Ξενοφών, Ελληνικά: Μετάφραση
2, 1, 16-32
[§16] Οι Αθηναίοι, έχοντας ως ορμητήριο τη Σάμο, λεηλατούσαν τη χώρα του
βασιλιά, έπλεαν ενάντια στη Χίο και την Έφεσο και ετοιμάζονταν για ναυμαχία· επίσης εξέλεξαν ως στρατηγούς, εκτός
απ’ αυτούς που υπήρχαν, το Μένανδρο, τον Τυδέα και τον Κηφισόδοτο. Ο Λύσανδρος ξεκινώντας από τη Ρόδο και
παραπλέοντας την Ιωνία κατευθύνεται προς τον Ελλήσποντο, και για (να εμποδίσει) τον απόπλου των πλοίων (που
μετέφεραν τρόφιμα στην Αθήνα) και εναντίον των πόλεων που είχαν αποστατήσει απ’ αυτούς (τους Λακεδαιμονίους). Όμως
και οι Αθηναίοι έβγαιναν από το λιμάνι της Χίου στο πέλαγος, γιατί η Ασία ήταν εχθρική απέναντί τους· ο Λύσανδρος
πάλι από την Άβυδο, παραπλέοντας τις ακτές, κατευθυνόταν προς τη Λάμψακο, που ήταν σύμμαχος των Αθηναίων· και οι
Αβυδηνοί και οι άλλοι (σύμμαχοι) ήρθαν πεζοί· αρχηγός τους ήταν ο Θώρακας ο Λακεδαιμόνιος. Αφού επιτέθηκαν
εναντίον της πόλης, την κατέλαβαν με έφοδο και οι στρατιώτες τη λεηλάτησαν, γιατί ήταν πλούσια και γεμάτη από
κρασί, στάρι και άλλα εφόδια· πάντως ο Λύσανδρος άφησε όλους τους πολίτες ελεύθερους.
[§20] Οι Αθηναίοι πλέοντας από κοντά αγκυροβόλησαν στον Ελαιούντα της Χερσονήσου με εκατόν ογδόντα καράβια. Εκεί, την ώρα που (προ)γευμάτιζαν, τους ήρθε η είδηση για τα γεγονότα στη Λάμψακο και ξεκίνησαν αμέσως για τη Σηστό. Από κει, αφού ανεφοδιάστηκαν εσπευσμένα με τρόφιμα, έπλευσαν προς τους Αιγός Ποταμούς, απέναντι από τη Λάμψακο· σ’ αυτό το σημείο ο Ελλήσποντος έχει πλάτος περίπου δεκαπέντε στάδια. Εκεί δείπνησαν.
[§22] Την επόμενη νύχτα, κατά τα ξημερώματα, ο Λύσανδρος έδωσε εντολή (στους ναύτες), αφού προγευματίσουν, να επιβιβαστούν στα πλοία· αφού όμως έκανε όλες τις προετοιμασίες για ναυμαχία και τοποθετήθηκαν τα παραπετάσματα στα πλευρά των πλοίων, προειδοποίησε να μην κινηθεί κανείς από την παράταξή του ούτε να ανοιχτεί στο πέλαγος. Οι Αθηναίοι, την ώρα που ανέτειλε ο ήλιος, παρατάχθηκαν μετωπικά έξω από το λιμάνι για τη ναυμαχία. Επειδή όμως ο Λύσανδρος δεν έβγαζε καράβια, για να τους αντιμετωπίσει, και είχε βραδιάσει, γύρισαν πάλι πίσω στους Αιγός Ποταμούς. Τότε ο Λύσανδρος διέταξε τα γρηγορότερα από τα καράβια του να ακολουθήσουν τους Αθηναίους· και όταν βγουν στην ξηρά (οι Αθηναίοι), να κατασκοπεύσουν τι κάνουν και να γυρίσουν πίσω, για να τον ενημερώσουν. Κι ούτε έβγαλε (τους ναύτες) από τα καράβια, παρά μόνο αφού γύρισαν πίσω αυτά (τα κατασκοπευτικά καράβια). Αυτά έκανε για τέσσερις μέρες· και οι Αθηναίοι ανοίγονταν στο πέλαγος (εναντίον του).
