Η χρονολογική διαστρωμάτωση της Ιλιάδας

Μέρος 1

Μέρος 1 | Μέρος 2 | Μέρος 3

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς αναρτήσεων με θέμα την χρονολογική διαστρωμάτωση της Ιλιάδας, όπου θα παρουσιάσω το σχήμα των πολλαπλών φάσεων της επικής παράδοσης που πρότεινε ο ελληνιστής γλωσσολόγος Cornelis J. Ruijgh στο κεφάλαιο του ‘Homeric and Mycenaean language‘ (2001), που εκδόθηκε (μετά τον θάνατο του συγγραφέα) στον Τόμο Β΄ (Vol. 2) του A Companion to Linear B, επιμ. Yves Dohoux & Anna Morpurgo-Davies (Peeters 2011).

Πριν όμως περάσω στο κεφάλαιο του Ruijgh, πρώτα πρέπει να γράψω λίγα πράγματα για το δακτυλικό εξάμετρο του ομηρικού στίχου.

1. Δακτυλικό εξάμετρο

Το ποιητικό μέτρο των ομηρικών επών λέγεται δακτυλικό εξάμετρο επειδή ο κάθε ομηρικός στίχος αποτελείται από 6 μετρικούς πόδες και το συνηθέστερο είδος ποδός είναι ο δάκτυλος, δηλαδή μια ακολουθία τριών συλλαβών, από τις οποίες η πρώτη είναι πάντοτε βαριά και οι επόμενες δύο είναι ελαφρές (βλ. εδώ για βαριές και ελαφρές συλλαβές). Η ελαφρά συλλαβή λήγει σε βραχύ φωνήεν, ενώ η βαριά συλλαβή μπορεί να είναι ή ανοιχτή συλλαβή που περιέχει μακρό φωνήεν ή δίφθογγο ή κλειστή συλλαβή που λήγει σε σύμφωνο (η λεγόμενη συμφωνική coda «ουρά»). Λ.χ. στο επίθετο ἀκέντητος η συλλαβοποίηση είναι /a.’ken.tē.tos/, η πρώτη συλλαβή είναι ανοιχτή και ελαφρά (επειδή περιέχει μόνο βραχύ φωνήεν), η δεύτερη συλλαβή είναι κλειστή με συμφωνική ουρά (μετά την συλλαβή -κεν- ακολουθεί το σύμφωνο /τ/), η τρίτη συλλαβή είναι ανοιχτή με μακρό φωνήεν (άρα βαριά) και η τέταρτη είναι επίσης βαριά επειδή το βραχύ φωνήεν συνοδεύεται από την συμφωνική ουρά του τελικού /ς/ στο τέλος του στίχου.

Αν συμβολίσουμε την βαριά συλλαβή με “–” και την ελαφρά συλλαβή με “ᴗ“, τότε μπορούμε να περιγράψουμε τον δάκτυλο με την ακολουθία – ᴗ ᴗ.

Οι 6 πόδες του εξαμετρικού στίχου ορίζονται ως 6 = 5+1, δηλαδή οι 5 πρώτοι πόδες και ο τελευταίος. Ο καθένας από τους πρώτους 5 πόδες μπορεί να είναι είτε δάκτυλος ( – ᴗ ᴗ) ή σπονδείος (– –), ενώ ο τελευταίος πους του στίχου μπορεί να είναι είτε σπονδείος (– –) ή τροχαίος (– ᴗ).

Όταν ο στίχος συνεχίζει να προφέρεται με τον ίδιο τρόπο που προφερόταν όταν κατασκευάστηκε, τότε διατηρεί το μέτρο του. Αντίθετα, όταν ο στίχος υφίσταται μεταγενέστερες τροποποιήσεις (που μπορεί να οφείλονται σε φωνολογικές, μορφολογικές ή λεξηματικές αλλαγές), τότε η καινούρια μορφή του στίχου μπορεί να χαρακτηρίζεται από μετρική ασυνέπεια, αν έχει διαταραχθεί η κανονική ρυθμική εναλλαγή βαριών και ελαφρών συλλαβών.

Αυτή η μετρική ασυνέπεια ή, για να το πω απλούστερα, το μετρικό «τσαλάκωμα» του στίχου είναι ένα εύχρηστο διαγνωστικό εργαλείο που μας επιτρέπει να εντοπίζουμε αλλαγές στην δομή του στίχου που συνέβησαν μεταξύ της κατασκευής του και της καταγραφής του.

Για να δούμε τι αλλαγές συνέβησαν στον πρώτο στίχο της Ιλιάδας μεταξύ της κατασκευής του και της καταγραφής του.

2. Ο πρώτος στίχος της Ιλιάδας

Ας θεωρήσουμε τους πρώτους δύο στίχους της Ιλιάδας:

[Ιλιάδα, 1.1-2]

Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἣ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε,

Εδώ μπορείτε ν΄ακούσετε μια απόπειρα αναδόμησης της προφοράς των δύο αυτών στίχων της Ιλιάδας γύρω στο ~800 π.Χ.

Μία βασική διαφορά που θα παρατηρήσετε είναι η παρουσία του δίγαμμα «ϝ» = /w/ (λ.χ. ἄϝειδε, Πηληϝιάδεω Ἀχιλῆϝος, Ἀχαιϝοῖς), λ.χ. στην κατάληξη *-ηϝ-ς > -ευς των ανθρωπωνύμων Πηλεύς (Πηληϝ-ιάδεω) και Ἀχιλλεύς (Ἀχιλῆϝος).

