρόνο»: «Μου φάνηκε αμέσως ότι ήταν καταστραμμένο, ότι ο πόλεμος είχε μετατοπίσει τον άξονά του. Πράγματι, από τη ζωή του είχε χαθεί ανεπανόρθωτα κάτι ανυπολόγιστο, καθετί που χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία». 1 Υπάρχει λοιπόν, κάτι το τερατώδες στο δωδεκάχρονο αγόρι που αντί να βρίσκεται στο σχολείο και να παίζει με τους φίλους του, βρίσκεται στο μέτωπο και συγχρωτίζεται με στρατιώτες παίζοντας με τη ίδια τη ζωή του. Αλλά το τραγικό είναι ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο μέρος σε αυτόν τον κόσμο όπου ο Ιβάν να νοιώθει σπίτι του. Η μητέρα, το πραγματικό του σπίτι υπάρχουν μόνο στη χώρα των ονείρων και των αναμνήσεων και η ανάκλησή τους δεν προσφέρει τίποτα άλλο εκτός από πόνο. Και τη συνειδητοποίηση της αβυσσαλέας απόστασης που χωρίζει το χτες με το σήμερα της ζωής του. Έτσι μετατρέπεται από το χαρούμενο παιδί που κυνηγά πεταλούδες, όπως το βλέπουμε στις πρώτες σκηνές του έργου, σε ένα υβριδικό πλάσμα, δημιούργημα του πολέμου, και το μόνο που θέλει είναι η εκδίκηση κι ο θάνατος.
Η κινηματογραφική αφήγηση δεν γίνεται με γραμμικό τρόπο ακολουθώντας με λογική αλληλουχία την εξέλιξη της πλοκής, αλλά οι σκηνές συνδέονται με συνειρμικό ποιητικό τρόπο. «Όταν λέω ποίηση», γράφει ο Ταρκόφσκι στο «Σμιλεύοντας το χρόνο», «δεν εννοώ κάποιο λογοτεχνικό είδος. Ποίηση είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνειδητοποιείς τον κόσμο, να συνδέεσαι με την πραγματικότητα».2
Ο σκηνοθέτης χτίζει την ταινία του πάνω σε τέσσερα ονειρικά στιγμιότυπα. Το πρώτο όνειρο του Ιβάν τον παρουσιάζει σε μια ανέμελη στιγμή της παιδικής του ηλικίας. Τον βλέπουμε να κυνηγά πεταλούδες, να παρατηρεί ιστούς αράχνης να τρέχει ξυπόλητος κάτω από ένα λαμπερό ήλιο. Κι αμέσως να ξυπνά και να βρίσκεται στην φρικτή πραγματικότητα του πολέμου. Στο δεύτερο όνειρο ο Ιβάν και η μητέρα του σκύβουν πάνω από ένα πηγάδι, όπου παρακολουθούν ένα φτερό να στροβιλίζεται στο βάθος του κι ένα αστέρι να καθρεφτίζεται στο νερό. Στην προσπάθειά του να πιάσει το αστέρι ο Ιβάν βρίσκεται μέσα στο πηγάδι. Ακούγονται φωνές, ο Ιβάν φωνάζει «μαμά», ενώ βλέπουμε την μητέρα να κείτεται κοντά στο πηγάδι με το πρόσωπο στο χώμα. Στο τρίτο όνειρο βλέπουμε ένα κάρο φορτωμένο με μήλα, λευκά δέντρα κόντρα σε έναν σκοτεινό ουρανό, άλογα να τρώνε τα σκορπισμένα στην παραλία μήλα. Το τελευταίο όνειρο δεν ξέρουμε ποιος το ονειρεύεται, γιατί παρουσιάζεται μετά τον θάνατο του Ιβάν. Πάλι σε παραλία παιδιά παίζουν και τρέχουν ξένοιαστα. Μαζί τους κι ο Ιβάν. Τρέχει σε ήμερα ρηχά νερά. Και σε αυτή την παραδείσια κατάσταση βάζει τέλος ένας κορμός δέντρου που πάνω του προσκρούει το παιδί.