[§25] Ο Αλκιβιάδης, αφού είδε από τα τείχη ότι οι Αθηναίοι είχαν αγκυροβολήσει στο γιαλό και μακριά από κάποια πόλη και ότι αναζητούσαν τα τρόφιμα στη Σηστό, η οποία απείχε δεκαπέντε στάδια από τα πλοία, ενώ αντίθετα οι εχθροί βρίσκονταν μέσα σε λιμάνι και κοντά σε πόλη και τα είχαν όλα, τους είπε ότι δεν είχαν αγκυροβολήσει σε κατάλληλο μέρος και τους συμβούλευε να μετακινηθούν και να αγκυροβολήσουν στη Σηστό, μέσα σε λιμάνι και κοντά σε πόλη· καθώς θα βρίσκεστε εκεί, τους είπε, θα ξεκινήσετε τη ναυμαχία όποτε θέλετε. Οι στρατηγοί όμως, και κυρίως ο Τυδέας κι ο Μένανδρος, τον διέταξαν να φύγει· γιατί αυτοί τώρα ήταν στρατηγοί κι όχι εκείνος. Κι εκείνος έφυγε.
[§27] Ο Λύσανδρος, την πέμπτη μέρα από τότε που οι Αθηναίοι είχαν αρχίσει να πλέουν εναντίον τους, έδωσε διαταγή σ’ αυτούς που με εντολή του τους κατασκόπευαν, μόλις τους δουν να έχουν αποβιβαστεί και να είναι διασκορπισμένοι στη Χερσόνησο (πράγμα που οι Αθηναίοι έκαναν όλο και περισσότερο κάθε μέρα, επειδή αγόραζαν από μακριά τα τρόφιμα αλλά και επειδή περιφρονούσαν το Λύσανδρο, αφού δεν έβγαζε καράβια να τους αντιμετωπίσει), επιστρέφοντας πάλι πίσω σ’ αυτόν στη μέση της διαδρομής (έδωσε διαταγή) να σηκώσουν μιαν ασπίδα. Αυτοί εκτέλεσαν τις εντολές του όπως τους διέταξε.
[§28] Τότε ο Λύσανδρος έδωσε αμέσως σήμα να ανοιχτούν στο πέλαγος τα πλοία όσο πιο γρήγορα μπορούσαν· ταυτόχρονα (από το μέρος της ξηράς) κινήθηκε κι ο Θώρακας με το πεζικό. Ο Κόνων, αφού είδε την επιθετική κίνηση του στόλου των αντιπάλων, έδωσε εντολή (στα πληρώματα) να τρέξουν αμέσως στα πλοία. Επειδή όμως οι ναύτες είχαν σκορπιστεί (στην ξηρά), άλλα από τα πλοία βρέθηκαν με δυο σειρές κωπηλάτες, άλλα με μια και άλλα εντελώς άδεια· το πλοίο του Κόνωνα και άλλα εφτά, που ήταν κοντά του με τα πληρώματά τους στη θέση τους, ανοίχτηκαν όλα μαζί στο πέλαγος, καθώς και η Πάραλος· όλα τα άλλα τα κυρίευσε ο Λύσανδρος στην ακτή. Τους περισσότερους άνδρες των Αθηναίων τους αιχμαλώτισε στην ξηρά· μόνο λίγοι γλίτωσαν στα μικρά οχυρώματα. Ο Κόνων, καθώς έφευγε με τα εννιά πλοία, επειδή κατάλαβε ότι είχαν καταστραφεί οι Αθηναίοι, προσορμίστηκε στην Αβαρνίδα, το ακρωτήρι της Λαμψάκου, πήρε από κει τα μεγάλα πανιά των καραβιών του Λύσανδρου και μετά ο ίδιος με οχτώ καράβια κατευθύνθηκε προς την Κύπρο, στο Βασιλιά Ευαγόρα, ενώ η Πάραλος στην Αθήνα, για να αναγγείλει τα γεγονότα.
