Αρχαία Ελληνικά: Απαντήσεις στις ερωτήσεις Πανελληνίων
Περιεχόμενα |
|
Παρατηρήσεις |
|
Θέματα Β' Λυκείου |
|
2011 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
Επαναληπτικές Ημερησίων |
|
Επαναληπτικές Εσπερινών |
|
Ομογενών |
|
2010 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
Επαναληπτικές Ημερησίων |
|
Επαναληπτικές Εσπερινών |
|
Ομογενών |
|
2009 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
Επαναληπτικές Ημερησίων |
|
Επαναληπτικές Εσπερινών |
|
Ομογενών |
|
2008 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
Επαναληπτικές Ημερησίων |
|
Επαναληπτικές Εσπερινών |
|
Ομογενών |
|
2007 |
Ημερησίων |
Επαναληπτικές Ημερησίων |
|
Εσπερινών |
|
Ομογενών |
|
2006 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
2005 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
Επαναληπτικές Ημερησίων |
|
2004 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
2003 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
Επαναληπτικές Ημερησίων |
|
2002 |
Ημερησίων |
Εσπερινών |
|
2001 |
Εσπερινών |
2000 |
Ημερησίων |
1985 |
Πανελλαδικών |
1984 |
Πανελλαδικών |
1983 |
Πανελλαδικών |
Απαντήσεις στα θέματα των Αρχαίων Ελληνικών
2011 (Επαναληπτικές Ημερησίων)
Α. Γιατί κανείς δεν τιμωρεί αυτούς που αδικούν, έχοντας το νου του σ’ αυτό και εξαιτίας αυτού, δηλαδή ότι έκανε κάποιος ένα αδίκημα, όποιος δεν εκδικείται ασυλλόγιστα, όπως ακριβώς ένα θηρίο· και αυτός που επιχειρεί να τιμωρεί σύμφωνα προς τη λογική δεν παίρνει εκδίκηση, για το αδίκημα που έχει διαπραχθεί στο παρελθόν – γιατί δεν μπορεί βέβαια να κάνει αυτό που διαπράχθηκε να μην έχει γίνει – αλλά για το μέλλον, για να μην αδικήσει πάλι ούτε αυτός ο ίδιος ούτε άλλος ο οποίος είδε ότι αυτός τιμωρήθηκε· και επειδή έχει τέτοια σκέψη, πιστεύει ότι η αρετή είναι κάτι που μπορεί να διδαχτεί. Τιμωρεί, οπωσδήποτε, για να αποτραπεί επανάληψη αδικίας. Αυτή, λοιπόν, τη γνώμη την έχουν όλοι όσοι ακριβώς τιμωρούν και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή· και τιμωρούν βέβαια για να βρουν το δίκιο τους και τιμωρούν για σωφρονισμό και οι άλλοι άνθρωποι και κυρίως οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου, όσους νομίζουν πως αδικούν·
Β1. Σ’ αυτό το απόσπασμα ο Πρωταγόρας αναφέρεται σε δύο είδη τιμωρίας κάνοντας χρήση δύο διαφορετικών ρημάτων:
α) Με το ρήμα τιμωροῦμαι αναφέρεται στην τιμωρία που έχει ως στόχο την εκδίκηση και την ικανοποίηση του αδικηθέντος.
β) Με το ρήμα κολάζω αναφέρεται στην έλλογη τιμωρία.
Κατά τη γνώμη του, ο άνθρωπος ως έλλογο ον οφείλει να επιβάλλει τιμωρίες με το δεύτερο σκεπτικό, απορρίπτοντας τα κίνητρα της ανταπόδοσης και της αντεκδίκησης. Η τιμωρία, για τον Πρωταγόρα, έχει παιδευτικό χαρακτήρα και όχι εκδικητικό και κατασταλτικό. Στόχος της δεν είναι η θεραπεία ενός αδικήματος που έχει ήδη διαπραχθεί, γιατί αυτό αποτελεί μια συντελεσμένη πια πραγματικότητα, η οποία δεν μπορεί να αλλάξει («οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη»). Αντίθετα, αφορά την αποτροπή διάπραξης μιας άδικης πράξης στο μέλλον («τοῦ μέλλοντος χάριν»). Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος της είναι διττός: ο σωφρονισμός του παραβάτη («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος»), ώστε να μη διαπράξει ποτέ ξανά στο μέλλον αδίκημα και ο παραδειγματισμός («μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα») των υπολοίπων.Η άποψη του Πρωταγόρα κρίνεται ιδιαίτερα ρηξικέλευθη και πρωτοποριακή για την εποχή της, καθώς παρόμοιες αντιλήψεις άρχισαν να ακούγονται και να εφαρμόζονται για πρώτη φορά την εποχή του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (18ος μΧ. αιώνας) από τον Τσεζάρε Μπεκαρία στο έργο του «Περί Εγκλημάτων και Ποινών». Ωστόσο για την εποχή της ήταν μάλλον ανεφάρμοστη, γιατί οι Αθηναίοι συνέδεαν την τιμωρία με την εκδίκηση και με την ικανοποίηση του ίδιου του παθόντος ή των συγγενών ενός θύματος. Όπως πίστευαν ότι η αλαζονεία (ὕβρις) προκαλεί την οργή (τίσις) και την τιμωρία (νέμεσις) των θεών με στόχο την αποκατάσταση της ηθικής τάξης, κάτι ανάλογο ακολουθούσαν και στην καθημερινότητά τους στη συναναστροφή τους με τους άλλους. Μια τέτοια στάση, βέβαια, δικαιολογείται, αν λάβουμε υπόψη τον πόνο και την αγανάκτηση του ανθρώπου που υφίσταται την αδικία. Επομένως, σύμφωνα μ’ αυτό το συλλογισμό και οι Αθηναίοι είναι από αυτούς που πιστεύουν ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί και να διδαχθεί. Ο Πρωταγόρας διατυπώνει δηλαδή το εξής επιχείρημα: εφόσον κάποιος κάνει χρήση της έλλογης τιμωρίας με στόχο να αποτρέψει την επανάληψη ενός αδικήματος στο μέλλον, αυτό σημαίνει πως πιστεύει ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί˙ θεωρεί δηλαδή ότι με την επίδραση της ποινής, ενός εξωτερικού παράγοντα, ο άνθρωπος που αδίκησε μπορεί να αποβάλει την αδικία, να συνετιστεί, να βελτιωθεί και να στραφεί στην αρετή κάνοντάς τη σταδιακά κτήμα του. Αν υπήρχε η αντίληψη ότι η αρετή είναι έμφυτο χαρακτηριστικό, θα ήταν μάταιο να επιβάλλονται ποινές, αφού όλοι θα γεννιόμαστε με ή χωρίς την αρετή, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να μεταβληθεί.
Εν συντομία, ο συλλογισμός έχει ως εξής:
1η προκείμενη: η τιμωρία επιβάλλεται για αποτροπή επανάληψης της αδικίας.
2η προκείμενη: αυτό στηρίζεται στην πεποίθηση ότι με τη διδασκαλία-τιμωρία θα επέλθει ο σωφρονισμός, η βελτίωση του ανθρώπου και η κατάκτηση της αρετής.
Συμπέρασμα: η αρετή είναι διδακτή.
Β2. Με τη φράση «ὥσπερ θηρίον ἀλογίστως τιμωρεῖται» ο Πρωταγόρας θεωρεί ότι ο άνθρωπος ως έλλογο ον οφείλει να επιβάλλει τιμωρίες απορρίπτοντας τα κίνητρα της ανταπόδοσης και της αντεκδίκησης. Η τιμωρία, για τον Πρωταγόρα, έχει παιδευτικό χαρακτήρα και όχι εκδικητικό και κατασταλτικό. Στόχος της δεν είναι η θεραπεία ενός αδικήματος που έχει ήδη διαπραχθεί, γιατί αυτό αποτελεί μια συντελεσμένη πια πραγματικότητα, η οποία δεν μπορεί να αλλάξει. Όσοι άνθρωποι λειτουργούν σαν τα θηρία αντικρίζουν την τιμωρία ως αντεκδίκηση και αποβλέπουν μόνο στην προσωπική ικανοποίηση . Ο λόγος δεν έχει καμιά θέση στους ανθρώπους-θηρία.
Χρήσιμο είναι να αναφέρουμε τις σημασίες που έχει η λέξη «λόγος» στο κείμενο. Αρχικά, έχει τη σημασία του έναρθρου λόγου, καθώς πρέπει να επιχειρείται ο σωφρονισμός του παραβάτη μέσω νουθεσιών. Από αυτή την έννοια προέρχονται και οι εξής σημασίες της λέξης: το λεγόμενο, η λέξη, η γλώσσα, η ομιλία, το όνομα, ο ισχυρισμός, η απόφαση, η απάντηση, η διαταγή, η εντολή, η συνδιάλεξη, ο έπαινος, η κακή φήμη, το διήγημα, η διήγηση, ο μύθος, ο πεζός λόγος, η πεζογραφία. Επίσης, ο λόγος έχει τη σημασία της διάνοιας, της σκέψης που εκφράζεται με τον έναρθρο λόγο, την ομιλία, του λογικού, του ορθού λόγου, καθώς αυτός που επιβάλλει τιμωρίες πρέπει να λειτουργεί με βάση τη λογική και όχι με κίνητρα εκδίκησης. Από αυτή την έννοια προέρχονται και οι εξής σημασίες: η βάση της λογικής, η δικαιολογία, ο συλλογισμός, η θεωρία, η εκτίμηση, ο λογαριασμός, η λογοδοσία, η συμμετρία, η αναλογία. Χάρη στο λόγο μπορούμε να συνυπάρχουμε αρμονικά και να συγκροτούμε κοινωνίες που θα λειτουργούν εύρυθμα.
Στην υπεροχή αυτήν του λόγου και στη σημασία του για την ίδρυση πολιτικής κοινωνίας είχαν αναφερθεί και άλλοι σημαντικοί διανοητές, όπως ο Ισοκράτης (Περὶ ἀντιδόσεως, 253-257) και ο Σωκράτης (σύμφωνα με τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα IV 3, 12).
Β3. Σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο ο Πρωταγόρας θεωρεί ότι η τιμωρία έχει παιδευτικό χαρακτήρα.. Αν δηλαδή κάποιος τιμωρεί σύμφωνα με τη λογική, έχει ως στόχο όχι την εκδίκηση για τα αδικήματα του παρελθόντος αλλά το σωφρονισμό αυτού που διέπραξε ένα αδίκημα και τον παραδειγματισμό των υπολοίπων. Με άλλα λόγια στόχος της τιμωρίας είναι να αποτρέψει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον. Αυτός ο τρόπος επιβολής τιμωριών, τον οποίο ακολουθούν όλοι, και κυρίως οι Αθηναίοι, αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μπορεί να βελτιωθεί κι επομένως, ότι η αρετή διδάσκεται. Έτσι, αποδεικνύεται ικανοποιητικά ότι, κατά τη γνώμη των Αθηναίων, όλοι έχουν μερίδιο στην αρετή και ότι αυτή διδάσκεται.
Σύμφωνα με το δοθέν μεταφρασμένο κείμενο ο σκοπός της πόλης είναι η υπακοή στους νόμους από άρχοντες και αρχόμενους. Μετά το 18ο έτος της ηλικίας των νέων, η ευθύνη της διαπαιδαγώγησης περνάει από τους δασκάλους στην ίδια την πολιτεία. Η μέθοδος είναι οι κυρώσεις στους παραβάτες των νόμων («εὐθῦναι»). Χρήσιμο είναι να δούμε τι σημαίνει «εὐθῦναι». Παρατηρούμε ότι ο Πρωταγόρας κάνει ένα γλωσσικό παιχνίδι με τη λέξη «εὐθεία». Στην 1η βαθμίδα εκπαίδευσης αναφέρει ότι, όταν ένα παιδί παρεκκλίνει από τη θεμιτή συμπεριφορά, το επαναφέρουν στην ευθεία, όπως ισιώνουν ένα δέντρο που λυγίζει και γέρνει. Η παρομοίωση του παιδιού με δέντρο προετοιμάζει για την ετυμολογική ερμηνεία της λέξης «εὐθῦναι», που θα δοθεί στην 3η βαθμίδα εκπαίδευσης. «Εὐθῦναι» ονομαζόταν η λογοδοσία που ήταν υποχρεωμένος να κάνει μπροστά σε ειδικούς ελεγκτές ένας άρχοντας για τις πράξεις του, όταν τελείωνε ο χρόνος της θητείας του (πβλ. την περίπτωση του Μαντίθεου στο λόγο του Λυσία «Ὑπὲρ Μαντιθέου»). Έτσι ονομάζονταν και οι κυρώσεις που του επιβάλλονταν, αν διαπιστωνόταν κατάχρηση της εξουσίας του ή παραλείψεις. Στην τρίτη βαθμίδα, η υπακοή στους νόμους είχε ως στόχο να ρυθμίσει τη συμπεριφορά των πολιτών, ώστε να αναπτυχθούν μεταξύ τους σχέσεις συνεργασίας, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα το γεγονός ότι οι νόμοι αναγράφονταν σε ξύλινες πινακίδες και τοποθετούνταν σε δημόσιο χώρο, για να μπορούν να τους διαβάζουν όλοι οι πολίτες.
Β4. Στο μέρος αυτό του έργου ο Πλάτωνας περιγράφει κυρίως τους τρεις παρόντες σοφιστές. Ο Πρόδικος και ο Ιππίας είναι μάλλον γελοιογραφικά σχεδιασμένοι. Και οι δυο παρουσιάζονται ως επιδεικτικά πολυμαθείς, ο πρώτος μανιακός με τους ορισμούς των εννοιών (πράγμα για το οποίο εισπράττει τα ειρωνικά σχόλια του Σωκράτη), ο δεύτερος μεγαλόστομος και ρητορικός. Θα έλεγε κανείς πως όλο το αντισοφιστικό πάθος του Πλάτωνα ξεσπά στην περιγραφή της ρηχότητας και της μεγαλομανίας αυτών των δύο. Ο Πρωταγόρας, αντιθέτως, παρουσιάζεται μεν ως αλαζονικός και γεμάτος αυτοπεποίθηση, η σημαντική θέση όμως που ο στοχαστής αυτός κατείχε στην ιστορία της ελληνικής σκέψης δεν υποβαθμίζεται σε καμία περίπτωση. Παρόλο που ο Πλάτωνας τον δείχνει να αγανακτεί με τις συνεχείς ερωτήσεις του Σωκράτη, σε σημείο να θέλει να σταματήσει τη συζήτηση αν ο συνομιλητής του δεν τον αφήνει να αναπτύξει όπως αυτός νομίζει τις απόψεις του, είναι προφανές πως ο πρωταγορικός στοχασμός αντιμετωπίζεται ως άξιος σεβασμού. Γι’ αυτό και στην περίπτωσή του, η σωκρατική ειρωνεία είναι πολύ διακριτική, ο Σωκράτης δείχνει μάλιστα έναν ειλικρινή σεβασμό προς τις απόψεις του αντιπάλου του. (σχολικό βιβλίο, σελ. 50)
Β5. θείη / πραχθέν / ἰδών / ἀποτροπῆς / δόξαν / οἴωνται / εἰκότως / ἀποδέχονται / σκυτοτόμου / φαίνεται
Γ. Αδίδακτο κείμενο
Γ1. Αφού περιέπεσαν σε τέτοια συμφορά οι Αθηναίοι, ταλαιπωρούνταν, επειδή και πέθαιναν οι άνθρωποι μέσα (στην πόλη) και καταστρεφόταν η γη τους εκτός (αυτής) . Μέσα στη δυστυχία τους, όπως ήταν φυσικό, θυμήθηκαν και αυτόν εδώ το στίχο που ισχυρίζονταν οι γεροντότεροι ότι τον έψαλλαν παλαιότερα: « Θα έρθει Δωρικός πόλεμος και μαζί μ’ αυτόν αρρώστια». Και υπήρξε φιλονικία στους ανθρώπους ότι δεν αναφερόταν στο στίχο από τους παλαιούς η αρρώστια αλλά η πείνα. Επικράτησε όμως φυσικά, στην περίσταση αυτή ( η άποψη) ότι είχε ειπωθεί (η λέξη) αρρώστια· γιατί, οι άνθρωποι θυμούνταν σύμφωνα με όσα πάθαιναν. Εάν έρθει, νομίζω, κάποτε άλλος πόλεμος Δωρικός ύστερα από αυτόν και συμβεί να προκληθεί πείνα, θα τραγουδήσουν (το στίχο) έτσι (με αυτήν τη λέξη), όπως είναι φυσικό.
Γ2.τοῖς περιπεπτωκόσι / δῃοῖ / κακίοσι-χείροσι / ἀναμνησθείην / οἵδε / τοῖς φάσκουσι(ν) / παλαίτατα / ἔριν / πείσει-ῃ / ξύμβηθι
Γ3. α. ἔνδον: επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου στο «θνῃσκόντων». θνῃσκόντων: γενική απόλυτη, αιτιολογική μετοχή με υποκείμενό της το « ἀνθρώπων» τοῦ ἔπους: αντικείμενο στο «ἀνεμνήσθησαν». ὑπό τῶν παλαιῶν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του ποιητικού αιτίου από το «ὠνομάσθαι». τοῦδε: γενική συγκριτική από το «ὕστερος». γενέσθαι: τελικό απαρέμφατο, ως υποκείμενο στο απρόσωπο ρήμα «ξυμβῇ». Γ3β. Οὗτος εἶπεν τοιούτῳ πάθει τοὺς Ἀθηναίους περιπεσόντας πιέζεσθαι. / Οὗτος εἶπεν ὅτι τοιούτῳ πάθει οἱ Ἀθηναῖοι περιπεσόντες ἐπιέζοντο.
Άλλες απαντήσεις
Α1. Γιατί κανείς βέβαια δεν τιμωρεί αυτούς που αδικούν έχοντας το νου του σ' αυτό και εξαιτίας αυτού, δηλαδή ότι κάποιος αδίκησε, εκτός αν κάποιος εκδικείται ασυλλόγιστα, όπως ακριβώς ένα θηρίο· όποιος όμως επιχειρεί να τιμωρεί με σύνεση, δεν τιμωρεί για το αδίκημα που έχει διαπραχθεί στο παρελθόν – γιατί δεν θα μπορούσε κανείς – γιατί δεν θα μπορούσε κανείς αυτό που πραγματικά έγινε, (να το κάνει) να μην έχει γίνει,- αλλά για να αποτρέψει το αδίκημα στο μέλλον, για να μην αδικήσει ξανά ούτε αυτός ο ίδιος, ούτε κάποιος άλλος, που είδε ότι αυτός τιμωρήθηκε. Και επειδή αυτός είναι ο τρόπος σκέψης του, σκέφτεται ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί· τιμωρεί λοιπόν για να αποτρέψει επανάληψη της αδικίας. Αυτή λοιπόν τη γνώμη έχουν όλοι όσοι ακριβώς επιβάλλουν τιμωρίες στην ιδιωτική και δημόσια ζωή. τιμωρούν συνεπώς για εκδίκηση και σωφρονισμό και οι άλλοι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου, όσους τυχόν νομίζουν ότι αδικούν· επομένως σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και οι Αθηναίοι είναι από εκείνους που πιστεύουν ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί και να διδαχθεί.
Β1. Ο Πρωταγόρας στην προσπάθειά του να πείσει το Σωκράτη ότι η αρετή διδάσκεται αναφέρει ένα νέο επιχείρημα σχετικό με το σκοπό επιβολής των ποινών. Λέει ότι όποιος επιβάλλει ποινή, δεν το κάνει με σκοπό να εκδικηθεί αυτόν που διέπραξε το αδίκημα , διότι αυτό γίνεται μόνο από ανθρώπους που συμπεριφέρονται σαν τα άγρια ζώα (οὐδείς γάρ κολάζει … τιμωρεῖται). Άλλωστε η ποινή δεν μπορεί να έχει επανορθωτικό χαρακτήρα να αλλάξει κάτι συντελεσμένο (οὐ γάρ … θείη), να συνδεθεί με το παρελθόν. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο κείμενο γίνεται χρήση των ρημάτων κολάζω και τιμωροῦμαι .Κατά τον Αριστοτέλη το πρώτο αποβλέπει στην τιμωρία του αδικήσαντος, ενώ το δεύτερο στην ικανοποίηση του αδικηθέντος.
Αφού, λοιπόν, ο Πρωταγόρας αποσαφήνισε με ποιο σκοπό δεν επιβάλλεται η ποινή , αναφέρεται στο σκοπό της έλλογης τιμωρίας , που δεν είναι άλλος από το σωφρονισμό του αδικήσαντος και τον παραδειγματισμό των άλλων. Δηλαδή με την τιμωρία και ο δράστης διορθώνεται, ώστε να μην επαναλάβει την ίδια επιλήψιμη πράξη και οι άλλοι αποτρέπονται από ένα παρόμοιο αδίκημα, αφού θα συνειδητοποιήσουν ότι κάτι τέτοιο επισύρει ποινές. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι η επιβολή ποινής έχει στόχο το μέλλον, να μην ξαναγίνει παρόμοιο αδίκημα ούτε από τον δράστη, ούτε από κάποιον άλλο(ὁ δέ μετά λόγου … κολασθέντα). Αφού, λοιπόν, ο Πρωταγόρας θεωρεί την ποινή ως μέσον για να αποφευχθεί η επανάληψη άδικων και παράνομων πράξεων, γιατί από τη μια θα συνετιστεί ο ένοχος και από την άλλη θα παραδειγματιστούν οι υπόλοιποι, συμπεραίνει ότι αφού οι άνθρωποι επιβάλλουν ποινές φαίνεται ότι πιστεύουν πως η αρετή μπορεί να διδαχθεί.
Β2. Ο Πρωταγόρας με τη φράση «ώσπερ ….. τιμωρεῖται» απορρίπτει τον εκδικητικό χαρακτήρα της ποινής. Λέει ότι τα θηρία και οι άνθρωποι που λειτουργούν ως θηρία -βίαια, ενστικτωδώς, καθοδηγούμενοι από πάθη και όχι από το λόγο και τη σύνεση- βλέπουν την τιμωρία ως αντεκδίκηση, με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση. Σε μια τέτοια στάση είναι έκδηλη η απουσία του λόγου που έχει διττή σημασία, αφού σημαίνει έναρθρο λόγο, ομιλία αλλά και διάνοια. Ο λόγος μας διαφοροποιεί από τα θηρία, μας δίνει τη δυνατότητα να διακρίνουμε το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο, άρα να συνυπάρξουμε αρμονικά, να συγκροτήσουμε, επομένως, κοινωνίες, που θα λειτουργούν εύρυθμα χάρη στο λόγο και τη σύνεση. Και σε αυτές τις κοινωνίες για τη συγκρότηση και τη λειτουργία των οποίων απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο λόγος, η ποινή έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Δηλαδή ο σκοπός της έλλογης τιμωρίας δεν μπορεί παρά να είναι σωφρονιστικός και παραδειγματικός.
Άρα αφού η επιβολή ποινών με σκοπό την εκδίκηση ταιριάζει στα άλογα η ποινή με σωφρονιστικό χαρακτήρα είναι η μόνη που ταιριάζει σε έλλογα όντα, και μόνο με αυτή μπορούν να λειτουργήσουν οι κοινωνίες των πολιτισμένων ανθρώπων.
Β3. Στο αρχαίο κείμενο ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι η ποινή έχει χαρακτήρα αποτρεπτικό και σωφρονιστικό απορρίπτοντας ως κίνητρο της ποινής την ανταπόδοση και την εκδίκηση, παραμερίζοντας έτσι τον κατασταλτικό της χαρακτήρα. Στόχος είναι η διόρθωση και ο σωφρονισμός αυτού που διέπραξε το αδίκημα καθώς και ο παραδειγματισμός και η αποθάρρυνση εκείνων που βλέπουν το δράστη να τιμωρείται.
Στο μεταφρασμένο κείμενο σκοπός της πόλης και πάλι είναι η κατάκτηση της αρετής. Οι νόμοι της πολιτείας υποδεικνύουν το χρέος των πολιτών στην ευπραξία, με διδασκαλία του νόμου, αναγκασμό υπακοής στο νόμο, διαρκή καθοδήγηση, ποινές. Η πολιτεία, λοιπόν, οριοθετεί τη συμπεριφορά των νέων αφού πρώτα θεσμοθετήσει νόμους παλαιών κι έμπειρων νομοθετών. Στόχος της είναι η δημιουργία του ιδανικού πολίτη, ο οποίος ξέρει να διοικεί σωστά αλλά ταυτόχρονα να πειθαρχεί στους νόμους και τις διαταγές των ανωτέρων του. Γι αυτό και θεσπίζει τιμωρίες (εὐθῦναι) και τις επιβάλλει σε όσους παρανομούν προκειμένου να τους συνετίσει αλλά και να διασφαλίσει την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία της. Εὐθῦναι ονομαζόταν η λογοδοσία που ήταν υποχρεωμένος να κάνει σε ειδικούς ελεγκτές κάθε δημόσιος λειτουργός για τα πεπραγμένα του, όταν τελείωνε ο χρόνος της εξουσίας του. Η λέξη εὐθῦναι σήμαινε και την ποινή που επιβαλλόταν στον απερχόμενο άρχοντα, αν κρινόταν ένοχος. Επομένως και από τα δυο χωρία κατάδηλα προκύπτει ο παιδαγωγικός ρόλος της πόλης – κράτους.
Β4. Σχολικό βιβλίο σελίδα 50 « Στο μέρος … του αντιπάλου του.»
Β5. υποθήκη: θείη, βιαιοπραγία: πραχθέν, ιδέα: ἱδών, εκτρέπομαι: ἀποτροπῆς, μισαλλοδοξία: δόξαν, οίηση: οίωνται, επιεικής: εἰκότως, υποδοχή: ἀποδέχονται, τμήμα: σκυτοτόμου, άφαντος: φαίνεται
ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Γ1. Αφού έπεσαν οι Αθηναίοι σε τέτοια συμφορά, ταλαιπωρούνταν, διότι και μέσα στην πόλη πέθαιναν άνθρωποι και έξω τα κτήματα καταστρέφονταν. Μέσα στη δυστυχία τους όπως ήταν φυσικό, θυμήθηκαν και αυτόν εδώ το στίχο «Θα έρθει Δωρικός πόλεμος και αρρώστια μαζί με αυτόν», καθώς έλεγαν οι γεροντότεροι ότι στο παρελθόν ψαλλόταν. Υπήρξε, λοιπόν, φιλονικία στους ανθρώπους ότι στο στίχο δεν αναφερόταν από τους παλαιούς η λέξη αρρώστια, αλλά η πείνα. Επικράτησε , όμως, στην περίσταση αυτή, όπως ήταν φυσικό, ότι είχε ειπωθεί η λέξη αρρώστια, διότι οι άνθρωποι θυμούνταν ανάλογα με τα παθήματά του. Νομίζω, βέβαια, αν κάποτε ξεσπάσει άλλος Δωρικός πόλεμος μετά από αυτόν και συμβεί να προκληθεί πείνα έτσι θα το ψάλλουν, όπως θα ταιριάζει στην περίσταση.
Γ2. περιπεσόντες: περιπεπτωκόσι δῃουμένης: δηοῖ κακῷ: κακίοσι - χείροσι ἀνεμνήσθησαν: ἀναμνησθείην τοῦδε: οἵδε φάσκοντες: φάσκουσι πάλαι: παλαίτατα ἔρις: ἔριν ἔπασχον: πείσῃ ξυμβῇ: ξύμβηθι
Γ3.α. ἔνδον: επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου στο θνῃσκόντων. θνῃσκόντων: γενική απόλυτη αιτιολογική μετοχή με υποκείμενό της το ουσιαστικό ἄνθρώπων. τοῦ ἔπους: αντικείμενο στο ρήμα ἀνεμνήσθησαν. ὑπό τῶν παλαιῶν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του ποιητικού αιτίου από το απαρέμφατο ὠνομάσθαι. τοῦδε: γενική συγκριτική από το επίθετο ὕστερος γενέσθαι: τελικό απαρέμφατο ως υποκείμενο στο ρήμα ξυμβῇ
Γ3.β. α) οὗτος εἶπεν τοιούτῳ πάθει τους Ἄθηναίους περιπεσόντας πιέζεσθαι. β) οὗτος εἶπεν ὅτι τοιούτῳ πάθει τους Ἄθηναίους περιπεσόντας ἐπιέζοντο.
