Κ. Παρθένης, Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου (1931). Ελαιογραφία, 118 εκ. x 117 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Σπ. Λοβέρδου
Θέμα που απασχόλησε πολλές φορές τον Παρθένη, η θυσία του Αθανασίου Διάκου, και για το οποίο θα ζωγραφίσει την «Αποθέωση», διακρίνεται για το συνδυασμό γνωστών και από άλλα έργα του τύπων και νέων χαρακτηριστικών. Έτσι έχουμε στην ξαπλωμένη γυναικεία μορφή, προσωποποίηση της Ελλάδος, τον ίδιο τύπο που έχουμε και στην «Αυγή» και τη «Νύχτα», όπως και σε άλλα του έργα, τύπο ο οποίος κατάγεται, όπως έχει εύστοχα σημειωθεί, από τη βυζαντινή Παναγία της Γέννησης του Χριστού. Και με τον αρχαίο πολεμιστή, αναφορά στον Λεωνίδα, όπως δηλώνεται από το κράνος, ο οποίος πέθανε στις Θερμοπύλες, κοντά δηλαδή στο χώρο που πολέμησε και ο Αθανάσιος Διάκος, έχουμε τον άγγελο σε άλλα έργα του Παρθένη. Νέα στοιχεία είναι η απόδοση του Διάκου με το ασκητικό ένδυμα του μοναχού, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται ο χώρος, με ένα συνδυασμό γεωμετρικών και βιόμορφων τύπων. Με τις δύο από τις τρεις μορφές να αιωρούνται στον αέρα και με την τρίτη στο έδαφος, καθώς και με τα παραπληρωματικά θέματα -άνθη και δέντρα, σύννεφα στον ουρανό, φτερά του Λεωνίδα-, ο Παρθένης μάς δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύνθεση, που βασίζεται στο συνδυασμό οριζοντίων, καθέτων, διαγωνίων και κυκλικών τύπων. Στην κατεύθυνση των ιδεαλιστικών τάσεων και των αλληγορικών τύπων, ο καλλιτέχνης μάς δίνει με την οργάνωση -κάθετα και διαγώνια θέματα- ένα σύνολο που διακρίνεται για τον θριαμβικό του χαρακτήρα, με τον Διάκο να υποδέχεται στον ουρανό τον Λεωνίδα, μια χαρακτηριστική και τυπικά ιδεαλιστική σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν ή της νεότερης με την αρχαία ιστορία. Πέρα από τα συνθετικά στοιχεία και τα θεματικά χαρακτηριστικά, το έργο διακρίνεται και για το προσωπικό μορφοπλαστικό λεξιλόγιό του, με τον θαυμάσιο συνδυασμό γραμμικών τύπων και χρωματικών αξιών και με την ιδιαίτερη έμφαση στο γαλάζιο και τους τόνους του. Γιατί μ' αυτό ο Παρθένης κατορθώνει σαφέστερα να ολοκληρώσει το περιεχόμενο του θέματος, την Αποθέωση, με τις μορφές λουσμένες στο γαλάζιο, χρώμα του ουρανού και του απείρου.
Παραλιακό τοπίο (100 Χ 76 εκ.) Συλλογή Μ. Μαυρίδη.
Τυπικό δείγμα της τοπιογραφίας του Παρθένη, με τα παραπληρωματικά θέματα του πρώτου επιπέδου, τη θάλασσα στο δεύτερο και νησιά στο τρίτο, με τα κυπαρίσσια οργανωτικά θέματα και, παράλληλα, να συνδέουν γη και ουρανό. Με το συνδυασμό των καθέτων και οριζοντίων, που τονίζονται και από τα μαλακά καμπυλόμορφα θέματα των πεύκων και των άλλων δέντρων και με τα χρυσίζοντα σύννεφα στον ουρανό, επιβάλλεται ένα καθαρά ποιητικό σύνολο. Ο Παρθένης δεν περιορίζεται μόνο στο να δίνει μερικά θέματα περισσότερο περιγραφικά, άλλα γενικευτικά· συνδυάζει, με θαυμάσιο τρόπο, τα θερμά με τα ψυχρά χρώματα για να ολοκληρώσει καλύτερα την αίσθηση μιας ανατολής του ηλίου, ο οποίος ανατέλλει κρυμμένος από τα σύννεφα που μετατρέπονται σε φως. Από τη στερεή επιφάνεια του πρώτου επιπέδου θα μας περάσει στα ήρεμα κύματα του δευτέρου και, ταυτόχρονα, με τα κυπαρίσσια θα μας ανεβάσει στον ουρανό. Συνηθισμένο θέμα το κυπαρίσσι στα έργα του Παρθένη, με την τονισμένη καθετότητα και τη μορφική λιτότητα, χρησιμοποιείται και για την καθαρά ιδεαλιστική του τάση ανύψωσης από το κοινό και το καθημερινό σε μια άλλη διάσταση. Η σαφήνεια και η πληρότητα του σχεδίου, και στην περίπτωση αυτή, συναγωνίζεται τη δύναμη υποβολής του χρώματος και, μαζί με τα λίγα παραπληρωματικά θέματα, πλουτίζει και με συμβολικές προεκτάσεις τη ζωγραφική επιφάνεια. Γιατί, χωρίς να περιγράφεται, δίνεται η εντύπωση ενός νεκροταφείου, του οποίου βλέπουμε τον τοίχο που το περιβάλλει και γύρω και μέσα σ' αυτό τα κυπαρίσσια-φύλακες, αλλά και στοιχεία που διευκολύνουν τις ψυχές να ανεβούν στον ουρανό.
