Γεώργιος Μπουζιάνης: Αθόρυβος και παρανοημένος κορυφαίος
«Το κέρδος από την όλη υπόθεση εδώ είναι ότι, ενώ δεν ανακαλύπτουν εξ ολοκλήρου αυτό που προέχει στη δουλειά μου, όμως έχουν καταλήξει ενστικτωδώς σ' ένα σεβασμό μπροστά στο έργο μου και μ' αυτό τον τρόπο μου έχουν παραχωρήσει τη θέση που μου αρμόζει ιδιαίτερα στις τελευταίες κριτικές, μετά την έκθεση της ομάδας μας στο Ζάππειο, όπου πήγα πάλι με καινούργια έργα και όπου πλησίασαν περισσότερο τη δουλειά μου».
Γράμμα στον Χάινριχ Μπάρχφελντ στη Λειψία, 9 Αυγούστου 1950
Τι μπορεί να περιμένει κανείς από την Ελλάδα του '40 και του '50 όταν έχει περάσει τα χρόνια 1906-1928 και 1932-1934 στο Μόναχο και την τριετία 1929-1932 στο Παρίσι; Τι μπορεί να περιμένει ένας καλλιτέχνης που έχει περάσει τρεις σχεδόν δεκαετίες της ζωής του στη Δυτική Ευρώπη από την περιορισμένη καλλιτεχνική ζωή της χώρας (σε ανθρώπους που ασχολούνται επαγγελματικά μ' αυτήν τη δουλειά, σε γκαλερί, εκθέσεις και συλλέκτες σε τεχνοκριτικούς και εκδόσεις);
Με πόση πικρία έπρεπε οι προσδοκίες να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα και με ποιες συνέπειες για τον ψυχισμό ενός δυνατού ανθρώπου;
Η προσγείωση του Μπουζιάνη στην Ελλάδα και η επιβίωσή του εδώ επί 25 χρόνια στο σπιτάκι, στη Δάφνη, αποτελεί μιαν ακόμη ελληνική τραγωδία. Το ενδιαφέρον είναι ότι έτσι την έζησαν όλοι: ο ίδιος, οι φίλοι του, οι γνωστοί του, οι συνάδελφοί του (τουλάχιστον εκείνοι που δεν του έκλεισαν τον δρόμο επειδή δούλευε με τρόπο διαφορετικό από τους ίδιους), οι λιγοστοί σημαντικοί φιλότεχνοι και συλλέκτες που είχε η χώρα. Η περίπτωση Μπουζιάνη έχει αφήσει μια μόνιμη πληγή στο συλλογικό υποσυνείδητο και έδωσε με τη σειρά της λαβή για μια νέα αγιοποίηση, ύστερα από τόσες που έχουν προηγηθεί. Οι δυνάμεις της αδράνειας είναι αμείλικτες απέναντι σε όσους τολμούν να ακολουθήσουν ένα δρόμο διαφορετικό. Στη ζωγραφική αυτό φάνηκε και μπροστά στο ανάστημα που είχε ο Παρθένης. Και είναι φυσική η αντίδραση των ηττημένων: ωραιοποιούν, καθαγιάζουν, καταφεύγουν στην κατασκευή ενός ερμηνευτικού σχήματος που σχεδόν παρουσιάζει ως μοιραία την επικράτηση των βαρβάρων.