Όπως ο πόλεμος, η Ιστορία, που πάνω τους προσέκρουσε η ζωή του Ιβάν και συντρίφτηκε. Το ότι η ταινία κλείνει με αυτόν τον τρόπο με μια σκηνή που ξέρουμε ότι είναι παρελθόν που δεν μπορεί να επιστρέψει, γιατί είναι νεκροί ο Ιβάν και η μητέρα του, δεν μας αφήνει να εφησυχάσουμε. Ο θάνατος του Ιβάν, ο άδικος θάνατος ενός παιδιού, είναι κάτι που δεν μπορεί να εξαγοραστεί με καμιά ειρήνη με κανένα ευτυχισμένο μελλοντικό κόσμο. Είναι μια απώλεια που τίποτα δεν μπορεί να την αναπληρώσει. Γιατί όπως γράφει και ο Ντοστογιέφσκι στους «Αδελφούς Καραμαζώφ»: «Αν πρέπει όλοι να υποφέρουν, για να εξαγοράσουν με τα βάσανά τους την αιώνια αρμονία, τότε τι σχέση έχουν τα παιδιά; Είναι εντελώς ακατανόητο για ποιο λόγο πρέπει να υποφέρουν κι αυτά και γιατί να εξαγοράζουν με βάσανα την αρμονία;»3
Ανάμεσα στις ονειρικές σκηνές παρεμβάλλεται η αφήγηση σε παρόντα χρόνο. Αλλά όμως σε αυτήν την πολεμική ταινία δεν βλέπουμε καθόλου πολεμικές συγκρούσεις. Η πλοκή εξελίσσεται ανάμεσα στα διαλείμματα των αναγνωριστικών επιχειρήσεων. Ο Ιβάν και οι σχέσεις με τους συντρόφους του αξιωματικούς, η ερωτική ιστορία ενός απ’ αυτούς με τη νοσοκόμα του μετώπου, η εκπληκτική σκηνή του φιλιού τους πάνω από ένα όρυγμα, ο άντρας στέκεται σε διάταση, η κοπέλα στην αγκαλιά του χωρίς να πατά στη γη, ενώ η κάμερα κινηματογραφεί τη σκηνή μέσα από το χαντάκι. Η τελευταία αποστολή του Ιβάν να διασχίζει με βάρκα ένα ποταμό για να εισχωρήσει στην περιοχή του εχθρού, τα πτώματα στις όχθες του. Η ειρήνη, η νίκη, σοβιετικοί αξιωματικοί στην καγκελαρία του Βερολίνου. Στα αρχεία τους η φωτογραφία του Ιβάν και η ένδειξη: απαγχονίστηκε. Στα δώδεκα χρόνια του.
Η ταινία ήταν η επίσημη συμμετοχή της Σοβιετικής Ένωσης στον Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 1962. Κέρδισε το μεγάλο βραβείο του Φεστιβάλ, το Χρυσό Λιοντάρι.
1 Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας, Νεφέλη, Αθήνα 1987
2 Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας, Νεφέλη, Αθήνα 1987
3 Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμαζώφ, μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου, Γκοβόστης, Αθήνα 1990
Η πρώτη ταινία τού Αντρέι Ταρκόφσκι: «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν»
Το 1962 ο Αντρέι Ταρκόφσκι ολοκληρώνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Πρόκειται για «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν», μία από τις σημαντικότερες αντιπολεμικές ταινίες όλων των εποχών, η οποία βραβεύτηκε με τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας και άνοιξε τους ορίζοντες σ’ έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες παγκοσμίως.
«Η ανακάλυψη του πρώτου φιλμ του Ταρκόφσκι ήταν για μένα ένα θαύμα. Βρέθηκα να στέκομαι μπροστά σε μια πόρτα κρατώντας το κλειδί που ποτέ κανένας δεν μου είχε δώσει. Για μένα, ο Ταρκόφσκι είναι ο μεγαλύτερος, είναι αυτός που εφηύρε μια νέα γλώσσα, πιστή στην φύση του κινηματογράφου, καθώς συλλαμβάνει την ζωή ως αντανάκλαση, την ζωή ως όνειρο…» (Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, για τα «Παιδικά Χρόνια του Ιβάν»)

Μέσα από το μοναδικό του έργο, ο Αντρέι Ταρκόφσκι άλλαξε την κινηματογραφική εμπειρία σμιλεύοντας τον χρόνο και διευρύνοντας την εικόνα με ταινίες–σύμβολα, για την πίστη, την εξορία, αλλά και τη μνήμη.