Μία δεύτερη διαφορά, σε σχέση με την μεταγενέστερη κλασική ελληνική, είναι ότι οι πλάγιες μορφές του επιθήματος *-ηϝ-ς > –εύς στον πρώτο στίχο διατηρούν το ετυμολογικό τους μακρό /η/ (Πηληϝ-, Ἀχιλλῆϝος), το οποίο στην ονομαστική ενικού βραχύνθηκε προϊστορικά σε /ε/ εξαιτίας του ΙΕ νόμου του Osthoff. Στην μεταγενέστερη ελληνική το /ε/ της ονομαστικής ενικού σιγά σιγά μεταφέρθηκε αναλογικά και στις υπόλοιπες πτώσεις, με αποτέλεσμα η ονομαστική πληθυντικού του όρου βασιλεύς να γίνει *βασιλέ(ϝ)ες > βασιλεῖς, αντί για την ομηρική μορφή βασιλῆ(ϝ)ες.

Τον δεύτερο στίχο της Ιλιάδας τον παρέθεσα για να σας δείξω την έκθλιψη μυρία … ἄλγεα > μυρί**’** … ἄλγε**’** που θα μας χρειαστεί παρακάτω. Με τον όρο «έκθλιψη» εννοούμε το φαινόμενο κατά το οποίο το ληκτικό βραχύ φωνήεν μιας λέξης μπορεί ν΄αποβληθεί, όταν η επόμενη λέξη αρχίζει με φωνήεν.

Για να δούμε τώρα πως η εξιχνίαση μετρικών ανωμαλιών στον πρώτο στίχο της Ιλιάδας μπορεί να μας καταδείξει μια ενδιαφέρουσα αλλαγή που συνέβη μεταξύ της κατασκευής και της καταγραφής του στίχου.

Όπως όλοι οι ομηρικοί στίχοι, έτσι και ο πρώτος στίχος της Ιλιάδας δεν πρέπει να παραβιάζει το δακτυλικό εξάμετρο.

Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος

Αν αρχίσετε τον έλεγχο του μέτρου από το τέλος, θα βρείτε ότι ο έκτος (τελικός) πους είναι κανονικότατος σπονδείος (– – = -λῆος), αλλά ο προκείμενος 5ος πους (-δεω Ἀχι-) έχει τέσσερις συλλαβές αντί για τις αναμενόμενες τρεις του δακτύλου (– ᴗ ᴗ). Αυτο που χαλάει το μέτρο είναι η ιωνική δισυλλαβική κατάληξη γενικής ενικού -εω του πρωτόκλιτου πατρωνυμικού Πηληϊάδ-ης.

Όταν κατασκευάστηκε ο πρώτος στίχος της Ιλιάδας, στην θέση της ιωνικής δισυλλαβικής κατάληξης -εω υπήρχε κάποια άλλη μονοσυλλαβική κατάληξη, που περιέχε ένα μόνο μακρό φωνήεν.

Ποια ήταν αυτή η αρχική μονοσυλλαβική κατάληξη;

Αν εξετάσετε το υπόλοιπο κείμενο της Ιλιάδας, θα δείτε ότι οι πρωτόκλιτοι όροι Ἀΐδ-ης, νεφεληγερέτ-ης και πυλάρτ-ης συχνά απαντούν στην γενική ενικού με την αιολική τους μορφή Ἀΐδ-ᾱο, νεφεληγερέτ-ᾱο, πυλάρτ-ᾱο:

[Ιλιάδα, 5.631] υἱός θ’ υἱωνός τε Διὸς νεφεληγερέτᾱο,

[Ιλιάδα, 8.367] εὖτέ μιν εἰς Ἀΐδᾱο πυλάρτᾱο προὔπεμψεν

Μπορεί η αιολική γενική Πηληϝιάδᾱο να μας βοηθήσει να αποκαταστήσουμε το μέτρο του στίχου που παραβιάζει η ιωνική γενική Πηληϝιάδεω;

Μπορεί, αρκεί να θυμηθούμε το φαινόμενο της «έκθλιψης» που περιέγραψα παραπάνω. Επειδή μετά την γενική Πηληϝιάδεω ακολουθεί ο όρος Ἀχιλῆϝος που αρχίζει με φωνήεν, αυτό σημαίνει ότι το φαινόμενο της έκθλιψης αναμένεται να μετατρέψει την αιολική γενική Πηληϝιάδᾱο σε Πηληϝιάδᾱ’ [Ἀχιλῆϝος], δηλαδή σε μια μορφή που αποκαθιστά το αναμενόμενο μέτρο του στίχου, μετατρέποντας τον 5ο πόδα σε κανονικότατο δάκτυλο (-δᾱ’ Ἀχι- = – ᴗ ᴗ).

Συνεπώς, η μετρική ανάλυση του πρώτου στίχου της Ιλιάδος μας έδειξε ότι η αρχική μορφή του στίχου περιείχε το αιολικό φράσημα «Πηληϝιάδᾱ’ Ἀχιλῆϝος» (αιολική γενική -ᾱο + έκθλιψη -ᾱο > -ᾱ’), το οποίο κάποιος Ίωνας ραψωδός δευτερογενώς άλλαξε στην αντίστοιχη ιωνική μορφή «Πηληϝιάδεω Ἀχιλῆϝος», η οποία παραβίασε το μέτρο του αρχικού στίχου.