2010 (Επαναληπτικές Ημερησίων)
Α. Και επινοούσε αυτά επειδή έπαιρνε προφυλάξεις μήπως κάποιο γένος εξαφανιστεί˙ και αφού τα εφοδίασε επαρκώς να γλιτώνουν τον αλληλοσπαραγμό, σοφιζόταν ευκολίες για τις ατμοσφαιρικές μεταβολές που προκαλούνται από το Δία, ντύνοντάς τα και με πυκνά τριχώματα και με γερά δέρματα, ικανά λοιπόν να αντιμετωπίσουν την κακοκαιρία, αλλά κατάλληλα και για τις ζέστες και, για να χρησιμεύουν στον καθένα αυτά τα ίδια (τα τριχώματα και τα δέρματα) σαν στρώματα και σκεπάσματα ταιριαστά και δοσμένα από τη φύση, όταν π(αυτά) πηγαίνουν στις φωλιές τους· και δένοντάς τα πόδια τους με νύχια και άλλα [ με τριχώματα και] με στερεά και χωρίς αίμα δέρματα.. Επιπλέον εξασφάλιζε τροφές διαφορετικές για τα διάφορα είδη, σε άλλα χορτάρι από τη γη, σεάλλα καρπούς δέντρων και για άλλα ρίζες˙ σε ορισμένα από αυτά επέτρεψε να είναι ως τροφή τους το κρέας άλλων ζώων˙ και σ’ αυτά έδωσε τη δυνατότητα να γεννούν λίγα, ενώ σε αυτά που τρώγονταν από αυτά έδωσε τη δυνατότητα να γεννούν πολλά, εξασφαλίζοντας σωτηρία για το γένος τους.
Β1. Ο συγκεκριμένος μύθος επιλέγεται από τον Πρωταγόρα για να αναπτύξει το θέμα του και πιθανόν αποτελεί δημιούργημα του, αφού εμπεριέχεται σ' ένα έργο του, στο "Περί τῆς ἐν ἀρχῇ καταστάσεως" σύμφωνα με το Διογένη το Λαέρτιο. Το συγκεκριμένο σύγραμμα δεν έχει σωθεί. Ωστόσο το βέβαιο είναι ότι ο μύθος δεν είναι δημιούργημα του Πλάτωνα. Επίσης:
- Περικλείει αισιόδοξα μηνύματα για την ανοδική πορεία και εξέλιξη του ανθρώπου (=όπως το Α' στάσιμο της "Αντιγόνης" του Σοφοκλή). Σε αντίθεση με τον "Πολιτικό" του Πλάτωνα όπου διαπιστώνουμε μια καθοδική πορεία και μια συνεχή εναλλαγή του καλού και του κακού.
- Αποτελεί, από πλευράς έκφρασης, υπόδειγμα του τότε ιδιώματος.
Χρόνος
Ο Πρωταγόρας αναφέρεται στο χρονικό σημείο μετά τη γένεση των θεών, τη "Θεογονία". Μάλιστα, σε αντίθεση με τον Ησίοδο ο οποίος αναφέρεται στη "Θεογονία" στη δημιουργία των Θεών, ο Πρωταγόρας επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στον άνθρωπο. Στο μύθο του λοιπόν παρακαλουθούμε τη διαδικασία με την οποία τα διάφορα ζώα απέκτησαν το καθένα τις δικές του ξεχωριστές ιδιότητες. ΄Οσο για τον άνθρωπο, διαπιστώνουμε ότι τελικά απέκτησε εκείνες τις αρετές που αποτελούν την ανθρώπινη ουσία του.
Η χρήση του "καί" στη φράση «καί τούτοις» υποδηλώνει ότι υπήρχε χρόνος γέννησης και για τους θεούς. Άλλωστε σύμφωνα με τις "θεογονίες" και οι θεοί κάποια στιγμή γεννήθηκαν. Βέβαια ζητούμενο για τον Πρωταγόρα δεν είναι ο Θεός, αλλά ο άνθρωπος. Υπήρχαν βέβαια και αντιλήψεις που υποστήριζαν πως οι θεοί δεν έχουν αρχή και τέλος.
"ἔνδον γῆς": ο άνθρωπος και όλα τα γένη πλάστηκαν στο εσωτερικό της γης. Συμβολισμός: γίνεται αναφορά στη δοξασία για τη "Μητέρα-γη", η οποία γέννησε όλα τα θνητά όντα. Είναι δηλαδή η γη, η μήτρα, όπου δημιουργούνται οι διάφοροι οργανισμοί και στη συνέχεια έρχονται στο φως με τη σφραγίδα του "αυτοχθονισμού".
"Αυτοχθονισμός": αποτελεί την πεποίθηση ότι ορισμένες φυλές ξεφύτρωσαν από τη γη, την οποία ύστερα την έκαναν πατρίδα τους. Για παράδειγμα οι Αθηναίοι συγγραφείς αναφέρονται συχνά στα έργα τους στην "αυτόχθονη" γέννηση των Αθηναίων με το αίσθημα της ευγενικής καταγωγής.
Οι κοσμογονίες διαφοροποιούνται ως προς τα στοιχεία από τα οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος. Σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται λόγος για δημιουργία από χώμα. Ο Παρμενίδης υποστήριξε ότι ο κόσμος προήρθε από την ανάμειξη γης και φωτιάς, ενώ ο Εμπεδοκλής μίλησε για τέσσερα στοιχεία: "πῦρ"-"γῆ"-"αἰθήρ"-"ὕδωρ". Ο Πρωταγόρας υιοθετεί την αρχική θεωρία του Παρμενίδη εμπλουτισμένη με τις απόψεις του Εμπεδοκλή. Γενικά η θεωρία του Πρωταγόρα φαίνεται ότι είναι επηρεασμένη από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους.
Β2.Ο Επιμηθέας παρακάλεσε τον αδερφό του να του επιτρέψει να κάνει μόνος του τη μοιρασιά των δυνάμεων και των χαρισμάτων στους ζωντανούς οργανισμούς. Σε όλο το χωρίο μας δίνεται λεπτομερέστατη περιγραφή της κατανομής των ιδιοτήτων στα είδη που έπλασαν οι θεοί. Έτσι, ο Επιμηθέας σε άλλα έμβια όντα έδωσε δύναμη χωρίς ταχύτητα, ενώ τα πιο αδύνατα τα προίκισε με ταχύτητα· άλλα τα εφοδίασε με ποικίλα όπλα και για άλλα, που στερούνταν όπλων, σοφίστηκε άλλα μέσα για την επιβίωσή τους, όπως τη δυνατότητα να πετούν ή να έχουν υπόγεια κατοικία. Βασική φροντίδα και μέριμνα του Επιμηθέα ήταν η εξισορρόπηση των δυνάμεων στα έμβια όντα κ αι η εξασφάλιση της επιβίωσης και της διαιώνισηςε του είδους τους. Για την αντιμετώπιση των καιρικών συνθηκών εφοδίασε τα ζώα με πυκνό τρίχωμα και σκληρά δέρματα. Όσον αφορά στην τροφή τους, σε άλλα όρισε να τρέφονται με χορτάρι από τη γη, σε άλλα με καρπούς δέντρων, σε άλλα με ρίζες και σε μερικά επέτρεψε να τρέφονται με τη σάρκα άλλων ζώων. Για να εξασφαλίσει μάλιστα τη διατήρηση του είδους των ζώων που αποτελούσαν βορά των μεγαλύτερων, τους έδωσε τη δυνατότητα να γεννούν πολλούς απογόνους. Η ιδέα της ισορροπίας στη φύση, με σκοπό τη διατήρηση των ζωικών ειδών, εκφράζεται σε όλο το κείμενο σχεδόν και ειδικότερα στις φράσεις: εἰς σωτηρίαν, καί τἆλλα ἐπανισῶν οὕτως ἔνεμεν, εὐλάβειαν ἔχων μη τί γένος ἀϊστωθείη, ἀλληλοφθοριῶν διαφυγάς ἐπήρκεσε αὐτοῖς, σωτηρίαν τῷ γένει πορίζων.Επιπλέον, στο "μύθο" παρατηρούμε τις ακόλουθες "βιολογικές αλήθειες":
α) το νόμο της αναπλήρωσης: π.χ. η αδυναμία αναπληρώνεται σε κάποια είδη με την ικανότητα για γρήγορο τρέξιμο και
β) τα φαινόμενα της εξαφάνισης και της διατήρησης των ειδών.
Β3. Η μέθοδος του Πρωταγόρα (και γενικώς των σοφιστών) είναι πολύ διαφορετική. Μέσα στο έργο, ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί τρεις τρόπους για να εκθέσει τις απόψεις του. Τον μύθο, τη διάλεξη και το σχολιασμό των ποιητικών κειμένων. Ως μύθο μπορούμε να ορίσουμε κάθε αφήγηση που έχει ποιητικό χαρακτήρα, είτε προέρχεται από την παράδοση και τον θρύλο είτε πρόκειται για κατασκευή κάποιου διανοητή. Ο ποιητικός και συμβολικός χαρακτήρας του μύθου για τον Προμηθέα που αφηγείται ο Πρωταγόρας είναι προφανής. Αλλά όσο μεγάλη κι αν είναι η συμβολική του αξία, είναι επίσης φανερό πως δεν μπορεί να οδηγήσει με ακρίβεια στη φιλοσοφική και επιστημονική γνώση. Βεβαίως, και ο ίδιος ο Πλάτωνας χρησιμοποίησε πολλές φορές τον μύθο και ο ίδιος πάντοτε όμως για να συμπληρώσει μιαν αυστηρή φιλοσοφική απόδειξη, όχι ως αυτόνομο τρόπο, ισοδύναμο με τις άλλες φιλοσοφικές μεθόδους, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στη γνώση. Πάντως, ίσως επειδή και ο ίδιος δεν απέρριπτε εντελώς την αξία της συμβολικής μυθικής αφήγησης, ο Πλάτωνας δεν είναι καθόλου ειρωνικός προς τον Πρωταγόρα στο σημείο αυτό. (σχολικό εγχειρίδιο σελ. 56)
Β4. παραιτεῖται/ἰσχύν/πορίζων/τυποῦσιν/φύσιν/κεράννυται/ὑποδῶν/εὐλάβειαν/ἐπήρκεσε/φυγήν
Γ1.Πρέπει λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, να εξετάζετε από τη μια τους πρεσβευτές ως προς τις περιστάσεις κατά τις οποίες ήταν πρεσβευτές, και από την άλλη τους στρατηγούς ως προς τις (στρατιωτικές) δυνάμεις στις οποίες ήταν αρχηγοί. Και μάλιστα να στήνετε τα αγάλματα και να προσφέρετε τιμητικές θέσεις και στεφάνια και (δημόσιες) διατροφές στο πρυτανείο όχι σ’ αυτούς που ανήγγειλαν την ειρήνη, αλλά σ’ αυτούς που κέρδισαν τη μάχη. Αν όμως οι λογοδοσίες για τους πολέμους ανήκουν στους πρεσβευτές και οι δωρεές στους στρατηγούς, θα προκαλέσετε πολέμους άσπονδους και ακήρυκτους· γιατί κανείς δε θα θελήσει να είναι πρεσβευτής.
Γ2. τόν πρεσβευτήν/ἐθεωρεῖτε/αἷς/πεπρεσβευκέναι/δύναμι/ἱστάσθω/ἀπαγγελοῖμεν/νικῶντος/ἦσθα/δωρεῶν
Γ3α.Ἀθηναῖοι: ονοματικός ομοιόπτωτος επιθετικός προσδιορισμός στο «ἄνδρες»/θεωρεῖν: τελικό απαρέμφατο, υποκείμενο στο απρόσωπο «χρή», τελικό απαρέμφατο (ετεροπροσωπία, με υποκείμενο του απαρεμφάτου το εννοούμενο «ὑμᾶς»)/πρός τόν καιρόν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της αναφοράς στο «θεωρεῖν»/ἀπαγγείλασιν: ονοματική, επιθετική μετοχή ως έμμεσο αντικείμενο στο «δίδοτε»/τῶν πρέσβεων: γενική κατηγορηματική κτητική στο «εὔθυναι» από το «ἔσονται»/ἀκηρύκτους: κατηγορούμενο του αντικειμένου στο «πολέμους»
Γ3β.Οὗτος ἔλεγεν ὅτι οὐδείς γάρ ἐθελήσοι πρεσβεύειν (ειδική πρόταση)/Οὗτος ἔλεγεν οὐδένα γάρ ἐθελήσειν πρεσβεύειν (ειδικό απαρέμφατο)
2010 (Επαναληπτικές Εσπερινών)
Α. Γύρω από την άτρακτο και ίσα διαστήματα τρεις άλλες γυναίκες καθισμένες, καθεμιά σε θρόνο, οι κόρες της Ανάγκης, οι Μοίρες, ντυμένες στα λευκά, φορώντας στεφάνια στα κεφάλια τους, η Λάχεση και η Κλωθώ και Άτροπος, (έλεγε ότι) τραγουδούσαν σύμφωνα με την αρμονία των Σειρήνων, η Λάχεσις τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά, και η Άτροπος τα μελλοντικά. Και η Κλωθώ αγγίζοντας το αδράχτι με το δεξί της χέρι κατά διαστήματα, (έλεγε πως) βοηθούσε (την Ανάγκη) στην περιστροφή της εξωτερικής περιφοράς, η Άτροπος πάλι με το αριστερό χέρι με τον ίδιο τρόπο (βοηθούσε) στις εσωτερικές περιστροφές. Η δε Λάχεση με καθένα χέρι της άγγιζε την άτρακτο βοηθώντας πότε τη μια πότε την άλλη περιφορά. Αυτές (οι ψυχές) λοιπόν, όταν έφτασαν,(είπε πως) έπρεπε να παρουσιαστούν αμέσως μπροστά στη Λάχεση. Κάποιος προφήτης τότε (είπε πως) πρώτα τις έβαλε να σταθούν σε κανονικά διαστήματα και έπειτα, αφού πήρε από τα γόνατα της Λάχεσης κλήρους και παραδείγματα τρόπων ζωής και ανέβηκε σε ένα υψηλό βήμα, είπε.
Β1. Προφήτης είναι το πρόσωπο που μιλά υπό τη επήρεια κάποιας θεότητας. Αποκαλύπτει τη θεϊκή βούληση, το μέλλον, ή διακηρύσσει και ερμηνεύει το θείο λόγο. Η παρουσία του προφήτη στη διαδικασία της εκλογής βίων από τις ψυχές τονίζει τον ιεροπρακτικό της χαρακτήρα. Είναι μια πράξη ιερή, ένα μυστήριο. Μιλά επάνω σε βήμα υψηλό, και γιατί έτσι ακούγεται από όλους ( πρακτική σημασία ὑψηλοῦ βήματος ) και γιατί εξυψώνεται στη συνείδηση των ακροατών του αποκτώντας κύρος και
μεγαλοπρέπεια ( συμβολική σημασία του ὑψηλοῦ βήματος ). Δικαιούται να αγγίζει τα γόνατα της Λάχεσης και να παίρνει από εκεί τους κλήρους και τα παραδείγματα βίων.
Ο λόγος του έχει ιερατική μεγαλοπρέπεια, όγκο, αξίωμα και επισημότητα, καθώς απουσιάζουν τα ρήματα, παρατηρείται παρέκκλιση από τη φυσική σειρά των λέξεων στην πρώτη πρόταση «Ἀνάγκης θυγατρός κόρης Λαχέσεως λόγος» ( κανονικά η σύνταξη είναι «Λόγος Λαχέσεως κόρης θυγατρός Ἀνάγκης») , υπάρχουν πολλές γενικές προσδιοριστικές, ασύνδετο σχήμα, αντίθετες έννοιες και χιαστά σχήματα. Ο λόγος του είναι αυστηρός, πυκνός, αφοριστικός, επίσημος, προφητικός, με ειδική απόχρωση εννοιών και ιδιότυπη συντακτική διάρθρωση. Έχει μορφή διαγγέλματος.
Β2. Με βάση τον εσχατολογικό μύθο του Ηρός η εκλογή βίου από τις ψυχές, πριν αρχίσουν το νέο κύκλο της επίγειας ζωής τους, είναι ελεύθερη. Κι αυτό για τους ακόλουθους λόγους: Δεν υπάρχει επηρεασμός, μεσολάβηση κανενός δαίμονα ή θεότητας. Δεν εκλέγει ο θεός με κλήρο τον άνθρωπο που θα συνοδεύσει στη ζωή. Ρητά επισημαίνεται ότι οι άνθρωποι διαλέγουν δαίμονα τη στιγμή που μόνοι τους διαλέγουν παράδειγμα βίου. Οι άνθρωποι ανάλογα με την εκλογή τους θα είναι ευδαίμονες ή κακοδαίμονες. Η εκλογή γίνεται μετά από μια μακρόβια πορεία της ψυχής, και επίγεια και μεταθανάτια, με συνέπεια και κριτήρια να έχουν διαμορφωθεί και γνώση να υπάρχει και δυνατότητα μετάθεσης ευθυνών σε άλλον για
την επιλογή να μην ευσταθεί. Κάθε ψυχή έχει τη δυνατότητα να διαλέξει όποιον τύπο βίου κρίνει ως καλύτερο. Είτε πρώτος είτε τελευταίος στη σειρά εκλογής, όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες να επιλέξουν αυτό που προκρίνουν αυτόβουλα. Τα
παραδείγματα των βίων είναι περισσότερα από τις ψυχές που επιλέγουν. Οι μόνοι περιορισμοί είναι η πειθαρχημένη διάταξη («έν τάξει διαστῆσαι»), η σειρά εκλογής που καθορίζεται από τους κλήρους («λαχών») και το αμετάκλητο της επιλογής («ᾧ συνέσται ἐξ ἀνάγκης» ). Αυτοί όμως οι περιορισμοί δεν επηρεάζουν την εκλογή. Ο συνδυασμός κλήρου και αίρεσης / εκλογής είναι τρόπος συμφιλίωσης ανάμεσα στην ελευθερία και την ανάγκη. Ο Πλάτων συνδυάζει τη θεϊκή επέμβαση στα ανθρώπινα με την ελεύθερη επιλογή και την ηθική ευθύνη του ανθρώπου. Η ύπαρξη του κλήρου υπογραμμίζει τη μοναδικότητα της προσωπικότητας κάθε ψυχής. Η επιλογή λοιπόν είναι ελεύθερη με αυτές βέβαια τις προϋποθέσεις, αλλά , αφού πραγματοποιηθεί,
είναι δεσμευτική και αμετάκλητη και η ψυχή είναι αναγκασμένη να ζει με τον επιλεγμένο τρόπο ζωής. Επομένως, είναι φυσικό επόμενο να είμαστε, να το γνωρίζουμε και να αισθανόμαστε υπεύθυνοι. Η συναίσθηση της ευθύνης μας καθιστά αναπόφευκτα περισσότερο προσεκτικούς και μετρημένους. Η ευθύνη βαραίνει τον εκλογέα «αἰτία ἑλομένου» και όχι το θεό, το υποκείμενο και όχι τον εκάστοτε ξένο «θεός ἀναίτιος». Στο κρίσιμο λοιπόν σημείο της επιλογής καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν η φρόνηση και η παιδεία. Ο Πλάτων υποστήριξε ότι ο άνθρωπος διαλέγει τη ζωή του, είναι υπεύθυνος για τη μοίρα του, την ευτυχία ή τη δυστυχία του και όχι κάποιος θεός. Η λαϊκή αντίληψη που θέλει κάποιος θεός να συντροφεύει μυστικά τη ζωή μας και να την καθοδηγεί είναι ανάγκη και λιμάνι του ανθρώπου. Στην Πολιτεία ο Πλάτων αντιστρέφει τη λαϊκή αντίληψη και διατυπώνει την ανατρεπτική άποψη ότι ο άνθρωπος διαλέγει το δαίμονα, που απλώς παρακολουθεί την εκπλήρωση όσων αποφάσισε ο ίδιος («ἀποπληρωτήν τῶν αἱρεθέντων»). Η ζωή διαμορφώνεται από τον καθένα μας και τον ίδιο τον εαυτό μας βαραίνει η ευθύνη της. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να επιρρίπτουν στους θεούς την αιτία της προσωπικής τους δυστυχίας. Σε αντίθεση με αυτή την παραδοσιακή αντίληψη , ο Πλάτωνας υποστηρίζει ότι ο θεός , επειδή είναι αγαθός , δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος για το κακό. Την κατακλείδα του λόγου της Λάχεσης επικαλούνταν στα μεταγενέστερα χρόνια οι στοχαστές ( χριστιανοί και μη )που υπεράσπιζαν την ελευθερία της βούλησης. Σε μια προτομή του Πλάτωνα ( που χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ και βρέθηκε στα Τίβουρα, είναι χαραγμένες ( προφανώς ως συνόψιση της πλατωνικής φιλοσοφίας) οι
φράσεις : «αἰτίᾳ ἑλομένῳ ( sic ) θεός ἀναίτιος» και «ψυχή πᾶσα ἀθάνατος» (Φαίδρ. 245c)
Β3. σελ. σχολικού βιβλίου 35 «Τα όπλα του ήταν η διαλεκτική …. πρώτη αλήθεια των πραγμάτων» σελ. σχολικού βιβλίου 56 «Η μέθοδος του Σωκράτη…κατανόηση του πράγματος που μελετούν»
Β4. επιγονατίδα → γονάτων αποκληρώνω→ κλήρους δεισιδαιμονία → δαίμων οικοδέσποινα→ ἀδέσποτον ατιμία→ ἀτιμάζων
Γ.1. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Νομίζω δε, άνδρες Αθηναίοι, ότι ο Εργοκλής σχετικά μεν με την Αλικαρνασσό και την εξουσία/στρατηγία και σχετικά με όσα έχουν γίνει από αυτόν δεν θα επιχειρήσει/προσπαθήσει να απολογηθεί, θα πει όμως ότι τάχα ξαναγύρισε στην πατρίδα από τη Φυλή και ότι είναι δημοκρατικός […]. Εγώ όμως, άνδρες Αθηναίοι, δεν έχω την ίδια γνώμη όσον αφορά σε τέτοιου είδους ανθρώπους, αλλά όσοι επειδή επιθυμούν την ελευθερία μεν και το δίκαιο και θέλουν να ισχύουν οι νόμοι κι επειδή μισούν εκείνους που αδικούν συμμετείχαν στους δικούς σας κινδύνους, (νομίζω) ότι δεν είναι φαύλοι πολίτες και ισχυρίζομαι ότι δίκαια η εξορία τους μπορεί να λαμβάνεται υπόψιν∙ όσοι όμως αφού ξαναγύρισαν στην πατρίδα αδικούν εσάς τους δημοκρατικούς σε καιρό δημοκρατίας, τις δε ατομικές τους περιουσίες κάνουν μεγάλες από τα δικά σας (δημόσια χρήματα), αρμόζει να τους μισείτε πολύ περισσότερο από τους Τριάκοντα.
Γ.2. τοῖς πραχθεῖσι(ν) κατελήλυθε τοιαύτη μετασχέτω ὦ πολῖτα ἔφησθα τῷ πλήθει ὦ μεῖζον μάλιστα ὀργισθήσεσθαι
Γ.3. α. αὑτῷ : δοτική του ποιητικού αιτίου στην επιθετική μετοχή «τῶν πεπραγμένων» (συντελικός χρόνος). περί τῶν τοιούτων : εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της αναφοράς στο «τήν γνώμην ἔχω». τούς νόμους : υποκείμενο του απαρεμφάτου «ἰσχύειν» - (ετεροπροσωπία). κινδύνων : αντικείμενο στο ρήμα «μετέσχον». πονηρούς : ονοματικός ομοιόπτωτος επιθετικός προσδιορισμός στο «πολίτας». ὀργίζεσθαι : τελικό απαρέμφατο ως υποκείμενο του απροσώπου ρήματος «προσήκει», υποχρεωτική ετεροπροσωπία.
Γ.3.β. Δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση. Εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο «ὡς», που δηλώνει υποκειμενική γνώμη. Εκφέρεται με Οριστική Ενεστώτα «ἐστί» που φανερώνει το πραγματικό. Λειτουργεί ως αντικείμενο στο απαρέμφατο «έρεῖν» (λεκτικό ρήμα).
2009 (Ημερησίων)
Α. Αφού λοιπόν η αρετή είναι δύο ειδών, η μια διανοητική και η άλλη ηθική, από τη μια η διανοητική κατά κύριο λόγο χρωστάει και τη γένεση και την αύξησή της στη διδασκαλία, γι'αυτό ακριβώς χρειάζεται και την εμπειρία και το χρόνο, από την άλλη η ηθική είναι αποτέλεσμα συνήθειας, απ' όπου έχει πάρει και το όνομα το οποίο παρουσιάζει μικρή διαφορά από τη λέξη έθος. Απ' αυτό ακριβώς γίνεται φανερό ότι καμία από τις ηθικές αρετές δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως· πραγματικά τίποτε απ' όσα υπάρχουν εκ φύσεως δεν μπορεί να αποκτήσει με εθισμό μια άλλη ιδιότητα, όπως για παράδειγμα η πέτρα, που από τη φύση της πηγαίνει προς τα κάτω, δεν θα μπορούσε να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, ακόμα και αν προσπαθήσει κανείς να τη συνηθίσει πετώντας την χιλιάδες φορές προς τα πάνω, ούτε η φωτιά προς τα κάτω, ούτε τίποτα άλλο από τα πράγματα που από τη φύση τους γεννιούνται με μια ορισμένη ιδιότητα θα μπορούσε να συνηθίσει σε κάτι διαφορετικό. Επομένως ούτε εκ φύσεως ούτε όμως και αντίθετα προς τη φύση μας υπάρχουν μέσα μας οι αρετές, αλλά εμείς έχουμε από τη φύση την ιδιότητα να τις δεχτούμε, ενώ τελειοποιούμαστε σ' αυτές με τον εθισμό.
Β.1 Ο Αριστοτέλης από το Α΄ βιβλίο του αναφέρει ότι όλα αποσκοπούν σε ένα αγαθό. Το ύψιστο αγαθό και ο τελικός σκοπός είναι η ευδαιμονία που αποτελεί τη δραστηριότητα προς την οποία τείνει η αρετή, γι’ αυτό πρέπει να μελετηθεί η ηθική αρετή.
Ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη ακολουθεί την αρχαϊκή αριστοκρατική αντίληψη για την αρετή. Για τον Όμηρο, τον Τυρταίο, το Θέογνη και τον Πίνδαρο αρετή μπορούν να έχουν μόνο οι ευγενείς, οι άριστοι και ποτέ οι κοινοί άνθρωποι. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Καμιά αρετή δεν δίνεται από τη φύση, είναι επίκτητες υπάρχει όμως μέσα σε κάθε άνθρωπο η ικανότητα προσέγγισής τους.
Καμία από τις ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτη σε μας τους ανθρώπους. Ο Αριστοτέλης οδηγείται στην απόφανση αυτή, αφού προηγουμένως υπογράμμισε την ετυμολογική συγγένεια των λέξεων «ήθος» και «έθος». Μ' αυτόν τον τρόπο απορρίπτει την αριστοκρατική αντίληψη της εποχής του, σύμφωνα με την οποία η αρετή είναι δώρο της φύσης. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν γεννιέται ενάρετος- δεν διαθέτει από φυσικού του όλες εκείνες τις ιδιότητες που θα τον καταστήσουν ενάρετο. Αντίθετα ενδύεται την ηθική ποιότητα με τον εθισμό του σ' αυτήν. Δεν παραδέχεται την υπερφυσική προέλευση της αρετής, όπως οΠλατωνας, ούτε πιστεύει σε μια έμφυτη καλοσύνη, ο άνθρωπος γίνεται, δεν γεννιέται ενάρετος.
Η ηθική αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά επίπονη κατάκτηση. Ο Αριστοτέλης μεταφέρει την ηθική από τη θεωρία στην πράξη, διαφοροποιούμενος από τον Πλάτωνα. Στο τελικό συμπέρασμα κυρίαρχη είναι η ιδέα του τέλους, με την επανάληψη και την άσκηση ο άνθρωπος είναι δυνατόν να φτάσει στην τελείωση.
Με τις εμπειρικές του θέσεις απορρίπτει την παλιά αριστοκρατική αντίληψη ότι η αρετή ήταν δώρο της φύσης, το οποίο τελεσίδικα δίνεται ή όχι στον άνθρωπο με τη γεννησή του και φυσικά στους "άριστους". Στο κείμενο διατυπώνεται καταφατικά η θέση ότι η αρετή είναι αποτέλεσμα συνήθειας και στη συνέχεια με άρνηση για να δειχτεί τι δεν είναι η ηθική αρετή. Προσπαθεί ο Αριστοτέλης να ενισχύσει τη θέση του ανατρέποντας την αντίθετη, γι' αυτό άλλωστε και συσσωρεύονται εννέα λέξεις με αρνητική σημασία, ώστε να υπογραμμίσουν τη διάσταση ανάμεσα στο ἐξ ἔθους και στο φύσει, ενώ το ποσοτικό επίρρημα «μυριάκις» τονίζει τη μεγάλη προσπάθεια ή μάλλον το αδύνατο του εθισμού στα φυσικά όντα.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι ο άνθρωπος δεν κατέχει από τη φύση του την ηθική αρετή, έχει όμως εν δυνάμει τη δυνατότητα να την προσεγγίσει και να φτάσει στην τελείωση. Έτσι με την ολοκλήρωση καταλήγει στο σκοπό της υπαρξής του-σαφής η τελεολογική κατεύθυνση της σκέψης του. Βλέπει τις ηθικές αρετές ως μέσο για την τελείωση, την άνοδο σε μια ανώτερη σφαίρα, ξεπερνώντας τη ζωώδη φύση και την κατάσταση βαρβαρότητας. Οι αρετές είναι προσωπική κατάκτηση του ανθρώπου, δεν χαρίζονται από τη φύση, ούτε κληρονομούνται από τους προγόνους. Όμως δεν είναι και αντίθετες προς τη φύση του ανθρώπου, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με ορισμένες αξίες, αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει είναι οι νόμοι της φύσης. Στον άνθρωπο υπάρχει η προδιάθεση, η ιδιότητα να δεχτεί την ηθική αρετή.