Το έργο του Ταρκόφσκι είναι ανεξίτηλα επηρεασμένο από την παράδοση του σοβιετικού κινηματογράφου και ιδιαίτερα των κορυφαίων εκφραστών του: Ρομ, Ντοβζένκο και Αϊζενστάιν.

Η ιστορία της ταινίας «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, με κεντρικό ήρωα ένα δωδεκάχρονο αγόρι, τον Ιβάν, η οικογένεια του οποίου εκτελέστηκε από τους Ναζί.
Μην έχοντας να χάσει κάτι, ο νεαρός κατατάσσεται στον Σοβιετικό στρατό ως ανιχνευτής και αναλαμβάνει επικίνδυνες αναγνωριστικές αποστολές, για τις οποίες είναι ο πλέον κατάλληλος χάρη στο μικρό του μπόι και τη σβελτάδα του.

Ο ήρωας μας, σταδιακά δημιουργεί φιλίες με πολλούς από τους ενήλικες συμπολεμιστές, οι οποίοι τον σέβονται και τον αναγνωρίζουν ως ισότιμο. Όταν του προτείνουν να πάει σε μια στρατιωτική ακαδημία, για να τον προφυλάξουν από τους κινδύνους της μάχης, ο Ιβάν απορρίπτει πεισματικά την ιδέα.
Η κινηματογράφηση του Αντρέι Ταρκόφσκι —στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του— είναι περισσότερο προσωπική παρά πολιτική ή προπαγανδιστική και κατατάσσει «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» στα πλαίσια του Νέου Κύματος, του πρωτοποριακού Σοβιετικού σινεμά που άλλαξε την οπτική αναπαράσταση του πολέμου στην μεγάλη οθόνη. Η ταινία, είναι βασισμένη σ’ ένα αντιπολεμικό διήγημα του Βλαντιμίρ Μπογκομόλοφ.
Αν και το φιλμ γυρίστηκε πριν από σχεδόν πενήντα τρία χρόνια, δεν έχει χάσει καθόλου από τη δύναμη και την αμεσότητά του, ενώ ακόμα καθηλώνει απόλυτα τον θεατή. Οι σεκάνς του ονείρου είναι ιδιαίτερα ισχυρές με τον τρόπο που παρουσιάζουν τόσο την ιστορία, όσο και την κατάσταση του μυαλού του νεαρού Ιβάν.
Οπτικά μοτίβα —όπως το νερό και τα άλογα που εμφανίζονται συχνά πυκνά στο έργο του σκηνοθέτη— χρησιμοποιούνται με υπέροχο τρόπο για να εκφράσουν τη βαθιά σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, όπως και το μοντάζ και η φωτογραφία που είναι αριστουργηματική.

Συνολικά, η ταινία είναι ένα παράδειγμα σκηνοθετικής τελειότητας, αποδεικνύοντας ότι «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» του Αντρέι Ταρκόφσκι, ήταν το πρώτο μεγάλο δημιούργημα μίας καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας.
«Χωρίς τα «Παιδικά χρόνια του Ιβάν», ούτε θα μάθαινα πώς να κάνω κάτι, ούτε και θα έκανα τίποτα τελικά.» (Σεργκέι Παρατζάνοφ)
Το φιλμ «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (Ivan’s Childhood / Ivanovo Destvo – 1962) του Αντρέι Ταρκόφσκι, προβάλλεται την Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου με ελεύθερη είσοδο για το κοινό, στο Αφιέρωμα «Μολυβένια Χρόνια–Εικόνες της Παιδικής Ηλικίας», στην Κινηματογραφική Λέσχη του Δήμου Βύρωνα, όπου τις ταινίες επιλέγει και παρουσιάζει ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Στέλιος Χαραλαμπόπουλος.