Αυτή η εξιχνίαση μιας παλαιότερης αιολικής μορφής του πρώτου στίχου της Ιλιάδας είναι ένα από τα πάμπολλα στοιχεία της επικής γλώσσας που πιστοποιούν την ύπαρξη μιας «αιολικής φάσης» (κατά την ορολογία του Ruijgh) στην επική παράδοση, η οποία προϋπήρξε της τελικής «ιωνικής φάσης». Άλλα στοιχεία της επικής γλώσσας επιτρέπουν την εξιχνίαση μιας ακόμα παλαιότερης «αχαϊκής (πρωτοαρκαδοκυπριακής) ή μυκηναϊκής φάσης» της επικής παράδοσης, τις συνεισφορές της οποίας θα περιγράψω στις επόμενες αναρτήσεις της σειράς.

Κλείνω την σημερινή πρώτη και εισαγωγική ανάρτηση της νέας σειράς παραθέτοντας την σελίδα όπου ο C.J. Ruijgh εξηγεί την παραπάνω αλλαγή που συνέβη στον πρώτο στίχο της Ιλιάδας μεταξύ της πρώτης αιολικής και της τελικής ιωνικής του μορφής:

Σελίδα του C.J. Ruijgh για την αιολική και την ιωνική μορφή του πρώτου στίχου της Ιλιάδας
C.J. Ruijgh: η αιολική και η ιωνική μορφή του πρώτου στίχου της Ιλιάδας.

Μέρος 2

Μέρος 1 | Μέρος 2 | Μέρος 3

Μετά την πρώτη και εισαγωγική ανάρτηση, συνεχίζω στην σημερινή ανάρτηση με την παρουσίαση του κεφαλαίου του Cornelis J. Ruijgh για την χρονολογική διαστρωμάτωση της ελληνικής επικής παράδοσης που δημιούργησε την Ιλιάδα.

Στην προηγούμενη ανάρτηση εξήγησα ότι όλοι οι ομηρικοί στίχοι ακολουθούν το δακτυλικό εξάμετρο και ότι οποιαδήποτε παρέκκλιση από το μέτρο αυτό δείχνει ότι έχει συμβεί τροποποίηση του στίχου κάποια στιγμή μεταξύ της δημιουργίας και της καταγραφής του.

Σύμφωνα με τον Ruijgh, ειδικά το δακτυλικό εξάμετρο, το οποίο βασίζεται στην αρχή της ισοχρονίας και όχι της ισοσυλλαβικότητας, δεν προέρχεται από την ΙΕ κληρονομιά της ελληνικής γλώσσας, αλλά πρόκειται για ένα στοιχείο που οι παλαιότεροι ελληνόφωνοι δανείστηκαν από τους προελληνικούς πολιτισμούς του Αιγαίου, με τον Ruijgh να υποψιάζεται ως κύριο δανειστή τον ανακτορικό πολιτισμό της Μινωϊκής Κρήτης.

Από αυτό το μπόλιασμα ΙΕ και προελληνικών επικών παραδόσεων προέκυψε κατά την μυκηναϊκή περίοδο (1600-1200 π.Χ.) αυτή που ο Ruijgh ονομάζει «μυκηναϊκή φάση» της ελληνικής επικής παράδοσης. Ο σκελετός της επικής διαλέκτου που χρησιμοποιούσαν οι Μυκηναίοι ραψωδοί ήταν η πρωτοαρκαδοκυπριακή διάλεκτος (ο Ruijgh την αποκαλεί «πρωτοαχαϊκή») των μυκηναϊκών ανακτόρων της Πελοποννήσου. Παράλληλα, στον βορειότερο μυκηναϊκό κόσμο (Βοιωτία και Θεσσαλία) όπου μιλιόταν η πρωτοαιολική διάλεκτος προέκυψε μια πρωτοαιολική (ή μητροπολιτική αιολική) επική παράδοση. Η κατάρρευση του πολιτισμού των μυκηναϊκών ανακτόρων κατά τον 12° π.Χ. αι. διέκοψε την καλλιέργεια της επικής παράδοσης στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, γιατί χάθηκαν οι πλούσιοι μυκηναίοι άνακτες που με τα πλούτη τους συντηρούσαν τους ικανότερους των ραψωδών. Ωστόσο, ο Ruijgh υποθέτει ότι αυτή η μυκηναϊκή επική παράδοση κατάφερε να επιβιώσει περισσότερο στο βόρειο τμήμα του μυκηναϊκού χώρου (Βοιωτία και Θεσσαλία), όπου μιλιόταν η πρωτοαιολική διάλεκτος, σε μια επιχώρια πρωτοαιολική μορφή που εμπλουτίστηκε με «πρωτοαχαϊκά» (πρωτοαρκαδοκυπριακά) στοιχεία που προέρχονταν από την μυκηναϊκή Πελοπόννησο. Αυτή η «πρωτοαιολική» φάση έγινε πολιτισμική παράδοση των Αιολέων εποίκων που την μετέφεραν (κατά την Αιολική μετανάστευση) στην Λέσβο και την γειτονική ασιατική Αιολίδα. Εκεί στον αιολικό κόσμο της ανατολής προέκυψε μετά το ~1000 π.Χ. μια νέα φάση της επικής παράδοσης, την οποία ο Ruijgh ονομάζει «αιολική φάση», η οποία πρόλαβε να εμπλουτίσει την υπό εξέλιξη επική παράδοση με πολλά στοιχεία της πρώιμης ανατολικής αιολικής διαλέκτου. Η επόμενη φάση στην εξέλιξη της ελληνικής επικής παράδοσης είναι η «ιωνική φάση», η οποία κατά τον Ruijgh άρχισε στα μέσα του 9ου αιώνα και βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην προϋπάρχουσα αιολική επική παράδοση, την οποία τροποποίησε χρωματίζοντάς την με τα διαλεκτικά χαρακτηριστικά της ανατολικής ιωνικής διαλέκτου. Αυτή η τελική «ιωνική φάση» της επικής παράδοσης, σύμφωνα πάντοτε με τον Ruijgh, διαμόρφωσε κατά το β΄ μισό του 9ου π.Χ. αι. τον βασικό κορμό του κειμένου της Ιλιάδας.