Ο Λύσανδρος τα πλοία, τους αιχμαλώτους και όλα τα άλλα (κάθε είδους λάφυρα) τα μετέφερε στη Λάμψακο· και συνέλαβε ανάμεσα στους άλλους στρατηγούς και το Φιλοκλή και τον Αδείμαντο. Την ίδια μέρα που είχε αυτές τις επιτυχίες, έστειλε το μιλήσιο πειρατή Θεόπομπο στη Σπάρτη, για να αναγγείλει τα γεγονότα. Αυτός, αφού έφτασε μετά από τρεις ημέρες, έφερε τις ειδήσεις. Μετά από αυτά ο Λύσανδρος συγκέντρωσε τους συμμάχους και τους διέταξε να ανταλλάξουν απόψεις και να αποφασίσουν για τους αιχμαλώτους. Εκεί απαγγέλλονταν πολλές κατηγορίες σε βάρος των Αθηναίων και για εκείνα τα εγκλήματα πολέμου, τα οποία ήδη είχαν διαπράξει και για όσα είχαν αποφασίσει με ψηφοφορία να κάνουν σε περίπτωση που νικούσαν (τον αντίπαλο) στη ναυμαχία, δηλαδή να κόψουν το δεξί χέρι όλων των ζωντανών αιχμαλώτων· και επειδή, όταν κάποτε κυρίεψαν δύο τριήρεις, μια κορινθιακή και μια από την Άνδρο, πέταξαν στη θάλασσα όλα τους τα πληρώματα. Κι ο Φιλοκλής ήταν ο στρατηγός των Αθηναίων που τους θανάτωσε. Λέγονταν κι άλλα πολλά· τελικά αποφάσισαν να σκοτώσουν όσους αιχμαλώτους ήταν Αθηναίοι εκτός από τον Αδείμαντο, γιατί μόνο αυτός αντέδρασε στη συνέλευση του λαού στο ψήφισμα για το κόψιμο των χεριών. Κατηγορήθηκε όμως από μερικούς ότι πρόδωσε τα καράβια. Κι ο Λύσανδρος, αφού ρώτησε πρώτον το Φιλοκλή που έριξε στη θάλασσα τους Ανδριώτες και τους Κορίνθιους (ναύτες) τι άξιζε να πάθει, αφού πρώτος άρχισε να παρανομεί σε βάρος των Ελλήνων, τον κατέσφαξε.
2, 2, 1-4
[§1] Αφού (ο Λύσανδρος) ρύθμισε την κατάσταση στη Λάμψακο, κατευθύνθηκε με τα καράβια του στο Βυζάντιο και τη Καλχηδόνα. Οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν, αφού άφησαν τους φρουρούς των Αθηναίων να φύγουν με επίσημη συμφωνία. Εκείνοι που είχαν προδώσει στον Αλκιβιάδη το Βυζάντιο κατέφυγαν τότε στον Πόντο κι αργότερα στην Αθήνα κι έγιναν Αθηναίοι (πολίτες). Κι ο Λύσανδρος και τις Αθηναϊκές φρουρές κι όποιον άλλο Αθηναίο έβλεπε κάπου τους έστελνε στην Αθήνα, παρέχοντας ασφάλεια μόνο σε κείνους που ταξίδευαν προς τα εκεί, κι όχι για αλλού, γιατί ήξερε ότι όσο περισσότεροι μαζεύονταν στην πόλη και στον Πειραιά, τόσο πιο γρήγορα θα παρουσιαζόταν έλλειψη τροφίμων. Κι αφού όρισε αρμοστή του Βυζαντίου και της Καλχηδόνας το Σθενέλαο το Λακεδαιμόνιο, ο ίδιος επέστρεψε στη Λάμψακο κι επισκεύαζε τα καράβια.