Β2. Συχνή η χρήση των λέξεων, καθώς ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι κάθε όν αποτελείται από δυο στοιχεία αξεχώριστα: την ύλη και τη μορφή. Η ύλη περιέχει μέσα της τη μορφή αρχικά δυνάμει και αν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις και εν ενεργεία. Ύλη και μορφή αντιστοιχούν με τα αισθητά και τις ιδέες του Πλάτωνα, μόνο που υπάρχουν μαζί στα όντα και δεν τοποθετείται η μορφή σε άλλο υπερβατικό κόσμο.
Είναι θεμελιώδης στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη η συχνά αντιθετική διάκριση των εννοιών δύναμις-ἐνέργεια. Δύναμις είναι η δυνατότητα που έχει ένα πράγμα ή όν να γίνει ή να κάνει κάτι ενώ ενέργεια είναι η πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας.
Ο όρος δύναμις στον Αριστοτέλη «φαίνεται ότι περικλείει τη σημασία του "δυνάμει" και τη σημασία της δραστήριας δύναμης, της αρχικής πηγής της δράσης, της αποτελεσματικής αιτιότητας» (Α. Lalande ).Πάντως, αν η δύναμις είναι από τη μια πλευρά αμφίσημη και ακαθόριστη (Μετά τά Φυσικά, IX 10501)), δεν είναι από την άλλη πλευρά απόλυτα το μη –εἶναι, όπως η στέρηση, αλλά ένα σχετικό μή – εἶναι, μια αμφίλογη πιθανότητα των εναντίων, όπως επισημαίνει ο Α. Lalande. Αν ενέργεια σημαίνει την ικανότητα καταβολής προσπάθειας ή τη θέληση να χρησιμοποιούμε όλη τη δύναμη μας, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το έθος εκφράζει το έν δυνάμει, όπως υποστηρίζει ο Αριστοτέλης. Η δεύτερη έχει μεγαλύτερη αξία από την πρώτη. Οι δυνάμεις είναι τα a priori στοιχεία ενώ οι ενέργειες τα a posteriori στοιχεία του ανθρώπινου όντος. Και τα πρωτογενή και τα υστερογενή στοιχεία χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετά τα Φυσικά) υπάρχουν τρια είδη δυνάμεων:
-αυτές που υπάρχουν στον άνθρωπο από τη γέννηση του (αισθήσεις) και συνδέονται με το άλογο μέρος της ψυχής -αυτές που τις αποκτά ο άνθρωπος με την άσκηση, με το ἔθος (το παίξιμο ενός μουσικού οργάνου) και συνδέονται με το λογικό μέρος της ψυχής -τις δυνάμεις που αποκτά ο άνθρωπος με τη μάθηση (τέχνες) και συνδέονται με το λογικό μέρος της ψυχής
Επομένως στο έθος εμπεριέχεται κάποιο στοιχείο λογικής, επειδή όμως η ηθική γεννιέται από το έθος οι ηθικές αρετές σχετίζονται με το επιθυμητικό μέρος της ψυχής, όπου συνδυάζεται το λογικό με το άλογον στοιχείο. Συνεχίζοντας τη θεμελίωση της θέσης του ότι καμία ηθική αρετή δεν υπάρχει εκ φύσεως κάνει μια αντιδιαστολή ανάμεσα στα γνωρίσματα που ο άνθρωπος έχει από τη φύση του και τις αρετές και χρησιμοποιεί παραδείγματα που αντλεί από τις φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπου.
Ο Αριστοτέλης επιστρατεύει το παράδειγμα των αισθήσεων, για να στηρίξει τις απόψεις του. Καταφεύγει στη χρήση λογικών μέσων για να θεμελιώσει την άποψη που διατύπωσε στην αρχή της 2ης ενότητας - κι ένα πρόσφορο τεκμηριωτικό μέσο είναι το παράδειγμα: αναφέρεται στις αισθήσεις- και συγκεκριμένα στη λειτουργία των αισθήσεων της όρασης και της ακοής. Η όραση και η ακοή δεν οφείλονται στην επανάληψη των ερεθισμάτων αλλά στην κατοχή των αντίστοιχων αισθήσεων.
Αντιθέτως, η οικοδομική τέχνη κατακτάται μόνο με την ανάλογη άσκηση στο έργο της οικοδόμησης· και ο κιθαριστής αποκτά την ικανότητα του «κιθαρίζειν» παίζοντας κιθάρα. Ούτε λοιπόν ο οικοδόμος ούτε ο κιθαρωδός είναι προορισμένοι από τη φύση τους να γίνουν αυτό που είναι. Σχετικά με όσα έχουμε εκ φύσεως υπάρχει εκ των προτέρων η δυνατότητα να πραγματωθούν και ύστερα χρονικά πραγματώνονται άμεσα χωρίς να χρειάζεται ο εθισμός· παράδειγμα οι αισθήσεις: η όραση και η ακοή υπάρχουν εκ φύσεως ως δυνατότητες, πλήρως ανεπτυγμένες και δεν τις αποκτούμε εκ των υστέρων με τη συχνή χρήση τους. Προηγείται η ύπαρξη και ακολουθεί η ενέργεια, οι εμπειρίες, δηλαδή έχουμε πρώτα την ικανότητα και μετά τη χρησιμοποιούμε, δεν συμβαίνει όμως το αντίθετο· μέσα από την άσκηση να αποκτήσουμε την ικανότητα.
Σχετικά με την ηθική αρετή έχουμε από τη φύση μόνο την ιδιότητα να τη δεχτούμε, στη συνέχεια όμως διαφοροποιείται από εκείνα που έχουμε εκ φύσεως· εδώ δηλαδή συμβαίνει το αντίθετο, προηγείται η ενέργεια και ακολουθεί η κατάκτηση της ηθικής αρετής. Έτσι ενισχύεται η άποψη ότι καμία ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως.
Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί για τις δυνάμεις όσων είναι εκ φύσεως το επίρρημα πρότερον, ή απαρέμφατα και μετοχές αορίστου, ενώ για τις ενέργειες τό ὕστερον. Το ίδιο και για τις ηθικές αρετές, εδώ όμως οι ενέργειες προηγούνται ή συμπίπτουν χρονικά με τις δυνάμεις. Τα επιρρήματα πρότερον -ὕστερον δηλώνουν την εξέλιξη, ανάπτυξη των
ιδιοτήτων στον άνθρωπο. Εδώ συνδέει τις δυνάμεις με το πρότερον και τις ενέργειες με το ὕστερον, εννοώντας ότι οι δυνάμεις έχουν μόνο χρονική προτεραιότητα έναντι των
ενεργειών και όχι λογική ή οντολογική. Τονίζει τη χρονική διαφορά που παρουσιάζουν για να γίνει κατανοητή η διαφορά ανάμεσα σε όσα έχουμε από τη φύση μας και στις ηθικές αρετές.
Συλλογισμός
- Για όσα έχουμε εκ φύσεως, όπως οι αισθήσεις, προηγείται η ύπαρξη και ακολουθεί η ενέργεια.
- Στην ηθική αρετή προηγείται η ενέργεια και ακολουθεί η κατάκτηση.
- Επομένως η ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως, αφού δεν ακολουθεί την πορεία εκείνων που υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως.
Β3. Σχολικό βιβλίο σελ.: 140 «Ένας τέτοιος λόγιος…του Πλάτωνα)
Β4. Φέρεσθαι: Φόρος, διένεξη, αδιάφορος, φορητό, φερνή / Δέξασθαι: Αποδοχή δέκτης, υπόδειξη, ανάδοχος / Τελειουμένοις: Τέλος, εντέλεια, τελειομανής, συντέλεια / Κομιζόμεθα: Κόμιστρο, αποκομιδή, συγκομιδή, μετακόμιση / Ἰδεῖν: Όραση, διόπτρα, οπτικός, παρόραμα
Γ. Και οι Αργείοι κατά τον ίδιο χρόνο, αφού επιτέθηκαν στη χώρα των Φλειασίων και αφού έπεσαν σε ενέδρα από τους Φλειασίους και τους δικούς τους εξόριστους, σκοτώθηκαν περίπου ογδόντα. Και οι εκ της Πύλου Αθηναίοι πήραν πολλή λεία των Λακεδαιμονίων. Και οι Λακεδαιμόνιοι γι’ αυτό αφενός τις σπονδές χωρίς ν’ αφήσουν μ’ αυτό τον τρόπο πολεμούσαν αυτούς, αφετέρου κήρυξαν αν κάποιος από αυτούς θέλει να λαφυραγωγήσει τους Αθηναίους. Και οι Κορίνθιοι εξαιτίας κάποιων προσωπικών διαφορών πολεμούσαν τους Αθηναίους¨ Οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι έμεναν αδρανείς. Κυρίευσαν όμως και οι Μήλιοι το τμήμα του περιτειχίσματος κοντά στην αγορά αφού επιτέθηκαν νύχτα και σκότωσαν άνδρες και εισήγαγαν σιτάρι και όσα περισσότερα μπορούσαν αναγκαία αφού αναχώρησαν έμεναν αδρανείς.
Γ1.α. Εἰληφέναι/Πολέμησον/Κηρύξοι/Αἱρῆσθε/Προσέβαλες
Γ1.β. Φυγάδι/Πολύ/Σπονδήν/Τινάς/Περιτειχισμάτων
Γ2.α. ὑπό Φλειασίων: επιρρηματικός εμπρόθετος προσδιορισμός του ποιητικού αιτίου στο λοχισθέντες/δι’αὐτό: επιρρηματικός εμπρόθετος προσδιορισμός του αναγκαστικού αιτίου στο ἐπολέμουν/αὐτοῖς: αντικείμενο στο ἐπολέμουν/ἰδίων: ομοιόπτωτος ονοματικός επιθετικός προσδιορισμός στο διαφορῶν/νυκτός: επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου σε γενική/ἀναχωρήσαντες: επιρρηματική χρονική μετοχή συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος ἡσύχαζον ( οἱ Μήλιοι)
Γ2.β Οὗτοι ἐλεγον και τους ἐκ τῆς Πύλου Ἀθηναίους Λακεδαιμονίων πολλήν λείαν λαβεῖν.
2008 (Ημερησίων)
Διδαγμένο κείμενο
Α. Μετάφραση: Έτσι λοιπόν κάθε ειδήμονας (γνώστης, ειδικός) αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη και επιζητεί το μέσο και αυτό προτιμά (επιλέγει) όχι όμως το από καθαρά ποσοτική άποψη μέσο (όχι το αντικειμενικό μέσο του πράγματος) αλλά το μέσο σε σχέση με εμάς. Αν λοιπόν κάθε γνώση (κάποιου πράγματος-κάθε τέχνη) με αυτό τον τρόπο εκπληρώνει σωστά το έργο της, έχοντας στραμμένο το βλέμμα της (αποβλέποντας) προς το μέσο (τη μεσότητα) και οδηγώντας (κατευθύνοντας) προς αυτό τις ενέργειές της [γι’ αυτό συνηθίζουν να λένε στο τέλος για τα σωστά (τέλεια) έργα ότι δεν είναι δυνατό ούτε να (τους) αφαιρέσουμε ούτε να (τους) προσθέσουμε τίποτε, γιατί (και) η υπερβολή και η έλλειψη φθείρει την τελειότητα ενώ η μεσότητα τη διασώζει, και οι καλοί τεχνίτες, όπως λέμε, εργάζονται αποβλέποντας σε αυτή], και (αν) η αρετή είναι ακριβέστερη και ανώτερη από κάθε τέχνη όπως ακριβώς και η φύση, το μέσο (τη μεσότητα) θα έχει για στόχο της. Και λέω (εννοώ) την ηθική αρετή∙ γιατί αυτή σχετίζεται με (τα) πάθη (συναισθήματα) και (τις) πράξεις και σε αυτά υπάρχει (η) υπερβολή και (η) έλλειψη και το μέσο (η μεσότητα).
Β1. Στο σημείο αυτό του έργου, ο Αριστοτέλης επιχειρεί να προσδιορίσει την «φύσιν» της αρετής, όπως είχε προαναγγείλει. Γνώρισμα της αρετής, όπως θα φανεί στη συνέχεια και θα διατυπωθεί στον τελικό ορισμό της είναι η μεσότης. Γι΄ αυτό ο Αριστοτέλης, στο σημείο αυτό, ξεκινά τη διερεύνησή του προσδιορίζοντας την έννοια της μεσότητας.
Παρατηρεί ότι κάθε πράγμα συνεχές και διαιρετό μπορεί να χωριστεί («να κοπεί») σε δύο μέρη άνισα ή ίσα μεταξύ τους. Από τη διαίρεση προκύπτουν οι όροι: πολύ, λίγο, μεγαλύτερο, μικρότερο, ίσο, μέσο. Η διαίρεση αυτή (και αντίστοιχα ο χαρακτηρισμός «πολύ», «λίγο» …«μέσο») μπορεί να γίνει με κριτήρια αντικειμενικά ή υποκειμενικά. Με αντικειμενικούς όρους μπορούμε να χωρίσουμε ένα πράγμα σε δύο ίσα μέρη. Η τομή θα γίνει στο μέσον του πράγματος∙ ως (αντικειμενικό) μέσον του πράγματος ο Αριστοτέλης ορίζει το σημείο που απέχει εξίσου από τα δύο άκρα του πράγματος. Το σημείο αυτό είναι ένα (μοναδικό) και κοινό για όλους μας (όλοι συμφωνούμε ποιο είναι).
Η έννοια της μεσότητας, όμως, παίρνει διαφορετικό περιεχόμενο όταν η διαίρεση γίνεται με υποκειμενικά κριτήρια. Τότε μέσον, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ο βαθμός που ορίζει μια ποσότητα η οποία δεν είναι ούτε μικρή ούτε μεγάλη σε σχέση με αυτό που πρέπει, που μάς χρειάζεται. Αυτός ο βαθμός δεν είναι ένας ούτε κοινός για όλους μας. Τότε πρόκειται για τη μεσότητα που αφορά στον άνθρωπο.
Για να διασαφηνίσει τη θεωρία του ο Αριστοτέλης, όπως συνηθίζει, καταφεύγει σε ένα παράδειγμα: χρησιμοποιεί τους αριθμούς 2, 6, 10 σε ένα περιβάλλον αντικειμενικών προσδιορισμών (αριθμητική) και σε ένα περιβάλλον υποκειμενικών επιλογών (διατροφή). Αν θεωρήσουμε το 2 ως λίγο και το 10 ως πολύ, με κριτήριο τους κανόνες της αριθμητικής (αντικειμενικό κριτήριο) το 6 είναι το μέσον ανάμεσα στο 2 και το 10, γιατί απέχει ίσο αριθμό μονάδων (4) από τα δύο άκρα (το 2 και το 10, το λίγο και το πολύ). Αν όμως ο υπολογισμός αφορά σε μία ανθρώπινη κατάσταση, τότε το μέσον δεν είναι απαραίτητα το 6. Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε αριθμός ανάμεσα στο 2 και το 10, ανάλογα με τις ανάγκες του συγκεκριμένου ανθρώπου. Αν, για παράδειγμα, πρόκειται για τη διατροφή ενός αθλητή και η ελάχιστη ποσότητα φαγητού είναι 2 μνες ενώ η μέγιστη είναι 10 μνες, δεν είναι βέβαιο ότι ο προπονητής του θα τού επιβάλλει φαγητό 6 μνων. Το κριτήριο στην περίπτωση αυτή είναι υποκειμενικό (οι ανάγκες του συγκεκριμένου αθλητή) και επομένως η ενδεδειγμένη ποσότητα είναι διαφορετική για τον καθένα.
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, παρατηρούμε ότι τη μεσότητα για τα πράγματα ο Αριστοτέλης την ονομάζει μέσον κατὰ τὸ πρᾶγμα ή κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἤ τοῦ πράγματος, την ορίζει ως το σημείο που απέχει εξίσου από καθένα από τα δύο άκρα και επισημαίνει ότι είναι μία και μοναδική και κοινή για όλους, ενώ τη μεσότητα για τον άνθρωπο την ονομάζει πρὸς ἡμᾶς μεσότητα, την ορίζει ως «αυτό που δεν είναι ούτε πάρα πολύ ούτε πολύ λίγο» και επισημαίνει ότι δεν είναι μία και μοναδική ούτε κοινή για όλους.
Β2. Η απάντηση βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο της σελίδας 171 του σχολικού βιβλίου. Οι μαθητές θα μπορούσαν να την εμπλουτίσουν σχολιάζοντας κυρίως τους όρους επιστήμη, τέχνη (ποια είναι η σημασία τους και πώς χρησιμοποιούνται στο συγκεκριμένο απόσπασμα), αρκεί αυτή η ανάλυση να μην καταλάμβανε υπερβολική έκταση που θα υποβάθμιζε το ουσιώδες μέρος της απάντησης.
Β3. Η απάντηση βρίσκεται στις σελίδες 152-153 του σχολικού βιβλίου (« η ψυχή του ανθρώπου… σε ηθικές και διανοητικές»).
Β4. Ομόρριζες λέξεις: ἀναλογία → λόγος, λέξη, λογική, παραλογισμός κ.λπ./ληπτέον → λήψη, πρόσληψη, λαβή, προληπτικός κ.λπ./αἱρεῖται → αίρεση, αφαίρεση, προαιρετικός, αρχαιρεσίες κ.λπ./ἄγουσα → αγωγή, αγωγός, ανάγωγος, καταγωγή κ.λπ./προσθεῖναι →θήκη, θέμα, κατάθεση, θετικός κ.λπ.
Αδίδακτο κείμενο
Γ. Εγώ λοιπόν έχω διατυπώσει την κατηγορία όπως μπορούσα καλύτερα, αλλά γνωρίζω ότι αφενός οι άλλοι από αυτούς που (με) ακούνε απορούν πώς τέλος πάντων μπόρεσα με τόση ακρίβεια να βρω ( να ανακαλύψω) τα αδικήματα αυτών (των ανθρώπων) ενώ αυτός με περιγελά διότι δεν έχω πει ούτε το ελάχιστο από τα προβλήματα που υπήρχαν σε αυτούς /που δημιουργούνταν από αυτούς*. Εσείς λοιπόν, αφού αναλογιστείτε πολύ περισσότερο και αυτά που έχουν ειπωθεί και αυτά που έχουν παραλειφθεί, καταδικάστε τον, εφόσον σκεφτείτε ότι είναι ένοχος ως προς την καταγγελία, και ότι είναι μεγάλη καλοτυχία για την πόλη το να απαλλαγεί από τέτοιους πολίτες. Διάβασε, για χάρη τους, τους νόμους και τους όρκους και την καταγγελία.
*Οι αντωνυμίες οὗτος- αὐτοῦ και τούτων –τούτοις –αὐτοῖς αναφέρονται σε δύο διαφορετικά πρόσωπα και ομάδες προσώπων. Δημιουργείται έτσι κάποια ασάφεια, εξαιτίας της οποίας η συγκεκριμένη φράση μπορεί να αποδοθεί με δύο τρόπους ανάλογα με τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται η αντωνυμία τούτοις.
Γ1.α. καταγελῷεν/εἴπετε/ἐξευρίσκειν/καταψηφιοῦνται/παραλέλειπται
Γ1.β. ταύταις/ἁμαρτήμασι/μάλα /τὰς μεγίστας/(ὦ) πόλι
Γ2.α. τῶν ἀκροωμένων: επιθετική μετοχή που λειτουργεί ως γενική διαιρετική στη λέξη οἱ ἄλλοι. ἐξευρεῖν: τελικό απαρέμφατο που λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα ἐδυνήθην./τούτων: γενική υποκειμενική στη λέξη ἁμαρτήματα. /αὐτοῦ: αντικείμενο στο ρήμα καταψηφίσασθε. / ἐνθυμηθέντες: χρονικοαιτιολογική μετοχή, συνημμένη (υποκείμενο μετοχής: ὑμεῖς, το οποίο λειτουργεί και ως υποκείμενο του ρήματος), επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου και αιτίας στο ρήμα καταψηφίσασθε./τοιούτων: επιθετικός προσδιορισμός στη λέξη πολιτῶν.
Γ2.β. «ὅπως ποθ’ οὕτως ἀκριβῶς ἐδυνήθην ἐξευρεῖν τὰ τούτων ἁμαρτήματα»: Είναι πλάγια ερωτηματική πρόταση. Εισάγεται με το αναφορικό επίρρημα ὅπως επειδή είναι μερικής αγνοίας. Εκφέρεται με οριστική διότι εκφράζει πραγματικό γεγονός (πρόταση κρίσεως). Είναι ονοματική πρόταση – όπως είναι πάντοτε οι πλάγιες ερωτηματικές – και λειτουργεί συντακτικώς ως αντικείμενο στο ρήμα θαυμάζουσιν.
«ὅτι οὐδὲ πολλοστὸν μέρος εἴρηκα τῶν τούτοις ὑπαρχόντων κακῶν»: Είναι δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση. Εισάγεται με τον αιτιολογικό σύνδεσμο ὅτι επειδή η αιτιολογία την οποία εκφράζει παρουσιάζεται ως πραγματική, αντικειμενική. Για τον ίδιο λόγο εκφέρεται με οριστική (πρόταση κρίσεως). Συντακτικώς λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός αιτίας (αναγκαστικού αιτίου) στο ρήμα καταγελᾷ.
Χασιακής
Α. Έτσι λοιπόν κάθε ειδικός αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη και ψάχνει να βρει το μέσον και αυτό προτιμά (τελικά), και το μέσον όχι το σε σχέση με το πράγμα, αλλά το σε σχέση προς εμάς. Αν λοιπόν η κάθε τέχνη με αυτόν τον τρόπο εκπληρώνει σωστό το έργο της, έχοντας στραμμένο το βλέμμα της προς το μέσον και κατευθύνοντας προς αυτό (όλα) τα έργα της (γι' αυτό και συνηθίζουν να λένε στο τέλος για όλα τα πετυχημένα έργα ότι δεν είναι δυνατό έργα ούτε να αφαιρέσουμε ούτε να προσθέσουμε (τίποτε σ'αυτά), γιατί η υπερβολή και η έλλειψη φθείρουν το σωστό (την τελειότητα), ενώ η μεσότητα το διασώζει· και οι καλοί τεχνίτες, όπως λέμε, εργάζονται έχοντας το βλέμμα τους στραμμένο προς αυτό), και (αν) η αρετή είναι, όπως και η φύση, ακριβέστερη και ανώτερη από κάθε τέχνη, τότε (λέω πως η αρετή) θα έχει ως στόχο της το μέσον. Φυσικά, μιλώ για (εννοώ) την ηθική αρετή, γιατί αυτή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις, και σ’ αυτά υπάρχει υπερβολή, και έλλειψη και το μέσον.
Β1. Προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα πώς θα γίνει ο άνθρωπος αγαθός και ικανός να εκτελεί το έργο του καλά θεωρεί ότι πρέπει να κάνει πρώτα κατανοητή την έννοια της μεσότητας. Αναφέρει λοιπόν, ότι «σε καθετί που παρουσιάζει συνοχή και μπορεί να διαιρεθεί μπορούμε να πάρουμε ένα κομμάτι μεγαλύτερο από το άλλο, ένα κομμάτι μικρότερο ή ένα κομμάτι ίσο με το άλλο». Αν δούμε αυτό που λέει ο φιλόσοφος αναφορικά για παράδειγμα με μία ευθεία, που είναι ένα μέγεθος διαιρετό επ’άπειρον, μπορούμε όντως να πάρουμε: α)ένα κομμάτι μεγαλύτερο (πλεῖον), β)ένα κομμάτι μικρότερο (ἔλαττον) ή γ)ένα κομμάτι ίσο με το άλλο (ἴσον).
Το σημείο που θα χωρίζει τα δύο ίσα κομμάτια μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι το αντικειμενικό μέσο (το σε σχέση προς τα πράγματα) αφού απέχει εξίσου από τα δύο άκρα, το μέσο δηλαδή το «κατ’ αὐτό τὸ πρᾶγμα». Σε σχέση προς εμάς όμως το σημείο αυτό είναι ένα από τα ενδεχόμενα μέσα. Αυτό συμβαίνει γιατί ο αριθμός των υποκειμενικών μέσων (των μέσων δηλαδή «πρὸς ἡμᾶς») μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και άπειρος αφού σχετίζεται με τον αριθμό των ατόμων και το κάθε άτομο έχει το δικό του «μέσον». Η διαίρεση αυτή λοιπόν, μπορεί να γίνει ή «κατ’ αὐτό τὸ πρᾶγμα», δηλαδή με αντικειμενικά κριτήρια, ή «πρὸς ἡμᾶς», δηλαδή με υποκειμενικά κριτήρια. Ειδικότερα, για να διαιρέσουμε την ευθεία σε δύο ίσα, θα βρούμε το μέσο ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Κι' αυτό γίνεται με δύο τρόπους: α)Το μέσο, η μεσότητα «κατ’ αὐτό τὸ πρᾶγμα» (αντικειμενική): είναι αυτό που απέχει ίση απόσταση από τα δύο άκρα της ευθείας, είναι το μέσο «κατά την αριθμητική αναλογία», είναι το αντικειμενικό μέσο, που είναι ένα και το αυτό για όλους. β) Το μέσο «πρὸς ἡμᾶς», σε σχέση με μας, το υποκειμενικό μέσο: είναι εκείνο που δεν είναι ούτε υπερβολικό ούτε λειψό, ούτε πλεονάζει ούτε είναι λιγοστό για μένα. Αυτό δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους. Αν τα δέκα είναι πολλά, το «πλεῖον», και τα δύο είναι λίγα, το «ἔλαττον», τότε το μέσο «κατ’ αὐτό τὸ πρᾶγμα», «κατά την αριθμητική αναλογία» είναι το έξι. Το μέσο όμως «πρὸς ἡμᾶς» δεν πρέπει να το ορίσουμε με τον ίδιο τρόπο, γιατί, αν για κάποιον αθλητή π.χ. ποσότητα φαγητού δέκα «μνῶν» είναι πολύ μεγάλη και δύο «μνῶν» λίγη, τότε ο γυμναστής, αν βρει το μέσο με αντικειμενικά κριτήρια («κατ’ αὐτό τὸ πρᾶγμα»), πρέπει να συστήσει ποσότητα φαγητού έξι «μνῶν», μια ποσότητα που μπορεί να είναι για άλλον μεγάλη, για άλλον λίγη και για άλλον κανονική. Για τον γνωστό π.χ. ολυμπιονίκη αθλητή Μίλωνα (σύμφωνα με το σχολικό βιβλίο: μεγάλος αθλητής από τον Κρότωνα, τη γνωστή ελληνική αποικία στην Κάτω Ιταλία. Έζησε στον 6ο αι. π.Χ. Η αρχαιότητα μιλούσε με θαυμασμό για τη μεγάλη του δύναμη)η ποσότητα είναι λίγη, για έναν όμως αθλητή που μόλις αρχίζει να, γυμνάζεται είναι μεγάλη. Έτσι το μέσο «πρὸς ἡμᾶς» είναι διαφορετικό από το μέσο «κατ’ αὐτό τὸ πρᾶγμα» και γίνεται με μια άλλη λογική, όχι της αριθμητικής αναλογίας, αλλά με κριτήριο και μέτρο εμάς τους ίδιους, τη φύση μας. Όταν το άτομο βρει το μέσο με τη δική του λογική, τότε επιλέγει το υποκειμενικό μέσο, κάνει «προαίρεσιν». Επομένως, για τον Αριστοτέλη «η ηθική αρετή είναι προσωπική υπόθεση του καθενός», αφού δέχτηκε ότι υπάρχει η υποκειμενική, η ξεχωριστή για κάθε άτομο μεσότητα. Ο καθένας λοιπόν «αναζητά για τον εαυτό του το δικό του μέσον και ορίζει ο ίδιος στον εαυτό του τον τρόπο με τον οποίο θα το πετύχει».
Από αυτά που μόλις αναφέραμε καταλαβαίνουμε ότι αφού τα άτομα βρίσκουν το μέσο με τη δική τους λογική είναι φυσικό να επιλέγουν το μέσο το «πρὸς ἡμᾶς». Άρα η μεσότητα που έχει σχέση με την ηθική αρετή είναι η υποκειμενική μεσότητα.
