Ο Νικόλαος Γύζης και η «ενέργεια» του μοντερνισμού

Παρά την περιθωριοποίησή της από τη νεότερη θεωρία της τέχνης, η ελληνική αστική ζωγραφική έχει να επιδείξει εξαίρετα έργα

Προτού ο 20ός αιώνας διευρύνει τη δυνατότητα επικοινωνίας και καταστήσει δυνατή μια θεωρητική εποπτεία της δυτικής ζωγραφικής, τα τοπικά ζωγραφικά ιδιώματα ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά, τουλάχιστον στους χώρους και στους κύκλους όπου ήταν γνωστά. Στο πνεύμα όμως της συστηματικότητας που κυριάρχησε στη θεωρία της τέχνης το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, τα ιδιώματα αυτά κατέληξαν υποτιμημένα, τοποθετημένα συχνά σε μια δική τους κατηγορία, λίγο «παράμερα» και πάντως υποδεέστερα των μεγάλων κινημάτων που προετοίμασαν τη μοντέρνα ζωγραφική. Η νεοελληνική ζωγραφική και ειδικότερα η ελληνική αστική ζωγραφική του 19ου αιώνα είναι ένα από τα θύματα της σύγχρονης θεωρίας, παρ' ότι στα έργα που έχουμε κληρονομήσει φαίνεται ξεκάθαρα η ίδια αυτή «ενέργεια» που οδήγησε την ευρωπαϊκή ζωγραφική προς τον μοντερνισμό. Η Σχολή του Μονάχου (Νικηφόρος Λύτρας, Γεώργιος Ιακωβίδης, Νικόλαος Γύζης, Κωνσταντίνος Βολανάκης κ.ά.) άφησε έργα σπάνιας επιδεξιότητας, τα οποία μέσα από τα όρια της ηθογραφίας ­ χωρίς κατ' ανάγκη να ταυτίζονται με τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό του Κουρμπέ ή του Μιλέ ­ εμφανίζουν πλαστικές ανησυχίες ολότελα μοντέρνες.

Το Πανελλήνιο Ιερό Ιδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, με αφορμή τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Νικολάου Γύζη, παρουσίασε μια έκθεση που παρακολουθεί σχεδόν πλήρως το θεματικό φάσμα του σημαντικού τήνιου ζωγράφου. Κοντά στις πιο γνωστές ελαιογραφίες («Το κρυφό σχολειό», «Η Μαργαρίτα Γύζη», «Ο Ονούφριος Γύζης», «Το δεύτερο παιδί» κτλ.), ο θεατής έχει την ευκαιρία να απολαύσει πληθώρα σχεδίων ­ είτε αυτόνομων είτε προσχεδίων για μεγαλύτερα έργα ­ τα οποία εικονογραφούν τον χαρακτήρα της ζωγραφικής ανησυχίας του καλλιτέχνη. Υπάρχουν πανέμορφα σχέδια της οικογένειας του ζωγράφου, η συγκλονιστική προσωπογραφία, με κάρβουνο και κιμωλία, του πλανόδιου πωλητή, ο σχεδόν «μπουζιανικός» «Ζαχαροπλάστης», αριστοτεχνικές μελέτες ανδρικών γυμνών, ευαίσθητα σχέδια με εικόνες της Σμύρνης και πολλά άλλα. Χωρίς να μπορεί να πει κανείς ότι οι ολοκληρωμένες ελαιογραφίες του Γύζη δεν είναι αξιόλογα έργα, τα σχέδιά του εμφανίζουν μια εκτυφλωτική προσήλωση στα γοητευτικά προβλήματα της ζωγραφικής τέχνης ­ τη σύνθεση, την κίνηση, τον χειρισμό του πραγματικού χώρου ­ και προδίδουν μια σχεδόν εξπρεσιονιστική διάθεση απελευθέρωσης από τον ακαδημαϊσμό.

Ο Νικόλαος Γύζης γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι Τήνου το 1842. Αφησε την Τήνο το 1850 και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου παρακολούθησε μαθήματα στο Πολυτεχνείο. Αρχικά, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, ήταν απλώς ακροατής, ενεγράφη όμως στο Πολυτεχνείο το 1854 και φοίτησε ως το 1864. Το 1862 γνώρισε τον εύπορο συντοπίτη του Νικόλαο Νάζο, ο οποίος μεσολάβησε ούτως ώστε να λάβει ο Γύζης μια υποτροφία από το Ιερό Ιδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου. Στα μέσα του 1865 ο Γύζης έφυγε για το Μόναχο όπου φοίτησε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Τον νεόφερτο καλλιτέχνη μύησε στους καλλιτεχνικούς κύκλους ο Νικηφόρος Λύτρας, αλλά ο Γύζης αντιμετώπιζε προβλήματα, κυρίως οικονομικά. Στις 3 Ιουνίου του 1869 έγραψε στον Νικόλαο Νάζο: «Σας βεβαιώ, Κύριε Νάζε, ότι δεν είμαι διόλου σπάταλος. Ζω με την μεγαλυτέραν οικονομίαν, αλλά τα έξοδα της τέχνης μου, και προ πάντων τα μοδέλα, κοστίζουν φρικτά και άνευ αυτών δεν ημπορώ να κάμω βήμα. Εις την αρχήν ήμουν εις μικροτέρας σχολάς, όπου τα μοδέλα επληρώνοντο από την Ακαδημίαν, αλλ' αφ' ότου εμβήκα εις την σχολή των συνθέσεων, τα πληρώνω ο ίδιος και διά τούτο έπεσα έξω. […] Εγραψα και θα γράψω πάλιν προς την επιτροπήν της Ευαγγελιστρίας διά τους μισθούς μου…». Η οικονομική κατάσταση του ζωγράφου βελτιώνεται με την πώληση κάποιων έργων του και τη συμμετοχή του σε εκθέσεις στο Μόναχο και στη Βιέννη. Το 1872 επέστρεψε στην Ελλάδα και παρέμεινε για δύο σχεδόν χρόνια. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Ανατολή με συντροφιά τον Νικηφόρο Λύτρα και το 1874 επέστρεψε οριστικά πλέον στο Μόναχο. Στην Παγκόσμια Εκθεση του Παρισιού το 1878 του απονεμήθηκε το τρίτο βραβείο και το 1879 διετέλεσε μέλος της κριτικής επιτροπής στη Διεθνή Εκθεση του Μονάχου. Το 1882 διορίστηκε αναπληρωτής καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 έγινε τακτικός καθηγητής. Το 1895 ταξίδεψε για τελευταία φορά στην πατρίδα του, την οποία δεν έκρυβε ότι νοσταλγούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στις 22 Οκτωβρίου 1900 έγραψε στον αδελφό της γυναίκας του: «… αν ήτο δυνατόν να ημπορούσα να ηρχόμουν εις την Ελλάδα, ίσως κατά πρώτον εις την Κεφαλληνίαν και κατόπιν εις την Τήνον, εις τα γλυκά αυτά μέρη…». Ο Νικόλαος Γύζης πέθανε στο Μόναχο το 1901.