Παραθέτω έναν πίνακα περιεχομένων που παραθέτει ο Ruijgh στην αρχή του κεφαλαίου του (όπου παραθέτει την θεματική των υποενοτήτων του κεφαλαίου) μαζί με τις σελίδες όπου εξηγεί την χρονολογική διαστρωμάτωση της επικής παράδοσης που περιέγραψα παραπάνω (οι διάφορες «φάσεις» της: μυκηναϊκή (πρωτοαρκαδοκυπριακή και πρωτοαιολική), αιολική και ιωνική), μαζί με μια σχηματική συνοπτική λίστα (στην τελευταία από την τετράδα σελίδων που παραθέτω παρακάτω):

Πίνακας περιεχομένων του κεφαλαίου του C.J. Ruijgh για την ομηρική και μυκηναϊκή γλώσσα
C.J. Ruijgh: πίνακας περιεχομένων του κεφαλαίου για την ομηρική και μυκηναϊκή γλώσσα.
Σελίδα του C.J. Ruijgh για τις μυκηναϊκές, αιολικές και ιωνικές φάσεις της επικής παράδοσης
C.J. Ruijgh: η χρονολογική διαστρωμάτωση της ελληνικής επικής παράδοσης.

Για να δούμε μερικές από τις συνεισφορές της κάθε φάσης (μυκηναϊκή [1600-1200 π.Χ.], αιολική [1000-800 π.Χ.] και ιωνική [850-750 π.Χ.]) στην επική παράδοση της Ιλιάδας.

Α. Μυκηναϊκή φάση

Ο Ruijgh χωρίζει την μυκηναϊκή φαση σε «πρωτομυκηναϊκή» (περ. 1600-1450 π.Χ.) και «ύστερη μυκηναϊκή» (περ. 1450-1200 π.Χ.) και διαιρεί διαλεκτικά τις συνεισφορές της μυκηναϊκή φάσης σε «πρωτοαχαϊκές» (i.e., πρωτοαρκαδοκυπριακές), από τον χώρο της μυκηναϊκής Πελοποννήσου, και «πρωτοαιολικές», από την μυκηναϊκή Βιοωτία και Θεσσαλία.

Μερικές από τις συνεισφορές της μυκηναϊκής φάσης είναι:

  • οι στίχοι που το μέτρο τους δείχνει ότι διαμορφώθηκαν όσο η δασεία *s>h λογιζόταν μετρικά ως «πλήρες σύμφωνο» (full consonant).
  • οι στίχοι που το μέτρο τους απαιτεί την πρωτοελληνική δοτική κατάληξη ενικού της τρίτης κλίσης *-ει (< PIE *-ei), αντί για την ιστορική κατάληξη -ι που προέρχεται από την πρωτοελληνική (και ΠΙΕ) τοπική πτώση και άλλες πρωτοελληνικές γραμματικές κατηγορίες που έπαψε να διαθέτει η ιστορική ελληνική (λ.χ. η κατάληξη ενικού της πρωτοελληνικής οργανικής πτώσης σε *-ω των δευτερόκλιτων ονομάτων).
  • παράγωγα επίθετα σιγμόληκτων ουδετέρων σε *-εσ–ϝεντ- > –ηεντ-, των οποίων το /η/ δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε από την αιολική (*-εσ–ϝεντ- > *-ευεντ-) ούτε από την ιωνική (*-εσ–ϝεντ- > *-ειεντ-) διάλεκτο, αλλά είναι γνωστό γνώρισμα της αρκαδοκυπριακής (και της αυστηρής δωρικής) διαλέκτου.
  • οι στίχοι που το μέτρο τους απαιτεί το πρώιμο πρωτοελληνικό (κληρονομημένο από την ΠΙΕ) συλλαβικό ένηχο *r. αντί για τα μεταγενέστερα προϊόντα ανάπτυξής του (*r. > αρ/ρα ~ ορ/ρο).
  • Κάποια λεξήματα του ομηρικού λεξιλογίου όπως ο όρος ἄορ «ξίφος».

Για να τα πάρουμε με την σειρά.