Β2. Ας δούμε πρώτα απ’ όλα τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην επιστήμη- τέχνη, στη φύση και στην αρετή. Το κοινό στοιχείο που ενυπάρχει μέσα σ’ αυτές τις έννοιες είναι το γεγονός ότι και οι τρεις έχουν τη δυνατότητα δημιουργίας κάποιας μορφής:
◊ η τέχνη μορφοποιεί το υλικό της,
◊ η φύση δημιουργεί επίσης μορφές,
◊ η αρετή δίνει μορφή στην προσωπικότητα του ανθρώπου,
Αν συγκρίνουμε επομένως, τις τρεις αυτές έννοιες μεταξύ τους θα καταλήξουμε στα εξής:
♦ η αρετή είναι ανώτερη από την τέχνη, γιατί μορφοποιεί στην ουσία του τον άνθρωπο.
♦ η φύση είναι ανώτερη από την τέχνη και γι’ αυτό ἡ τέχνη μιμεῖται τὴν φύσιν.
Είδαμε επομένως, ότι ο φιλόσοφος προκειμένου να αποδείξει ότι η αρετή έχει ως στόχο της τη μεσότητα, τη συγκρίνει με τη φύση και την τέχνη και καταλήγει στο ότι η αρετή και η φύση είναι ανώτερες από κάθε τέχνη. Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της σύγκρισης αυτής μεταξύ τους που μόλις αναφέραμε θα επισημαίναμε το εξής: λέγοντας ότι η τέχνη μιμείται τη φύση και γι’αυτό είναι κατώτερη από αυτήν εννοούμε ότι τα όντα της φύσης από τη στιγμή που γεννιούνται, κινούνται αθέλητα προς την τελείωσή τους (το τέλος) προς την τελειότερη μορφή τους ενώ τα έργα της τέχνης τα οποία είναι δημιουργήματα των ανθρώπων δεν μπορούν να αλλάξουν και παραμένουν αμετάβλητα. Αυτό αναφέρει και ο Ασπάσιος ένας από τους πιο σημαντικούς σχολιαστές του Αριστοτέλη λέγοντας: «ἡ φύσις ἀμείνων τῆς τέχνης, μιμεῖται γὰρ ἡ τέχνη τὴν φύσιν….».
Ο ίδιος σχολιαστής αναφέρει και το εξής «ἡ δὲ ἀρετή τελειότης φύσεως καὶ κατωρθωμένη φύσις….». Το χωρίο αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε ότι διευκρινίζει το πρώτο αποτέλεσμα της σύγκρισης που έγινε, αυτό δηλ. που έχει να κάνει με την αρετή, μιας και μέσω αυτού καταλαβαίνουμε ότι η αρετή είναι μια φυσική ιδιότητα οδηγημένη με επιτυχία στο στόχο της και γι’αυτό είναι σίγουρα ανώτερη από κάθε τέχνη.
Β3. (Πριν από όλα όμως ο Αριστοτέλης χρειαζόταν να κάνει μια σημαντικότατη διάκριση. Ας παρακολουθήσουμε….σε ηθικές και διανοητικές) σελίδα 152 και 153 σχολικού βιβλίου.
Β4. Aναλογία: λόγος, υπόλογος, δυσλεξία, δυσλεκτικός Ληπτέον : λήψη, λήμμα, λαβή, εργολαβία, παραλήπτης, επιλήψιμος Αιρείται: αίρεση, αναφαίρετος, διαιρετός, αυθαίρετος Άγουσα: αγωγή, χορηγός, αγέλη, άξονας, παιδαγωγός Προσθείναι: υπόθεση, ταξιθέτης, πρόσθεση
Μετάφραση αδίδακτου κειμένου
Α.Εγώ λοιπόν, έθεσα (επεσήμανα) την κατηγορία όσο μπορούσα καλύτερα γνωρίζω καλά ότι από τη μια άλλοι από τους ακροατές απορούν πώς κάποτε έτσι ακριβώς (τόσο εξονυχιστικά) μπόρεσα να βρω τα αδικήματα αυτών, ενώ από την άλλη αυτός γελά εις βάρος μου (με χλευάζει) επειδή δεν έχω πει ούτε το ελάχιστο από τα κακά που υπάρχουν σε αυτούς. Εσείς λοιπόν, αφού αναλογιστείτε και αυτά που έχουν λεχθεί και πολύ περισσότερο όσα έχουν παραλειφθεί να ψηφίσετε εναντία σε αυτόν (να τον καταδικάσετε) αφού λάβετε υπόψη ότι είναι ένοχος σύμφωνα με τη γραπτή καταγγελία και ότι είναι μεγάλη ευτυχία το να απαλλαγεί η πόλη από τέτοιου είδους πολίτες. Διάβασε σε αυτούς τους νόμους και τους όρκους και τη γραπτή καταγγελία.
Γ2α. Των ακροωμένων = έναρθρη επιθ. Μετοχή ως γενική διαιρετική στο άλλοι/Εξευρείν = τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο στο ρήμα εδυνήθην. /Τούτων =γεν. υποκειμενική στο αμαρτήματα /Αυτού = αντικείμενο στο ρήμα καταψηφίσασθε / Ενθυμηθέντες = επιρρηματική χρονική μετοχή (δηλώνει το προτερόχρονο) / Τοιούτων =επιθ. προσδιορισμός στο πολιτών
Γ2β. «όπως ποθ’ …αμαρτήματα»: δευτερ. ονοματική πλάγια ερωτηματική πρόταση. Εισάγεται με το αναφορικό επίρρημα όπως και εκφέρεται με έγκλιση οριστική επειδή δηλώνει κάτι το πραγματικό. Έχει θέση αντικειμένου στο ρήμα θαυμάζουσι.
«ότι ουδέ πολλοστόν …κακών»: δευτερ. επιρρηματική αιτιολογική πρόταση. Εισάγεται με τον σύνδεσμο ότι (δηλώνει αντικειμενική αιτιολογία-εξαρτάται από το ρήμα ψυχικού πάθους καταγελά) και εκφέρεται με έγκλιση οριστική επειδή δηλώνει αιτιολογία αντικειμενικά αποδεκτή. Λειτουργεί ως επιρ. προσδιορισμός της αιτίας.
2008 (Επαναληπτικές Ημερησίων)
Α. Μετάφραση: Ύστερα από αυτά, είπα, παρομοίασε τη δική μας φύση, σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία, με την ακόλουθη εικόνα. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σαν σε μια υπόγεια κατοικία όμοια με σπηλιά, που έχει την είσοδό της ανοιχτή ψηλά προς το φως σε όλο το μάκρος της σπηλιάς, να βρίσκονται μέσα σε αυτή από την παιδική ηλικία αλυσοδεμένοι και στα πόδια και στους αυχένες, ώστε και να μένουν οι ίδιοι ακίνητοι και να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να μην μπορούν να στρέψουν τα κεφάλια τους κυκλικά εξαιτίας των δεσμών, και να φέγγει για αυτούς από ψηλά και από μακριά ένα φως από φωτιά που ανάβει πίσω τους και ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες, επάνω, να υπάρχει ένας δρόμος, δίπλα στον οποίο και παράλληλα φαντάσου χτισμένο ένα μικρό τοίχο, όπως ακριβώς στήνονται από τους θαυματοποιούς μπροστά από τους εαυτούς τους τα παραπετάσματα, πάνω από τα οποία τους παρουσιάζουν τα τεχνάσματά τους. Τα φαντάζομαι, είπε.
Β.1. Ο Σωκράτης θέλοντας να δείξει στο Γλαύκωνα την επίδραση που ασκεί η παιδεία στον άνθρωπο του αναφέρει την αλληγορία του σπηλαίου. Τον προτρέπει λοιπόν να παρομοιάσει τον επίγειο κόσμο με τον κόσμο που ζει σε μια υπόγεια κατοικία όμοια με σπηλιά με μια είσοδο ολάνοιχτη, για να φωτίζεται ο χώρος σε όλο του το μήκος «οἷον ἐν καταγείῳ…παρὰ πᾶν τὸ σπήλαιον». Η λέξη μακρὰν του κειμένου επισημαίνει ότι το βάθος του σπηλαίου απείχε πολύ από την είσοδο. Εξάλλου όλη η περιγραφή (ἐπάνω ὁδόν) δείχνει ότι η είσοδος είναι ανηφορική με αποτέλεσμα το φως του ήλιου να μην μπορεί να φθάσει μέχρι το εσωτερικό και να φωτίσει άνετα το χώρο. Εκεί λοιπόν σ’ αυτό το βάθος της σπηλιάς βρίσκονται άνθρωποι έγκλειστοι από την παιδική τους ηλικία «Ἰδὲ γὰρ ἀνθρώπους …. ἐκ παίδων ὄντας» αλυσοδεμένοι στα πόδια και στο λαιμό «ἐν δεσμοῖς … τοὺς αὐχένας», χωρίς να μπορούν να κινηθούν και να στρέψουν τα κεφάλια τους κυκλικά, βλέποντας μόνο μπροστά ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας τους να διαφοροποιήσουν τη θέση του σώματός τους λόγω των δεσμών τους. Αυτό βέβαια που μπορούν να δουν μπροστά τους είναι μόνο σκιές, πιστεύοντας ότι αυτή είναι η μοναδική αλήθεια.
Β.2. θαυματοποιοῖς: Οι θαυματοποιοί ήταν οι γνωστοί μας ταχυδακτυλουργοί , οι οποίοι εμφανίζονταν σε δημόσιες συναθροίσεις, στις αγορές, στις γιορτές και στα συμπόσια και έδειχναν την τέχνη τους, που ονομάζονταν θαυματοποιία. Ορισμένοι από αυτούς ήταν περιζήτητοι και είχαν αποκτήσει μεγάλη φήμη και περιουσία. Προφανώς ο Πλάτωνας έχει υπόψη του παραστάσεις θεάτρου σκιών ή νευροσπαστών όταν παρομοιάζει το τειχίον, που βρίσκεται κοντά στο δρόμο έξω από το σπήλαιο, με τα παραφράγματα των θαυματοποιών.
(νευροσπάστης: αυτός που κινεί με χορδές ή λεπτούς σπάγγους ομοιώματα, κούκλες. Τα ομοιώματα αυτά λέγονταν νευρόσπαστα.)
ἀνδριάντας: Πρόκειται για εικόνες φυσικών αντικειμένων που προέρχεται από το ανώτερο ὁρατόν. Ότι υπάρχει στη σπηλιά (με την εξαίρεση των φερόντων και των ιδίων των δεσμωτών), είτε είναι σκεύη είτε σκιές, θα πρέπει να θεωρηθούν ως λιγότερο φωτεινά και αληθή από τα ορατά που βρίσκονται εκτός σπηλιάς. Ο λόγος είναι ότι δεν αντλούν το φως και την αλήθεια τους από τον ήλιο αλλά το φως του πυρός.
δεσμώτας ἀτόπους: Στο πλατωνικό σπήλαιο οι δεσμώτες είναι οι απαίδευτοι άνθρωποι, οι οποίοι ζουν μέσα στο ημίφως, στην πλάνη, οι καθηλωμένοι και ακινητοποιημένοι εξαιτίας της άγνοιας και της απαιδευσιάς. Ζουν σ’ ένα κόσμο καταναγκασμού, δεσμεύσεως, ανελευθερίας και αμάθειας. Είναι φυσιολογική λοιπόν η αντίδραση του Γλαύκωνα «δεσμώτας ἀτόπους», αφού η όλη περιγραφή του σπηλαίου και του χώρου μπροστά από αυτό καθώς και η περιγραφή των δεσμωτών χαρακτηρίζεται από το άτοπον.
Β.3. Σελίδα 93 σχολικού βιβλίου: «Ο Σωκράτης και ο Γλαύκων … κατά πόσο ο δίκαιος ή άδικος είναι ευτυχέστερος και σε αυτήν και στην άλλη ζωή».
Β.4. ἀπείκασον : εικόνα, εξεικόνιση πάθει : συμπαθητικός, εμπάθεια ἐχούσῃ : σχέση, έξοχος ὁρᾶν : διορατικός, επόπτης φέροντας : φαρέτρα, φερέγγυος.
Γ. Μετάφραση: Και τώρα αυτοί που διαχειρίζονται τις κοινές υποθέσεις της πόλεως από φτωχοί έχουν γίνει πλούσιοι και έχουν εξασφαλίσει αρκετή τροφή για πολύ χρόνο σε σας όμως δεν υπάρχουν στη κοινοπραξία εφόδια ούτε για μια μέρα, αλλά ταυτόχρονα κάτι πρέπει να κάνετε και δεν ξέρετε από που να το εξασφαλίσετε. Γιατί τότε ο λαός ήταν κυρίαρχος των πολιτών τώρα όμως υπηρέτης. Και είναι αίτιοι αυτοί που προτείνουν εγγράφως τέτοιου είδους πράγματα κάνοντάς σας από την μια μεριά να αποκτάτε την συνήθεια να περιφρονείτε τους εαυτούς σας και από την άλλη να θαυμάζετε έναν ή και δυο ανθρώπους.
Έπειτα αυτοί κληρονομούν τη δική σας δόξα και τα αγαθά σας εσείς όμως δεν απολαμβάνετε τίποτα αλλά είστε μάρτυρες των αγαθών που απολαμβάνουν άλλοι χωρίς να έχετε συμμετοχή σε τίποτα άλλο παρά στην εξαπάτησή σας.
Γ1.α. διοικοῦντες : διῴκουν ἡτοιμασμένοι : ἡτοίμαστο γράφοντες : γραφῆτε συνεθίζοντες : συνεθιοῦσι μετέχοντες : μετάσχες
Γ1.β. δεσπότης : (ὦ) δέσποτα ἄφθονον : τάς ἀφθόνους ἀγαθῶν : εὖ τι : τισί(ν) τοιαῦτα : τοιούτων
Γ2.α. εὔποροι : κατηγορούμενο στο «οἱ διοικοῦντες» μέσω του εννοουμένου συνδετικού ρήματος «γεγόνασι»
ὑμῖν : δοτική προσωπική κτητική στο υπαρκτικό ρήμα «ἐστίν» ἡμέρας : ετερόπτωτος προσδιορισμός σε θέση γενικής ιδιότητας στο «ἐφόδια» καταφρονεῖν : τελικό απαρέμφατο αντικείμενο στη μετοχή «συνεθίζοντες», υποκείμενό του το «ὑμᾶς». ὁτιοῦν : σύστοιχο αντικείμενο στο «ἀπολαύετε» (ἡντιναοῦν ἀπολαυήν)
Γ2.β. Οὗτοι εἶπον τόν δῆμον πρότερον μέν εἶναι δεσπότην τῶν πολιτευομένων, ἐν δέ τῷ παρόντι ὑπηρέτην.
2007 (Ημερησίων)
Διδαγμένο κείμενο
Πλάτωνος Πολιτεία 615C – 616A
Α. Μετάφραση: Όταν βρισκόμασταν κοντά στο στόμιο όντας έτοιμοι να ανεβούμε και αφού είχαμε υποστεί όλες τις άλλες τιμωρίες, ξαφνικά διακρίναμε (είδαμε από μακριά) κι εκείνον και (κάποιους) άλλους -τους περισσότερους σχεδόν από αυτούς, τυράννους· αλλά ήταν και κάποιοι απλοί πολίτες από αυτούς που είχαν διαπράξει μεγάλα αδικήματα- τους οποίους, όταν πια νόμιζαν ότι θα ανεβούν, δεν τους δεχόταν το στόμιο, αλλά μούγκριζε κάθε φορά που κάποιος από αυτούς που ήταν τόσο αθεράπευτα κακοί (κακοήθεις) ή (κάποιος) που δεν είχε τιμωρηθεί αρκετά επιχειρούσε να ανεβεί.
Εκεί λοιπόν, είπε, άνδρες άγριοι, ένθερμοι στην όψη, που είχαν σταθεί δίπλα (στο στόμιο) και εξέταζαν τη φωνή (το μουγκρητό) [ή: καταλάβαιναν (τι σήμαινε) το μουγκρητό], άλλους, αφού τους άρπαξαν από τη μέση [ή: αφού τους ξεχώριζαν] τους απομάκρυναν, ενώ τον Αρδιαίο και (κάποιους) άλλους αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα και στα χέρια και στα πόδια και στο κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους μαστίγωσαν, τους τραβούσαν δίπλα από τον δρόμο, έξω (από αυτόν) γδέρνοντάς τους πάνω σε ασπαλάθους και φανερώνοντας σε αυτούς που κάθε τόσο περνούσαν και για ποιους λόγους (γινόταν αυτό) και ότι οδηγούνταν (μεταφέρονταν) για να ριχτούν στα Τάρταρα.»
Β1. Η αναφορά στον Αρδιαίο περιλαμβάνεται στο μύθο του Ηρός, με τον οποίο ολοκληρώνεται η «Πολιτεία». Μεταξύ άλλων, ο μύθος διδάσκει ότι οι άδικοι τιμωρούνται, με σκληρότητα ανάλογη των αδικημάτων τους, μετά το θάνατο τους.
Στο κείμενο αναφέρεται ότι ο Αρδιαίος, τύραννος σε κάποια πόλη της Παμφυλίας, πατροκτόνος, αδερφοκτόνος, σφετεριστής της εξουσίας, ο οποίος είχε διαπράξει και πολλά άλλα ανοσιουργήματα, έχει ήδη εκτίσει ποινή χιλίων ετών («ἤδη χιλιοστόν ἒτος εἰς ἐκεῖνον τον χρόνον») στον τόπο της τιμωρίας των αδίκων. Κι όμως, αυτή η χιλιετής τιμωρία του Αρδιαίου και άλλων αθεράπευτων εγκληματιών («τῶν μεγάλα ἡμαρτηκότων … τῶν οὓτως ἀνιάτως ἐχόντων εἰς πονηρίαν») δεν θεωρείται συχνά επαρκής («μή ἱκανῶς δεδωκώς δίκην») και πρέπει να επιστρέψουν στο κολαστήριο για να συνεχιστεί η τιμωρία τους.
Όταν μάλιστα κάποιος ρωτά για την τύχη του Αρδιαίου, η απάντηση είναι «Δεν έχει έλθει και ούτε θα έλθει εδώ». Η δεύτερη πρόταση μπορεί να σημαίνει ότι δεν θα έλθει τώρα ή ότι δεν θα έλθει ποτέ. Άλλωστε σε άλλες μυθικές αφηγήσεις, κάποιοι, που θεωρήθηκαν εξαιρετικά άδικοι τιμωρούνται αιώνια. Ο Όμηρος στη Νέκυια της Οδύσσειας παρουσιάζει τον Τάνταλο, τον Σίσυφο και τον Τιτυό να τιμωρούνται αιωνίως. Επίσης η φράση «ἀνιάτως ἐχόντων εἰς πονηρίαν» υποδηλώνει ότι κάποιοι, αφού είναι αθεράπευτα κακοί, θα τιμωρούνται ίσως αιωνίως. Ο Αρδιαίος λοιπόν και άλλοι όμοιοι του επιστρέφουν στον Τάρταρο για να συνεχιστεί η τιμωρία τους για περισσότερο χρόνο («εἰς τον Τάρταρον ἐμπεσούμενοι ἂγοιντο»).
Β2. Στο σημείο όπου ο Πλάτωνας περιγράφει πως το στόμιο δεν επέτρεπε στους εξαιρετικά άδικους να διαβούν, αναφέρει συγκεκριμένα: «σχεδόν τι αὐτῶν τους πλείστους τυράννους˙ ἦσαν δε και ἰδιῶται τινές τῶν μεγάλα ἡμαρτηκότων.» στη φράση αυτή φαίνεται ότι οι τύραννοι αποτελούν την πλειονότητα των ιδιαίτερα άδικων ανθρώπων και λίγοι μόνο απλοί πολίτες μπορούν να γίνουν εξίσου άδικοι.
Προφανώς δεν είναι τυχαία η επιλογή του Πλάτωνα να επινοήσει έναν τύραννο ως πρότυπο του ιδιαίτερα άδικου ανθρώπου (που τιμωρείται ανάλογα μετά θάνατον) και να επισημάνει -στην παραπάνω φράση- ότι η πλειονότητα των αθεράπευτα αδίκων κακούργων είναι τύραννοι. Κατά τον Πλάτωνα, ο τύραννος εκπροσωπεί το χειρότερο είδος ανθρώπου και ηγέτη όντας διαμετρικά αντίθετος στον φιλόσοφο βασιλιά. Όταν ο τύραννος αναλάβει την εξουσία λησμονεί τις υποσχέσεις που είχε δώσει στους φτωχούς που τον στήριξαν. Δεν προβαίνει σε αναδιανομή του πλούτου, κηρύσσει πολέμους για να αποσπά τον λαό από τα προβλήματα του και καταδιώκει του εξέχοντες πολίτες. Συγκροτεί σωματοφυλακή από απελεύθερους για να τον προστατεύουν από τους αγανακτισμένους πολίτες κι από όσους επιδιώκουν την ελευθερία. Ζει παραδομένος στις ηδονές, κλέβει συκοφαντεί, αδικεί, διαπράττει κάθε ανόσια πράξη. Γι αυτό άλλωστε αναφέρεται ότι ο Αρδιαίος είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του (πατροκτόνος, αδερφοκτόνος και σφετεριστής πιθανότατα της εξουσίας) και είχε διαπράξει πολλές ανόσιες πράξεις που δεν κατονομάζονται. Η διαφθορά του τυράννου, ο οποίος έχει καταλάβει την εξουσία με τη στήριξη του δήμου, οφείλεται στο ότι τελικά εξουσιάζει απόλυτα και ανεξέλεγκτα. Γι αυτό και ο τύραννος που αρχικά σήμαινε κάθε (νόμιμο) ηγέτη που εξουσιάζει σε μοναρχικό πολίτευμα με την αποδοχή της πόλεως, τελικά γίνεται συνώνυμο του καταπιεστικού άρχοντα. Και σε άλλα έργα του (Γοργίας) ο Πλάτωνας ισχυρίζεται ότι οι περισσότεροι αμετανόητοι εγκληματίες είναι τύραννοι και γενικά δυνάστες. Επικαλείται μάλιστα τη μαρτυρία του Ομήρου ο οποίος παρουσιάζει τον Τάνταλο, τον Σίσυφο και τον Τιτυό να τιμωρούνται αιωνίως (Οδύσσεια, Νέκκια).
Όσον αφορά στη θέση της ιστορίας του Αριδαίου στο μύθο του Ηρός και γενικότερα στη «Πολιτεία» ο στόχος είναι να φανεί ότι τελικά η Δικαιοσύνη επικρατεί, έστω και μετά θάνατον. Ακόμη κι αν ο άδικος άνθρωπος φαίνεται ότι ευδαιμονεί και μένει ατιμώρητος όσο ζει (άποψη που είχε υποστηριχθεί νωρίτερα), η δίκαιη τιμωρία θα επέλθει στον άλλο κόσμο. Και μάλιστα όσο μεγαλύτερα είναι τα αδικήματα κάποιου τόσο σκληρότερη θα είναι η τιμωρία του.
Η άποψη του Πλάτωνα για τους τυράννους πιθανότατα δεν έχει μόνο ιδεολογική-φιλοσοφική αφετηρία αλλά βασίζεται και σε προσωπικές του εμπειρίες: ο Πλάτωνας είχε γνωρίσει τον Διονύσιο Α’ και τον Διονύσιο Β’ πατέρα και γιο, τυράννους των Σρακουσών˙ είχε συγκρουστεί μαζί τους, είχε γνωρίσει την αναξιοπιστία και τη φαυλότητά τους, και είχε διατρέξει προσωπικούς κινδύνους εξαιτίας τους.
Άλλωστε, τον είχε σημαδέψει το καθεστώς των τριάκοντα στη Αθήνα, το οποίο τυπικά δεν ήταν τυραννικό (αφού δεν ήταν μοναρχικό) αλλά μεταχειρίστηκε όλες τις τυραννικές μεθόδους.
Β3. Η απάντηση βρίσκεται στη σελίδα 100 του σχολικού βιβλίου, στην πρώτη παράγραφο του κεφαλαίου 13 «Η δικαιοσύνη» («Η ιδεώδης πολιτεία … δεν πολυπραγμονεί.» )
Β4. ἔτος ετήσιος, πολυετής, επετηρίδα, χιλιετία, κλπ./κατείδομεν αόρατος, οπτικός, υποψία, όραση, κλπ./πλείστους πλειστηριασμός, πλειοδοσία, πολυάσχολος, πολύκροτος, κλπ./ἐδεχετο ανάδοχος, διαδοχικός, ανεπίδεκτος, διαδοχή, κλπ./ἐμπεσούμενοι πτώση, κατάπτωση, πτωτικός, αδιάπτωτος, κλπ.
Γ. Αδίδακτο κείμενο
Πλάτων, Ἀλκιβιάδης Α’ 133 B-C
Γ1. Μετάφραση: Σωκράτης: Το μάτι επομένως, αν πρόκειται να δει τον εαυτό του, πρέπει (αυτό το ίδιο) να δει στο μάτι, και σ’εκείνο τον τόπο (σημείο) του ματιού, στο οποίο τυχαίνει να βρίσκεται η αρετή του ματιού˙ είναι αυτό σε κάποια περίπτωση όραση(θέαση);
Αλκιβιάδης: Έτσι (είναι).
Σωκράτης: Λοιπόν, φίλε Αλκιβιάδη, και η ψυχή αν πρόκειται να γνωρίσει τον εαυτό της, στην ψυχή πρέπει (η ίδια) να κοιτάξει και κυρίως σ’αυτό τον τόπο της, στον οποίο βρίσκεται η αρετή της ψυχής, η σοφία, και σ’άλλο (σημείο), με το οποίο τούτο τυχαίνει να είναι όμοιο;
Αλκιβιάδης: Εγώ, τουλάχιστον, έτσι νομίζω Σωκράτη.
Σωκράτης: Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι υπάρχει μέρος της ψυχής πιο θείο απ’ ό,τι αυτό, στο οποίο υπάρχει και η γνώση και η φρόνηση;
Αλκιβιάδης: Δεν μπορούμε.
Σωκράτης: Επομένως, αυτό το μέρος μοιάζει με το θεό και κάποιος αν βλέπει σ’αυτό και αν γνωρίσει κάθε τι θεϊκό, και το θεό και τη φρόνηση, έτσι κυρίως θα γνωρίσει και τον εαυτό της.
Γ2α. ἰδέ /ἐτύγχανον/γνόντων / γνώτωσαν/εἰδῶμεν/ἔσχηκε
Γ2β. ὄμματι/οὗτοι/ὁμοίοις/πάσης/φρονήσεσι
Γ3α. ἰδεῖν: τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο στο απαρέμφατο ἰδεῖν, ταυτοπροσωπία. /ἐγγιγνομένη: κατηγορηματική μετοχή από το τυγχάνει, αναφέρεται στο υποκείμενο του ρήματος ἀρετή./αὑτήν: αντικείμενο στο απαρέμφατο γνώσεσθαι./ὅμοιον: κατηγορούμενο από το ὄν στο υποκείμενό του τοῦτο./τὸ εἰδέναι: έναρθρο απαρέμφατο, υποκείμενο στο ἔστιν.
Γ3β. Οι υποθετικές μετοχές γνούς και βλέπων αναλύονται σε δευτερεύουσες υποθετικές προτάσεις: εἰ γνοίη καὶ εἰ βλέποι Η απόδοσή τους: ἄν γνοίη (δυνητική ευκτική). Υποθετικός λόγος: εἰ γνοίη καὶ εἰ βλέποι → ἄν γνοίη. Επομένως, ο υποθετικός λόγος εκφράζει την απλή σκέψη του λέγοντος.
2007 (Επαναληπτικές Ημερησίων)
Αδίδακτο κείμενο
Δημοσθένους Πρὸς Σπουδίαν 23-24
[23] But surely, men of the jury, this is an outrageous thing if these men are to be permitted now to dispute matters to which they have themselves given assent, and you are to find no basis for judgement in the fact that all of us are wont, when charges are made against us that are unjust and untrue, not to keep silent, but to dispute them on the spot, and that those who do not do this, if they contest them subsequently, are accounted rascals and tricksters. [24] Now Spudias knows this as well as I, and I think even better, inasmuch as he comes oftener before your court, yet he feels no shame in saying things that contradict all that he has himself done. And yet full often when you become conscious of one single piece of fraud, you treat it as evidence against the other charges;
Α. Μετάφραση: Αλλά βέβαια, κύριοι δικαστές, αυτό είναι φοβερό, να μπορούν δηλαδή τώρα αυτοί οι ίδιοι να λένε τα αντίθετα προς όσα είχαν συμφωνήσει και να μην έχετε καμιά απόδειξη γι' αυτό· γιατί όλοι οι άνθρωποι είμαστε συνηθισμένοι να μην σιωπούμε αλλά αμέσως να μη δεχόμαστε (αμφισβητούμε) απ' τα εγκλήματα το ψέμα και το άδικο. Κι αν δεν το κάνουμε αυτό κι ύστερα μας πάνε στα δικαστήρια, θεωρούμστε πονηροί και συκοφάντες.
Λοιπόν, αν και ο Σπουδίας το γνωρίζει αυτό καλύτερα από μένα και με μεγαλύτερη (νομίζω) ακρίβεια, μιας κι έρχεται συχνότερα (από μένα) εδώ (στο δικαστήριό σας), δεν ντρέπεται να λέει τα αντίθετα απ' αυτά που κάνει. Εσείς όμως, αν και πολλές φορές γνωρίζετε μόνο μία από τις απάτες(/αδικήματα), αυτή τη χρησιμοποιείτε ως τεκμήριο και για τις άλλες κατηγορίες.
