Δυσλεκτικό ένα στα τριάντα παιδιά σε μια σχολική τάξη
Θεσσαλονίκη, 23 Σεπτεμβρίου 2004 (09:44 UTC+2)
Η δυσλεξία, δηλαδή η ανικανότητα του παιδιού στην ανάγνωση και τη γραφή, αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα για την οικογένεια, αλλά παίζει σημαντικό ρόλο και στην εξέλιξη του ίδιου του παιδιού. Ένα στα 30 παιδιά σε μια τάξη σχολείου αντιμετωπίζει πρόβλημα δυσλεξίας, η οποία θα πρέπει να εντοπιστεί έγκαιρα από τις πρώτα κιόλας τάξεις του δημοτικού σχολείου, ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί πιο εύκολα. Τα προβλήματα των δυσλεξικών, εφόσον δεν αντιμετωπισθούν, τους συνοδεύουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
Με τον όρο δυσλεξία οι ειδικοί, όπως εξήγησαν κατά τη διάρκεια των εργασιών του 12ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Ψυχοφυσιολογίας, που διεξάγεται στο Πόρτο Καρράς της Χαλκιδικής, εννοούν τη μειωμένη ικανότητα ή ακόμη και την πλήρη ανικανότητα ενός παιδιού να κατακτήσει το μηχανισμό της ανάγνωσης και κατ' επέκταση της ορθής γραφής. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός δυσλεκτικού παιδιού είναι η αδυναμία στον προσανατολισμό του χώρου, η αδυναμία στην ακουστική και οπτική διαφοροποίηση και η ατελής εγγραφή στον εγκέφαλο.
Πολλές φορές η δυσλεξία εμφανίζεται ταυτόχρονα με διαταραχές της προσοχής και με υπερκινητικότητα και για τον λόγο αυτό δημιουργεί προβλήματα διαφορικής διάγνωσης. Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα για τη δυσλεξία σε ότι αφορά την αιτία που την προκαλεί, είναι αν πρόκειται για μια ανατομική, δομική βλάβη του εγκεφάλου ή του οπτικού συστήματος ή αν πρόκειται για μια δυσλειτουργία του νευρικού συστήματος, οπότε μπορεί να είναι αναστρέψιμη. Πολλοί πιστεύουν ότι τα δυσλεκτικά παιδιά δεν είναι νοητικά φυσιολογικά ή ότι ο δείκτης νοημοσύνης τους είναι κατώτερος από τον αντίστοιχο των άλλων παιδιών. Αυτή η εντύπωση είναι τελείως λανθασμένη, γιατί η νοημοσύνη των δυσλεκτικών παιδιών είναι φυσιολογική και δεν έχουν σχέση με τα διανοητικώς καθυστερημένα. Οι ομιλητές τόνισαν ότι μερικές φορές ο δείκτης νοημοσύνης των δυσλεκτικών παιδιών είναι μεγαλύτερος από των παιδιών, που δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της δυσλεξίας. Απλά οι επιδόσεις των δυσλεκτικών τόσο στην ανάγνωση όσο και στη γραφή είναι κατώτερες από τα μη δυσλεκτικά παιδιά. Στην Ελλάδα σε μια πολυκεντρική μελέτη που έγινε σε δημοτικά σχολεία της Θεσσαλονίκης, σε παιδιά ηλικίας 6 – 13 ετών, το ποσοστό των δυσλεξικών ήταν 3,9% με σαφή υπεροχή στα αγόρια, δηλ. 3,3/1.
Τα αίτια της δυσλεξίας, όπως εξήγησε ο Καναδός καθηγητής Κονσταντάιν Μαγκίνα, πρόεδρος της Παγκόσμιας Εταιρείας Ψυχοφυσιολογίας, είναι η ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία, την οποία φέρει το παιδί από τη γέννησή του. Μπορεί, βέβαια, να δημιουργηθεί και αργότερα ύστερα από κάποια εγκεφαλική πάθηση ως συνέπεια μιας εμπύρετης ή μολυσματικής ασθένειας. Οι δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες δεν προκαλούν δυσλεξία, αλλά σίγουρα μπορούν να την επιδεινώσουν, όταν ήδη υπάρχει.
Εκτός όμως από τη δυσκολία στη γραφή και την ανάγνωση το δυσλεκτικό παιδί μπορεί να παρουσιάσει και άλλα συμπτώματα. Γίνεται επιθετικό, έχει τάση για απομόνωση και άλλα ψυχοσωματικά συμπτώματα, όπως εμετό, ανορεξία, αϋπνία, νηπιακή συμπεριφορά. Αν η διάγνωση της δυσλεξίας γίνει έγκαιρα και αρχίσει αμέσως θεραπεία, οι πιθανότητες να λυθεί τελείως το πρόβλημα είναι πολύ μεγάλες. Η θεραπεία σχετίζεται με την αντιμετώπιση που έχει το παιδί στον προσανατολισμό του χώρου, στην αδυναμία οπτικής και ακουστικής διαφοροποίησης και στην ατελή εγγραφή στον εγκέφαλο.
Ο καθηγητής νευρολογίας στο Α.Π.Θ. Φώτης Φωτίου τόνισε ότι δεν υπάρχουν διαφωνίες όσον αφορά τη διάγνωση ή τη θεραπεία. «Όλα τα αναγνωρισμένα κέντρα εφαρμόζουν λίγο πολύ παρόμοιες μεθόδους. Αλλά επειδή αφορά μικρά παιδιά, όλοι είμαστε περισσότερο ευαίσθητοι και προσεκτικοί. Από την άλλη μεριά, επειδή υπάρχει όλη αυτή η ευαισθησία, εμφανίζονται και διαφημίζονται «πρωτοποριακές» μέθοδοι διάγνωσης και θεραπείας που δε βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, και δυστυχώς οφείλω να πω ότι αριθμητικά, οι εκδηλώσεις που προωθούν τις μεθόδους αυτές υπερτερούν της πραγματικής ενημέρωσης. Ας μην ξεχνάμε ακόμα, ότι με βάση τη νομοθεσία, τα παιδιά με δυσλεξία μπορούν να εξετάζονται προφορικά στο σχολείο, μέτρο που είναι αμφιλεγόμενο, αλλά το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με τη συνηθισμένη πεποίθηση που έχουν πολλοί γονείς ότι το παιδί τους «διαβάζει αλλά δε μπορεί να τα εκφράσει» να οδηγεί τους γονείς αυτούς να ψάχνουν τρόπους επίλυσης των προβλημάτων τους παντού» κατέληξε ο κ Φωτίου.