Α.1. Δασεία

Όποιος γνωρίζει την ιστορική φωνολογία της ελληνικής ξέρει ότι η πρωτοελληνική γλώσσα έκανε την τροπή *s>h σε αρκτική προφωνηεντική και εσωτερική μεσοφωνηεντική θέση, λ.χ.:

PIE *seh2l- «αλάτι» > PGrk *hάλς > ελλ. ἅλς «θάλασσα»

PIE *septm. «εφτά» > PGk *hεπτά > ελλ. ἑπτά

PIE *genes-h2 «γένη» > PGrk *γένεhα > ελλ. γένεα > γένη

Ενώ η ιστορική ελληνική δασεία ήταν απλώς μια απαλή συνοδευτική δασύτητα που ΔΕΝ ΕΙΧΕ την μετρική αξία κανονικού συμφώνου (ο Ruijgh την συμβολίζει ως «ʰa»), ο πρόδρομος της δασείας πριν το ~1000 π.Χ. (ο Ruijgh τον συμβολίζει ως «ha») ΕΙΧΕ την μετρική αξία κανονικού συμφώνου (στην ορολογία του Ruijgh “full consonant” «πλήρες σύμφωνο»).

Α.1.1. ὑπείροχος/ὑπειρέχω/ἐχεπευκής:

Το επίθετο ὑπέροχος στην Ιλιάδα απαντά με μετρική έκταση ως ὑπείροχος και, παρομοίως, το αντίστοιχο ρήμα ὑπερέχω απαντά ως ὑπειρέχω.

[Ιλιάδα, 7.208] αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων,

[Ιλιάδα, 3.210] στάντων μὲν Μενέλαος ὑπείρεχεν εὐρέας ὤμους,

Γιατί συμβαίνει αυτή η μετρική έκταση;

Αν κάνετε μετρική ανάλυση των παραπάνω στίχων, θα διαπιστώσετε ότι η μετρική έκταση δεν αλλοιώνει το μέτρο του στίχου (οι τρεις τελευταίες συλλαβές τόσο του ὑπείροχον όσο και του ὑπείρεχεν σχηματίζουν τον αναμενόμενο δάκτυλο [— ᴗ ᴗ] του 4ου ποδός), κάτι που δείχνει ότι η έκταση είναι αντισταθμιστικό (διορθωτικό) φαινόμενο μιας παλαιότερης αλλαγής που αλλοίωσε το μέτρο.

Το σύνθετο ρήμα ὑπερέχω (ὑπερ + ἔχω) έχει ως δεύτερο συνθετικό το ρήμα ἔχω που ανάγεται ετυμολογικά στην ΠΙΕ ρηματική ρίζα *seg’h- «(επι)κρατώ»:

PIE *seg’h-oh2 > PGrk *hέχω > ελλ. ἔχω

Η πρωτοελληνική δασεία *s>h χάθηκε στο ρήμα ἔχω εξαιτίας του νόμου του Grassmann, που εξηγεί την ανομοιωτική απώλεια ενός από τα δύο δασέα σύμφωνα που βρίσκονται σε γειτονικές συλλαβές, λ.χ.:

*θάφος > τάφος (αλλά θάπτω)

(ἡ) θρίξ, με πληθυντικό (αἱ) *θρίχες > τρίχες

*hέχω > ἔχω (χωρίς δασεία), αλλά Ἕκτωρ και ἕξις (με δασεία)

Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες απόψεις των ΙΕστών γλωσσολόγων, ο νόμος του Grassmann συνέβη μετά την πρωτοελληνική περίοδο κάποια στιγμή κατά την μυκηναϊκή περίοδο (1600-1200 π.Χ.). Συνεπώς, αν στα ομηρικά έπη βρούμε κάποιον στίχο στον οποίο το ρήμα ἔχω διατηρεί ακόμα την πρωτοελληνική του δασεία (*hέχω), τότε η κατασκευή του στίχου αυτού πρέπει να χρονολογηθεί στην μυκηναϊκή περίοδο ΠΡΙΝ την εφαρμογή του νόμου του Grassmann.

Οι πρωτοελληνικές μορφές των όρων ὑπερέχω και ὑπέροχος πριν την εφαρμογή του νόμου του Grassmann ήταν:

PIE *uper-seg’h-oh2 > PGrk *ὑπερhέχω

PIE *uper-sog’h-os > PGrk *ὑπέρhοχος

Αν βάλουμε τις πρωτοελληνικές μορφές στους παραπάνω στίχους της Ιλιάδας, θα διαπιστώσουμε ότι δεν παραβιάζουν το μέτρο του στίχου, γιατί η συμφωνική δασεία /h/ μετατρέπει την προκείμενη συλλαβή -περ- σε κλειστή με συμφωνική ουρά και, συνεπώς, σε μετρικά βαριά συλλαβή. Έτσι διατηρείται ο δάκτυλος — ᴗ ᴗ του 4ου ποδός.

Όταν όμως εφαρμόστηκε ο νόμος του Grassmann (G.L.), κάποια στιγμή κατά την περίοδο 1600-1200 π.Χ., τότε η απώλεια της δασείας μετέτρεψε την προκείμενη συλλαβή σε ανοιχτή (άρα ελαφρά) και αυτό παραβίασε το μέτρο του στίχου, γιατί κατέστρεψε τον δάκτυλο του 4ου ποδός:

pre-G.L.: ὑ.]πέρ.hο.χος = ᴗ]— ᴗ ᴗ

post-G.L.: ὑ.]πέ.ρο.χος = ᴗ] ᴗᴗ ᴗ

Για να διορθώσουν την απώλεια μέτρου και να αποκαταστήσουν τον δάκτυλο του 4ου ποδός, οι ραψωδοί της ύστερης μυκηναϊκής περιόδου έκαναν την αντισταθμιστική μετρική έκταση ὑπέροχος > ὑπείροχος και ὑπερέχω > ὑπειρέχω, η οποία μετέτρεψε την συλλαβή σε βαριά, αποκαθιστώντας έτσι τον δάκτυλο που κατέστρεψε η εφαρμογή του νόμου του Grassmann:

