H μετέωρη Eλλάδα του '60
Kαταιγιστική δράση στο νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Aνδρέα Aποστολίδη
Ο ΣYNTAΓMATAPXHΣ ΠAΠAΔΟΠΟYΛΟΣ (TΟ 1963) ΠPΟΣΠAΘΟYΣE NA ΣTPIMΩΞEI TΟN ΓPHΓΟPH ΛAMΠPAKH KAI AΘHNAIΟI KΟΣMIKΟI ΠHΓAINAN EKΔPΟMH ΣTA METEΩPA. H ΣYNANTHΣH ΟΛΩN ΣTΟ «ΞENIA» THΣ KAΛAMΠAKAΣ ΔHMIΟYPΓEI TΟ EKPHKTIKΟ MEIΓMA TΟY NEΟY AΣTYNΟMIKΟY MYΘIΣTΟPHMATΟΣ TΟY ANΔPEA AΠΟΣTΟΛIΔH ΠΟY ΞAΦNIAZEI ME THN KATAIΓIΣTIKH ΔPAΣH TΟY
|
Οι μηχανορραφίες τού μετέπειτα πραξικοπηματία Γιώργου Παπαδόπουλου· οι ερωτοδουλειές του Γρηγόρη Λαμπράκη· μία αμέριμνη εκδρομή γνωστών Αθηναίων στα Μετέωρα που τελειώνει με δύο πτώματα· η μοιραία γυναίκα που άθελά της σκορπάει τον θάνατο. Και από πίσω όλο το ψυχροπολεμικό κλίμα και οι συνέπειές του: μια Ελλάδα γεμάτη κατασκόπους, τραμπούκους, αλλά και κομμουνιστές που κρύβονται πίσω από ψέματα, πιόνια όλοι που μπορούν ανά πάσα στιγμή να θυσιαστούν, αν οι μεγάλοι παίκτες βρουν μία εναλλακτική δυνατότητα στη διεθνή σκακιέρα.
Το νέο μυθιστόρημα του Ανδρέα Αποστολίδη είναι φιλόδοξο και συνδυάζει πολλά: το προσωπικό με το κοινωνικό, το εγχώριο με το διεθνές, τον έρωτα με τον θάνατο, την αθωότητα με την προδοσία. Οι «Διαταραχές στα Μετέωρα» είναι το 7ο βιβλίο του, το 6ο με αστυνομικές ιστορίες, το 5ο του αστυνομικό μυθιστόρημα. Και είναι το πρώτο που δεν εκδίδεται από την «Άγρα», με την οποία έχει συνδέσει το όνομά του τόσο ως συγγραφέας όσο και ως μεταφραστής.
H μετακίνησή του στην «Ωκεανίδα» δεν σηματοδοτεί πάντως αλλαγή άλλη, πέρα από την εξελικτική διαδικασία στην οποία ούτως ή άλλως βρίσκονται τα αφηγηματικά του μέσα. Θεματικά, το πλαίσιο παραμένει το ίδιο. Μετά, μάλιστα, την παρένθεση της «Λοβοτομής» («Άγρα» 2002) που αναφέρεται σε επίκαιρα εγκλήματα (εμπόριο οργάνων, πόλεμοι συμμοριών), ο συγγραφέας επανέρχεται στην προσφιλή του - πολιτικά - δεκαετία του '60, την οποία μάς έχει παρουσιάσει στο «Χαμένο παιχνίδι» και εν μέρει στα «Εγκλήματα στην πανσιόν Απόλλων» και στις «Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες» (έξι διηγήματα που αναφέρονται στην περίοδο 1944-1986). Έχουμε παράλληλα την τρίτη εμφάνιση (για να τελειώνουμε με τις στατιστικές) του δικηγόρου Ανδρέα Οικονόμου στον ρόλο του ήρωα-ντετέκτιβ.
Το βιβλίο ξεκινάει με την ανεύρεση, από λοκατζήδες, του πτώματος του θεατρικού επιχειρηματία Νάσου Μουρούζη που έπεσε ή τον έριξαν από τον βράχο της Μονής Γαβριήλ στα Μετέωρα. Και αμέσως κάνει φλας μπακ 200 σελίδων. Μια παρέα γνωστών Αθηναίων, ο Μουρούζης (φέρνει κάπως στον Μπουρνέλη), ο δημοσιογράφος («TA NEA», E.I.P. «Εικόνες») Λέλος Βαρλάμης, κοσμικός και γνωστός από συνεντεύξεις του με διασημότητες τύπου Νάταλι Γουντ (τέτοιες συνεντεύξεις έπαιρνε τότε ο Αλέκος Λιδωρίκης αλλά εκεί σταματούν οι συσχετισμοί), ένας αρχιτέκτονας και ένας ζωγράφος που έγινε εικονογράφος από υπολογισμό, καταλύουν στο «Ξενία» έξω από την Καλαμπάκα. Τους συνοδεύουν τέσσερις γυναίκες διαφόρων τύπων. Από την άσχημη ψυχίατρο Νίτσα Βαρλάμη μέχρι την πανέμορφη συνοδό του ζωγράφου, η οποία είναι ταπεινής καταγωγής, συντηρητική, θρησκόληπτη αλλά διαολίζει τους άντρες. Οι Παναγίες του ζωγράφου με μοντέλο την κοπέλα αυτή ήταν λίγο πιο… προκλητικές απ' ό,τι έπρεπε - «έπαιζε το μάτι τους», όπως είχε πει ένας έμπειρος ιερωμένος.