2007 (Ομογενών)
A)Επειδή όμως δεν ήταν και πολύ σοφός ο Επιμηθέας, χωρίς να το καταλάβει, καταξόδευσε τις δυνάμεις στα ζώα· του έμεινε λοιπόν ακόμη ανεφοδίαστο το ανθρώπινο γένος και βρίσκονταν σε αμηχανία τι να το κάνει· και, ενώ αυτός βρισκόταν σε αμηχανία έρχεται ο Προμηθέας για να επιθεωρήσει την διανομή, και βλέπει τα άλλα ζώα να τα έχουν όλα τα άλλα ταιριαστά, ενώ τον άνθρωπο γυμνό και ξυπόλητο και χωρίς στρώμα και άοπλο· και έφτανε κιόλας η καθορισμένη μέρα από τη μοίρα κατά την οποία έπρεπε να βγει και ο άνθρωπος από τη γη στο φώς. Ενώ λοιπόν βρισκόταν σε δυσκολία ο Προμηθέας τι λογής σωτηρία να βρεί για τον άνθρωπο, κλέβει τις τεχνικές γνώσεις του Ηφαίστου και της Αθηνάς μαζί με την φωτιά-γιατί ήταν αδύνατο αυτές να αποκτηθούν από κάποιον ή να χρησιμοποιηθούν χωρίς φωτιά-και έτσι λοιπόν τις δωρίζει στον άνθρωπο.
Β1) ἒντεχνον σοφίαν σύν πυρί: έντεχνος σοφία είναι η σοφία που εμπεριέχει την τέχνη, η σοφία που συμπορεύεται με την τέχνη. Αρχικά η έννοια σοφία της σοφίας έχει κυρίως να κάνει με τη δεξιότητα και την εμπειρία σε κάποια τέχνη, την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη μεταλλουργία, την ιατρική, κ.τ.λ. Ο χαρακτηρισμός έντεχνος επιτρέπει εδώ στον Πρωταγόρα να διευκρινίσει επομένως πως αυτού του είδους την σοφία εννοεί ,και όχι αυτήν που συνδέουμε με την γνώση των επιστημών και την φιλοσοφία. Επομένως ο άνθρωπος με την έντεχνο σοφία και την φωτιά που κλέβει από το εργαστήρι του Ήφαιστου και της Αθηνάς ο Προμηθέας, αποκτά το δημιουργικό πνεύμα των τεχνών, όλες τις τεχνικές.
Έτσι ο συνδυασμός της πρακτικής και θεωρητικής γνώσης έδωσε στους ανθρώπους την δυνατότητα όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να κάνει τη μεγάλη διαφορά από όλα τα άλλα όντα, να δημιουργήσει δηλαδή τεχνικό πολιτισμό και ανώτερη μορφή ζωής.
Β2)Μετά την προσπάθεια του ο Προμηθέας να σώσει το ανθρώπινο είδος, παρατηρούμε πως καταδικάστηκε για κλοπή από τον Δία. Η θεία δίκη καταδίωξε και τιμώρησε τον Προμηθέα για την κλοπή που διέπραξε. Στην πραγματικότητα λοιπόν, ο Δίας τιμώρησε τον Προμηθέα για τρεις λόγους: Αρχικά, επειδή έκλεψε τη φωτιά και τις τέχνες από θεούς ,επειδή ευεργέτησε με αυτό τον τρόπο τους ανθρώπους και τέλος επειδή δεν ζήτησε την έγκριση του αρχηγού των θεών και των ανθρώπων. Ο Προμηθέας δεν ζήτησε την άδεια του Δία, ίσως γιατί περίμενε απ' αυτόν αρνητική απάντηση και εδώ πρέπει να αναφερθεί πως ο Προμηθέας είχε και την ικανότητα της πρόβλεψης .
Β3)Ο Σωκράτης παρατηρούμε πως αντιδρά στο περιεχόμενο της διδασκαλίας του Πρωταγόρα και διατυπώνει τις αμφιβολίες του. Ο Σωκράτης δεν δέχεται πως μπορεί να υπάρξει πολιτική τέχνη ή να διδαχτεί η αρετή(πολιτική ή ηθική). Έτσι υποστηρίζει πως οι Αθηναίοι όταν πρόκειται να λάβουν αποφάσεις για τα ειδικά θέματα συμβουλεύονται τους ειδικούς, αυτούς που έχουν τις ειδικές γνώσεις για το συγκεκριμένο θέματα. O Σωκράτης επομένως θεωρεί πως για ζητήματα τεχνογνωσίας έχουν γνώμη μόνο οι ειδικοί επί των συγκεκριμένων θεμάτων, γιάυτό και αποδέχονται μόνο την γνώμη των ειδικών. Ενώ για πολιτικά ζητήματα έχουν λόγο και μπορούν να αποφασίσουν όλοι οι πολίτες ανεξαρτήτως ειδικότητας. Άρα δεν υπάρχουν «ειδικοί» στα πολιτικά, δεν υπάρχει ειδική στην πολιτική γνώση. Αν υπάρχει κι αν διδάσκονταν, θα καλούσαν και για τα πολιτικά τους ειδικούς να αποφασίσουν.
Β4)Ως μύθο μπορούμε να ορίσουμε κάθε αφήγηση που έχει ποιητικό χαρακτήρα, είτε προέρχεται από την παράδοση και τον θρύλο είτε πρόκειται για την κατασκευή κάποιου διανοητή. Ο ποιητικός και συμβολικός χαρακτήρας του μύθου για τον Προμηθέα που αφηγείται ο Πρωταγόρας είναι προφανής. Αλλά όσο μεγάλη και αν είναι η συμβολική αξία του ,είναι επίσης φανερό πως δεν μπορεί να οδηγήσει με ακρίβεια στη φιλοσοφική και επιστημονική γνώση. Βεβαίως και ο ίδιος ο Πλάτωνας χρησιμοποίησε πολλές φορές τον μύθο και ο ίδιος πάντοτε όμως για να συμπληρώσει μια αυστηρή φιλοσοφική απόδειξη. Όχι ως αυτόνομο τρόπο, ισοδύναμο με τις άλλες φιλοσοφικές μεθόδους για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στην γνώση. Πάντως, ίσως επειδή και ο ίδιος απέρριπτε εντελώς την αξία της συμβολικής μυθικής αφήγησης, ο Πλάτωνας δεν είναι καθόλου ειρωνικός προς τον Πρωταγόρα στο σημείο αυτό.
Β5)καταναλώσας: παρανάλωμα, άλωση ὁρᾶ: ὃψη, ὁπτασία ἀμήχανον: πολυμήχανος, μηχανικός βίον: βιότοπος, βιώσιμος φυλακαί: φυλακή, φυλάκιο
Γ1) Μετάφραση: Ο Λυκούργος, λοιπόν, αφού επαίνεσε εκείνους από τη μια [τους] άφησε (ελευθέρωσε), από την άλλη όμως τον Άλκανδρο αφού οδήγησε μέσα στο σπίτι δεν [του] έκανε κανένα κακό ούτε είπε, αλλά αφού απάλλαξε τους οικείους (συγκατοίκους) υπηρέτες και θεραπευτές, διέταξε εκείνον να [τον] υπηρετεί. Αυτός, αν και δεν ήταν (καταγόταν) από άσημη (ταπεινή) γενιά, (έκανε) εκτελούσε την προσταγή (διαταγή) σιωπηλά, και [κοντά] παραμένοντας σταθερά μαζί με το Λυκούργο και (συγκατοικώντας) ακολουθώντας τον τρόπο ζωής [του] στην κατανόηση (αντίληψη) της ηπιότητας (προσήνειας) και της απάθειας (χωρίς πάθη) της ψυχής του και της σκληρότητας όσον αφορά στον τρόπο ζωής [του] και της ακαμψίας (του αλύγιστου) απέναντι στους κόπους, και ο ίδιος θαύμαζε τον άνδρα (ήταν πολύ θετικά διατεθειμένος απέναντι στον άνδρα) και στους συγκατοίκους (συγγενείς) και στους φίλους έλεγε, ότι [κατά τη γνώμη του] δεν ήταν σκληρός (τραχύς) ούτε θρασύς (αλαζόνας) ο Λυκούργος, αλλά μόνος ήρεμος και ήπιος (προσηνής) στους άλλους.
Γ2α)οὐδέν: οὐδενός ἐκείνους: ἐκείνοις συνήθεις: συνήθεσι(ν) τήν δίαιταν: τῆς διαίτης τόν ἄνδρα: (ὦ) ἄνερ
Γ2β)ἐπαινέσας: ἐπαινῶν ἐποίησεν: ἐποίει εἶπεν: εἶρηκε(ν) ἀπαλλάξας: ἀπαλλάττων ή ἀπαλλάσσων παραμένων: παραμενεῖτε
Γ3)οἴκαδε: επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου, δηλώνει κίνηση σε τόπο. ὑπηρετεῖν: αντικείμενο στο ῥ «ἐκέλευσεν», τελικό απαρέμφατο. ἀγεννής: κατηγορούμενο στο υποκείμενο της μετοχής «οὐκ ὤν», «Ὁ δέ», γιατί το «ὤν» είναι μετοχή του συνδετικού ρήματος «εἰμί». τήν πρᾳότητα: αντικείμενο στο έναρθρο απαρέμφατο «τῷ κατανοεῖν».
μόνος: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο υποκείμενο του ῥ ἐστί, «Λυκοῦργος».
2006 (Ημερησίων)
Διδαγμένο κείμενο
Αριστοτέλους Πολιτικά Θ΄ 2.1‐4
Α. Μετάφραση: Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να θεσπίσουμε νόμους για την παιδεία και ότι πρέπει να την κάνουμε ίδια για όλους· ποιος θα πρέπει να είναι ο χαρακτήρας αυτής της παιδείας και πώς πρέπει να ασκείται, αυτά δεν πρέπει να διαφύγουν την προσοχή μας. Γιατί τώρα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη σχετικά με αυτά που πρέπει να μαθαίνουν οι νέοι για την κατάκτηση της αρετής είτε του καλύτερου ρόπου ζωής, ούτε είναι φανερό αν η παιδεία πρέπει να έχει στόχο της τον νου ή τον ηθικό χαρακτήρα· αν ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα, η έρευνά μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλη σύγχυση, και δεν είναι καθόλου φανερό αν η παιδεία πρέπει να προσφέρει αυτά που είναι χρήσιμα για τη ζωή ή αυτά που οδηγούν στην αρετή αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση (γιατί όλες οι απόψεις έχουν βρει κάποιους υποστηρικτές)· σχετικά με όσα οδηγούν στην αρετή, δεν πρέπει καμιά απολύτως συμφωνία (γιατί καταρχήν δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα για την αρετή που τιμούν, επομένως είναι φυσικό να υποστηρίζουν διαφορετικές γνώμες και ως προς την άσκησή της). (10 μονάδες)
Β1. Ο Αριστοτέλης θέτει το ερώτημα σχετικά με το ποιος πρέπει να είναι ο χαρακτήρας της παιδείας και πώς πρέπει να ασκείται, ποιοί δηλαδή πρέπει να είναι οι στόχοι της. Διαπιστώνει ότι δεν επικρατεί μια ενιαία άποψη ως προς αυτό, αν δηλαδή η παιδεία πρέπει να στοχεύει στην κατάκτηση της αρετής ή ενός καλύτερου τρόπου ζωής, στην καλλιέργεια του νου ή τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα. Διαπιστώνει επίσης ότι η «ἡ ἐμποδὼν παιδεία», δηλαδή η παιδεία που παρέχεται στην εποχή του, δε δίνει σαφείς απαντήσεις ως προς το περιεχόμενο και τους στόχους της παιδείας. Εκφράζονται διάφορες απόψεις , άλλοι υποστηρίζουν ότι η παιδεία πρέπει να επιδιώκει τα χρήσιμα για τη ζωή, άλλοι αυτά που οδηγούν στην αρετή, ενώ άλλοι ότι πρέπει να προάγει τη γνώση.
Αναφορά και στο σχόλιο του βιβλίου σελ. 209: «τῆς ἐμποδὼν παιδείας». (10 μονάδες)
Β2. Ο Αριστοτέλης ακολουθεί τη μέση οδό ως προς το περιεχόμενο της παιδείας. Η παιδεία δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται από μονομέρεια. Χωρίς να παραμελούνται οι χρήσιμες και πρακτικές γνώσεις, από τις οποίες θα πρέπει να επιλέγονται οι απαραίτητες, οι νέοι θα πρέπει να μαθαίνουν από τα χρήσιμα μόνο όσα αρμόζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και να αποφεύγουν όσες γνώσεις και ασχλίες τους καθιστούν ευτελείς και τιποτένιους. Αντάξια του ελεύθερου πολίτη είναι η παιδεία εκείνη που τον οδηγεί στην καλλιέργεια του νου, και κυρίως στην κατάκτηση της αρετής, άρα πρέπει να έχει ηθικό χαρακτήρα.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι όλα αυτά επιτυγχάνονται όταν η παιδεία έχει δημόσιο χαρακτήρα και είναι κινή για όλους. (10 μονάδες)
Β3. Για να απαντηθεί επαρκώς η ερώτηση, πρέπει να παρατεθεί ολόκληρο το σχόλιο του βιβλίου «Περὶ παιδείας», σελ. 208 & 209.
Επιπλέον, με βάση το μεταφρασμένο κείμενο, πρέπει να γίνει αναφορά στα έμφυτα όπλα του ανθρώπου που του δίνουν τη δυνατότητα να ξεχωρίζει από τα άλλα όντα. Αυτά τα όπλα (γλώςα, λογική κ.λπ.), αν καλλιεργηθούν σωστά με την κατάλληλη παιδεία, καθιστούν τον άνθρωπο ανώτερο από όλα τα όντα. Αν όμως ο άνθρωπος δεν έχει παιδεία που στοχεύει στη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα, τότε χωρίς αρετή και δικαιοσύνη, γίνεται το χειρότερο από όλα τα όντα. Καταδεικνύεται λοιπόν η σπουδαιότητα της παιδείας προκειμένου να ολοκληρωθεί η προσωπικότητα ενός ανθρώπου. (10 μονάδες)
Β4. Η απάντηση προκύπτει από τις σελίδες 145 & 147 του σχολικού βιβλίου και συγκεκριμένα από το χωρίο: « Στη Μακεδονία ο Αριστοτέλης …» έως « … τα Ηθικά Νικομάχεια». (10 μονάδες)
Β5. λανθάνειν: λάθος, λαθραίος / μανθάνειν: μάθηση, μάθημα / εἴληφε: λήψη, παραλαβή / διαφέροντα: φορείο, διαφορετικός / νομίζειν: νόμος, νόμισμα (10 μονάδες)
Γ. Αδίδακτο κείμενο
Ξενοφώντος Συμπόσιον 2,10
Γ1. Μετάφραση
Και ο Αντισθένης είπε: «Πώς λοιπόν, Σωκράτη, αν και έχεις αυτή τη γνώμη (αν και γνωρίζεις αυτά), δεν εκπαιδεύεις και συ την Ξανθίππη, αλλά έχεις την πιο δύστροπη γυναίκα από αυτές που υπάρχουν � νομίζω μάλιστα και από αυτές που έχουν υπάρξει (έχουν ζήσει) και από αυτές που θα υπάρξουν (θα ζήσουν);»
«Διότι», απάντησε, «βλέπω ότι και αυτοί που θέλουν να γίνουν ικανοί ιππείς αποκτούν όχι τα πιο υπάκουα αλλά τα ατίθασα άλογα. Διότι νομίζουν ότι, αν μπορούν να συγκρατούν τα άλογα τέτοιου είδους, εύκολα βέβαια θα αντιμετωπίσουν τα άλλα άλογα. Κι εγώ λοιπόν, επειδή θέλω να αντιμετωπίζω ανθρώπους και να (τους) συναναστρέφομαι, έχω αποκτήσει αυτήν, επειδή γνωρίζω καλά ότι αν υποφέρω (υπομείνω) αυτήν, εύκολα βέβαια θα συνυπάρξω με όλους τους άλλους ανθρώπους». (20 μονάδες)
Γ2.α. ἔφη: φάθι / γιγνώσκων: ἐγνώκατε / ὁρῶ: ἑώρας / νομίζουσι: νομιοῦσι / κατέχειν: κατάσχῃ
β. σύ: ὑμῖν / γυναικί: (ὦ) γύναι / θυμοειδεῖς: (τὸ) θυμοειδὲς / ἵππους: (τῶ) ἵππῳ / ἅπασιν: ἁπάσης (5 μονάδες)
Γ3.α. γυναικί: αντικείμενο στο ρήμα χρῆ / τῶν οὐσῶν: επιθετική (αναφορική) μετοχή που λειτουργεί ως γενική διαιρετική (ετερόπτωτος προσδιορισμός), στο επίθετο χαλεπωτάτῃ./ κτωμένους: κατηγορηματική μετοχή· εξαρτάται από το ρήμα ὁρῶ και λειτουργεί ως κατηγορηματικός προσδιορισμός στο αντικείμενο του ρήματος, την επιθετική μετοχή κτωμένους. / χρῆσθαι: τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο της μετοχής βουλόμενος (υποκείμενο απαρεμφάτου: ἐγώ -ταυτοπροσωπία). / εὖ: επιρρηματικός προσδιορισμός τρόπου, προσδιορίζει τη μετοχή εἰδώς./ἅπασιν: ομοιόπτωτος κατηγορηματικός προσδιορισμός στη λέξη ἀνθρώποις (πιστεύουμε ότι η απάντηση αυτή θα εκληφθεί ως σωστή, αν και θεωρούμε εξίσου ορθή την άποψη ότι η λέξη ἅπασι λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός � καθεμία από τις παραπάνω εκδοχές μπορεί να στηριχθεί από τη θεωρία και από το νόημα του κειμένου). (6 μονάδες)
Γ3β. i. Υπόθεση: ἤν τοὺς τοιούτους δύνωνται κατέχειν Απόδοση: ῥᾳδίως τοῖς γε ἄλλοις ἵπποις χρήσεσθαι Η απόδοση βρίσκεται σε απαρέμφατο γιατί ο υποθετικός λόγος βρίσκεται στον πλάγιο λόγο, εξαρτημένος από το «νομίζουσι». Ο υποθετικός λόγος στον ευθύ λόγο: Υπόθεση: ἤν … δυνώμεθα Απόδοση: ῥᾳδίως … χρησόμεθα (ἤν + Υποτακτική --> Οριστική μέλλοντα). Εκφράζεται το προσδοκώμενο.
ii. Υπόθεση: εἰ ταύτην ὑποίσω Απόδοση: (ὅτι) … ῥᾳδίως τοῖς γε ἄλλοις ἅπασιν ἀνθρώποις συνέσομαι. Η απόδοση βρίσκεται σε δ/σα ειδική πρόταση διότι ο υποθετικός λόγος βρίσκεται στον πλάγιο λόγο, εξαρτημένος από τη μετοχή εἰδώς. Ο υποθετικός λόγος στον ευθύ λόγο: Υπόθεση: εἰ ταύτην ὑποίσω Απόδοση: ῥᾳδίως … συνέσομαι (εἰ +οριστική μέλλοντα Οριστική μέλλοντα). Εκφράζεται το πραγματικό, στο μέλλον. (Νοηματικά, αυτή η μορφή του υποθετικού λόγου πλησιάζει το προσδοκώμενο, συνήθως όμως όταν εκφράζεται κάποια προειδοποίηση, κάτι που εδώ δεν συμβαίνει). (4 μονάδες)
2006 (Εσπερινών)
Α. Πράγματι, για το περιεχόμενο τη λέξης πολίτης διατυπώνονται πολλές φορές διαφορετικές μεταξύ τους γνώμες· δηλαδή δεν υπάρχει ομοφωνία για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης: κάποιος, ενώ είναι πολίτης σ’ ένα δημοκρατικό πολίτευμα, συχνά δεν είναι πολίτης σ’ ένα ολιγαρχικό πολίτευμα. Ο πολίτης δεν είναι πολίτης με κριτήριο το ότι είναι εγκατεστημένος σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο (γιατί και μέτοικοι και δούλοι μοιράζονται με τους πολίτες έναν κοινό τόπο), ούτε είναι πολίτες αυτοί οι οποίοι απ’ όλα τα πολιτικά δικαιώματα έχουν μόνο το δικαίωμα να εμφανίζονται στο δικαστήριο ως εναγόμενοι και ως ενάγοντες (το δικαίωμα αυτό το έχουν και όσοι μοιράζονται έναν τόπο χάρη σε ειδικέ συμφωνίες)˙… Με την ακριβέστερη σημασία της λέξης τίποτε άλλο δεν ορίζει τόσο τον πολίτη όσο η συμμετοχή στις δικαστικές λειτουργίες και στα αξιώματα… Απ’ αυτά, λοιπόν, γίνεται φανερό τι είναι ο πολίτης˙ αυτός δηλαδή που έχει τη δυνατότητα να μετέχει στην πολιτική και δικαστική εξουσία λέμε πια ότι είναι πολίτης της συγκεκριμένης πόλης˙ απ’ την άλλη, πόλη είναι, για να μιλήσουμε γενικά, το σύνολο από τέτοια άτομα, που είναι ικανοποιητικό, ώστε να εξασφαλίζεται η αυτάρκεια στη ζωή τους.
Β1. Ο Αριστοτέλης προκειμένου να ορίσει την έννοια της πόλης-κράτους, ακολουθεί τη λεγόμενη αναλυτική μέθοδο. Αποσκοπεί δηλαδή να αναλύσει την έννοια «πόλις» στα συστατικά της, να βρει τα χαρακτηριστικά των συστατικών αυτών και με τη σύνθεσή τους θα έχει και τον ορισμό. Για υπηρετήσει, λοιπόν, τον ανωτέρω στόχο του διαρθρώνει την επιχειρηματολογία του ως εξής: Αρχικά αναφέρει πως η πόλις είναι το όλον, το γενικό «Ἐπεὶ δ' ἡ πόλις…τῶν ὅλων ». Κάθε γενική έννοια αποτελείται από μέρη «συνεστώτων δ' ἐκ πολλῶν μορίων», οπότε και η πόλη είναι «πλῆθός τι πολιτῶν», συγκροτείται δηλαδή από το σύνολο των πολιτών. Άρα, πριν δοθεί ο ορισμός πρέπει να βρεθεί η έννοια του πολίτη «Ὥστε τίνα χρὴ …σκεπτέον.».
Β2. Στην ενότητα 15 ο Αριστοτέλης θέτει ως βάση για την εξέταση της πόλης, την πραγμάτευση της έννοιας του πολίτη, προκειμένου να φωτιστεί καλύτερα το περιεχόμενο της πόλης αλλά και να ξεκαθαριστεί το περιεχόμενο της έννοιας πολίτης, για τον ορισμό της οποίας δεν υπάρχει ομοφωνία. Συνεχίζοντας τη διερεύνηση του «πολίτη» στην ενότητα 16 ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί πρώτα στα στοιχεία που δεν αποδεικνύουν ότι κάποιος είναι πολίτης, για να δώσει στη συνέχεια εκείνα που το αποδεικνύουν.
Αρχικά αποκλείει ο Αριστοτέλης τον τόπο κατοικίας και τα δικαικά δικαιώματα, με τα οποία δε συναρτάται ο ορισμός της έννοιας και παρουσιάζει εν συνεχεία τα δύο κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πολίτη. Κατά τον Αριστοτέλη πολίτης θεωρείται αυτός που μπορεί να δικάζει ως μέλος δικαστηρίου «μετέχειν κρίσεως» (την ίδια άποψη είχε διατυπώσει και ο Πλάτωνας ο οποίος θεωρούσε ότι η μη συμμετοχή στις δικαστικές λειτουργίες, ισοδυναμούσε με μη συμμετοχή στο σύνολο των λειτουργειών της πόλης) καθώς και εκείνος που έχει την ικανότητα να μετέχει στη διοίκηση του κράτους και στα όργανα απ’ τα οποία λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις «μετέχειν ἀρχῆς». Είναι δεδομένο, λοιπόν, ότι ο πολίτης ορίζεται ως προς το πλαίσιο συμμετοχής του στο πολίτευμα.
Β3. Κατά τον Αριστοτέλη στην τάξη της φύσης το όλο προηγείται των μερών. Η ύπαρξη, δηλαδή, του όλου αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη του μέρους. Με τη χρήση παραδειγμάτων από τον χώρο της εμπειρίας, ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι το ίδιο ισχύει για τη σχέση του ανθρώπου με την πόλη. Ειδικότερα, υποστηρίζει πως ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης χωρίς την πόλη.
Αν, όμως, κάποιος είχε επιτύχει τον στόχο της αυτάρκειας αφ’ εαυτού, και δεν είχε ανάγκη την πόλη, τότε δε θα ήταν άνθρωπος – παρά μόνο κατ’ όνομα - . Στην πραγματικότητα θα ήταν ή ζώο ή θεός. Η πόλη-κράτος αποτελεί συνεπώς πρὁπόθεση για την ύπαρξη των μελών της, του κάθε επιμέρους ατόμου το όλο δηλαδή αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη των μερών. Στη 15η ενότητα επαναλαμβάνει το επιχείρημα ότι η πόλη αποτελεί το όλο που συντίθεται από μέρη, οπότε και η πόλη είναι πλῆθός τι πολιτῶν.
Ο ρόλος του πολίτη είναι καθοριστικός για την πολιτική τάξη, η πόλη όμως προηγείται από τα μέρη της, τους ανθρώπους, για τους οποίους αποτελεί το φυσικό τους χώρο, μέσα στα όρια του οποίου μπορούν να κατακτήσουν την αυτάρκεια. Διαπιστώνεται, λοιπόν, πως τόσο το όλο όσο και τα μέρη λειτουργούν διαδραστικά, αλλά η πόλη έχει μια φυσική προτεραιότητα.
Β4. Από το σχολικό βιβλίο σ. 178: «Για ποιον, στην πραγματικότητα… Ηθικών Νικομαχείων του».
Β5. πεπραχέναι: σύμπραξη, πραγματογνωμοσύνη / συνεστώτων: απόσταση, συνισταμένη / καλεῖν: παράκληση, έκκληση / σκεπτέον: ενδοσκόπηση, κατάσκοπος / μετέχοντες: συμμετοχή, έξοχος
Γ1 Τώρα όμως ποιος μπορεί να μη μελαγχολήσει, όταν βλέπει αυτούς που συμμετείχαν στα Τρωικά και τους προγενέστερους να υμνούνται και να τραγουδιούνται, ενώ ο ίδιος εκ των προτέρων γνωρίζει ότι ούτε κι αν ξεπεράσει την ανδρεία εκείνων, θα αξιωθεί τέτοιους επαίνους; Και το αίτιο αυτών είναι ο φθόνος, στον οποίο αυτό μόνο το αγαθό υπάρχει (ή προστίθεται), επιπλέον, ότι δηλ. είναι το πιο μεγάλο κακό για όσους (τον) έχουν. Διότι κάποιοι είναι από τη φύση τους τόσο «δύσκολοι» (στριφνοί/κακοπροαίρετοι), ώστε πιο ευχάριστα θα άκουγαν να επαινούνται αυτοί για τους οποίους δεν γνωρίζουν αν έχουν υπάρξει παρά αυτοί, από τους οποίους τυχαίνει να έχουν ευεργετηθεί οι ίδιοι.
Γ2. τίς: τίνων / ὁρᾷ: ἴδοι / ὑπερβάλλῃ: ὑπέρβαλε / ἀξιωθησόμενον: ἀξιοθησομέναις / ᾧ: ἃς / μέγιστον: μείζοσι(ν) / ἀκούοιεν: ἀκηκόατε / γεγόνασι: γεγονέναι / πεπονθότες: πάσχειν / τυγχάνουσιν: τεύξοιτο
Γ3. α.ὅταν ὁρᾷ τοὺς μὲν περὶ τὰ Τρωϊκὰ καὶ τοὺς ἐπέκεινα γενομένους ὑμνουμένους καὶ τραγῳδουμένους: Δευτερεύουσα επιρρηματική χρονικὁποθετική πρόταση. Εκφέρεται με υποτακτική και με απόδοση το ρήμα της κύριας «οὐκ ἂν ἀθυμήσειεν», συνιστά λανθάνοντα υποθετικό λόγο που δηλώνει το προσδοκώμενο.