ὑ.]πεί.ρο.χος = ᴗ]— ᴗ ᴗ

Το συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι όσοι στίχοι της Ιλιάδας χρησιμοποίησαν την μετρική έκταση στους όρους ὑπέροχος > ὑπείροχος και ὑπερέχω > ὑπειρέχω, για να διορθώσουν την μετρική παρέκκλιση που προκάλεσε η εφαρμογή του νόμου του Grassmann, κατασκευάστηκαν ΠΡΙΝ την εφαρμογή του νόμου του Grassmann, ενδεχομένως και ΠΡΙΝ το ~1500 π.Χ.

Το ίδιο φαινόμενο προκάλεσε μετρική παρέκκλιση στην φράση «βέλος ἐχεπευκές» («αιχμηρό βέλος, βέλος που έχει αιχμή»), μόνο που εδώ το «τσαλάκωμα» του μέτρου που προκάλεσε η εφαρμογή του νόμου του Grassmann δεν μπορούσε να διορθωθεί με κάποια μετρική έκταση και έτσι οι σχετικοί στίχοι έμειναν μετρικά ασυνεπείς:

[Ιλιάδα, 4.129] ἥ τοι πρόσθε στᾶσα βέλος ἐχεπευκὲς ἄμυνεν.

pre-G.L.: γʷέ.]λος. hε.χε.[πευ.κές. ἄ.μῡ.νεν (δάκτυλος — ᴗ ᴗ)

post-G.L.: γʷέ.]λος. ἐ.χε.[πευ.κές. ἄ.μῡ.νεν (όχι δάκτυλος ᴗᴗ ᴗ)

Ότι κατά την μυκηναϊκή περίοδο η δασεία λογιζόταν ως πλήρες σύμφωνο (“full consonant”) μαρτυρείται και από όρους της Γραμμικής Β΄ όπως ο o-pi-a2-ra /opihala/, δηλαδή *ὀπίhαλα (μέρη) και όχι *ὀφαλα ~ ἔφαλα. Το σύνθετο επίθετο ἔφαλος «ἐπὶ τῆς ἁλός, πάνω στην θάλασσα, παραθαλάσσιος» (με πρώτο συνθετικό την αποκεκομμένη μορφή ἐπ- της πρόθεσης ἐπί (με παράλληλη μορφή ὀπί που μαρτυρείται συχνά στις πινακίδες της Γραμμικής Β) είναι πιο πρόσφατος επικός σχηματισμός, όταν η δασεία δεν λογιζόταν πια ως πλήρες σύμφωνο.

[Ιλιάδα, 2.584] οἵ τ’ ἄρ’ Ἀμύκλας εἶχον Ἕλος τ’ ἔφαλον πτολίεθρον,

Παραθέτω τις σελίδες όπου ο C.J. Ruijgh εξηγεί τα παραπάνω:

Σελίδα του C.J. Ruijgh για τη μετρική αξία της δασείας σε ομηρικούς στίχους
C.J. Ruijgh: η μετρική αξία της δασείας σε στίχους της Ιλιάδας.

Αυτά για τους ομηρικούς στίχους που σχηματίστηκαν κατά την μυκηναϊκή περίοδο, όταν ο πρόδρομος της δασείας *s>h λογιζόταν μετρικά ως «πλήρες σύμφωνο».

Μέρος 3

Μέρος 1 | Μέρος 2 | Μέρος 3

Στην προηγούμενη (2η) ανάρτηση της σειράς ξεκίνησα να περιγράφω αυτήν που ο C.J. Ruijgh ονόμασε «μυκηναϊκή φάση» της επικής παράδοσης, δηλαδή το στρώμα της ομηρικής επικής παράδοσης που ανάγεται στην (πρωτοαρκαδοκυπριακή) ελληνική της μυκηναϊκής εποχής (1600-1200 π.Χ.). Ως πρώτο παράδειγμα αυτού του στρώματος ανέφερα μερικά παραδείγματα στίχων της Ιλιάδας όπου η δασεία είναι απαραίτητη ως πλήρες σύμφωνο (Α.1) για την διατήρηση του μέτρου, με αρχαιότερο τέτοιο παράδειγμα (Α.1.1) τις περιπτώσεις της πρωτοελληνικής δασείας (PIE *s > PGrk h) που χάθηκε κατά την μυκηναϊκή περίοδο από την εφαρμογή του νόμου του Grassmann (λ.χ. PIE *seg’h-oh2 > PGrk hἔχω > ελλ. ἔχω).

Συνεχίζω με την περιγραφή της «μυκηναϊκής φάσης» του Ruijgh.