Ο νεαρός γιος μιας Αθηναίας κι ενός εμπόρου κρασιών και δημητριακών καρπών από την Τρίπολη, που διατηρούσε ένα κατάστημα στην κεντρική αγορά των Αθηνών, γεννήθηκε το 1885. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο από το 1900 μέχρι το 1907 με δασκάλους τον Βολανάκη, τον Ροϊλό, τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Γερανιώτη και τον Ιακωβίδη. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου φεύγει για το Μόναχο με ιδιωτική υποτροφία. Σπουδάζει εκεί στην Ακαδημία, παντρεύεται το 1913 και εγκαθίσταται μόνιμα στο Άιχεναου, έξω από το Μόναχο. Από το 1914 εκθέτει ως μέλος της Ένωσης Καλλιτεχνών του Μονάχου, από το 1917 σε διάφορες γκαλερί της ίδιας πόλης και από το 1924 στη Λειψία, όπου τελικά κλείνει συμβόλαιο με τον γκαλερίστα Χάινριχ Μπάρχφελντ να του παραδίδει 20 έργα τον χρόνο αντί ενός σταθερού μηνιαίου μισθού. Το 1927 γίνεται στο Κέμνιτς μεγάλη έκθεση έργων του στο μουσείο της πόλης. Με οικονομική στήριξη της γκαλερί Μπάρχφελντ πηγαίνει στο Παρίσι για τρία χρόνια, απ' όπου και επιστρέφει λόγω των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Έτσι γυρίζει στο Μόναχο όπου και τον βρίσκει η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία. Ύστερα από ενέργειες του πρέσβη της Ελλάδας στο Βερολίνο Αλεξάνδρου Ρίζου-Ραγκαβή και τη διαμεσολάβηση του αρχιμανδρίτη τής εκεί κοινότητας αποδέχεται την πρόταση της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη να γίνει καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Η πρόταση επισημοποιείται με έγγραφο της ελληνικής πρεσβείας που υπογράφει ο πρώτος γραμματέας Αχιλλέας Κύρου. Ο καλλιτέχνης πουλάει το σπίτι του και γυρίζει στην Ελλάδα. Ύστερα από ένα διάστημα αναμονής σε διαδρόμους υπουργείων και μάταιων ενεργειών, διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται ποτέ να διοριστεί στη θέση που του είχαν υποσχεθεί.
Ακολούθησαν δύσκολα χρόνια μεγάλης απομόνωσης που επέτεινε η Κατοχή και στη συνέχεια ο εμφύλιος πόλεμος. Η κατάσταση του Μπουζιάνη εκείνα τα χρόνια περιγράφεται με συγκλονιστική λιτότητα στο χρονικό της Αλεξάντρας Κόττου-Γραικιώτη (1984). Ο καλλιτέχνης παρουσιάζει έργα του το 1936 και στις Πανελλήνιες τού 1938 και 1939. Τομή για την πρόσληψή του στην Ελλάδα αποτελεί η μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του στον «Παρνασσό» το 1949 με 57 ελαιογραφίες, 22 ακουαρέλες και 15 σχέδια, όπως και η συμμετοχή του στην XXV Μπιενάλε της Βενετίας το 1950 (μαζί με τον Γκίκα, τον Απάρτη, τον Γεωργιάδη και τον Τάσσο) με 17 έργα. Το 1956 έλαβε το Α' ελληνικό βραβείο Guggenheim. Λιγοστοί αφοσιωμένοι άνθρωποι τον υποστηρίζουν και πιστεύουν σ' αυτόν: οι μαθητές του Κούλα Μαραγκοπούλου, Κατερίνα Χαριάτη-Σισμάνη και Νίκος Χρονόπουλος και μερικοί φιλότεχνοι που αγοράζουν έργα του. Πεθαίνει στις 23 Οκτωβρίου του 1959.
Σε τόσες γραμμές θα μπορούσε να χωρέσει η ζωή ενός από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους του εικοστού αιώνα. Μια αθόρυβη και πολλαπλά παρανοημένη παρουσία. Παρανοημένη ακόμη και ως προς το πόσο πετυχημένος ήταν στη Γερμανία ο Μπουζιάνης, με αποτέλεσμα να υποτιμώνται οι δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει και τα πραγματικά επιτεύγματά του.