[§3] Κι όταν έφτασε η Πάραλος τη νύχτα (στον Πειραιά), διαδιδόταν στην Αθήνα η συμφορά (στους Αιγός ποταμούς)· και από τον Πειραιά ο θρήνος μέσω των μακρών τειχών έφτανε στην πόλη, καθώς ο ένας μετέφερε την είδηση στον άλλο· έτσι εκείνη τη νύχτα κανένας δεν κοιμήθηκε, επειδή πενθούσαν όχι μόνο εκείνους που χάθηκαν, αλλά πολύ περισσότερο ακόμα οι ίδιοι τους εαυτούς τους, γιατί πίστευαν ότι θα πάθουν τα ίδια με όσα έκαναν στους κατοίκους της Μήλου, που ήταν άποικοι των Λακεδαιμονίων, όταν τους νίκησαν με πολιορκία, και στους κατοίκους της Ιστιαίας, της Σκιώνης και της Τορώνης και της Αίγινας και σε πολλούς άλλους Έλληνες. Την επόμενη μέρα κάλεσαν το λαό σε συνέλευση, στην οποία αποφάσισαν να επιχωματώσουν τα λιμάνια εκτός από ένα, να επισκευάσουν τα τείχη, να τοποθετήσουν φρουρές και να ετοιμάσουν την πόλη σε όλα τα άλλα σαν για πολιορκία (με τη σκέψη πως πρόκειται να πολιορκηθεί).
2, 2, 16-23
[§16] Κι ενώ τέτοια ήταν η κατάσταση, ο Θηραμένης είπε στη συνέλευση του λαού ότι, αν θελήσουν να τον στείλουν στο Λύσανδρο, θα επιστρέψει γνωρίζοντας τι απ’ τα δύο (γίνεται): οι Λακεδαιμόνιοι επιμένουν στο θέμα (της κατεδάφισης) των τειχών, γιατί θέλουν να υποδουλώσουν την πόλη ή για να έχουν κάποια εγγύηση. Κι αφού στάλθηκε, έμεινε κοντά στο Λύσανδρο τρεις μήνες και περισσότερο, περιμένοντας πότε οι Αθηναίοι επρόκειτο, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης τροφής, να δεχτούν οτιδήποτε θα τους πρότεινε κάποιος. Όταν λοιπόν γύρισε τον τέταρτο μήνα πίσω στην Αθήνα, ανακοίνωσε στη συνέλευση του λαού ότι ο Λύσανδρος μέχρι τότε δεν τον άφηνε να φύγει κι έπειτα τον πρόσταξε να πάει στη Λακεδαίμονα· γιατί (ο Λύσανδρος του είπε) ότι δεν ήταν δικιά του αρμοδιότητα να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υπέβαλλε (ο Θηραμένης), αλλά στην αρμοδιότητα των εφόρων. Μετά απ’ αυτά εκλέχτηκε μαζί με άλλους εννιά να πάει στη Λακεδαίμονα με απόλυτη εξουσία.
[§18] Ο Λύσανδρος εντωμεταξύ έστειλε στους εφόρους μαζί με άλλους Λακεδαιμονίους τον Αριστοτέλη, που ήταν εξόριστος Αθηναίος, για να τους ειδοποιήσει ότι απάντησε στο Θηραμένη πως μόνο εκείνοι είχαν την αρμοδιότητα να παίρνουν αποφάσεις για πόλεμο και ειρήνη. Κι όταν ο Θηραμένης και οι άλλοι πρεσβευτές έφτασαν στη Σελλασία, και τους ρώτησαν για ποιο λόγο είχαν έρθει, αποκρίθηκαν ότι (είχαν έρθει) με απόλυτη πληρεξουσιότητα για να συνάψουν ειρήνη· μετά απ’ αυτά οι έφοροι έδωσαν εντολή να τους καλέσουν (στη Σπάρτη). Όταν έφτασαν (οι απεσταλμένοι των Αθηναίων στη Σπάρτη), (οι έφοροι) συγκάλεσαν συνέλευση, στην οποία έφερναν αντιρρήσεις κυρίως οι Κορίνθιοι και οι Θηβαίοι και πολλοί άλλοι Έλληνες και πρότειναν να μην κάνουν ειρήνη με τους Αθηναίους, αλλά να καταστρέψουν εντελώς την πόλη τους.