β. ὑμνουμένους: κατηγορηματική μετοχή που εξαρτάται από το αισθήσεως ρήμα «ὁρᾷ » / ἐπαίνων: αντικείμενο της μετοχής «ἀξιωθησόμενον» / κακὸν: κατηγορούμενο στο εννοούμενο «φθόνος» / τινες: υποκείμενο στο ρήμα πεφύκασιν / ἥδιον: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο ρήμα «ἂν ἀκούοιεν» / οὓς: αντικείμενο του ρήματος «ἴσασιν» / ὑφ' ὧν: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποιητικού αιτίου στη μετοχή «πεπονθότες»
2005 (Ημερησίων)
Α. Μετάφραση
Γιατ και σ' αυτ ββαια μα διακρνει κτι το ξεχωριστ , στε και οι διοι
δηλαδ να τολμομε πρα πολ να υπολογζουμε με ακρβεια τι συνπειε
για σα θα επιχειρσουμε· εν αντθετα στου λλου ανθρπου η γνοια
φρνει αλ γιστο θρρο, αλλ η γνση δισταγμ . Και στο φρ νημα πρα
πολ δυνατο δκαια θα μποροσαν να θεωρηθον εκενοι που γνωρζουν με
πρα πολ σαφνεια και του κινδνου του πολμου και τι απολασει τη
ειρνη και μω γι' αυτ δεν προσπαθον ν' αποφγουν του κινδνου.
Και ω προ την εκδλωση ευεργετικ διθεση εμαστε αντθετοι με του
πολλο· γιατ αποκτομε του φλου χι ευεργετομενοι αλλ
ευεργετντα του. Και πιο σταθερ εναι ο ευεργτη, εφ σον επιδικει να
παραμνει η ευγνωμοσνη του ευεργετομενου με τη συμπθεια που δεχνει
σ'αυτ ν, στον οποο χει γνει η ευεργεσα· εν αντθετα ο ευεργετημνο
εναι περις τερο απρ θυμο, γιατί γνωρζει τι θα ανταποδσει την
ευεργεσα χι για να του χρωστον ευγνωμοσνη, αλλ για εξ φληση χρου.
Β1. Στην αρχ του κεφαλαου ο Περικλ συνδυζει στο πρ σωπο του
Αθηναου τη θεωρητικ καλλιργεια με τη δημιουργικ δρση. Εναι
γεγον πω ο Αθηναο πολτη, πω παρουσιζεται εδ, αποτελε
ενσρκωση του ιδανικο που συνλαβε το πνεμα του Περικλ· δεν
υπρχει μω καμια αμφιβολα πω τ σο η καλλιργεια των τεχνν σο
και η ανπτυξη του πνεματο αποτελοσαν βασικ επιδωξη τη επσημη
Αθνα και ιδιατερο χαρακτηριστικ του Αθηναου πολτη.
Ο Περικλ τονζει τι η αγπη των συμπολιτν του για το ωραο δεν του
οδηγε σε σπατλη και δαπανηρ πολυτλεια, αλλ αντθετα ικανοποιον
αυτ την φεσ του με λιτ τητα και απλ τητα. Εξλλου η αγπη του για
τα γρμματα και τι τχνε δεν χει εππτωση στη συμμετοχ του στην
πρακτικ ζω, η πνευματικ αναζτηση δεν αποτρπει απ τη δρση, με
αποτλεσμα να καταντον νωθρο μαλθακο. Η πνευματικ καλλιργεια
και οι θεωρητικ ενασχολσει του Αθηναου δεν του αποδυναμνουν την
ενεργητικ τητα και δεν του μεινουν την ανδρεα· ισορροπα και μτρο σ'
λε τι εκδηλσει τη ζω. Τονζει την αγπη προ την καλλιτεχνικ
δημιουργα με τι δαπνε που σε καμι περπτωση δεν φτνουν την
πολυτλεια.
/να μμεσο υπαινιγμ για τη Σπρτη και την αντληψη τι η
ενασχ ληση με την τχνη οδηγε στον εκθηλυσμ και στη φιλοκαλα των
τυραννδων που απαιτον γκο και δαπνε
Για τον Αθηναο η απ κτηση πλοτου και ευμρεια αποτελε πρ κληση
για κινητοποηση των δημιουργικν του δυνμεων και επτευξη ργων και
χι αφορμ για κοφια κομπορρημοσνη. /τσι δνεται σε χιαστ η
αντθεση λ γου-ργου εμβλλοντα αποτελεσματικ τερα την ιδα τη
σφρονη διαχερηση του δημ σιου χρματο για τη δημιουργα λαμπρν
ργων.
Παρ λο τι υπρχε ο συσχετισμ τη πενα με τι αισχρ πρξει ο
Περικλ δεν θεωρε τι εναι αισχρ να την ομολογσει κανε αλλ να
μην προσπαθε να την αποφγει με την εργασα. Δεν ισχυρζεται τι το
δημοκρατικ σστημα χει επιλσει ομοι μορφα το οικονομικ πρ βλημα·
η νιση κατανομ αγαθν συνυπρχει με την ενσχυση τη ιδιωτικ
πρωτοβουλα και την κοινωνικ πολιτικ που προσπαθε να γεφυρσει
τι κοινωνικ ανισ τητε και να στηρξει το πολτευμα. Το δικαωμα στην
εργασα και ο σεβασμ προ τον εργαζ μενο (υπαρξη δολων ω κρια
εργατικ δναμη) εναι μια προχωρημνη θση τη
εμπορευματοπαραγωγικ και μεταπρατικ Αθνα.
Υπαινικτικ επιτμηση τη Σπρτη που τη δικρινε η αποστροφ προ την
εργασα και τον πλουτισμ που αυτ συνεπγεται-αριστοκρατικ
αντιλψει.
Δεσπ ζει μια πολλαπλ αντθεση ανμεσα στο θεωρητικ και πρακτικ
βο, στον πλοτο και τη φτχεια, το ργο και το λ γο. Εντυπωσιακ
αισθητικ το χιαστ: αρνητικ -θετικ που προβλλει το ργο ω κριο
μλημα και στον πλοτο και στη φτχεια. 7νθρωπο τη πρξη ο
Αθηναο πολτη.
8μολογε9ν α:σχρ ν ;ργου…καιρ< λ γου…κ μπ< μ διαφεγειν α:σχιον ο=χ
8μολογε9ν ;ργ>
Επιπλέον εγκωμιζεται η λλειψη μονομρεια στη ζω του Αθηναου που
χει τη δυνατ τητα να επιμερζει σωστ και σμμετρα το ενδιαφρον και
τη δρση του τ σο στι ιδιωτικ υποθσει σο και στα δημ σια
πργματα.
Η λξη μ νοι αντιδιαστλλει του Αθηναου χι μ νο με του Σπαρτιτε
αλλ με λου του /λληνε δνοντα του μια ιδιαιτερ τητα-
μοναδικ τητα. Απαρατητη πρὁπ θεση για να θεωρηθε κανε
συνειδητ και υπεθυνο πολτη στην δημοκρατα τη Αθνα ταν η
συμμετοχ στα κοιν. Η πολιτικ αδιαφορα και αδρνεια ταν
ανεπτρεπτη και στην περπτωση αυτ δεν πρεπε να θεωρηθε απλ
φιλσυχο αλλ χρηστο πολτη.
Απ' την εποχ του Σ λωνα εκενο που προτιμοσε την απραγμοσνη, την
ουδετερ τητα σε περπτωση που ξεσποσε εμφλια διαμχη στην π λη
χανε τα πολιτικ του δικαιματα. Ο ρτορα ανασκευζει την κατηγορα
προ του Αθηναου για πολυπραγμοσνη. Αλλωστε μ νο η πολιτικ
ενεργοποηση και η αδικοπη επαγρπνηση για τα κοιν αποτελε χι
μ νο βασικ πρὁπ θεση σταθερ τητα και εμπδωση τη δημοκρατα
αλλ και απαρατητο στοιχεο για την ακεραωση του ατ μου την
πνευματικ και ηθικ ωρμανσ του.
Η διαρκ ενασχ ληση των Αθηναων με τα κοιν δεν συνιστ
πολυπραγμοσνη, πω συνθιζαν να του κατηγορον οι Σπαρτιτε και
μερικο λλοι /λληνε αλλ μια αυτον ητη θεμελιδη υποχρωση. Αυτ
ταν και η πεμπτουσα του ανθρπου-πολτη, πω χει διαμορφωθε στην
κλαςικ Ελλδα, μσα στα ρια τη ανθρπινη φση κατά τον
Αριστοτλη " φσει πολιτικ ν ζ<ον-C θηρον C θε ", εν κατ τον
Πλτωνα η πολιτικ τχνη δισωσε το ανθρπινο γνο απ την
καταστροφ τη ανοργνωτη ζω.
Προβλλεται η κριτικ στση και η συνευθνη στη διαχερηση των κοινν.
Ο Αθηναο χι μ νο μετχει των πολιτικν αλλ εναι και ο διο που
αποφασζει τουλχιστον φτνει σε μια σωστ κρση γι' αυτ. Συνδυζει
ο Αθηναο τον ενδιθετο λ γο, το λογικ - κριτικ στοιχεο (κρνομεν) με
το προφορικ ( Dνθυμομεθα). Δημιουργα διαλ γου που αποτελε την
πρωταρχικ ουσα τη δημοκρατα.
Η απ φαση η κρση εναι ορθ, γιατ στο ργο παραστκει ο λ γο. Με
τη διπλ αντθεση " λ γοι - ;ργοι / λ γ> - ;ργ>" ο Περικλ παρουσιζει
δυο στοιχεα που φανονται ασυμββαστα στου Σπαρτιτε και σω και
λλου /λληνε· τι μω εναι αντιφατικ γι' αυτο εναι γ νιμο
συγκερασμ και τλεια εναρμ νιση για τον Αθηναο.
Αναβινει τσι η ομηρικ αντληψη τι ο αληθιν ντρα πρπει
ταυτ χρονα να εναι "μθων τε Gητρ ;ργων τε πρηκτρ". Αξιοσημεωτο
εναι τι εναρμονζεται με απαρμιλλο τρ πο ο ενδιθετο λ γο, η κρση-
λογικ με τον προφορικ -την κφραση με παρρησα και ισηγορα των
σκψεων και απ ψεων και την πρ κληση διαλ γου που ω λ γο-
αντλογο αποτελε μια απ τι σημαντικ τερε κατακτσει του /λληνα -
πολτη, γιατ συνιστα το κυρι τερο μσο για την αξιοποηση σκψη και
δρση αλλ και για την εδραωση τη πολιτικ ελευθερα. Η ελευθερα
λ γου, ο ελεθερο διλογο συνιστ το χαρακτηριστικ τερο γνρισμα
τη δημοκρατα, γιατ εγγυται την πιο γκυρη ενημρωση και διαφτιση
πνω σε θματα που μεσα ενδιαφρουν και απασχολον τον πολτη.
Εμφαν επομένω η αντθεση προ το πολιτικ σστημα τη Σπρτη που
περι ριζε το λ γο. Σμφωνα με την Αθηνἀκ αντληψη ο λ γο δεν
βλπτει τα ργα, αντθετα τα διαφωτζει και κνει ευκολ τερη την
πραγμτωσ του.
Β2. Ο Αθηναο εμφανζεται να συνδυζει τ λμη και σκψη, γεναι τητα και
λογισμ . Η γνση και ενημρωση δεν προκαλε δειλα και φ βο, αλλ
αντθετα καλλιεργε τ λμη και ανδρεα.
Το "διαφερ ντω ;χομεν" είναι εντον τερο του διαφρομεν και τονίζει τη
συλλογικ ευθνη για την αντιμετπιση των υποθσεων.
Η γνοια σε λλου προξενε αλ γιστη τ λμη, εν η συνεδηση του
κινδνου δειλα· αντθετα στου Αθηναου ο λογισμ , η σκψη, η απ τα
πρν αναμτρηση των συνεπειν εμπνει αντερη ποι τητα ηρωισμ ,
εφ σον ο κνδυνο η θυσα παρουσιζεται σαν καρπ λελογισμνη
αξιολ γηση αγαθν και κρσιμη προσωπικ επιλογ. Φρση
γνωμολογικο περιεχομνου που συγκεφαλαινει τη διαφορ του
Αθηναου απ του λλου. Το χιαστ: τολμJν Dκλογζεσθαι Kμθια
Lκνον αποδδει εστοχα την αντθεση. Ο λ γο και ο συλλογισμ
κραταινουν του ενημερωμνου Αθηναου. Απομνει λοιπ ν για του
λλου η αμθια. Προβλλει η υπερχρονικ σημασα αντθεση:
συσκ τιση και καταναγκασμ - ενημρωση και ελεθερη επιλογ.
Στο χωρίο «κράτιστοι…κινδύνων» δνεται ο ορισμ τη ανδρεα. Κατ
τον Αριστοτλη η αρετ εναι μεσ τη. Η ανδρεα εναι αρετ, συνεπ
βρισκεται ανμεσα στη θραστητα και τη δειλα. Η υπερβολικ αφοβα
εναι θραστητα, εν ο ανδρεο συμπεριφρεται πντα σωστα και λογικ.
Ο Περικλ παρουσιζει του Αθηναου να ενσαρκνουν τον αληθιν
ανθρπινο ηρωισμ που αποτελε εναρμ νιση λογισμο και ανδρεα. Ο
λογισμ παρχει σαφ γνση των δεινν που συνεπγεται ενδχεται να
επιφρει ο συγκεκριμνο πολεμικ αγνα αλλ και των ηδων που
διασφαλζει η αποφυγ αποχ απ αυτ ν χωρ ωστ σο να μεισει την
ψυχικ ρμη και μαχητικ τητ του. /τσι η ανδρεα των συμπολιτν του
προκπτει απ βαθι συνεδηση και γνση των περιστσεων, λλογη
αξιολ γηση μια κατσταση· πρὁπ θεση μω αυτν εναι η ριμη και
υπεθυνη προσωπικ τητα με ελυθερο φρ νημα και αντερο θο.
Ο υπερθετικ " κρτιστοι" αποδδει το μγιστο βαθμ ανδρεα, οι δυο
επιθετικ μετοχ σε κατφαση - ρνηση την ενσυνεδητη σχση με το
ργο. Αντθετα στη Σπρτη η ανδρεα δεν αποτελε πηγαα κφραση αλλά
πρὀ ν καταναγκασμο.
Β3. Σχολικό βιβλίο σελ. 14: « Αν συγκρίνουμε….μεγαλείο.»
Β4. Διαφεύγειν → φυγά, διαφυγή
Μετέχοντα → συμμετοχή, σχέση
Διαφερόντω → φορά, φορητό
Χάριν → χαριστικό, αχάριστο
Ε9νοία → ευνοιοκρατία, ευνὀκό
Αδίδακτο
Γ1. Αυτό πράγματι έχει η πόλη σας μεγαλύτερο αγαθό, ότι δηλαδή έχει γίνει παράδειγμα καλών έργων για τους Έλληνε· γιατί όσο είναι η πιο αρχαία από όλες στο χρόνο, τόσο οι πρόγονοί μας έχουν ξεχωρίσει από τους άλλους ανθρώπους στην αρετή. Γιατί την εποχή που ήταν βασιλιάς ο Κόδρος, Οι Πελοποννήσιοι, επειδή υπήρξε αφορία στη χώρα του, αποφάσισαν να εκστρατεύσουν εναντίον της πόλης μας· και αφού εκδιώξουν τους προγόνους μας, να μοιράσουν τη χώρα. Και πρώτα αφού έστειλαν (αντιπροσώπους) στους Δελφούς, ρωτούσαν τον θεό αν θα καταλάβουν την Αθήνα. Όταν ο θεός τούς αποκάλυψε ότι θα κυριεύσουν την πόλη, εάν δεν σκοτώσουν το βασιλιά των Αθηναίων (Κόδρο), εκστράτευαν εναντίον της Αθήνας.
Γ2.α. διενηνόχασιν - διοίσει
ἀποστείλαντε - ἀποστελοῦσιν
ἐπηρώτων - ἐπερωτῷ, ἐπερωτώῃ
λήψονται - εἴληφα
ἀνελόντος - ἄνελε
Γ2.β. τοῦτο - οὗτοι
μέγιστον - μείζοσι
πασῶν - παντί
γενομένη - γενόμεναι
τὸν βασιλέα - βασιλεῦ
Γ3.α. τῶν καλῶν: επιθετικός προσδιορισμός στο « ἔργων»
Παράδειγμα: κατηγορούμενο στο υποκείμενο ἡ πόλις μέσω του συνδετικού ρήματο γέγονεν
ἀρετῇ: δοτική της αναφοράς στο διενηνόχασιν
ἐπί τὴν πόλιν: εμπρόθετος εχθρικής κατεύθυνσης
πρῶτον: επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου
αὐτοῖς: αντικείμενο στη μετοχή ἀνελόντος
Γ3.β.
Υπόθεση: Ἐάν μὴ τὸν βασιλέα τῶν Ἀθηναίων (Κόδρον) ἀποκτείνωσιν
Απόδοση: ὅτι τὴν πόλιν αἱρήσουσιν
Υποθετικός λόγος εξαρτημένος του προσδοκώμενου· στον ευθύ λόγο θα έχει τη μορφή: ἐάν μὴ τὸν βασιλέα τῶν Ἀθηναίων ( Κόδρον) ἀποκτείνωσιν (ἀποκτείνητε), τὴν πόλιν αἱρήσουσιν (αἱρήσετε)
Αόριστη Επανάληψη στο παρόν και στο μέλλον: Ἐάν μὴ τὸν βασιλέα τῶν Ἀθηναίων (Κόδρον) ἀποκτείνωσιν (ἀποκτείνητε) - τὴν πόλιν αἱροῦσιν (αἱρεῖτε)
2005 (Επαναληπτικές Ημερησίων)
Γ1. Γνωρίζετε, όμως, άνδρες (δικαστές), ότι οι εξαναγκασμοί αυτοί είναι οι πιο ισχυροί και οι πιο μεγάλοι από αυτούς (που μπορούν να υπάρξουν) ανάμεσα στους ανθρώπους και (ότι) οι αποδείξεις με βάση αυτούς για το δίκαιο (είναι) οι πιο ακριβείς και αξιόπιστες, όπου, δηλαδή, υπάρχουν πολλοί ελεύθεροι γνώστες των πραγμάτων και πολλοί δούλοι και από τη μια είναι δυνατόν να αναγκάζει (κανείς) τους ελεύθερους με όρκους και με εγγυήσεις, τα οποία είναι τα πιο σημαντικά και ιερά πράγματα για τους ελεύθερους, και από την άλλη είναι δυνατόν (να αναγκάζει κανείς) τους δούλους με άλλους εξαναγκασμούς, εξαιτίας των οποίων, και αν ακόμα πρόκειται να θανατωθούν, επειδή ομολόγησαν εναντίον τους, όμως αναγκάζονται να λένε την αλήθεια. Διότι η παρούσα ανάγκη είναι για τον καθένα πιο ισχυρή από αυτή που πρόκειται να υπάρξει.
Γ2.α.ἐπίσταιο / συνειδέναι / ἐξέσται/(ἐκγενήσεται) / ἀπεθάνετε / κάτειπε
Γ2.β. πλειόνων/πλεόνων / πίστει / αἷς / τοῦ σαφοῦς / τά παρόντα
Γ3.α. περὶ τοῦ δικαίου: επιρρηματικός, εμπρόθετος προσδιορισμός της αναφοράς στο εννοούμενο ρήμα «εἰσι» / ὅρκοις: δοτική του μέσου ως επιρρηματικός προσδιορισμός στο «ἀναγκάζειν» / ἀναγκάζειν: υποκείμενο, τελικό απαρέμφατο, στο απρόσωπο ρήμα «ἐξείη» / μέγιστα: κατηγορούμενο στο υποκείμενο «ἃ » μέσω του συνδετικού ρήματος «ἐστίν» / τἀληθῆ: σύστοιχο αντικείμενο στο «λέγειν» / τῆς μελλούσης: επιθετική μετοχή με υποκείμενο το άρθρο της, ως γενική συγκριτική από το «ἰσχυροτέρα»
Γ3.β. «ὅτι αἱ ἀνάγκαι αὗται ἰσχυρόταται καὶ μέγισταί εἰσι τῶν ἐν ἀνθρώποις»: δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση, ως αντικείμενο στο γνωστικό ρήμα «ἐπίστασθε». Εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο ὅτι, γιατί δηλώνει αντικειμενική-πραγματική κρίση, και εκφέρεται με οριστική, γιατί εκφράζει το πραγματικό, βέβαιο γεγονός. / «ἢν μέλλωσιν ἀποθανεῖσθαι κατειπόντες»: δευτερεύουσα υποθετική πρόταση με απόδοση το ρήμα «ἀναγκάζονται ». Ο υποθετικός λόγος δηλώνει την αόριστη επανάληψη στο παρόν-μέλλον.
2004 (Ημερησίων)
Α. Μετάφραση: Γι' αυτό λοιπόν και μίλησα εκτενώς (ή: διεξοδικά) για τα σχετικά με την πόλη μας, γιατί θέλησα να κάνω κατανοητό ότι δεν αγωνιζόμαστε για πράγματα ίσης σημασίας εμείς και όσοι δεν έχουν τίποτε όμοιο με αυτά εδώ και συγχρόνως, επειδή ήθελα να κάνω φανερό με αποδείξεις τον έπαινο αυτών για τους οποίους τώρα μιλάω. Και πράγματι έχουν ειπωθεί από αυτόν (τον έπαινο) τα σπουδαιότερα σημεία. Γιατί τα ανδραγαθήματα αυτών εδώ και των ομοίων τους στόλισαν την πόλη με όσα εγώ την ύμνησα και για λίγους από τους Έλληνες, όπως ακριβώς γι'αυτούς εδώ, θα φαινόταν ο λόγος ισοδύναμος με τα έργα. Μου φαίνεται ότι ο τωρινός θάνατος αυτών εδώ φανερώνει την ανδρεία (του καθενός) είτε ως πρώτο φανέρωμα είτε ως τελική επισφράγιση.
Β1 Στο σημείο αυτό ο Θουκυδίδης πάλι απομακρύνεται από την καθιερωμένη δομή των επιτάφιων λόγων, Ενώ κανονικά έπρεπε να αναπτύξει τον έπαινο των νεκρών, κάνοντας αναφορά στα κατορθώματα τους και στην ανδρεία τους, εκλήσσει λέγοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος του επαίνου αυτού έχει ήδη ειπωθεί. Επομένως εφόσον στο προηγούμενο μέρος του λόγου του έχει αναφερθεί διεξοδικά στο μεγαλείο της πόλης, το εγκώμιο των νεκρών παίρνει άλλη διάσταση: ο έπαινος των νεκρών φιλτράρεται μέσα από τον έπαινο της πόλης, οι πράξεις τους αναδεικνύονται μέσα από τα ιδανικά για τα οποία πολέμησαν και το ήθος και ο χαρακτήρας τους παρουσιάζονται ως δημιούργημα της ίδιας της πόλης. Αφού λοιπόν το μεγαλύτερο μέρος του επαίνου έχει ειπωθεί με την εξύμνηση της πόλης, απομένει το δεύτερο μέρος του επαίνου που περιλαμβάνει αυτά τα οποία θυσίασαν οι νεκροί, που ο ρήτορας θα αναφέρει παρακάτω.
Β2 Για πολλοστή φορά επανέρχεται το αντιθετικό ζεύγος "λόγοι-έργα". Εδώ "έργα" είναι τα κατορθώματα των νεκρών και "λόγοι" οι έπαινοι τους από το ρήτορα. Μόνο που σε αντίθετη με αυτό που συμβαίνει στους ρητορικούς λόγους, όπου το παραπάνω ζεύγος εκφράζει ισχυρή αντίθεση, εδώ τα λόγια και τα έργα δίνονται σε σχέση εναρμονισμού· δηλαδή, ενώ οι έπαινοι είναι συνήθως υπερβολικοί, ωστόσο παρουσιάζονται κάποτε τόσο σπουδαία έργα ώστε αυτά να υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ αυτών. Το ίδιο συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, με τα ανδραγαθήματα αυτών των νεκρών:ο "υπερβολικός" έπαινος εξισορροπείται με το μεγάλο έργο τους.
Β3 Σε προηγούμενα κεφάλαια ο Περικλής υποστήριξε πως οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν τον πλούτο ως ευκαιρία για έργα και πως δε θεωρούν τη φτώχεια ντροπή ούτε εμπόδιο για την ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων. Δεδομένου ότι μεταξύ των προκείμενων νεκρών υπάρχουν και πλούσιοι και φτωχοί, ο ομιλητής σ' αυτό τι κεφάλαιο παρουσιάζει τον πλούτο και τη φτώχεια ως αυτοθυσία. Ο πλούτος είναι συνυφασμένος με τη φυσική διάθεση του ανθρώπου να απολαύσει και άλλο τα αγαθά που αυτός του παρέχει. Η φτώχεια από την άλλη συνοδεύεται από την ελπίδα πως κάποια μεταβολή της ζωής μπορεί να φέρει τον πλούτο. Αν προσέξει κανείς το νόημα, ουσιαστικά δεν αντιπαρατίθεται εδώ με τη θυσία ο πλούτος και η φτώχεια, αλλά προβάλλεται μόνο ο πλούτος, είτε ως πραγματικότητα είτε ως ελπίδα. Η επιθυμία για τη συνέχιση της απόλαυσης του πλούτου και η ελπίδα για απόκτηση του γενικά λειτουργούν ως αντικίνητρα για τη γενναιότητα που φτάνει στην αυτοθυσία την ώρα της μάχης. Όμως στους παρόντες νεκρούς αυτό δεν ισχύει· η θέληση να τιμωρήσουν τον εχθρό και να υπερασπιστούν την πατρίδα τους είναι πιο ισχυρή, γι' αυτό δε δίστασαν να θυσιαστούν απαρνούμενοι τα υλικά αγαθά και τις απολαύσεις της ζωής - είτε ως πραγματικότητα είτε ως ελπίδα - επειδή τα θεώρησαν κατώτερα ως αξίες από την πατρίδα.
Οι παραπάνω απόψεις συμπληρώνονται στο απόσπασμα του κεφ. 43 με τον ισχυρισμό του ρήτορα ότι συνήθως "οι απόκληροι της ζωής" αγωνίζονται με πνεύμα αυτοθυσίας την ώρα της μάχης γιατί δεν έχουν τίποτα προσωπικό να χάσουν σε περίπτωση ήττας και δεν περιμένουν καμία βελτίωση στη ζωής τους σε περίπτωση νίκης. Ωστόσο το πιο δίκαιο θα ήταν να ριψοκινδυνεύουν οι ευτυχισμένοι και οι πλούσιοι για να διαφυλάξουν και να συνεχίσουν να απολαμβάνουν την ευτυχία και τα αγαθά τους. Με αυτές τις σκέψεις ο Περικλής προσπαθεί να προτρέψει σε επίδειξη ανδρείας εκείνους που δεν τους χαρακτηρίζει προθυμία την ώρα της μάχης από φόβο μήπως χάσουν την ευτυχία και τον πλούτο τους. Με όλα τα παραπάνω είναι σαφής η προσπάθεια του Περικλή να εξοικειώσει τους παρόντες Αθηναίους πολίτες με το θάνατο, οι οποίοι ανεξάρτητα από την οικονομική τους θέση οφείλουν να επιδείξουν την ίδια γενναιότητα την ώρα της μάχης.
Β4 Η απάντηση βρίσκεται στο σχολικό βιβλίο, σελ. 11-12, στο χωρίο "Μια λοιπόν από τις 40 δημηγορίες … ξεχνάμε τον πόλεμο".
Β5 αδίδακτος διδασκαλίαν ρήτορας εἴρηται εὐκοσμία ἐκόσμησαν εμπρόθετος προτίθεσθαι φασματικός φανείη ατελευτητος τελευταία λεξιπενία λεγω και πενίας φυγόδικος διαφυγών και δίκαιον λήμμα λαβόντες νόμισμα νομίσαντες
Γ. Και εγώ ο ίδιος λοιπόν, Αντιφώντα, όπως ακριβώς κάποιος άλλος ευχαριστιέται ή με (κάποιο) δυνατό άλογο ή με σκυλί ή με πουλί, έτσι ακόμα περισσότερο ευχαριστιέμαι με τους καλούς φίλους, και αν έχω κάτι καλό (το) διδάσκω (εξηγώ) και τους φέρνω σ' επαφή με τους άλλους από τους οποίους νομίζω ότι θα ωφεληθούν ενδεχομένως οι ίδιοι σε κάτι για την αρετή Ξετυλίγοντας τα σπουδαία έργα των σοφών ανδρών του παρελθόντος (της παλιάς εποχής) τα οποία εκείνοι κληροδότσαν αφού έγραψαν σε βιβλία, από κοινού εξετάζω λεπτομερώς με τους φίλους, κι αν δούμε κάτι καλό το υιοθετούμε και (το) θεωρούμε μεγάλο κέρδος, αν γινόμαστε φίλοι μεταξύ μας. Αυτός φαινόταν λοιπόν σε μένα, όταν άκουγα αυτά, και ότι ήταν ευτυχισμένος και ότι οδηγούσε όσους (τα) άκουγαν στην ευγένεια.