Για να γίνει κατανοητή η προσφορά του πρέπει να σκιαγραφηθεί μια εικόνα λιγότερο λαμπρή από την ισχύουσα. Ο Μπουζιάνης σπουδάζει σε μία ιδιωτική σχολή και στην Ακαδημία του Μονάχου με δασκάλους που δεν άφησαν πίσω τους έργο ενδιαφέρον και τα ονόματά τους, ακόμη και ως παιδαγωγών, γρήγορα ξεχάστηκαν (Otto Seitz, Walter Thor, Hans Schildknecht). Στα χρόνια 1907-1914, που ο νεαρός καλλιτέχνης ζει και σπουδάζει στο Μόναχο, ζουν επίσης εκεί οι καλλιτέχνες Kandinsky, Macke, Marc, Munter, Jawlensky, οι οποίοι εκθέτουν έργα τους από το 1909 στη Neue Kunstlervereinigung και αργότερα στην Γκαλερί Γκολτς, χωρίς απ' ό,τι φαίνεται να προκαλέσουν ούτε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον του. Αντίθετα, ο Μπουζιάνης πηγαίνει στο Βερολίνο για να μαθητεύσει κοντά στον Liebermann. Έτσι το ξεκίνημά του είναι μάλλον άτολμο και δεν προμηνύει τη ρήξη που πρόκειται να ακολουθήσει.
Το να θεωρείται «πρόδρομος του γερμανικού εξπρεσιονισμού», να υποστηρίζεται ότι «πέραασε στον εξπρεσιονισμό, χωρίς να το ξέρει, τρία ολόκληρα χρόνια προτού εμφανισθεί στη Γερμανία το κίνημα του εξπρεσιονισμού» ή να βεβαιώνεται ότι ανήκε στην «πρώτη γραμμή των εκπροσώπων της νέας σχολής», δηλώνει τουλάχιστον άγνοια της πραγματικότητας και πηγάζει από μιαν έμμονη ιδέα, σύμφωνα με την οποία πίσω από οτιδήποτε σημαντικό έγινε στον κόσμο βρίσκεται κρυμμένος κι ένας Έλληνας. Η αλήθεια είναι πως η «ανακάλυψη του εξπρεσιονισμού από τον Μπουζιάνη», το φθινόπωρο του 1917, γίνεται όταν πλέον ο εξπρεσιονισμός ως κίνημα πνέοι τα λοίσθια.
Ακόμη δεν αληθεύει, όπως έχει επίσης γραφτεί, πως «η αναγνώρισή του στη Γερμανία είναι γενική και οι ιστορικοί της τέχνης μελετούν και αναλύουν το έργο του». Με τον Μπουζιάνη δεν ασχολήθηκε ποτέ κανένας σημαντικός ιστορικός ή κριτικός τέχνης της Γερμανίας του Μεσοπολέμου. Κριτικές για το έργο του δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες του Μονάχου και ιδιαίτερα της Λειψίας και του Κέμνιτς, χωρίς να έχουν κανέναν απόηχο στην υπόλοιπη χώρα. Αυτό δεν καθιστά την αναγνώρισή του ασήμαντη, αλλά δείχνει τις πραγματικές της διαστάσεις, καθόλου ευκαταφρόνητες αν λάβουμε υπόψη μας τη διαδρομή του.
Ακόμη η άποψη ότι «άφησε μια σταδιοδρομία που ήταν προορισμένη να τον δοξάσει», είναι συζητήσιμη κι αυτό ανεξάρτητα από την άνοδο του χιτλερισμού στην εξουσία, που σίγουρα θα αποτελούσε μεγάλο εμπόδιο για κάθε ευρύτερη αναγνώριση. Αρκεί να αναλογιστούμε πως όταν φεύγει για την Ελλάδα, σε ηλικία 50 ετών, έχει πουλήσει μόλις 4 έργα σε δημόσια μουσεία της Γερμανίας, που τότε είχαν μια τολμηρή πολιτική αγορών έργων σύγχρονης τέχνης, ενώ, κι αυτό είναι ίσως το σοβαρότερο, η ατομική έκθεση στο Κέμνιτς, που έγινε το 1927, δεν είχε καμία απολύτως συνέχεια. Οφείλουμε, λοιπόν, κι εδώ να μετριάσουμε τους τόνους: οι αναμφισβήτητες επαγγελματικές επιτυχίες του Έλληνα καλλιτέχνη είχαν σαφή όρια και μικρές προοπτικές ανάπτυξης.