Πράκτορες
Στο ίδιο ξενοδοχείο έμενε και γκρουπ Ολλανδών τουριστών. Είχαν όλοι το σήμα της ειρήνης στο πέτο γιατί γυρνούσαν από το πρόσφατο Συνέδριο Ειρήνης στη Μόσχα. Αργότερα θα αποδειχθεί ότι ανάμεσά τους βρίσκεται ένας πράκτορας των Σοβιετικών, υπεύθυνος για τη μισθοδοσία των Ευρωπαίων πρακτόρων, αλλά και ένας πράκτορας της βρετανικής αντικατασκοπίας. Το σκηνικό συμπληρώνεται με τον βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη ο οποίος είχε δώσει ερωτικό ραντεβού στα Μετέωρα με μία Ολλανδέζα τουρίστρια (την είχε γνωρίσει στο Συνέδριο της Μόσχας), μια πρωταθλήτρια του ύψους (ο Λαμπράκης υπήρξε, ως γνωστόν, τριπλουνίστας). Ο βουλευτής, με την πρόφαση πολιτικής περιοδείας στη Θεσσαλία, έμεινε σε σπίτι αριστερού της περιοχής, και μια νύχτα σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι του δωματίου της Ολλανδέζας. Οι κινήσεις του έγιναν αντιληπτές από τις μυστικές υπηρεσίες που, με επικεφαλής τον Γιώργο Παπαδόπουλο, βρήκαν μοναδική ευκαιρία να τον συνδέσουν με κινήσεις «συνοδοιπόρων» αλλά και καθαρόαιμων Σοβιετικών πρακτόρων.
Στον Ανδρέα Αποστολίδη αποδίδεται καμιά φορά από την κριτική μία ψυχρή γραφή.
Στην αρχή του βιβλίου διακρίνονται τέτοια σημάδια που μπορεί για κάποιον να είναι
και ενοχλητικά, σιγά σιγά όμως η γραφή ετούτη μετατρέπεται σε όπλο περιγραφής μιας
καταιγιστικής δράσης. Τα γεγονότα συνθέτουν μια περίπλοκη πολιτικοκοινωνική τοιχογραφία,
με φόντο το τοπίο των Μετεώρων - το οποίο, πάντως, περιγράφεται αχνά. Τα πρόσωπα
της ψυχιάτρου και ενός 24χρονου διανοούμενου θα μπορούσαν να διαβαστούν και σαν
απόπειρα εισαγωγής του ψυχολογικού στοιχείου στην αφήγηση (ο Αποστολίδης έχει μεταφράσει,
μεταξύ πολλών άλλων, και Χάισμιθ), στην πραγματικότητα όμως ο ρόλος τους είναι να
ενδυναμώσουν την κοινωνική περιγραφή της Ελλάδας της εποχής. H ψυχολογία έμπαινε
στη ζωή του Έλληνα, την ίδια εποχή που μια γυναίκα μπορούσε ακόμη να κοιμάται με
τον συνοδό της στο ίδιο κρεβάτι, χωρίς να είναι αυτονόητη η ολοκλήρωση της σχέσης.
Αδίστακτο αρσενικό
![]() |
| Το νέο μυθιστόρημα του Ανδρέα Αποστολίδη συνδυάζει το προσωπικό με το κοινωνικό, το εγχώριο με το διεθνές, τον έρωτα με τον θάνατο, την αθωότητα με την προδοσία (φωτογραφία: Τατιάνα Καραπαναγιώτη) |
O Ανδρέας Αποστολίδης παρότι έχει ως πρωταρχικό στόχο να αναδείξει, με πολιτική
ματιά, μια ολόκληρη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας, πετυχαίνει εντέλει να καθηλώσει
τον αναγνώστη με τη δράση, το σασπένς (όλοι είναι ύποπτοι) και τους ανθρώπινους
τύπους που παρουσιάζει. Ο Μουρούζης είναι χαρακτηριστικό αρσενικό, αλαζονικός, αδίστακτος
περί τα ερωτικά και αποφασισμένος να προβάλει μία εικόνα σκληρότερη από τον πραγματικό
εαυτό του. Το επικίνδυνο εγχείρημα να ενταχθούν στην αφήγηση ιστορικά πρόσωπα (κυρίως
Γ. Παπαδόπουλος και Γρ. Λαμπράκης) μάλλον απορροφάται χωρίς κραδασμούς, ενώ διασκεδαστικό
είναι ένα γρήγορο πέρασμα του Αλέξη Σολομού καθώς και μία μικρή ειρωνεία απέναντι
στον μύθο του ενός μυθιστορήματος του Άρη Αλεξάνδρου (στο πρόσωπο του λογοτέχνη
Αργυριάδη).
H ΦΑΛΑΚΡΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ
H επί δέκα χρόνια συνοδός του Νάσου Μουρούζη, ηθοποιός Μπέτυ Τσοκά, είχε χάσει τα μαλλιά της και φορούσε περούκα: «"Μπορεί να ξαναφυτρώσουν", σκέφτηκε, "αλλά πρέπει να μου δώσει τον ρόλο. M' έχει έξι μήνες στο ράφι. Θα σπάσω. Το ξέρω".
Ήθελε να βγάλει την περούκα στην παράσταση. Σκεφτόταν τη "Φαλακρή τραγουδίστρια" του Ιονέσκο, που ήταν τότε στη μόδα αλλά για τους διανοούμενους, και ο Νάσος Μουρούζης ήταν υπέρ ενός πιο ανάλαφρου ρεπερτορίου. Ύστερα από χίλια παρακάλια της Τσοκά, ο Μουρούζης είχε έρθει σε επαφή με γνωστό σκηνοθέτη.
"Κύριε Μουρούζη μου", του είπε ο Σολομός, "ο τίτλος του έργου μπορεί να μιλάει για φαλακρή τραγουδίστρια, αλλά είναι συμβολικός, δεν υπάρχει καμία φαλακρή τραγουδίστρια στο έργο"». (σελ. 69).