Γ2α ὁρῶμεν ἴδωμεν γιγνώμιθα γενοῦ ὠφελήσεσθαι ὠφεληκέναι συνίστημι συνἐστησας / συνιστάντος
Γ2β ὄρνιθι ὄρνιν τι τισί(ν) σοφῶν σοφάς μέγα μεῖζον / μέγιστον ταῦτα τούτων
Γ3α ἄν τι ὁρῶμεν ἀγαθόν, ἐκλεγόμεθα: υπόθεση: ἄν ὁρῶμεν (ἄν+υποτακτική) απόδοση: ἐκλεγόμεθα (οριστική ενεστώτα) υποθετικός λόγος που δηλώνει αόριστη επανάληψη στο παρόν - μέλλον Το μη πραγματικό: εἰ τι ἑωρῶμεν ἀγαθόν, ἐξελεγόμεθα ἄν υπόθεση: εἰ+ ἑωρῶμεν (εἰ +οριστική παρατατικού) απόδοση:ἐξελεγόμεθα ἄν
Γ3β φίλοις:αντικείμενο στο ἥδομαι (δοτική της αιτίας στο ἥδομαι) εἰς ἀρετην: εμπρόθετος προσδιορισμός σκοπού στο ὠφελήσεσθαι ἀλλήλοις: δοτική αντικειμενική από το φίλοι φίλοι: κατηγορούμενο στο εννοούμενο υποκείμενο του γιγνώμεθα δηλ. το ἡμεῖς ἀκούοντι: χρονική μετοχή συνημμένη στο ἐμοί, δηλώνει το σύγχρονο (στο παρελθόν) εἶναι: αντικείμενο στο ἐδόκει, ειδικό απαρέμφατο.
2003 (Επαναληπτικές Ημερησίων)
A. O Δίας, λοιπόν, επειδή φοβήθηκε για το γένος μας μήπως αφανιστεί εντελώς, στέλνει τον Ερμή για να φέρει στους ανθρώπους το σεβασμό και τη δικαιοσύνη για να υπάρχει στις πόλεις πειθαρχία και συνεκτικοί δεσμοί φιλίας. Ρωτάει, λοιπόν, ο Ερμής τον Δία με ποιον άραγε τρόπο να δώσει το σεβασμό και τη δικαιοσύνη στους ανθρώπους. «Ποιο από τα δύο, όπως έχουν μοιραστεί οι τέχνες έτσι να μοιράσω και αυτές; Έχουν μοιραστεί (εν.οι τέχνες) με τον εξής τρόπο. Ένας που κατέχει την ιατρική είναι αρκετός για πολλούς απλούς πολίτες, το ίδιο και οι άλλοι τεχνίτες. Και τη δικαιοσύνη, λοιπόν, και το σεβασμό με τον ίδιο τρόπο να εγκαταστήσω μέσα στους ανθρώπους ή να τις μοιράσω σε όλους;» «Σε όλους, είπε ο Δίας, και όλοι να έχουν μερίδιο·γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πόλεις, αν λίγοι έχουν μερίδιο σ' αυτές, όπως ακριβώς στις άλλες τέχνες·και να θεσπίσεις νόμο εξ ονόματός μου να θανατώνουν σαν αρρώστια της πόλης αυτόν που δεν μπορεί να συμμετέχει στο σεβασμό και στη δικαιοσύνη.
Β1. Με την απόκτηση των τεχνικών γνώσεων και της φωτιάς του Ηφαίστου και της Αθηνάς ο άνθρωπος έγινε μέτοχος σε κάτι που μέχρι τότε ανήκε μόνο στους θεούς. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα είδος «πνευματικής», θα λέγαμε, συγγένειας με αυτούς. Αυτό, λοιπόν, το μερίδιο θεωρείται θεϊκό, διότι: α) η φωτιά και οι τεχνικές γνώσεις ανήκαν και χρησιμοποιούνταν μόνο από τους θεούς, β) οι άνθρωποι τα απέκτησαν με τη θεϊκή παρέμβαση του Προμηθέα (ήταν Τιτάνας), γ) χάρη σ’ αυτά ο άνθρωπος πίστεψε στην ύπαρξη των θεών και έτσι, ανέπτυξε θρησκεία.
Β2. Στην πολιτική αρετή (αἰδώς-δίκη) πρέπει να συμμετέχουν όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, γιατί μόνο έτσι μπορούν να συγκροτηθούν οργανωμένες και βιώσιμες κοινωνίες. Η σημασία και η αυστηρότητα του νόμου του Δία τονίζεται από την επιβολή θανατικής ποινής («κτείνειν ὡς νόσον πόλεως») σε όποιον δε συμμορφώνεται στις εντολές του. Η παρομοίωση όποιου δε συμμετέχει στην πολιτική αρετή με αρρώστια της πόλης υποδηλώνει ότι αποτελεί κίνδυνο γι’ αυτή και πρέπει να θανατωθεί για να διαφυλαχθεί η τάξη και η ισορροπία. Είναι λοιπόν απόλυτη η θέση του Δία: όλοι, χωρίς καμιά απολύτως εξαίρεση, πρέπει να συμμετέχουν στην αιδώ και στη δίκη· διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πόλεις. Και με αυτή τη σκληρή εντολή κλείνει ο μύθος: «κτείνειν ὡς νόσον πόλεως». Να σημειωθεί ότι η θανατική ποινή επιβάλλεται μόνο ως έσχατο μέσο τιμωρίας, όταν οι άλλες μορφές τιμωρίας δεν έχουν επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα και με σκοπό να διαφυλαχθεί η ισορροπία και η αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη.
Β3. Ο Πρωταγόρας στο μεταφρασμένο κείμενο αναλύει το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας μιλώντας για τις βαθμίδες που περιλαμβάνει, για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμά του ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται. Τα μέσα της αγωγής που χρησιμοποιούνται στην ηθική διαπαιδαγώγηση των παιδιών μπορούμε να τα κατατάξουμε σε δύο κατηγορίες: α. νουθεσίες (προτρεπτικές ή αποτρεπτικές) και η προβολή παραδειγμάτων για μίμηση και β. οι απειλές, τα χτυπήματα και ο εξαναγκασμός για την αποστήθιση ποιημάτων.Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα μέσα με τα οποία αυτός που ασκεί το έργο της αγωγής προσπαθεί να βοηθήσει το παιδί στη διάπλαση της προσωπικότητάς του και στην κατάκτηση της αρετής. Τα μέσα αυτά τα υιοθετεί η σύγχρονη παιδαγωγική. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι σωφρονιστικές μέθοδοι, οι οποίες εφαρμόζονται στην περίπτωση του παιδιού που δεν υπακούει, που δε συμμορφώνεται σε όσα του υποδεικνύουν και του διδάσκουν (με αυτά τα μέσα «ισιώνουν» το παιδί. Αυτές οι μέθοδοι εφαρμόζονταν ως τα νεότερα χρόνια· μάλιστα, ο ξυλοδαρμός θεωρούνταν απαραίτητος όρος για την κατάκτηση των αγαθών της παιδείας. (πρβλ. Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο). Από τις μεθόδους αυτές οι ραβδισμοί συνιστούν ολοφάνερα άσκηση σωματικής βίας, ενώ οι εκφοβιστικές απειλές και ο κάθε λογής καταναγκασμός συνιστούν άσκηση ψυχολογικής βίας. Αυτές οι μέθοδοι προσβάλλουν την προσωπικότητα του παιδιού και δημιουργούν στην ψυχή του ανεπούλωτα τραύματα, ενώ ειδικά ο ξυλοδαρμός απορρίπτεται σήμερα και από το νόμο. Είναι λοιπόν καταφανές ότι στην αρχαία Αθήνα χρησιμοποιούνταν αυταρχικές μέθοδοι αγωγής. Υπάρχουν ωστόσο μελετητές που υποστηρίζουν το αντίθετο, με το επιχείρημα ότι στόχος αγωγής ήταν να δημιουργήσει δημοκρατικούς πολίτες με ελεύθερη προσωπικότητα και υψηλό φρόνημα. Πράγματι, αυτός ήταν ο στόχος. Όμως η αυταρχικότητα μιας συμπεριφοράς δεν κρίνεται από τους στόχους αλλά από τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί.
Παρόλο, όμως, που η καθολικότητα της αρετής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη συγκρότηση κοινωνιών, υπάρχουν κάποιοι που δεν την κατέχουν. Αυτοί, λοιπόν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πρωταγόρα, πρέπει να οδηγούνται στην αρετή με τη διδασκαλία και, αν δεν επέλθει βελτίωση, να τιμωρούνται, να εκδιώκονται από την πόλη ή ακόμα και να θανατώνονται. Μάλιστα, η εξορία και η δήμευση της περιουσίας θεωρούνταν βαρύτατες ποινές διότι οδηγούσαν στο συνεχή διασυρμό ολόκληρης της γενιάς.
Β4.Τέλος, έχουμε τη μέθοδο του σχολιασμού των ποιητικών κειμένων. Είναι η τρίτη μέθοδος που θα ακολουθήσει ο Πρωταγόρας στη συζήτησή του με το Σωκράτη. Οι αρχαίοι Έλληνες, των οποίων η βασική παιδεία ήταν τα ομηρικά έπη, συνήθιζαν να αναφέρουν είτε τον Όμηρο είτε άλλους ποιητές ως αυθεντίες σε ζητήματα κάθε είδους. Η αναφορά λοιπόν στα λεγόμενα κάποιου ποιητή δεν ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των σοφιστών. Οι σοφιστές πάντως, ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα που καλλιέργησαν, ασχολήθηκαν και με τις «ανθρωπιστικές επιστήμες», όπως θα λέγαμε σήμερα, μπορούμε επομένως να τους θεωρήσουμε ως πρωτοπόρους της λογοτεχνικής ανάλυσης, της φιλολογίας, κυρίως δε της γλωσσολογίας. Η βασική αντίρρηση του Σωκράτη όμως σε αυτήν την περίπτωση έχει να κάνει με τη γενική καχυποψία του (που ήταν και καχυποψία του Πλάτωνα) απέναντι στον γραπτό λόγο. Το γραπτό είναι βουβό, δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτόν που του θέτει ερωτήματα. Και σε αυτήν την περίπτωση, λοιπόν, ξαναγυρνάμε στην προσπάθεια του Πλάτωνα, μέσα σε αυτό το έργο, να καταδείξει τις περιορισμένες δυναντότητες της σοφιστικής και να αναδείξει τη σωκρατική διαλεκτική ως μοναδική φιλοσοφική μέθοδο ικανή να οδηγήσει στην αλήθεια. (Η απάντηση βρίσκεται στο σχολικό εγχειρίδιο Φιλοσοφικός λόγος Γ' Λυκείου στη σελ. 57)
Β5. νόμισμα, υπονομεύω/οικοσύστημα, οίκημα/φθορά, αδιάφθορος/νηοπομπή, διαπόμπευση/δόση, ενδοτικός
Γ. Αδίδακτο κείμενο
1. Για τον Πέλοπα έλεγαν ότι και τον ώμο έχει από ελεφαντόδοντο, όπως ακριβώς έχει κάποιο όφελος ο άνθρωπος που έχει χρυσό χέρι ή ελεφάντινο (από ελεφαντόδοντο) ή μάτια αδαμάντινα ή σμαραγδένια· δε γνώριζαν όμως την ψυχή αυτού τι είδους ήταν. Τον Ηρακλή που βασανιζόταν και αγωνιζόταν ευσπλαχνίζονταν, και έλεγαν ότι αυτός είναι ο πιο αξιοθρήνητος από τους ανθρώπους· και εξαιτίας αυτού τις ταλαιπωρίες και τις πράξεις του ονόμαζαν άθλους, με την ιδέα ότι ο επίπονος βίος (του) ήταν δυστυχής· και αφού πέθανε, τον τιμούσαν περισσότερο από όλους και τον θεωρούσαν ως θεό και έλεγαν ότι κατοικεί μαζί με την ΄Ηβη και εύχονται όλοι γι’ αυτόν, ο οποίος υπέφερε πάρα πολύ, να μη γίνουν και οι ίδιοι αξιοθρήνητοι.
Γ2.α. μάλα μᾶλλον τινές, τινῶν, τισί
Γ2.β. εἰπέ ἠγωνίσθη καλοῖσθε νομίσωσι ἒσται
Γ3.α. περὶ Πέλοπος:επιρρηματικός εμπρόθετος προσδιορισμός της αναφοράς στο «ἔλεγον»/διὰ τοῦτο: επιρρηματικός εμπρόθετος προσδιορισμός της αιτίας στο « ἐκάλουν»/ἄθλους:κατηγορούμενο στο αντικείμενο «τοὺς πόνους»/ὄντα: αιτιολογική μετοχή,υποκειμενικής αιτιολογίας (ὡς)/συνοικεῖν: αντικείμενο, ειδικό απαρέμφατο, στο «φασί»
Γ3.β. «Περὶ δὲ τοῦ Πέλοπος ἔλεγον ὅτι καὶ τὸν ὦμον ἐλεφάντινον ἔχοι»: α) Ευκτική του πλαγίου λόγου, εξάρτηση από το ἒλεγον (ιστορικός χρόνος), προσδίδει υποκειμενικότητα και αβαβαιότητα στο παρελθόν. β) τὸν ὦμον ἐλεφάντινον ἒχει
2002 (Ημερησίων) *
Α' Διδαγμένο
Α. Μετάφραση: Και για να μην νομίζεις πως εξαπατάσαι ως προς το ότι πραγματικά όλοι οι άνθρωποι θεωρούν πως κάθε άνθρωπος συμμετέχει και στη δικαιοσύνη και σε κάθε άλλη πολιτική αρετή, πάρε το εξής πάλι ως απόδειξη. Στις άλλες δηλαδή ικανότητες, όπως λες εσύ, αν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι ικανός αυλητής ή σε οποιαδήποτε άλλη τέχνη στην οποία όμως δεν είναι, τον περιγελούν ή αγανακτούν και οι συγγενείς του αφού τον πλησιάζουν τον συμβουλεύουν σαν να είναι τρελός Όμως στη δικαιοσύνη και στην άλλη πολιτική αρετή, κι αν ακόμη ξέρουν για κάποιον πως είναι άδικος αν αυτός ο ίδιος λέει την αλήθεια σε βάρος του εαυτού του μπροστά σε πολλούς άλλους, εκείνο το οποίο θεωρούσαν εκεί (στην πρώτη περίπτωση) πως είναι σωφροσύνη, το να λέει δηλαδή την αλήθεια, σ’ αυτή την περίπτωση το θεωρούν τρέλα και ισχυρίζονται πως πρέπει όλοι να λένε ότι είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε όχι, ειδεμή λένε ότι είναι τρελός αυτός που δεν προσποιείται ότι είναι δίκαιος · γιατί είναι ανάγκη ο καθένας να συμμετέχει κατά τούτο τον τρόπο οπωσδήποτε σ’ αυτή διαφορετικά να μην συγκαταλέγεται στους ανθρώπους. *ς προς το ότι λοιπόν δέχονται δικαιολογημένα κάθε άνδρα ως σύμβουλο γι’ αυτή την αρετή, επειδή νομίζουν ότι όλοι έχουν μερίδιο σ’ αυτή, αυτά λέω·
Β1. Ο Πρωταγ-ρας προκειμ.νου να ενισχ/σει την 0ποψ2 του για τη καθολικ-τητα της πολιτικ2ς αρετ2ς αναφ.ρει δυο εμπειρικ.ς περιπτ3σεις· το παρ0δειγμα του αυλητ2 που υποστηρ4ζει πως κατ.χει την αυλητικ2 τεχνη που στην πραγματικ-τητα δεν ξ.ρει. Αυτ-ν τον περιγελο/ν -λοι και τον συμβουλε/ουν σαν να 2ταν τρελ-ς. Αντ4θετα αν κ0ποιος παραδεχτε4 σε β0ρος του -τι ε4ναι 0δικος και αν ακ-μη ε4ναι ολοφ0νερο τον χαρακτηρ4ζουν τρελ-. Δηλαδ2 η ειλικριν2ς παραδοχ2 της αδυναμ4ας στη μια περ4πτωση θεωρε4ται σωφροσ/νη και στην 0λλη τρ.λα. Γεγον-ς που δε4χνει πως το να ε4ναι κανε4ς δ4καιος ε4ναι -ρος αναγκα4ος της ανθρ3πινης /παρξης και συμμετοχ2ς στην κοινων4α και εξηγε4ται απ- το μο4ρασμα της α8δο9ς και της δ4κης σε -λους τους ανθρ3πους. Ο Πρωταγ-ρας ξεκιν0 τη συλλογιστικ2 του πορε4α με την αποδεικτ.α θ.ση: "<γο9νται π0ντες =νθρωποι π0ντα =νδρα μετ.χειν δικαιοσ/νης τε κα4 τ>ς =λλης πολιτικ>ς ?ρετ>ς" εν3 τη θ.ση αυτ2 θα στηρ4ξουν ουσιαστικ0 δυο φρ0σεις: "π0ντας δε@ν φ0ναι εAναι δικα4ους" και "?ναγκα@ον οBδ.να Cντιν' οBχ4 EμFς γ. πως μετ.χειν αBτ>ς". Στις τ.χνες .στω -τι κ0ποιος δεν ε4ναι καλ-ς αυλητ2ς· αν πει το αντ4θετο ε4ναι τρελ-ς, αν πει την αλ2θεια ε4ναι μυαλωμ.νος Στην αρετ2 .στω -τι κ0ποιος ε4ναι 0δικος· αν πει το αντ4θετο ε4ναι μυαλωμ.νος, αν πει την αλ2θεια ε4ναι τρελ-ς. Επιπλ.ον αν παριστ0νει το δ4καιο ε4ναι μυαλωμ.νος. Αν αφαιρ.σουμε τα παραδε4γματα και κρατ2σουμε μ-νο τις αποδεικτικ.ς σκ.ψεις παρατηρο/με -τι η αποδεικτ.α θ.ση στηρ4ζεται σε δυο αιτιολογ2σεις: -λοι πρ.πει να ισχυρ4ζονται -τι ε4ναι δ4καιοι - ε4ναι αναγκα4ο να .χει ο καθ.νας μερ4διο στην πολιτικ2 αρετ2 Β.βαια το παρ0δειγμα που ο Σωκρ0της χρησιμοπο4ησε για να δε4ξει -τι η πολιτικ2 αρετ2 ε4ναι κ0τι που δεν διδ0σκεται ο Πρωταγ-ρας το χρησιμοποιε4 για να δε4ξει -τι την πολιτικ2 αρετ2 την κατ.χουν -λοι οι 0νθρωποι. *ς προς τη λογικ2 ορθ-τητα, εν3 η αποδεικτ.α θ.ση .χει αποφαντικ2 διατ/πωση, στις αιτιολογ2σεις υπ0ρχει δεοντολογικ2 διατ/πωση η οπο4α δεν .χει αποδεικτικ2 ισχ/. Επιπλ.ον ο Πρωταγ-ρας αποδεικν/ει τι πιστε/ουν οι 0νθρωποι για την καθολικ-τητα της αρετ2ς και -χι τι συμβα4νει στην πραγματικ-τητα.
Β2. Ο Πρωταγ-ρας κ0νει λ-γο για τα καλ0 και τα κακ0 που προ.ρχονται απ-
τη φ/ση 2 την τ/χη και ε4ναι ανεξ0ρτητα απ- τη βο/ληση και την ευθ/νη
του ανθρ3που, για να τα αντιδιαστε4λει απ- τα ηθικ0 καλ0 και κακ0 που
οφε4λονται στη βο/ληση και στην ευθ/νη του. Θα δε4ξει λοιπ-ν -τι στα
πρ3τα ε4ναι αδ/νατη η παρ.μβαση του ανθρ3που, εν3 τα δε/τερα
υπ0γονται στον τομ.α της δικ2ς του ευθ/νης. Αναφ.ρονται ως
παραδε4γματα φυσικ3ν 2 τυχα4ων μειονεκτημ0των η ασχ2μια, το μικρ-
αν0στημα και το ασθενικ- σ3μα.
Τα κακ0 που προ.ρχονται απ- τη φ/ση και τα αντ4στοιχα τους καλ0 ε4ναι
-σα .χει ο 0νθρωπος απ- τη γ.ννησ2 του(αναπηρ4ες, σωματικ.ς ατ.λειες,
ευρρωστ4α, ομορφι0…), εν3 τα κακ0 που προ.ρχονται απ- την τ/χη ε4ναι
εκε4να που μας βρ4σκουν στη δι0ρκεια της ζω2ς μας απ- τυχα4α
περιστατικ0(αρρ3στιες, θεομην4ες, ατυχ2ματα….).
Με τις λ.ξεις "α8σχρο/ς, μικρο/ς, ?σθενε@ς" υποννοο/νται εκ του αντιθ.του
οι κατεξοχ2ν σωματικ.ς αρετ.ς που συνιστο/σαν το ιδανικ- σ3μα για τους
αρχα4ους· ομορφι0, επιβλητικ- παρ0στημα, ευρρωστ4α.
Ο μεγ0λος σοφιστ2ς εδ3 αποστασιοποιε4ται απ- θεοκρατικ.ς ερμηνε4ες·
δ.χεται την /παρξη τελεολογικ2ς αρχ2ς στη φ/ση, ωστ-σο προβ0λλει και
τον αστ0θμητο παρ0γοντα του τυχα4ου. Mλα οφε4λονται σε μια αυτοτελ2
μηχανιστικ2 αιτιοκρατ4α και εξελ4ςονται αυτ-νομα.
Ο Πρωταγ-ρας διακρ4νει τα προτερ2ματα και τα ελαττ3ματα των
ανθρ3πων σε φυσικ0(παρ0στημα, ομορφι0, υγε4α…) και σε επ4κτητα-
διδακτ0 (δικαιοσ/νη, ευσ.βεια…). Στα φυσικ0 ελαττ3ματα 2 προτερ2ματα ο
0νθρωπος δεν μπορε4 να επ.μβει διορθωτικ0 και να τα διαμορφ3σει. Τα
επ4κτητα -μως ε4ναι αποτ.λεσμα φροντ4δας, 0σκησης, διδασκαλ4ας και
αγωγ2ς 2 αντ4θετα αδιαφορ4ας, οκνηρ4ας και ολιγωρ4ας.
Απ.ναντι στα φυσικ0 ελαττ3ματα οι 0νθρωποι δε4χνουν συμπ-νια,
καταν-ηση, ανεκτικ-τητα και μεγαλοψυχ4α προς τους ανθρ3πους που η
φ/ση στ0θηκε μαζ4 τους σκληρ2 2 που δεν τους ευν-ησε η τ/χη.
Αισθ0νονται δηλαδ2 πως δεν .χουν δικα4ωμα να επιπλ2ξουν κ0ποιον για
μια φυσικ2 μειονεξ4α του. Ο Πρωταγ-ρας δεν αναφ.ρεται στα φυσικ0
προτερ2ματα, γιατ4 δεν του ε4ναι απαρα4τητο για την απ-δειξ2 του. *στ-σο
θα μπορο/σαμε να προσθ.σουμε -τι γι'αυτ0 δεν επαινο/με αυτο/ς που τα
.χουν παρ-λο που εκφρ0ζουμε το θαυμασμ- μας για τα 4δια. Και β.βαια
-ταν γ4νεται λ-γος για φυσικ0 προτερ2ματα και ελαττ3ματα δεν νοο/νται
οι περιπτ3σεις που επιδ.χονται βελτ4ωση 2 περιφρο/ρηση ως .να σημε4ο με
την ευθ/νη του ανθρ3που.
Αντ4θετα θυμ3νουν με εκε4νους που δεν φρ-ντισαν να εξαλε4ψουν 2 να
αναπληρ3σουν με προτερ2ματα τα επ4κτητα ελαττ3ματ0 τους και τους
διδ0σκουν 2 νουθετο/ν. Η αποδοκιμασ4α υποθ.τουμε οφε4λεται στο -τι
αποδ4δεται προσωπικ2 ευθ/νη γι' αυτ0 σε -σους τα .χουν. Αντ4θετα
επαινο/νται τα ηθικ0 προτερ2ματα και οι προσπ0θειες για την απ-κτησ2
τους. Θα μπορο/σαν να εξαιρεθο/ν ως .να βαθμ- απ- την ευθ/νη του
ατ-μου μερικ.ς περιπτ3σεις ελαττωμ0των πο οφε4λονται στην καταλυτικ2
επ4δραση του στενο/ 2 του ευρ/τερου κοινωνικο/ περιβ0λλοντος.
Η ανθρωπιστικ2 αυτ2 στ0ση που βρ4σκεται μακρι0 απ- την απαρ0δεκτη
χλευ2 ε4ναι πολ/ προχωρημ.νη για την εποχ2 εκε4νη και απηχε4 σημεριν.ς
αντιλ2ψεις της κοινων4ας μας. Οι 0νθρωποι κατ0 καν-να αναγνωρ4ζουν πως
δεν μπορε4 κανε4ς να ενοχοποι2σει κ0ποιον για τα φυσικ0 του ελαττ3ματα.
Στις σ/γχρονες κοινων4ες μ0λιστα η πολιτε4α παρεμβα4νει δραστικ0-π.ρα
απ- τη συμπ-νια και την ανεκτικ-τητα-προσπαθε4 να στηρ4ξει αυτ0 τα
0τομα. Παρ0λληλα ε4ναι π0ντοτε αυστηρ2 απ.ναντι σ' αυτο/ς που
αποφε/γουν να αφομοι3σουν βασικο/ς κοινωνικο/ς καν-νες και
συμπεριφ.ρονται με αδικ4α 2 ασ.βεια απ- αδιαφορ4α,αμ.λεια 2 ολιγωρ4α.
Β.βαια τα -ρια αν0μεσα στα φυσικ0 και επ4κτητα ελαττ3ματα δεν ε4ναι
π0ντοτε ευδι0κριτα.
Β3. Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι οι τιμωρίες επιβάλλονται στους ανθρώπους
όταν δεν διαθέτουν την πολιτική αρετή. Σύμφωνα με το απόσπασμα η
πολιτεία ως τελευταίος και κατεξοχήν σημαντικός φορέας αγωγής επιβάλλει
κυρώσεις, τις λεγόμενες ευθύνες, σε όσους δεν υπακούουν στους νόμους και
τους παραβαίνουν.
Βασική υποχρέωση του πολίτη είναι να μετέχει στη δικαιοσύνη, τη
σωφροσύνη και την ευσέβεια, δηλαδή στην πολιτική αρετή και με βάση αυτή
να ενεργεί. Η πολιτε4α υποχρε3νει τους πολ4τες να μαθα4νουν τους ν-μους
και να ζο/ν σ/μφωνα με τις επιταγ.ς τους ε4τε ασκο/ν δημ-σια αξι3ματα
ε4τε -χι. Αυτόν που δεν συμμετέχει στην πολιτική αρετή η πολιτεία έχει
υποχρέωση να τον διδάσκει και να τον τιμωρεί άσχετα αν είναι άντρας,
γυναίκα ή παιδί. Αν ωστόσο δεν συμμορφώνεται με τη διδασκαλία και την
τιμωρία, πρέπει να τον εξορίζει ή να τον θανατώνει.
Η εκπαιδευτικ2 αγωγ2 στην Αθ2να 2ταν μια διαδικασ4α που ακολουθο/σε
τον Αθηνα4ο σ' -λη του τη ζω2. Β.βαια σαν εν2λικος δεν φοιτο/σε στο
σχολε4ο, αλλ0 η πολιτε4α με τα δικ0 της μ.σα λειτουργο/σε σαν δ0σκαλος.
Στο τρίτο λοιπόν στάδιο αγωγής που εκτείνεται στην αντρικ2 ηλικ4α απ- το
δ.κατο -γδοο .τος και /στερα, φορε4ς της αγωγ2ς ε4ναι πλ.ον η πολιτε4α και
η κοινων4α με περιεχ-μενο κυρ4ως πολιτικ- (ευβουλ4α - εκμ0θηση ν-μων)
και στ-χο την πολιτικ2 αγωγ2 και με μ.θοδο τις κυρ3σεις των
ν-μων(ευθ/ναι).
Ύστερα λοιπόν απ- το 18ο .τος η ευθ/νη της διαπαιδαγ3γησης περν0 απ-
τα χ.ρια των δασκ0λων στα χ.ρια της πολιτε4ας και τη διδαχ2 την
αντικαθιστο/ν οι ν-μοι προκειμ.νου να ενταχθο/ν οι ν.οι στην κοινων4α. Ο
Πρωταγ-ρας παρομοι0ζει τους ν-μους με ελαφρ.ς ευθε4ες γραμμ.ς που
χ0ραζαν οι δ0σκαλοι, 3στε να τις ακολουθο/ν οι μαθητ.ς που δεν 2ταν
ικανο4 ακ-μη να γρ0φουν. Επομ.νως οι ν-μοι καθοδηγο/ν, κατευθ/νουν και
προσανατολ4ζουν σωστ0 τη συμπεριφορ0 των ν.ων.
Η παρουσ4αση του εκπαιδευτικο/ συστ2ματος αποσκοπε4 να στηρ4ξει την
επιχειρηματολογ4α του -τι η αρετ2 μπορε4 να διδαχθε4 και παρ0λληλα να
προβ0λλει και ορισμ.νες αλ2θειες για την πολιτικ2 και κοινωνικ2 οργ0νωση
της Αθ2νας. Ο 0νθρωπος δεν νοε4ται .ξω απ- την κοινων4α. Η κοινων4α για
να επιβι3σει και να ευδοκιμ2σει χρει0ζεται την πολιτικ2 οργ0νωση, που
στηρ4ζεται στο 2θος και την ωριμ-τητα των πολιτ3ν. Ιδια4τερα στο πολιτικ-
σ/στημα της Αθ2νας η δημοκρατ4α πρὁποθ.τει αυτ0 τα δυο στοιχε4α· .τσι
εξηγε4ται και η φροντ4δα για την αγωγ2 των παιδι3ν και η .μφαση στην
ευκοσμ4α τους.
Β4. σελ. 56 Η μέθοδος…..στο σημείο αυτό.
Β5. καταγελFσιν: γελοιογραφ-α, χαμ1γελο
ε8δFσιν: ιστορ-α, ε-δηση
μετ.χειν: συμμετοχ4, σχ4μα
προσποιο/μενον: μεταπο-ηση, ποιητ4ς
?ποδε@ξαι: αποδεικτικ1ς, 8νδειξη
Β' Αδίδακτο
Γ1. Εγ3 β.βαια γνωρ4ζω καλ0 -τι πολλο4 πολλ0 και αγαθ0 .χουν σε σας
προσφ.ρει -χι κατ0 τις λειτουργ4ες του Μειδ4α, 0λλοι αφο/ .χουν νικ2σει
σε ναυμαχ4ες, 0λλοι αφο/ κατ.λαβαν π-λεις, 0λλοι αφο/ .στησαν πολλ0 και
καλά μνημε4α ν4κης για την π-λη· αλλ0 -μως ποτ. μ.χρι τ3ρα σε καν.να
απ- αυτο/ς δεν .χετε δ3σει αυτ- το προν-μιο ο/τε θα μπορο/σατε να
δ3σετε, ε4ναι δυνατ-/επιτρ.πεται στον καθ.να απο αυτο/ς να προσβ0λει
τους προσωπικο/ς εχθρο/ς , -ποτε τυχ-ν θ.λει και με -ποιον τρ-πο μπορε4.
Ο/τε β.βαια στον Αρμ-διο και στον Αριστογε4τονα· γιατ4 σ' αυτο/ς β.βαια
.χουν δοθε4 παρα πολ/ μεγ0λα προν-μια απ- σας και για τα μεγαλ/τερα.
Ο/τε θα ανεχ-σασταν αν καποιος προσ.γραφε στη στ2λη " επιτρ.πεται και
σε αυτο/ς να προσβ0λλουν -ποιον τυχ-ν θ.λουν".
Γ2.α.
Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός
καλFς κ0λλιον κ0λλιστα
μεγ0λων μειζ-νων μεγ4στων
Γ2.β.
Υποτακτική Προστακτική
οAδα ε8δX Yστω
δεδ3κατε Zδ4δοτε [δοτε
δ/νηται δ/ναιτο
Γ3.α. \τι πολλο4 πολλ0 κ?γαθ' ]μ^ς ε8σ4ν ε4ργασμ.νοι: Δευτερε/ουσα
ονοματικ2 ειδικ2 πρ-ταση ως αντικε4μενο στο ρ2μα οAδα.
Ευθ/ς λ-γος: Πολλο4 πολλ0 κ?γαθ' ]μ^ς ε8σ4ν ε8ργασμ.νοι.
Γ3.β. κατ0 τας λ_τουργ4ας: εμπρ1θετος επιρρηματικός προσδιορισμός της
συμφωνίας.
τX π-λει: δοτικ4 χαριστικ4 του στήσαντες.
οBδεν4: 8μμεσο αντικε-μενο στο ρ4μα δεδAκατε.
]βρ4ζειν: υποκε-μενο στο απρ1σωπο απαρέμφατο CξεDναι και τελικό
απαρέμφατο.
]π.ρ μεγ4στων: εμπρ1θετος επιρρηματικός προσδιορισμός της
αναφοράς (ή της αιτίας).
2002 (Εσπερινών)
Αδίδακτο
Α. Μετάφραση: Από την αρχή λοιπόν, θα σας διηγηθώ αυτά που έχουν γίνει, όπως μπορώ. Εγώ, δηλαδή, κύριοι δικαστές, έχω πατέρα το Σωπαίο, (για) τον οποίο όλοι όσοι πλέουν προς τον Πόντο γνωρίζουν ότι συμπεριφέρεται με τόση οικειότητα απέναντι στο Σάτυρο, ώστε να εξουσιάζει σε μεγάλο μέρος της χώρας (ή σε μεγάλη έκταση) και να έχει την επιμέλεια ολόκληρης της δύναμής του. Μαθαίνοντας όμως και γι' αυτήν εδώ την πόλη και για την άλλη Ελλάδα θέλησε να φύγει. Αφού γέμισε, λοιπόν, ο πατέρας μου δύο πλοία με σιτάρι / τρόφιμα και αφού έδωσε χρήματα έστειλε (αποστολή) για εμπορικούς λόγους και συγχρόνως για να δει και να μάθει.
2. οἰκειότατα, ἅπασαι, δυνάμει, χρήμασι, πραξόμενα (πραχθησόμενα), εἶναι, οἶδε(ν), πυθόμενος, ἐκπέμψει
3α.Δευτερεύουσα ονοματική αναφορική, προσδιοριστική στο όνομα «Σωπαῖος».
3β. ἴσασιν: Ρήμα / οἱ πλέοντες: Υποκείμενο ρήματος, επιθετική μετοχή. / ἅπαντες: Κατηγορηματικός προσδιορισμός στον όρο «οἱ πλέοντες». / ὅν: Αντικείμενο ρήματος και υποκείμενο της μετοχής «διακείμενον» / διακείμενον: Κατηγορηματική μετοχή, εξαρτώμενη από το γνωστικό ρήμα «ἴσασιν», αναφερόμενη στο αντικείμενο του ρήματος. / Εἰς τὸν Πόντον: Επιρρηματικός εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει κίνηση σε τόπο, προσδιορίζοντας τη μετοχή «οἱ πλέοντες». / πρὸς Σάτυρον: Επιρρηματικός εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει κατεύθυνση σε πρόσωπο, προσδιορίζοντας τη μετοχή «διακείμενον». / Οἰκείως: Επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στη μετοχή «διακείμενον». / Οὕτως: Επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού στο «οἰκείως».
2000 (Ημερησίων)
Β' Αδίδακτο
Γ1. Ότι όμως ταιριαστά (νόμιμα) κατέχουμε την εξουσία, ο λόγος γι' αυτό (το θέμα) είναι πολύ πιο σύντομος και περιςότερο δεδομένος (αποδεκτός). Γιατί ποιος δε γνωρίζει ότι ο Τεύκρος από τη μια, ο αρχηγός του γένους μας, αφού πήρε μαζί του τους προγόνους των άλλων πολιτών, αφού έπλευσε εδώ και έκτισε την πόλη γι' αυτούς και τη χώρα μοίρασε, ο πατέρας Ευαγόρας από την άλλη, αφού άλλοι έχασαν την εξουσία, την ανέκτησε (την πήρε πίσω) πάλι, αφού υπέστη τους πιο μεγάλους κινδύνους, και τόσο πολύ μετέβαλε την κατάσταση, ώστε να μην εξουσιάζουν πλέον τυραννικά οι Φοίνικες τους Σαλαμινίους, αλλά όποιων ακριβώς ήταν (η βασιλεία) αρχικά, αυτοί και τώρα να κατέχουν τη βασιλεία;
Γ2. α. /μολογο1μενος: QμολογοRμενη πλε1σας: πλεRσασα 6πολεσ7ντων: ?πολεσασJν:ποστ7ς: MποστSσα
Γ2. β. Ρήματα Ενεστώτας Μέλλοντας Κατένειμεν κατανέμει κατανεμε@ ?νTλαβεν ?ναλαμβάνει ?ναλήψεται Μετέστησεν μεθίστησι(ν) μεταστήσει
Γ3. 6πολεσ7ντων: επιρρηματική χρονική μετοχή, δηλώνει το προτερόχρονο σε σχέση με το ρήμα που προσδιορίζει, γενική απόλυτη, με υποκείμενο της το "7τερων" (Σημ. Η μετοχή θα μπορούσε να θεωρηθεί και εναντιωματική). Τοσο>τον: αιτιατική ως επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού στο ρήμα "μετέστησεν ". Σαλαμινίων: αντικείμενο του απαρεμφάτου "τυραννε@ν" που λαμβάνεται ως ρήμα της συμπερασματικής απαρεμφατικής πρότασης. ?νπερ: γενική κατηγορηματική κτητική μέσω του συνδετικού ρήματος Uν στο εννοούμενο υποκείμενο του ρήματος η "βασιλεία". Την αρχήν: αιτιατική ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ρήμα " Uν"
1986 (Πανελλαδικών)
Μετάφραση
Εγώ νοµίζω ότι αυτό είναι ολοφάνερο σε όλους σας, ότι είναι δηλαδή παραδεκτό και από τους ίδιους τους αντιδίκους µου, ότι ο Μενεκλής δεν παραλογιζόταν αλλά πολύ περισσότερο αυτός εδώ ( παραλογίζεται), ο οποίος αν και έλυσε τη διαφορά του µε µας και αν και έδωσε όρκους, έχει έλθει πάλι τώρα (στο δικαστήριο) παραβαίνοντας τις συµφωνίες και τους όρκους, και επιδιώκει να µου αφαιρέσει τα υπόλοιπα αυτά εδώ, αν και είναι τόσο ασήµαντα. Εγώ όµως αν δεν νόµιζα ότι το πράγµα είναι πολύ αισχρό και εξευτελιστικό δηλαδή να προδώσω τον πατέρα µου, του οποίου πήρα το όνοµα και ο οποίος µε υιοθέτησε, αµέσως θα δήλωνα παραίτηση από την περιουσία µου προς χάρη αυτού (του αντιδίκου). Γιατί δεν αποµένει τίποτε, όπως νοµίζω ότι και εσείς καταλαβαίνετε.
2. παραβαίνων, παραβησόµενος, παραβὰς, παραβεβηκὼς/αἰσθάνεσθαι, αἰσθανθήσεσθαι, αἰσθέσθαι / αἰσθανθῆναι, ᾐσθῆσθαι
3. Μενεκλῆς: Μενέκλεις καταφανὲς: καταφανέστερον ταχὺ: ταχύτατον / τάχιστον πατέρα: πατράσι
4. ὑµῖν: δοτική αντικειµενική στο καταφανές τῆς ἔχθρας: γενική αντικειµενίκη από το διάλυσιν µὲ: άµεσο αντικείµενο του τελικού απαρεµφάτου ἀφελέσθαι αἰσχρὸν: κατηγορούµενο στο το πρᾶγµα (υποκείµενο του εἶναι)
1985 (Πανελλαδικών)
Μετάφραση
Ο κήρυξ, μόλις ήκουσε τούτο και εννόησεν ότι η επικουρία που ήρχετο προς αυτούς από την πόλιν των είχεν εξολοθρευθή, εξερράγη εις οδυρμούς, και κατάπληκτος από το μέγεθος της συμφοράς που έβλεπεν ανεχώρησεν αμέσως άπρακτος και χωρίς πλέον να ζητήση τους νεκρούς. Κατά την διάρκειαν, τωόντι, του παρόντος πολέμου, καμμία άλλη Ελληνική πόλις δεν έπαθε τόσον μεγάλην συμφοράν εις τόσον ολίγας ημέρας, και δεν ανέγραψα πόσοι έπεσαν, διότι το πλήθος των αναφερομένων νεκρών είναι απίστευτον, εν συγκρίσει προς το μέγεθος της πόλεως. Γνωρίζω όμως ότι, αν οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλόχιοι ήθελαν ν' ακούσουν τους Αθηναίους και τον Δημοσθένη και να κυριεύσουν την Αμπρακίαν, θα την κατελάμβαναν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως. Η αλήθεια όμως είναι ότι εφοβήθησαν μήπως, εάν την καταλάβουν οι Αθηναίοι, καταντήσουν δι' αυτούς γείτονες πολύ οχληρότεροι από τους Αμπρακιώτας. (Ελ. Εβνιζέλος)
1984 (Πανελλαδικών)
Μετάφραση
[32]Γιατί έπρεπε, άνδρες Αθηναίοι, να έχετε την ίδια αντίληψη για τη στάση ενός ατόμου μέσα στην πολιτεία μ' αυτήν που έχετε για την υπηρεσία του στο στρατό. Ποια είναι αυτή η αντίληψη; Θεωρείτε ότι αρμόζει εκείνος που εγκαταλείπει τη θέση στη μάχη, όπου τον έταξε ο στρατηγός, να χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα και να μη μετέχει στα κοινά. [33] Έπρεπε λοιπόν και αυτούς που εγκαταλείπουν την τάξη της πολιτείας την οποία μας παρέδωσαν οι πρόγονοι και ακολουθούν ολιγαρχική πολιτική να τους στερείτε το δικαίωμα να σας συμβουλεύουν. Όμως τώρα εσείς, ενώ θεωρείτε ότι οι σύμμαχοι που έχουν ορκιστεί να έχουν τον ίδιο εχθρό και φίλο μ' εσάς είναι οι καλύτεροι φίλοι σας, παράλληλα πιστεύετε ότι οι πολιτευόμενοι, που γνωρίζετε σαφώς ότι προτιμούν τους εχθρούς της πόλεως, αξίζουν τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
1983 (Πανελλαδικών)
Κείμενο
Πλάτων, Ἱππίας ἐλάσσων, 369d-e
Ὦ
Ἱππία, ἐγώ τοι οὐκ ἀμφισβητῶ μὴ οὐχί σὲ εἶναι σοφώτερον ἢ ἐμέ· ἀλλ’ ἀεὶ εἴωθα, ἐπειδάν
τις λέγῃ τι, προσέχειν τὸν νοῦν, ἄλλως τε καὶ ἐπειδάν μοι δοκῇ σοφὸς εἶναι ὁ λέγων,
καὶ ἐπιθυμῶν μαθεῖν ὅ,τι λέγει διαπυνθάνομαι καὶ ἐπανασκοπῶ και συμβιβάζω τὰ λεγόμενα,
ἵνα μάθω· ἐὰν δὲ φαῦλος δοκῇ μοι εἶναι ὁ λέγων, οὔτε ἐπανερωτῶ οὔτε μοι μέλει ὧν
λέγει. Καὶ γνώσει τούτῳ οὕς ἀν ἐγὼ ἡγῶμαι σοφοὺς εἶναι· εὑρήσεις γάρ με λιπαρῆ ὄντα
περὶ τὰ λεγόμενα ὑπὸ τούτου καὶ πυνθανόμενον παρ’ αὐτοῦ, ἵνα μαθών τι ὠφεληθῶ.
Λεξιλόγιο
- Εἴωθα: πρκ. (με σημασία ενστ.) του ρ. *ἔθω: είμαι συνηθισμένος, συνηθίζω
- Διαπυνθάνομαι: ερευνώ με ερωτήσεις, ανακαλύπτω, μαθαίνω (διὰ+πυνθάνομαι)
- Φαῦλος: εύκολος, ελαφρός, μικρός, μηδαμινός, ανάξιος λόγου, ταπεινός, πρόστυχος, άσχημος, απερίσκεπτος
- Λιπαρής: επίμονος, ισχυρογνώμονας, πεισματάρης, ενοχλητικός, που ικετεύει με θέρμη
Μετάφραση
Σωκράτης: Ιππία, δεν αμφισβητώ ότι είσαι σοφότερος από μένα· αλλά πάντα συνήθιζα να προσέχω ό,τι λέει κάποιος, όταν μιλάει, κυρίως όταν μου φαίνεται ότι είναι σοφός ο ομιλητής· και θέλοντας (επειδή…) να μάθω τι εννοεί, του κάνω ερωτήσεις και εξετάζω και συγκρίνω αυτά που λέει, για να (μπορέσω να) μάθω. Αν όμως ο ομιλητής μού φαίνεται ανάξιος λόγου, ούτε του κάνω ερωτήσεις κι ούτε με νοιάζει τι λέει. Και μ' αυτόν τον τρόπο θα καταλάβεις ποιους εγώ θεωρώ σοφούς· γιατί με επιμονή ρωτώ για τα λεγόμενά του, προκειμένου να μάθω κάτι και να ωφεληθώ.
Socrates: Hippias, I do not doubt that you are wiser than I; but it is always my custom to pay attention when anyone is speaking, especially when the speaker seems to me to be wise; and because I desire to learn what he means, I question him thoroughly and examine and compare the things he says, in order that I may learn. But if the speaker seems to me to be worthless, I neither ask questions nor care what he says. And by this you will recognize whom I regard as wise; for you will find me persistently asking such a man questions about what he says, [369e] in order that I may profit by learning something.
Σύνταξη
- Ὦ Ἱππία … ἢ ἐμέ: Κύρια αποφατική πρόταση κρίσεως
- Ὦ Ἱππία: κλ.πρ.
- εἶναι: Αρ
- σέ: Υαπρ
- σοφώτερον: κτγΥαπρ
- ἢ ἐμέ: β' όρος σύγκρισης (=ἐμοῦ)
- ἀλλ’ ἀεὶ εἴωθα προσέχειν τὸν νοῦν: Κύρια καταφατικής πρόταση κρίσεως
- προσέχειν: Αρ
- Ἐγώ (ενν.): Υρ+απρ (ταυτοπροσωπία)
- τὸν νοῦν: Ααπρ
- ἐπειδάν τις λέγῃ τι: χρ.υποθ., αόριστη επανάληψη παρόν-μέλλον
- τί: σύστ.Αρ.
- καὶ ἐπειδάν μοι δοκῇ σοφὸς εἶναι ὁ λέγων: χρ.υποθ., αόριστη επανάληψη παρόν-μέλλον
- δοκῇ: προσ. σύντ.
- ὁ λέγων: Υρ+απρ
- μοι: δοτ.προσ.κρίν.προσ.
- σοφός: κτγΥαπρ
- καὶ ἐπιθυμῶν μαθεῖν διαπυνθάνομαι: Κύρια καταφατικής πρόταση κρίσεως
- ἐπιθυμῶν: αιτ.μτχ., συνημμ.
- μαθεῖν: Αμτχ.
- ὅ,τι λέγει: πλάγια ερωτηματική πρότ., Ααπρ (μαθεῖν)
- ἵνα μάθω: τελ. πρότ.
- ἐὰν δὲ φαῦλος δοκῇ μοι εἶναι ὁ λέγων: Υποθ., αόριστη επανάληψη παρόν-μέλλον
- μέλει μοι ὧν λέγει=μέλησίς ἔστι μοι τούτων, ἃ λέγει
- μοι: δοτ. προσ. στο μέλει
- ὧν λέγει: ανφρ.υποθ., Αρ (μέλει) [=τούτων, ἃ λέγει: έλξη του αναφορικού· ἅ: Αρ (λέγει)]
- τούτῳ: δοτ. τροπ.
- οὕς ἀν ἐγὼ ἡγῶμαι σοφοὺς εἶναι: πλ. ερώτ., Αρ (γνώσει)
- οὕς: Υαπρ
- σοφούς: κτγΥαπρ
- μέ: Αρ (εὑρήσεις), Υμτχ (ὄντα)
- ὄντα: κτγ. μτχ. συνημμ. στο μέ
- λιπαρῆ: κτγ. Υμτχ
- περὶ τὰ λεγόμενα: εμπρ. αναφ.
- ὑπὸ τούτου: ποιητ. αίτιο
- πυνθανόμενον: κτγ. μτχ. συνημμ. στο μέ
- παρ' αυτοῦ: εμπρ. προέλευσης
- ἵνα μαθών τι ὠφεληθῶ: τελ. πρότ.
- μαθών: χρ. μτχ. συνημμ.
- τί: σύστ. Αμτχ (μαθών)
Παρατηρήσεις στα θέματα των Πανελληνίων εξετάσεων
Ερωτήσεις εισαγωγής
Πλάτων, Πρωταγόρας
- Ποιον τρόπο εισαγωγής επιλέγει ο Πλάτωνας στο έργο «Πρωταγόρας» (μονάδες 4) και πώς αξιολογείται αυτή η επιλογή του; (μονάδες 6) (2012, Ομογενών)
- Πώς περιγράφει ο Πλάτωνας στο πρώτο μέρος του διαλόγου Πρωταγόρας τους σοφιστές Πρόδικο, Ιππία και Πρωταγόρα; (2011, Επαναληπτικές Ημερησίων)
- Τι γνωρίζετε για τον μύθο ως μέθοδο έκθεσης των απόψεων του Πρωταγόρα και για τη στάση του Πλάτωνα απέναντι στη μέθοδο αυτή; (2010, Επαναληπτικές Ημερησίων)
- Τι γνωρίζετε για τη μαιευτική μέθοδο του Σωκράτη; (2010, Εσπερινών)
- Να αναφερθείτε στην επαγωγική μέθοδο του Σωκράτη ως εργαλείο αναζήτησης των ηθικών εννοιών. (2009, Επαναληπτικές Ημερησίων)
- Τι γνωρίζετε για την ίδρυση της Ακαδημίας του Πλάτωνα; (2009, Επαναληπτικές Εσπερινών)
- Ποια είναι τα θέματα του πλατωνικού διαλόγου Πρωταγόρας και ποια τα σημεία αντιπαράθεσης των δύο βασικών συνομιλητών μέσα στο έργο; (2008, Εσπερινών)
- Τι γνωρίζετε για την ίδρυση της Ακαδημίας από τον Πλάτωνα. (2008, Ομογενών)
- Να ορίσετε την έννοια του μύθου και τον τρόπο με τον οποίο ο Πλάτων χρησιμοποιεί τον μύθο στο έργο του. (2007, Ομογενών)
- Τι γνωρίζετε για τη Σωκρατική αμφισβήτηση; (2006, Ομογενών)
- Πώς χρησιμοποιεί το μύθο ως φιλοσοφική μέθοδο ο Πρωταγόρας και πώς ο Πλάτωνας; (2004, Επαναληπτικές Εσπερινών)
- Πώς αξιοποίησαν ο Πρωταγόρας και γενικά οι σοφιστές τη μέθοδο του σχολιασμού ποιητικών κειμένων για την αναζήτηση της αλήθειας και ποια ήταν η βασική αντίρρηση του Σωκράτη για τη μέθοδο αυτή; (2003, Επαναληπτικές Ημερησίων)
- Να προσδιορίσετε το περιεχόμενο και τη λειτουργία του μύθου ως μεθόδου ανάπτυξης απόψεων του Πρωταγόρα και του Πλάτωνα. (2002, Ημερησίων)
- Έχει παρατηρηθεί πως η συζήτηση στους πλατωνικούς διαλόγους διεξάγεται ως "παιδιά" (παιχνίδι). Γιατί ο Πλάτωνας επιλέγει αυτόν τον τρόπο διερεύνησης των φιλοσοφικών ζητημάτων; (2001, Εσπερινών)
Άλλες ερωτήσεις
- Να αναφέρετε τους τρόπους που χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας στο διάλογο, για να εκθέσει τις απόψεις του, και να αναπτύξετε αυτόν που αποδεικνύει ότι οι σοφιστές ασχολήθηκαν και με τις «ανθρωπιστικές επιστήμες». (σελ. 56, 57)
Πλάτων, Πολιτεία
- Στην πλατωνική πολιτεία ποια είναι η διαίρεση σε τάξεις και ο ρόλος της καθεμιάς; (2013, Ομογενών)
- Ποιες είναι, κατά τον Πλάτωνα, οι ενασχολήσεις των φυλάκων-αρχόντων (βασιλέων) μετά την ολοκλήρωση της αγωγής τους και ποια τα χαρακτηριστικά τους ως φιλοσόφων-βασιλέων; (2012,
Επαναληπτικές Ημερησίων/Εσπερινών)

- Πώς εξηγεί ο Πλάτωνας τη μετάβαση από τη Δημοκρατία στην Τυραννίδα και ποια είναι, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, τα χαρακτηριστικά των δύο αυτών πολιτευμάτων; (2011, Ημερησίων/Εσπερινών)
- Τι γνωρίζετε για τη διαλεκτική μέθοδο του Σωκράτη; (2010, Επαναληπτικές Εσπερινών)
- Ποιος είναι ο τόπος, ποιο το θέμα του διαλόγου «Πολιτεία ἢ περὶ δικαίου» και ποια τα διαλεγόμενα πρόσωπα; (2008, Επαναληπτικές Ημερησίων)
- Ποια είναι τα στάδια αγωγής των φυλάκων σύμφωνα με τον Πλάτωνα; (2008, Επαναληπτικές Εσπερινών)
- Ποιες οι θεμελιώδεις αρετές της ιδεώδους πολιτείας κατά τον Πλάτωνα και πώς συσχετίζονται με τη διάρθρωση των κοινωνικών τάξεων της πολιτείας του; (2007, Ημερησίων)
- Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να διακρίνουν τους φιλοσόφους-βασιλείς κατά τον Πλάτωνα; (2006, Επαναληπτικές Εσπερινών)
- Ποια είναι η αγωγή των φυλάκων κατά τον Πλάτωνα; (2005, Ομογενών)
- Ποια είναι η τριμερής διάκριση της ψυχής σύμφωνα με τον Πλάτωνα και πώς συνδέεται αυτή με την αρετή της δικαιοσύνης; (2004, Εσπερινών)
- Ποιο είναι το θέμα του πλατωνικού διαλόγου "Πολιτεία"; (2003, Επαναληπτικές Εσπερινών)
- Ποιες είναι οι τέσσερις θεμελιώδεις αρετές κατά τον Πλάτωνα και πώς ενσαρκώνονται στην ιδεώδη πολιτεία του; (2000, Ημερησίων)(Γύγης)
Αριστοτέλης,
Ηθικά Νικομάχεια
- Ποια είναι η τριμερής «διαίρεση» της ψυχής, κατά τον Αριστοτέλη, και πώς σχετίζεται αυτή με τις ανθρώπινες αρετές; (2014, Ημερησίων)
- Ποιος είναι ο ορισμός της ευδαιμονίας, κατά τον Αριστοτέλη, και πώς μπορούν οι άνθρωποι να την εξασφαλίσουν; (2013, Επαναληπτικές)
- Ποια ήταν η σχέση του Αριστοτέλη με τους συναδέλφους του στην Ακαδημία και πώς αυτή εξηγείται; (2012, Ημερησίων/Εσπερινών)
- Πώς η παρουσία του Εύδοξου του Κνίδιου στην Ακαδημία επέδρασε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Αριστοτέλη; (2009, Ημερησίων)
- Τι πραγματεύεται ο Αριστοτέλης στο Α΄ βιβλίο του έργου του «Ηθικά Νικομάχεια»; Για ποιο λόγο τού έδωσε αυτόν τον τίτλο; (2009, Εσπερινών)
- Ποια ήταν η διδακτική δραστηριότητα του Αριστοτέλη στην αυλή του Φιλίππου της Μακεδονίας; (2009, Ομογενών)
- Σε ποια μέρη διέκρινε ο Αριστοτέλης την ψυχή; (2008, Ημερησίων)
- Ποιες διδασκαλίες του Αριστοτέλη παρουσιάζονται στις διδαχθείσες ενότητες των Πολιτικών; (2007, Επαναληπτικές Ημερησίων)
- Τι αποτέλεσε την αφορμή για τη δεύτερη φυγή του Αριστοτέλη από την Αθήνα; (2007, Εσπερινών)
- Ποιος είναι ο ορισμός της ευδαιμονίας κατά τον Αριστοτέλη και πώς μπορούν να την εξασφαλίσουν οι άνθρωποι; (2006, Επαναληπτικές Ημερησίων)
- Ποια είναι η άποψη του Δημοκρίτου για την εὐδαιμονία; (2005, Επαναληπτικές Εσπερινών)
- Πώς αντιλαμβάνεται ο Αριστοτέλης την έννοια της ευδαιμονίας; (2004, Ομογενών)
- Πώς οδηγήθηκε ο Αριστοτέλης στην τριμερή διαίρεση της ψυχής; (2003, Ομογενών)
- Τι γνωρίζετε για την τριμερή "διαίρεση" της ψυχής του ανθρώπου, κατά τον Αριστοτέλη, και ποια η σχέση του κάθε μέρους με τις αρετές; (2002, Εσπερινών)
- Ποια φιλοσοφική και συγγραφική δραστηριότητα ανέπτυξε ο Αριστοτέλης κατά την περίοδο στην οποία ανήκουν τα «Ηθικά Νικομάχεια»; (2001, Ημερησίων)
Αριστοτέλης, Πολιτικά
- Γιατί η ηθική φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι μέρος της πολιτικής του φιλοσοφίας; (2014, Επαναληπτικές)
- Γιατί ο Αριστοτέλης επιδιώκει να προσδιορίσει την έννοια του πολίτη και πώς ορίζει τη σχέση του πολίτη με την πόλη; (2013, Ημερησίων)
- Ο Αριστοτέλης στο Λύκειο: Ποιες οι συνθήκες υπό τις οποίες εργάστηκε εκεί και ποιο το έργο που παρήγαγε την περίοδο αυτή; (2006, Ημερησίων)
- Γιατί κατά τον Αριστοτέλη η ηθική φιλοσοφία είναι μέρος της πολιτικής φιλοσοφίας; (2006, Εσπερινών)