[§20] Οι Λακεδαιμόνιοι όμως αρνήθηκαν να καταστρέψουν μια Ελληνική πόλη που είχε προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες, τον καιρό που η Ελλάδα κινδύνεψε σοβαρά· συμφώνησαν όμως να συνάψουν ειρήνη με τον όρο οι Αθηναίοι να γκρεμίσουν τα μακρά τείχη και τα τείχη του Πειραιά, να παραδώσουν όλα τους τα πλοία εκτός από δώδεκα, να δεχτούν τον επαναπατρισμό των εξόριστων και θεωρώντας τον ίδιο εχθρό και φίλο με τους Λακεδαιμονίους να τους ακολουθούν στη στεριά και στη θάλασσα, όπου τυχόν τους οδηγούν (οι Λακεδαιμόνιοι). Ο Θηραμένης λοιπόν και οι πρεσβευτές που τον συνόδευαν επέστρεψαν στην Αθήνα με αυτούς τους όρους. Την ώρα που έμπαιναν στην πόλη τους περικύκλωσε πολύς κόσμος, από φόβο μήπως είχαν γυρίσει άπρακτοι· γιατί δεν μπορούσαν πια να καθυστερήσουν άλλο, επειδή πολλοί πέθαιναν απ’ την πείνα.
[§22] Την επόμενη μέρα οι πρέσβεις ανακοίνωσαν τους όρους με τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι θα δέχονταν τη σύναψη ειρήνης· και πήρε το λόγο ο Θηραμένης ως εκπρόσωπός τους (των πρέσβεων) και είπε ότι κατά τη γνώμη του πρέπει να υπακούσουν στους όρους των Λακεδαιμονίων και να γκρεμίσουν τα τείχη. Μερικοί του έφεραν αντιρρήσεις, οι περισσότεροι όμως συμφώνησαν μαζί του κι αποφάσισαν να δεχτούν την ειρήνη. Μετά απ’ αυτά ο Λύσανδρος κατέπλευσε στον Πειραιά, οι εξόριστοι επαναπατρίστηκαν και με μεγάλη προθυμία γκρέμιζαν τα τείχη κάτω απ’ τον ήχο των αυλών που έπαιζαν οι αυλητρίδες, γιατί πίστευαν πως η ημέρα εκείνη ήταν η αρχή της ελευθερίας για την Ελλάδα.
2, 3, 11-16
[§11] Οι τριάντα τύραννοι εκλέχτηκαν αμέσως μόλις γκρεμίστηκαν τα μακρά τείχη και τα τείχη που περιέβαλλαν τον Πειραιά· κι ενώ εκλέχτηκαν με τον όρο να συντάξουν νόμους σύμφωνα με τους οποίους θα κυβερνούσαν, συνεχώς ανέβαλλαν να τους συντάξουν και να τους δημοσιεύσουν, οργάνωσαν όμως τη βουλή και τις άλλες αρχές όπως νόμιζαν. Έπειτα, πριν κάνουν οτιδήποτε άλλο, εκείνους που όλοι γνώριζαν ότι την εποχή της δημοκρατίας ζούσαν συκοφαντώντας κι ότι ενοχλούσαν τους ενάρετους πολίτες (τους αριστοκράτες), τους συλλάμβαναν και τους παρέπεμπαν σε δίκη για παραπτώματα που τιμωρούνταν με θάνατο· και η βουλή με ευχαρίστηση τους καταδίκαζε και οι υπόλοιποι (πολίτες), όσοι ήξεραν καλά ότι οι ίδιοι δεν ήταν καθόλου τέτοιοι, διόλου δεν αγανακτούσαν. Όταν όμως άρχισαν να σκέφτονται πώς θα μπορούσαν να κυβερνήσουν την πόλη όπως ήθελαν, μετά απ’ αυτό έστειλαν αρχικά στη Σπάρτη τον Αισχίνη και τον Αριστοτέλη και έπεισαν το Λύσανδρο να τους βοηθήσει να σταλεί φρουρά, μέχρι να αποκαταστήσουν το πολίτευμα, αφού πρώτα βγάλουν από τη μέση τους κακούς πολίτες (τους δημοκρατικούς)· και υπόσχονταν ότι οι ίδιοι θα συντηρούσαν (τους φρουρούς). Αυτός (ο Λύσανδρος) πείστηκε και ενήργησε να σταλούν σ’ αυτούς φρουροί κι ο Καλλίβιος ως αρμοστής. Οι τριάκοντα, μόλις πήραν τη φρουρά, κολάκευαν τον Καλλίβιο με κάθε τρόπο, για να επιδοκιμάζει όλες τους τις πράξεις· και αφού αυτός τους παραχωρούσε μερικούς φρουρούς, (οι τριάκοντα) συλλάμβαναν όποιους ήθελαν, όχι πια τους κακούς και τους ασήμαντους αλλά αυτούς πλέον για τους οποίους πίστευαν ότι ελάχιστα θα ανέχονταν να παραμερίζονται κι ότι θα μπορούσαν να βρουν πάρα πολλούς συμπαραστάτες, αν επιχειρούσαν κάπως να αντιδράσουν.
