«Αρχαίο πνεύμα αθάνατο» (;)

Με την απόπειρα να θυσιάσουμε μία από τις ιερές μας αγελάδες στο βωμό της συλλογικής μας ανάνηψης, θα ξεκινήσουμε το σημερινό μας σημείωμα. Ο λόγος λοιπόν για το χιλιοειπωμένο αξίωμα «Νους υγιής εν σώματι υγιεί» που υποτίθεται ότι εκφράζει την πεμπτουσία μιαςθεμελιώδους πεποίθησηςτων αρχαίων μας προγόνων: ότι, δηλαδή, μόνο ένα υγιές, καλογυμνασμένο σώμα μπορεί να διαθέτει και τα σωστά μυαλά και ότι, με άλλα λόγια, η πνευματική ολοκλήρωση αρχίζει με το σωστό training, την άσκηση του σώματος.

Εάν, ωστόσο, ενδιαφερθεί κανείς για την πατρότητα του παραπάνω ρητού, μάταια θα την αναζητήσει στα γραμματολογικά βοηθήματα: καμιά μαρτυρία στα έργα τής αρχαιοελληνικής γραμματείας που έχουν σωθεί, καμιά, έστω και έμμεση, ένδειξη δεν καταγράφεται στις πηγές για να μας πείσει ότι η φαινομενικά αρχαιοπρεπής αυτή έκφραση αποτέλεσε ποτέ μέρος τού, γραπτού ή προφορικού, λόγου των κλασικών μας προγόνων.

Αυτό το «επιχείρημα της σιγής» (το «argumentum e silentio») είναι και εκείνο που θα μας οδηγήσει στο λογικό συμπέρασμα ότι το φαινομενικά α0ρχαίο αυτό ρητό είναι κι αυτό ένα δάνειο από την Εσπερία, όπως άλλωστε και άλλες πολλές ψηφίδες από την εικόνα για τους αρχαίους μας προγόνους που συντηρούμε εμείς οι Νεοέλληνες. Mens sana in corpore sano είναι το λατινικό ρητό που ενσωματώθηκε, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ως ένα δημοφιλές slogan στη γλωσσική χρήση των λαών, ιδιαίτερα του Ευρωπαϊκού Βορρά και το οποίο, με την αρχαιοπρεπή του απόδοση, πέρασε στην καθ' ημάς Νεοελληνική.

«Και οι λέξεις έχουν τη δική τους μοίρα…». Μια παραπέρα ιχνηλασία της τροχιάς που διέγραψε στη γλωσσική χρήση των ευρωπαϊκών λαών η στερεότυπη αυτή έκφραση κατά τους προηγούμενους δύο αιώνες, θα επιβεβαιώσει άλλη μια φορά το αξίωμα ότι η γλώσσα, όπου αντανακλάται η ιδεολογία ενός κοινωνικού συνόλου, αποτελεί μια αντικειμενική και αψευδή ιστορική πηγή. Ετσι, για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, το ρητό που συναντά κανείς αναρτημένο με πηχυαία γράμματα σε κάθε γυμναστήριο του ευρωπαϊκού χώρου δεν είναι παρά ένα σπάραγμα, ένα κομμάτι που απομονώθηκε αυθαίρετα από το αρχικό κείμενο, η έννοια του οποίου ήταν τελείως διαφορετική.

Ηπατρότητα του αρχικού και πλήρους κειμένου ανήκει στο σατιρικό ποιητή Δέκιμο Ιούνιο Ιουβενάλη (60-127 μ.Χ.), που συναντήσαμε και σε προηγούμενό μας σημείωμα και ο οποίος στηλιτεύει στη 10η από τις «Σάτιρες» («Sature») την αδυναμία του ανθρώπου να ξεχωρίσει το σωστό και πολλές φορές προσεύχεται στους θεούς, ζητώντας υλικά αγαθά, δόξα και πολιτική ισχύ, πράγματα, κοντολογίς, που δεν τον οδηγούν τελικά στην ευτυχία. Οι άνθρωποι, συνεχίζει ο ποιητής μας, δεν θα πρέπει να ζητούν με προσευχές από τους θεούς παρά να τους χαρίζουν ένα υγιές μυαλό και ένα υγιές σώμα ) «οrandum est ut sit mens sana in corpore sano»).

Το σπάραγμα αυτό από το έργο του Λατίνου σατιρικού θα αποτελέσει, σε καιρούς σκοτεινούς για την Ευρώπη, μετάξυ των άλλων, και την ιδεολογική παντιέρα όχι μόνο για τη μακάβρια «οριστική λύση» (την «Endlosung») που έθεσε σε εφαρμογή η Εξουσία τόσο στη ναζιστική Γερμανία, στοχεύοντας στον «εξαγνισμό» της Αρίας φύλης από τους «κατώτερους» σωματικά, άρα και πνευματικά, συνανθρώπους μας, όσο και, αργότερα, στον «πολιτισμένο» σκανδιναβικό Βορρά.

Φορτισμένοι με το ψευδεπίγραφο αυτό ιδεολόγημα θα «αναβιώσουν» οι Ολυμπιακοί Αγώνες στα τέλη του 19ου αιώνα, για να εμπλουτιστούν, λίγες δεκαετίες αργότερα, από ένα επιπρόσθετο στοιχείο. Μια αρχαιοελληνική «παράδοση» που ξεκινά ωστόσο μόλις το 1936. Παραμονές της τέλεσης των Ολυμπιακών στην πρωτεύουσα του Γ' Ράιχ, στο Βερολίνο, όταν ένα μέλος της Ολυμπιακής Επιτροπής, ο Carl Diem, θα ισχυριστεί ότι εντόπισε σε αρχαίους αμφορείς παραστάσεις λαμπαδηδρόμων με τη φλόγα από την Ολυμπία. Ενας ισχυρισμός που θα αποτελέσει την αφορμή για τον υπουργό Προπαγάνδας Joseph Goebbels να σκηνοθετήσει, για πρώτη φορά, το θέρος του 1936 την πανηγυρική μεταφορά της φλόγας από την Αρχαία Ολυμπία μέχρι την καρδιά του Γ' Ράιχ.

Ένα θέαμα για τις λαϊκές μάζες που κατά κόρον απολαύσαμε από τις εκτενείς τηλεοπτικές μεταδόσεις στις μέρες μας…