Αλληγορία (100 Χ 100 εκ.) Ιδιωτική συλλογή.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα του Παρθένη, τόσο με τη θεματογραφία του όσο και με το μορφοπλαστικό ιδίωμά του. Γιατί στο έργο συνδυάζονται περίεργα, αρχιτεκτονικά θέματα, αλληγορική σκηνή, θρησκευτική παράσταση και τοπιογραφία. Στο έργο έχουμε, σε σχεδόν φασματική παρουσία, κάτω αριστερά και σε μικρή κλίμακα μια μορφή που πρέπει να υποθέσουμε ότι είναι άγγελος, αφού στη δεξιά πλευρά, στην ίδια κλίμακα, εικονίζεται μια γυναικεία μορφή με τα χέρια στο στήθος, γνωστός τύπος της Παναγίας σε σκηνές του Ευαγγελισμού. Η σκηνή φαίνεται ότι διαδραματίζεται στο μπαλκόνι κάποιου οικοδομήματος, όπως δηλώνεται από τα πλακάκια του δαπέδου, το τοπίο το οποίο αναπτύσσεται ανοδικά και τα δέντρα που οργανώνουν το χώρο. Στη δεξιά πλευρά εικονίζεται ένα επιβλητικό οικοδόμημα, με τη μια πλευρά του σε τονισμένο ιδιαίτερα άσπρο χρώμα και την άλλη, όπως και τμήματα των άλλων οικοδομημάτων, στα γαιώδη χρώματα που έχει και το τοπίο, με τα κάπως πρασινωπά δέντρα. Αλλά, μπορεί να διερωτηθεί κανείς, είναι πραγματικά ένας Ευαγγελισμός, δηλαδή ένα τυπικά θρησκευτικό θέμα, με τον άγγελο που μόλις φαίνεται, το χώρο στον οποίο βρίσκεται η Παναγία, το οικοδόμημα που δεν σχετίζεται με γνωστούς τύπους της παράστασης; Από μια άλλη πλευρά, το έργο βασίζεται ουσιαστικά στο συνδυασμό των αρχιτεκτονικών θεμάτων με το χαρακτήρα του χώρου, το μικρό δέντρο στο μέσο και το ψηλό, απάντηση λίγο αριστερότερα. Ακόμη τι μπορεί να σημαίνουν μερικά από τα στοιχεία της αριστερής πλευράς, που δίνονται υπαινικτικά, και τα βαθμιδωτά στοιχεία του λόφου στο δεύτερο επίπεδο, που οδηγούν στο τρίτο με μια ρυθμική πάλι ανάπτυξη των βουνών; Και ενώ η χρωματική γλώσσα του έργου, με τους γαιώδεις γενικευτικούς τόνους, κινείται στο κλίμα των όψιμων έργων του Παρθένη, τα σύννεφα στον ουρανό, με το έντονο γαλάζιο, μας μεταφέρουν στην περίοδο των ώριμων έργων του, αυτών δηλαδή που έχουν ζωγραφιστεί την περίοδο 1920-30.
Ο Κήπος των Ελαίων (95 Χ 9ο εκ.) Συλλογή Δ. Κοντομηνά.
Έργο του Παρθένη που διακρίνεται για την έμφαση στις καθαρά ζωγραφικές αξίες και στον ποιητικό χαρακτήρα του συνόλου. Στο ίδιο πνεύμα με τα τοπία του από την Κέρκυρα, εδώ ο Παρθένης δεν αποβλέπει τόσο να παρουσιάσει έναν ελαιώνα όσο μια καθαρά ιδεαλιστική σκηνή, με νύμφες σε διάφορες θέσεις και στάσεις, φυσικό χώρο πλούσιο σε αντιθέσεις με τα κυπαρίσσια και τα ελαιόδεντρα, μια σχεδόν παραδεισιακή ατμόσφαιρα. Μάλιστα αυτό τονίζεται και από το γεγονός ότι οι γυναίκες παρουσιάζονται όλες γυμνές, όρθιες, ξαπλωμένες και καθιστές, με τρόπο και σε χρώματα που είναι τα ίδια με αυτά του τοπίου, στο οποίο βρίσκονται, με αποτέλεσμα να εντάσσονται εντελώς στο χαρακτήρα και το περιεχόμενο του φυσικού χώρου. Με την τυπική και γνωστή και από άλλα έργα του αντίθεση των κυπαρισσιών, που λογχίζουν τον ουρανό, και των ελαιοδέντρων, που παίζουν με τον αέρα, ο Παρθένης εισάγει μια συνομιλία των καθέτων με τα καμπυλόγραμμα θέματα, των ενεργητικών με τα μελωδικά, που πλουτίζουν και με μουσική φωνή το σύνολο. Στις γυναικείες μορφές του, που δίνονται σχεδόν φασματικά και σχηματοποιημένα, ο καλλιτέχνης παρουσιάζει όλους τους τύπους που χρησιμοποιεί σε διάφορες προσπάθειές του, την ξαπλωμένη σαν Αυγή και Νύχτα, την όρθια σαν Καρυάτιδα και λουομένη, την καθιστή σε διάφορες περιπτώσεις, όλες με αλληγορικό περιεχόμενο. Πέρα πάντως από τα θεματικά στοιχεία, το έργο, με το συνδυασμό θερμών και ψυχρών χρωμάτων, ανθρώπινης μορφής και φυσικού χώρου, διακρίνεται για την καθαρά ιδεαλιστική φωνή και το ποιητικό περιεχόμενο του.