Τέλος, θα πρέπει να ειπωθεί πως ο Μπουζιάνης δεν είχε ιδιαίτερη έφεση για τη θεωρητική σκέψη και τα γραπτά που μας άφησε είναι περιορισμένου ενδιαφέροντος. Οι επιστολές του προς τον γκαλερίστα Μπάρχφελντ, που δημοσιεύτηκαν από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας το 1989, σπάνια ξεπερνάνε την οικονομική σχέση εξάρτησης στην οποία οφείλονται. Από τη σκοπιά αυτή αποτελούν αναμφισβήτητα μια ξεχωριστή μαρτυρία. Όσο για τους Αφορισμούς του, που μεταφράστηκαν σχετικά πρόσφατα στα ελληνικά, η ανάγνωσή τους αποτελεί, σε μεγάλο ποσοστό, μια δυσάρεστη εμπειρία, που ξεχνιέται μόνον όταν κανείς επιστρέψει στο κυρίως έργο του. Εκεί έγκειται η προσφορά του.
Η νεοελληνική τέχνη δεν είχε μέχρι τώρα κανένα ζωγράφο που να άφησε ένα συνολικό έργο με τη συνοχή, τη δύναμη και την αυθεντικότητα του έργου τού Μπουζιάνη. Επί 40 περίπου χρόνια ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει τον αθόρυβο και μοναχικό κόσμο του, από το σκοτάδι του οποίου αναδύονται οι ανθρώπινες μορφές που τον κατοικούν, απροσδιόριστες αλλά γι' αυτό όχι λιγότερο έντονες παρουσίες, χωρίς ιστορία άλλη απ' αυτήν του σώματός τους και του ψυχικού βιώματος της πραγματικότητάς του. Σε κανέναν Έλληνα καλλιτέχνη δεν έλαχε να παρουσιάσει τον κόσμο που έχει δημιουργήσει με τόση υποβλητική δύναμη και αληθοφάνεια. Αυτό το τελευταίο οφείλεται ακριβώς στην αυθεντικότητα του Μπουζιάνη, στο πόσο λίγο «έπαιζε» με τη ζωγραφική μεταφέροντας ρεύματα και -ισμούς στον μουσαμά που εκάλυπτε με χρώματα. Από πολύ νωρίς, από τα είκοσι πέντε του χρόνια και μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Μπουζιάνης παραμένει αδιάφορος στις «εξελίξεις». Το έχουν επαναλάβει περισσότεροι μελετητές του έργου του και αποτελεί, πιστεύω, τον πιο πετυχημένο χαρακτηρισμό του: ο Μπουζιάνης για ό,τι αφορά τη στάση του είναι ένας υπαρξιστής ζωγράφος, δοσμένος ολόψυχα και ολοκληρωτικά στην τέχνη του, η οποία δεν αποτελεί γι' αυτόν μέσο αλλά αυτοσκοπό.
Η τεχνοτροπία του, μη έχοντας έναν καλύτερο όρο στη διάθεσή μας, θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως εξπρεσιονιστική. Τι είδους εξπρεσιονισμός είναι όμως αυτός; Τόσο δεμένος, από μια πλευρά, με την ακαδημαϊκή ζωγραφική του παρελθόντος; Τόσο μακριά από την κοινωνία, από την άλλη; Χωρίς τη βιαιότητα του εξπρεσιονισμού, ούτε τη χρωματική ούτε την ιδεολογική; Πρόκειται για μια τελείως προσωπική και ταυτόχρονα μερική χρήση των κατακτήσεων του εξπρεσιονισμού. Κάθε ζωγραφική είναι βέβαια προσωποπαγής. Υπάρχουν όμως διαφορές τεράστιες από ζωγράφο σε ζωγράφο. Στις ελαιογραφίες του Μπουζιάνη υπάρχει ένας κόσμος κλειστός, με ανθρώπινες φιγούρες μόνες, γυμνές. Το ζωγραφικό έργο αναδεικνύει την πλευρά τού φθαρτού της ανθρώπινης ύπαρξης. Από την άλλη όμωςμ θα ήταν λάθος να μη δούμε ότι το γυμνό γυναικείο σώμα στον Μπουζιάνη αποτελεί, παρ' όλα αυτά, αντικείμενο έντονης αλλά ανολοκλήρωτης επιθυμίας. Εδώ υποβόσκει μια ζωτική δύναμη μεγάλης έντασης. Στις ακουαρέλες, μια τεχνική στην οποία ο Μπουζιάνης είναι αξεπέραστος δάσκαλος, υπάρχει ήδη, λόγω του υλικού, μια διαφορετική φωτεινότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ διαγράφεται και ο αντικειμενικός κόσμος, χώρος, φύση και όντα κοινωνικά.