[§15] Τον πρώτο λοιπόν καιρό ο Κριτίας είχε τις ίδιες απόψεις με το Θηραμένη και ήταν φίλος του. Επειδή όμως αυτός (ο Κριτίας), καθώς είχε εξοριστεί από το δημοκρατικό λαό, έδειχνε αποφασισμένος να σκοτώνει πολλούς, ο Θηραμένης έφερνε αντιρρήσεις λέγοντας ότι δεν ήταν σωστό να θανατώνουν όποιον τιμούσε ο λαός τη στιγμή που κανένα κακό δεν είχε κάνει στην αριστοκρατική τάξη· «αφού κι εγώ κι εσύ», του είπε, «και είπαμε και κάναμε πολλά, για να αρέσουμε στους πολίτες»· ο Κριτίας πάλι αντιδρούσε λέγοντας (γιατί ακόμα είχε καλές σχέσεις με το Θηραμένη) ότι σ’ αυτούς που ήθελαν να κυριαρχούν πάνω στους άλλους δεν επιτρεπόταν να μη βγάζουν από τη μέση όσους θα μπορούσαν να τους σταθούν εμπόδιο· «αν όμως έχεις τη γνώμη, επειδή είμαστε τριάντα κι όχι ένας, ότι πρέπει κάπως λιγότερο να φροντίζουμε για την εξουσία μας απ’ όσο κάποιος που μόνος του θα ασκούσε την τυραννία, είσαι ανόητος».
2, 3, 50-56
[50] Αφού είπε αυτά, σταμάτησε και οι βουλευτές φανερά τον επιδοκίμασαν. Κι ο Κριτίας, επειδή κατάλαβε ότι, αν επιτρέψει στους βουλευτές ν’ αποφασίσουν γι’ αυτόν, θα γλιτώσει, και κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να το ανεχθεί, ήρθε και συζήτησε κάτι με τους τριάντα· κατόπιν βγήκε και διέταξε τους οπλισμένους με μαχαίρια να σταθούν κοντά στα κιγκλιδώματα, ώστε να τους βλέπουν οι βουλευτές.
[51] Αφού ξαναμπήκε, είπε: «Κύριοι βουλευτές, νομίζω πως του ηγέτη ‑αν είναι τέτοιος, όπως πρέπει να είναι‑ έργο είναι να μην επιτρέπει (να εξαπατούνται) αν βλέπει τους φίλους του να εξαπατούνται. Κι εγώ λοιπόν αυτό θα κάνω. Κι ετούτοι εδώ που στέκονται γύρω μας αρνούνται να μας επιτρέψουν ν’ αφήσουμε έναν άνδρα να καταστρέφει ολοφάνερα την ολιγαρχία. Μέσα στους καινούργιους νόμους υπάρχει η διάταξη κανείς να μην είναι δυνατόν να θανατωθεί χωρίς τη δικής σας έγκριση, ενώ γι’ αυτούς που είναι έξω από τον κατάλογο οι τριάντα έχουν την κυριότητα ν’ αποφασίσουν για θάνατο. Εγώ λοιπόν», είπε, «εξαλείφω απ’ τον κατάλογο τούτον εδώ το Θηραμένη με τη σύμφωνη γνώμη όλων μας. Κι αυτόν εμείς τον σκοτώνουμε», είπε.
[52] Ακούγοντας αυτά ο Θηραμένης, μ’ ένα πήδημα πήγε κοντά στο βωμό και είπε: «Εγώ, άνδρες, σας ικετεύω σε ό,τι πιο δίκαιο υπάρχει να μην μπορεί ο Κριτίας να εξαλείψει από τον κατάλογο ούτε εμένα ούτε όποιον από σας θέλει, αλλά σύμφωνα με το νόμο που αυτοί θέσπισαν για όσους περιλαμβάνονται στον κατάλογο, με αυτόν να κριθώ κι εγώ κι εσείς.
[53] Και, μα τους θεούς, δεν αγνοώ και τούτο, ότι καθόλου δε θα με σώσει τούτος δω ο βωμός· θέλω όμως να σας αποδείξω αυτό: ότι αυτοί όχι μόνο είναι τελείως άδικοι προς τους ανθρώπους αλλά και εντελώς ασεβείς απέναντι στους θεούς. Κι απορώ με σας, καλοί μου άνθρωποι, που δε βοηθάτε τους εαυτούς σας, αν και γνωρίζετε πολύ καλά ότι δεν είναι το δικό μου όνομα που εύκολα σβήνεται από τον κατάλογο αλλά το όνομα καθενός από σας.
[54] Μετά απ’ αυτά ο κήρυκας των τριάντα διέταξε τους έντεκα να συλλάβουν το Θηραμένη. Μόλις εκείνοι εισήλθαν μαζί με τους βοηθούς τους και με αρχηγό τους το Σάτυρο, το θρασύτατο και αναιδέστατο, ο Κριτίας είπε: «Σας παραδίδουμε τούτον εδώ το Θηραμένη, που έχει καταδικαστεί σύμφωνα με το νόμο. Εσείς οι έντεκα, πάρτε τον και οδηγήστε τον όπου πρέπει και κάντε τις παραπέρα ενέργειες».
[55] Μόλις τα είπε αυτά, ο Σάτυρος τον τράβηξε από το βωμό μαζί κι οι υπηρέτες. Κι ο Θηραμένης, όπως ήταν φυσικό, επικαλούταν και θεούς και ανθρώπους να δουν αυτά που συνέβαιναν. Οι βουλευτές όμως δεν αντέδρασαν, επειδή έβλεπαν τους όμοιους με το Σάτυρο που ήταν στα κιγκλιδώματα καθώς και το μπροστά μέρος του βουλευτηρίου γεμάτο φρουρούς. Και ήξεραν καλά ότι αυτοί στέκονταν εκεί οπλισμένοι με μαχαίρια.
[56] Και οι φρουροί έσυραν μέσα από την αγορά τον άνδρα (Θηραμένη) που φώναζε δυνατά και φανέρωνε τα παθήματά του. Παραδίδεται και μια κουβέντα που είπε ο Θηραμένης. Όταν του είπε ο Σάτυρος ότι θα κλάψει πικρά, αν δε σιωπήσει, τον ρώτησε: «Αν σιωπήσω, δε θα κλάψω;» Κι όταν με τη βία οδηγήθηκε στο θάνατο, ήπιε το κώνειο. Κι αυτό που έμεινε, όπως λένε, το πέταξε μακριά, σαν να έπαιζε τον «κότταβο», και είπε: «Στην υγειά του όμορφου Κριτία».
Γνωρίζω βέβαια ότι τέτοιου είδους αποφθέγματα δεν είναι αξιόλογα· κρίνω όμως άξιο θαυμασμού για τον άνδρα το εξής, το ότι δεν έχασε την αυτοκυριαρχία και το χιούμορ του, ακόμη και την ώρα του θανάτου.