A.1.2. Τριτόκλιτη δοτική σε *-ei

Ένα φράσημα που απαντά 6 φορές στην Ιλιάδα είναι η φράση «Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος», που σημαίνει «ισάξιος με τον Δία σε ευστροφία». Ο όρος μῆτις είναι το ρηματικό ουσιαστικό σε *-tis της ΠΙΕ ρηματικής ρίζας *meh1- «μετρώ», δηλαδή ο ΠΙΕ όρος *meh1-tis σήμαινε «μέτρημα». Ο ελληνικός απόγονος μῆτις ακολούθησε την σημασιολογική εξέλιξη «μέτρημα» > «υπολογισμός» > «ευστροφία, πονηριά». Ο παλαιοαγγλικός συγγενής mæþ (< PGmc *mēþiz) διατηρεί τη σημασία «μέτρημα», ενώ ο αλβανικός συγγενής mot και ο λιθουανικός συγγενής metas άλλαξαν τη σημασία σε «χρόνος, περίοδος/εποχή».

Στην Ραψωδία Β της Ιλιάδας είναι ο πολυμήχανος Οδυσσέας αυτός που τρεις φορές περιγράφεται ως «ισάξιος (ἀτάλαντος) με τον Δία (Διί) σε ευστροφία (μῆτιν)»:

[Ιλιάδα, 2.169] εὗρεν ἔπειτ’ Ὀδυσῆα Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον

[Ιλιάδα, 2.407] ἕκτον δ’ αὖτ’ Ὀδυσῆα Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον.

[Ιλιάδα, 2.63] τῶν μὲν Ὀδυσσεὺς ἦρχε Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος·

Προσέξτε ότι και στους τρεις στίχους η φράση «Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον/ς» είναι στο τέλος του στίχου. Αν κάνετε μετρική ανάλυση της φράσης, θα διαπιστώσετε ότι στην φράση αυτή δύο συλλαβές δείχνουν μετρική ασυνέπεια:

Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον [◡ ◡ – ◡ ◡ ◡ – –]

Ο έκτος πους του στίχου (-λαν.τον) είναι κανονικά σπονδείος ( – –), αλλά οι προηγούμενοι δύο πόδες χαρακτηρίζονται από μετρική ασυνέπεια επειδή οι συλλαβές που επεσήμανα με κόκκινο είναι ελαφρές. Όταν σχηματίστηκε αυτό το επικό φράσημα, οι δύο αυτές συλλαβές ήταν βαριές, γιατί έτσι διατηρείται το δακτυλικό εξάμετρο του στίχου (◡ – – – ◡ ◡ – –): με τις δύο προβληματικές συλλαβές βαριές, ο 5ος πους γίνεται δάκτυλος (– ◡ ◡) και ο 4ος πους γίνεται σπονδείος ( – –).

Για ποιο λόγο, λοιπόν, οι δύο προβληματικές συλλαβές ήταν κάποτε βαριές;

Αν ξαναγράψουμε τον στίχο στην μυκηναϊκή ελληνική της 2ης π.Χ. χιλιετίας, διαπιστώνουμε ότι οι δύο προβληματικές συλλαβές γίνονται βαριές και προκύπτει μετρική συνέπεια:

Διϝεῖ μῆτιν hατάλαντος (◡ – – – ◡ ◡ – –)

Η πρώτη προβληματική συλλαβή είναι η τριτόκλιτη κατάληξη δοτικής (Διὶ) που στην ιστορική ελληνική είναι -ι, αλλά στην μυκηναϊκή ελληνική, την πρωτοελληνική και την ΠΙΕ γλώσσα ήταν PIE *-ei > PGrk *-ει (PIE *diw-ei > PGrk *Διϝεῖ). Η κατάληξη -ι της ιστορικής ελληνικής προέρχεται από την παλαιότερη ελληνική και ΠΙΕ τοπική πτώση (PIE *-i), η οποία ήδη στην ύστερη μυκηναϊκή ελληνική άρχισε να συγχωνεύεται με την δοτική.

Η δεύτερη προβληματική συλλαβή είναι η αιτιατική κατάληξη -ιν του όρου μῆτις. Για να γίνει βαριά αυτή η συλλαβή, θα πρέπει να ακολουθεί σύμφωνο μετά τον όρο μῆτιν, κάτι που μετατρέπει την κατάληξη -ιν σε κλειστή συλλαβή (/in.C/), άρα βαριά.

Το σύμφωνο που χάθηκε είναι η ετυμολογική χαμένη δασεία του επιθέτου ἀτάλαντος, το οποίο μεταφορικά σημαίνει «ισάξιος», αλλά η κυριολεκτική του σημασία είναι «ισοζυγής, ισοβαρής» ((τὰ) τάλαντα = ζυγαριά). Το σύνθετο επίθετο ἀ-τάλαντος σχηματίστηκε με την προσθήκη του λεγόμενου «αθροιστικού α» (alpha copulativum, PIE *sm.– > PGrk *ha– > ελλ. ἁ- ή ἀ-), που ενέχει τη σημασία της «ενότητας» (ένα) και «ομοιότητας» («ένα και το αυτό»).

Υπάρχουν μερικοί όροι όπου το «αθροιστικό α» διατήρησε την δασεία του (λ.χ. *sm.-plow-os > ἁπλόος ~ ἁπλοῦς «μονόπτυχος») και όροι όπου αυτό ψιλώθηκε, λ.χ. *gwelbh-us > δελφύς «μήτρα», με σύνθετο *sm.-gwelbh-ew-os > ἀδελφεός (> ἀδελφός) «ομομήτριος», *sm.-logh-os > ἄλοχος και *sm.-k’oy-tis > ἄκοιτις «νόμιμη σύζυγος» (κυρ. «η γυναίκα που μοιράζεται το ίδιο (*sm.- «ένα και το αυτό») λέχος/κοίτη με τον άνδρα», σε αντίθεση με τις παλλακίδες).

Για το «αθροιστικό α» δείτε και την παλιά μου ανάρτηση για τους όρους ἀκόλουθος (ἀ- + κέλευθος) και sputnik (< PSlav *sъ-pǫt-ьnikъ = *sъ– + *pǫtь), αμφότερα «συνοδειπόρος» (~ λατ. comes/comitem = com + iter).

Συνεπώς, η ετυμολογική ιστορία του επιθέτου ἀτάλαντος είναι:

PIE *sm.-tl.h2-ent-os > PGrk *hατάλαντος > ελλ. ἀτάλαντος

Όπως εξήγησα παραπάνω, μόλις αντικαταστήσουμε τα ιστορικά ελληνικά Διί και ἀτάλαντος με τα μυκηναϊκά τους αντίστοιχα Διϝεῖ και hατάλαντος, τότε αποκαθίσταται το μέτρο όλων των επικών στίχων που περιέχουν την φράση «Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον/ς».

Η μυκηναϊκή δοτική Διϝεῖ απαιτείται για την αποκατάσταση του μέτρου και στην μονολεκτισμένη επική φράση «Διϝεῖ φίλος» (αγαπητός στον Δία) > *Διϝείφιλος που στην ιστορική ελληνική είχε πάρει την μορφή Διίφιλος/διίφιλος. Το ίδιο συμβαίνει και με αρκετές από τις απαντήσεις της δοτικής πτώσης του ονόματος Αἴας. Ενώ η ιστορική δοτική του ανθρωπωνύμου είναι Αἴαντι, σε ορισμένους στίχους της Ιλιάδας η μετρική συνέπεια απαιτεί την μυκηναϊκή δοτική Αἰϝάντει.

Το τελευταίο που πρέπει να ειπωθεί για το επικό φράσημα «Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον/ς» είναι η μορφή του ουσιαστικού μῆτις. Η διατήρηση του /τ/ στην PIE κατάληξη *-tis δείχνει ότι ο όρος αυτός ΔΕΝ προέρχεται ούτε από την (πρωτο)αττικοϊωνική διάλεκτο ούτε από την (πρωτο)αρκαδοκυπριακή (η διάλεκτος των μυκηναϊκών ανακτόρων της Πελοποννήσου), γιατί οι διάλεκτοι αυτοί έκαναν την τροπή PIE *-tis > PGrk *-τις > -σις (λ.χ. *bhu(H)-tis > φύσις). Οι μόνες διάλεκτοι που διατήρησαν την πρωτοελληνική μορφή *-τις είναι η δωρική και η (ελλαδική) αιολική και, επειδή η δωρική διάλεκτος δεν συνεισέφερε στην επική γλώσσα, ενώ η αιολική συνεισέφερε πλουσίως, η επική λέξη μῆτις πρέπει να θεωρηθεί αιολική, δηλαδή προερχόμενη από την «αιολική φάση» της επικής παράδοσης που θα εξηγήσω σε μελλοντικές αναρτήσεις. Το αττικοϊωνικό και αρκαδοκυπριακό αντίστοιχο της λέξης μῆτις αναμένεται να είχε την μορφή *μῆσις (λ.χ. αττ./ιων. και αρκ./κυπρ. δίδωσι = δωρ. και (ελλαδ.) αιολ. δίδωτι).

Παρακάτω παραθέτω τις σχετικές σελίδες για όλα όσα ανέφερα παραπάνω:

1) Ο C.J. Ruijgh για το επικό φράσημα «Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον/ς» (< μυκ. Διϝεῖ μῆτιν hατάλαντον/ς), τον μονολεκτισμό (Tatpuruṣa proper) «Διίφιλος» (< μυκ. Διϝεῖ φίλος) και την τριτόκλιτη δοτική κατάληξη -ει στην μυκηναϊκή ελληνική των πινακίδων της Γραμμικής Β (λ.χ. μυκ. di-we /diwei/, wa-na-ka-te /wanaktei/, po-se-da-o-ne /poseidahōnei/ αντί για τις ιστορικές δοτικές Διί, ἄνακτι, Ποσειδῶνι):

C.J. Ruijgh

2) O M.L. West για την μυκηναϊκή δοτική *Αἰϝάντει που απαιτείται μετρικά στις 3 από τις 6 απαντήσεις στην Ιλιάδα της δοτικής του ανθρωπωνυμίου Αἴας, αντί της ιστορικής ελληνικής Αἴαντι:

C.J. Ruijgh

3) Ο Robert Beekes για την «αιολική (ή δωρική) προέλευση» του επικού λεξήματος μῆτις (αντί για το αττικοϊωνικό και αρκαδοκυπριακό αντίστοιχο *μῆσις):

C.J. Ruijgh

Ενώ στην Ιλιάδα είναι ο Δίας αυτός που θεωρείται αρχετυπικά μητιέτᾱς/μητιέτης («διαθέτων μήτιν») και, συνεπώς, ο Οδυσσέας συγκρίνεται με τον Δία σε μήτιν, ο Πίνδαρος αργότερα θα περιγράψει τον Ισθμιονίκη Θηβαίο χορηγό του Μέλισσο ως «μῆτιν δ΄ ἀλώπηξ», δηλαδή «(σαν) αλεπού σε μήτιν/πονηριά».