Το ότι ο Μπουζιάνης έζησε και δούλεψε με μια σχετική επιτυχία στη Γερμανία, δεν είχε καμία απολύτως συνέπεια για κείνα τα μέρη. Είναι σαν να μην έζησε ποτέ εκεί. Αντίθετα, τα σημάδια της παρουσίας του στην Ελλάδα είναι πολλά και αισθητά. Σε μεγάλο βαθμό όλα ξεκίνησαν μετά τον θάνατό του. Πρώτ' απ' όλα βέβαια είναι η δουλειά που έκανε ο κύκλος των θαυμαστών και φίλων του, «Οι Φίλοι του Μπουζιάνη», με εκδόσεις λευκωμάτων και εκθέσεις του έργου του. Σ' αυτά πρωτοστάτησε μια μεγάλη φυσιογνωμία σπάνιας καλλιέργειας και ευαισθησίας, ο Γιάννης Μηλιάδης, στον οποίο χρωστάμε τόσα πολλά που κάποτε θα έπρεπε, αν δεν είμαστε τελείως αγνώμονες, να τον τιμήσουμε με τη σειρά του. Μετά πρέπει ν' αναφερθεί η απρόσμενα ευνοϊκή αντιμετώπισή του από την Αριστερά: η Επιθεώρηση Τέχνης κοσμεί τρία εξώφυλλά της με έργα του Μπουζιάνη και προβάλλει σταθερά το έργο του, όταν για τους στρατευμένους εκείνων των χρόνων η τέχνη είτε έπρεπε να είναι αισιόδοξη είτε να καταγγέλλει.
|
| Πάνω: Πορτρέτο Λίζας Κότου, 1947. Αριστερά: Εξώφυλλο καταλόγου από έκθεσή του το 1930 στην γκαλερί του Χάινριχ Μπάρχφελντ της Λειψίας |
Τέλος, περισσότεροι κριτικοί έγραψαν σημαντικές σελίδες για τον Μπουζιάνη, αναγνωρίζοντας την αξία της προσφοράς του. Η Πολιτεία, αργά, πολύ αργά πια, επανόρθωσε με τη μεγάλη αναδρομική έκθεση που οργανώθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη το 1977, με 155 έργα, όπως και με τη μικρότερη σε έκταση, αλλά σημαδιακή παρουσίαση του έργου του που έγινε στον ίδιο χώρο στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την «Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1985». Τέλος, και είναι ίσως το σημαντικότερο, στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας οργανώθηκε το 1990 η έκθεση έργων είκοσι νέων καλλιτεχνών με τον τίτλο «Αναφορά στον Μπουζιάνη». Η καθυστερημένη αυτή ευνοϊκή υποδοχή δεν είναι άσχετη με το ίδιο το έργο του καλλιτέχνη που έμεινε ανέπαφο από κάθε είδους παραχωρήσεις στην περιζήτητη «ελληνικότητα» και επιπρόσθετα προαπαιτεί μια κάποια εξοικείωση με τα νεώτερα ρεύματα της ευρωπαϊκής τέχνης. Οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι η αθηναϊκή κοινωνία των χρόνων 1935-1955, μιας εικοσαετίας καθοριστικής για τον ίδιο τον ζωγράφο, δεν ήταν από καμία άποψη σε θέση να δεχθεί και να εκτιμήσει το έργο του.
* Ο Νίκος Χατζηνικολάου είναι Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης




