Ενότητα 9η (Β 6, 10-13)
Σηµαντικές διευκρινίσεις για το περιεχόµενο της έννοιας µεσότης
Προτεινόµενοι στόχοι
• να εµβαθύνουν οι µαθητές καλύτερα στο περιεχόµενο της έννοιας της µεσότητος, που (α) σχετίζεται µε τα πάθηκαι τις πράξεις, και (β) εξαρτάται από τις συνθήκες του χρόνου, του σκοπού, του τρόπου κλπ. • να οδηγηθούν στη διαπίστωση ότι η ηθική αρετή συνίσταται σ' αυτού του είδους τη µεσότητα.
Επισηµάνσεις
Χρήσιµο είναι να θυµηθούν οι µαθητές το περιεχόµενο του όρου πάθηστην αριστοτελική φιλοσοφία [ΗΝ, 1105 b 20 κ.ε. Βλ. ενότητα 8η και σχολικό βιβλίο, ερµηνευτικά σχόλια, σ. 172]
Σχολιάζοντας τις έννοιες του χρόνου, του σκοπού, του τρόπου κλπ., που συµπληρώνουν επιρρηµατικά (ὅτε,ἐφ' οἷ**ς,ὡς…) τα διάφορα δε**ῖτης ενότητας, καλό θα ήταν ίσως να αναφέρουµε τις αριστοτελικές κατηγορίες µε τις οποίες διευκρινίζεται η µεσότης(θεωρείται π.χ. ότι είναι το αγαθό ως προς την κατηγορία του χρόνου κ.λπ.).
Το κείµενο προσφέρεται για να τονιστεί η αυστηρή οργάνωση της σκέψης και η µεθοδικότητα του Αριστοτέλη. Ενώ στην προηγούµενη ενότητα (8η) ο φιλόσοφος διατύπωσε τη σκέψη του υποθετικά (εἰ δὴ πᾶσα…) και δυνητικά (ἂν εἴη), προχωρεί στη νέα ενότητα σε αναλυτική εξέταση και υποβολή της υπόθεσης σε λογικό έλεγχο, για να πάρει τελικά η αρχική υπόθεση τη µορφή συµπεράσµατος διατυπωµένου σε οριστική έγκλιση (=πραγµατικό, βεβαιότητα): Μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡἀρετή …
Ερµηνευτικές ερωτήσεις
\1. Στην ενότητα αυτή ο Αριστοτέλης διευκρινίζει τις σκέψεις που διατύπωσε πιο πάνω, κυρίως στην τελευταία περίοδο της προηγούµενης ενότητας: λέγω δὲ τὴν ἠθικὴν· αὕτη γὰρ … καὶ τὸ µέσον. α) Ποιον τρόπο ανάλυσης χρησιµοποιεί ο φιλόσοφος για να δώσει τις διευκρινίσεις που θεωρεί αναγκαίες; (Προσέξτε τη λέξη µε την οποία εισάγεται η ενότητα). β) Να αποδώσετε µε δικά σας λόγια τις διευκρινίσεις αυτές.
\2. Σε ποια πάθη αναφέρεται στην ενότητα ο Αριστοτέλης και ποιες γενικότερες συναισθηµατικές καταστάσεις τα συνοδεύουν;
\3. Όπως είδαµε σε προηγούµενη ενότητα (7η), η µεσότητα που έχει σχέση µε την ηθική αρετή ορίζεται µε κριτήριο το υποκείµενό της (πρὸς ἡµᾶς). Ποια κριτήρια προσθέτει εδώ ο φιλόσοφος, ώστε να οριστεί πληρέστερα η έννοια της «µεσότητας»;
\4. Να εντοπίσετε τα ΡΣ της ενότητας που αναφέρονται στις έννοιες της υπερβολής και της µεσότητας. Ποια από αυτά αναφέρονται στο έργο του υποκειµένου της ηθικής αρετής και ποια υποδηλώνουν την κοινωνική της διάσταση; Να διευκρινίσετε το β΄ µέρος της απάντησής σας µε ένα παράδειγµα από την αρχαία ελληνική γραµµατεία. [Τα ρηµατικά σύνολα , π.χ. ἔστι µᾶλλον, ἔστι ἧττον, ἀµφότερα οὐκ εὖ, κτλ. (σχεδόν όλα τα ΡΣ της ενότητας) θα πρέπει να διακριθούν κατά κατηγορία (έλλειψη, υπερβολή, µεσότητα). Η κοινωνική διάσταση της ηθικής αρετής υποδηλώνεται στα δεῖ, ψέγεται, ἐπαινεῖται (βλ. Βιβλίο του Καθηγητή, σσ. 35-36), ενώ στο υποκείµενό της αναφέρονται τα ἁµαρτάνεται και κατορθοῦται.]
\5. Α. Να συµπληρώσετε την πρόταση που λείπει, ώστε να ολοκληρωθούν οι συλλογισµοί:
(α) 1. Τὸ δ' ὅτε δεῖ καὶ ἐφ'οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ, µέσον τε καὶ ἄριστον.
\2. ὅπερ (=τὸ ἄριστον) ἐστὶν τῆς ἀρετῆς.
\3. …………………………………………………………………..
(β) 1. Τὸ µέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται.
\2. …………………………………………………………………..
\3. Μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή.
Β. Να εξηγήσετε µε δικά σας λόγια το δεύτερο συλλογισµό. [(α) ἀρετή ἐστιν τὸ δ' ὅτε δεῖ … καὶ ὡς δεῖ. (β) Ταῦτα δ' ἄµφω τῆς ἀρετῆς]
\6. Στην προηγούµενη ενότητα παρατηρήσαµε ότι ο φιλόσοφος διατύπωσε τη σκέψη του υποθετικά (εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήµη) και δυνητικά (ἡ δ' ἀρετή …τοῦ µέσου ἂν εἴη στοχαστική). Στο τέλος της νέας ενότητας (9η) ο τρόπος παρουσίασης της ίδιας σκέψης αλλάζει: Μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ µέσου. Πώς εξηγείται η διαφορά στη διατύπωση και τι συµπεράσµατα συνάγει κανείς από αυτό για το επιστηµονικό ήθος του Αριστοτέλη.
\7. Ο Α. Lesky (σ. 782) γράφει για τα Ἠθικά Νικοµάχεια ότι «είναι µια ανάλυση του ηθικού, όπως αυτό εµφανίζεται κάτω από τις διάφορες συνθήκες της πραγµατικότητας», και προσθέτει «ο Αριστοτέλης, σε πολύ ανώτερο βαθµό από τον Πλάτωνα, λαµβάνει υπόψη του την επικαιρικότητα της ανθρώπινης συµπεριφοράς». Να δείξετε την αλήθεια αυτών των απόψεων µε τη βοήθεια χωρίων της ενότητας.
\8. Να δείξετε µε τη βοήθεια χωρίων του κειµένου ότι η πράξη του ψεύδεσθαι µπορεί να είναι αρετή και το πάθος του ἐλεῆσαι είναι δυνατόν να είναι κακία. [Η απάντηση πρέπει να στηριχτεί αυστηρά στο κείµενο, κυρίως στο γεγονός ότι οι συνθήκες καθορίζονται από την ηθική της πόλης δεῖ, ψέγεται, ἐπαινεῖται]
\9. Να συγκρίνετε τις απόψεις του Αριστοτέλη για τη «µεσότητα» (ενότητες 7, 8, 9) µε τις θέσεις του Πλουτάρχου για την ίδια έννοια.
Λεξιλογικές -σηµασιολογικές ερωτήσεις
\1. Να εντοπίσετε στο κείµενο τα αντώνυµα των λέξεων: φοβηθῆναι, λυπηθῆναι, ἧττον, ἔλλειψις, ἁµαρτάνεται, ἐπαινεῖται και της φράσης οὐκ εὖ. [Στο οὐκ εὖ (σχήµα λιτότητας = «πολύ κακό») αντιστοιχεί ως αντώνυµο το ἄριστα]
\2. κατορθοῦται : Α. Να σηµειώσετε ποια σηµασία έχει το ρήµα στο κείµενο : 1. επιτυγχάνεται
\2. αποτελεί κατόρθωµα
\3. είναι το ορθό
Β. Να γράψετε τέσσερα οµόρριζα ουσιαστικά και επίθετα (απλά ή σύνθετα) στη νέα ελληνική.
\3. α) Να επισηµάνετε τις λέξεις του κειµένου που είναι οµόρριζες µε την πρόθεση ἀµφί. β) Να δώσετε σύνθετα ρήµατα, επίθετα και ουσιαστικά, στη νέα ελληνική, µε πρώτο συνθετικό την πρόθεση ἀµφί. Ποια σηµασία προσδίδει στο δεύτερο συνθετικό η παρουσία της πρόθεσης;
\4. φοβηθῆναι, ἐλεῆσαι: α) Να γράψετε τα οµόρριζα ουσιαστικά που αποτελούν θεµελιώδεις όρους του αριστοτελικού ορισµού για την τραγωδία. β) Να δώσετε από ένα συνώνυµο και ένα αντώνυµο στον κάθε όρο. [ἔλεος ≅ οἶκτος, συµπάθεια ≠ ἀναλγησία, ἀσπλαγχνία φόβος ≅ δεῖµα, δέος ≠ θάρρος, τόλµη]
\5. δεῖ : Να δώσετε τη σηµασία των φράσεων. (α) πολλοῦ δέω (ἀπολογεῖσθαι) (β) µικροῦ δέω (εἶναι) (γ) δυοῖν δέοντα (τεσσαράκοντα) (δ) τὰ ἑνὸς δεῖν (πεντήκοντα) (ε) ὀλίγου δεῖ
Παρατηρήσεις Βιβλίου Καθηγητή
Μετάφραση
Παραδείγματος χάριν μπορεί κανείς να φοβηθεί ή να δείξει θάρρος, να επιθυμήσει, να οργισθεί ή να σπλαχνισθεί, γενικά να νιώσει ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό, κι ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είναι καλό· να τα αισθανθεί όμως κανείς όλα αυτά τη στιγμή που πρέπει, σε σχέση με τα πράγματα που πρέπει, σε σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει, για τον λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, το μέσον και το άριστο -αυτό το δεύτερο έχει, βέβαια, άμεση σχέση με την αρετή. Όμοια και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον- η αρετή αναφέρεται στα "πάθη" και στις πράξεις: σ’ αυτά η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, το ίδιο και η έλλειψη, ενώ το μέσον επαινείται και είναι το ορθό· φυσικά, τα δύο αυτά, ο έπαινος και η επιτυχία του ορθού, πάνε μαζί με την αρετή. Ένα είδος μεσότητας είναι λοιπόν η αρετή, έτσι που έχει για στόχο της το μέσον.
Θέματα για συζήτηση
\1. μᾶλλον καὶ ἧττον: Αν η λέξη που κυριαρχεί στη συνέχεια του λόγου -για να δηλωθεί με αυτήν το σωστό σε αντίθεση με το λάθος που δηλώνεται με τις λέξεις μάλλον και ήττον- είναι η λέξη δεῖ, τότε γίνεται, βέβαια, αμέσως φανερό ότι η γενική συγκριτική που πρέπει να προστεθεί δίπλα σ’ αυτά τα δύο συγκριτικού βαθμού επιρρήματα είναι η γενική τοῦ δέοντος = "περισσότερο απ’ όσο πρέπει", " λιγότερο απ’ όσο πρέπει". Από τη μια λοιπόν, π.χ., το φοβηθῆναι μᾶλλον τοῦ δέοντος — φοβηθῆναι ἦττον τοῦ δέοντος (άλλη διατύπωση: φοβηθῆναι μᾶλλον ἢ δεῖ — φοβηθῆναι ἦττον ἢ δεῖ) κι από την άλλη το φοβηθῆναι ὅτε δεῖ φοβηθῆναι, ἐφ’ οἷς δεῖ φοβηθῆναι κτλ.
\2. δεῖ: Μεσότητα λοιπόν, όπως είδαμε, κατά τον Αριστοτέλη η αρετή, μεσότητα μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως· και: αν η υπερβολή και η έλλειψη αποτελούν πάντοτε λάθος (ἁμαρτίαν) και γι’ αυτό ψέγονται από τους ανθρώπους, το μέσον, η μεσότητα επισύρει τον έπαινο γιατί είναι το ορθό· το μᾶλλον (= το περισσότερο) και το ἦττον (= το λιγότερο) είναι πάντοτε λάθη, οὐκ εὖ, ενώ το μέσον είναι το ἄριστον, μια λέξη που και από μόνη της θυμίζει την αρετή. "Λιγότερο" όμως από τι; Και πάλι -από την άλλη- "περισσότερο" από τι; Η απάντηση του Αριστοτέλη είναι απλή: "περισσότερο" ή " λιγότερο" από "αυτό που πρέπει", από το δέον. Τι εννοούσε όμως με τη λέξη αυτή, με τη λέξη δεῖ, ο Αριστοτέλης; Τι εννοούσαν -ας γενικεύσουμε πια- με τη λέξη αυτή οι αρχαίοι Έλληνες; Εύκολα μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι λέξεις ή εκφράσεις όπως αυτή που χρησιμοποίησε ο Αριστοτέλης και που μας γέννησε την απορία μάς φέρνουν αντιμέτωπους με ένα από τα πιο αγωνιώδη ερωτήματα που ορθώνονται μπροστά στους μελετητές του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αφού φράσεις όπως αυτή μοιάζουν να λένε κάτι το πολύ σημαντικό, δίχως ωστόσο να το δηλώνουν, στην πραγματικότητα, με τον σαφέστερο που θα επιθυμούσαμε εμείς τρόπο. Τι να εννοεί, αλήθεια, στο αριστοτελικό χωρίο το κρίσιμο αυτό δεῖ, γύρω από το οποίο, σαν γύρω από ένα κέντρο ζωής, οργανώνεται και η σκέψη και ο λόγος που θα την υπηρετήσει; Βρισκόμαστε μπροστά σε μια λέξη αθέλητα ή θεληματικά ασαφή, ή μήπως -αντίθετα- μπροστά σε μια λέξη με δεδομένο το αυτονόητο περιεχόμενό της, τουλάχιστο για τον αρχαίο χρήστη ή ακροατή της; Έτσι είχε μιλήσει π.χ. και ο Πλάτωνας στους Νόμους του (636 d 5- e 2): «Όταν οι άνθρωποι συζητούν για νόμους», λέει ο Πλάτωνας, «όλη τους σχεδόν η συζήτηση είναι για το τι είναι ηδύ και τι είναι λυπηρόν και στης πόλης τη ζωή και στων ανθρώπων την προσωπική ζωή· γιατί αυτές είναι πράγματι οι δύο μεγάλες φυσικές πηγές, και όποιος αντλεί από την πηγή που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει και στην ποσότητα που πρέπει, αυτός -μόνος αυτός-, είτε είναι απλό άτομο είτε μια πόλη ολόκληρη, έχει την ελπίδα να κερδίσει μια μέρα την ευδαιμονία». Ίδιος ήταν ο λόγος και του συγγραφέα του ψευδοπλατωνικού διαλόγου Περὶ δικαίου (375 a 4): «Κατά τη γνώμη μου», είπε ο άγνωστός μας συγγραφέας, «όλα όσα γίνονται τη στιγμή και με τον τρόπο που πρέπει, είναι δίκαια, ενώ είναι άδικα όσα δεν γίνονται ούτε τη στιγμή ούτε με τον τρόπο που πρέπει». Και, φυσικά, ας μη δημιουργηθεί μέσα μας η εντύπωση πως μόνο στον φιλοσοφικό λόγο ήταν συνήθεις οι τέτοιες διατυπώσεις· με ανάλογο τρόπο ήταν π.χ. διατυπωμένος ο λόγος και σ’ εκείνη την ανεπανάληπτη σκηνή του σοφόκλειου Οἰδίποδα Τυράννου, όπου ο τραγικός ήρωας, έτοιμος να βγάλει με τα ίδια του τα χέρια τα μάτια του, αποχαιρετά το φως του ήλιου: στ. 1183-85
ὦ φῶς, τελευταῖον σὲ προσβλέψαιμι νῦν, / ὅστις πέφασμαι φὺς τ’ ἀφ’ ὧν οὐ χρῆν, ξὺν οἷς τ’ /οὐ χρῆν ὁμιλῶν, οὓς τέ μ' οὐκ ἔδει κτανών. [ω φως, στερνή φορά να σ’ αντικρύσω τώρα που φανερώθηκα πως είμαι παιδί εκείνων που δεν έπρεπε να ήμουν, πως ζω με όποιους δεν έπρεπε να ζούσα, κι είμαι αυτών που δεν έπρεπε φονιάς. (μετάφραση Ι. Ν. Γρυπάρη)]
Τι είναι άραγε αυτό που δίνει στον Οιδίποδα -στον κάθε Έλληνα- τη βεβαιότητα ότι γνωρίζει τι πρέπει και τι δεν πρέπει, ποια πράξη του είναι ορθή και ποια όχι;
Ας μην προχωρήσουμε σε άλλα παραδείγματα, ας ξαναπούμε όμως την απορία μας: Τι ήταν στην πραγματικότητα που έδινε στον αρχαίο Έλληνα τη βεβαιότητα πως οι πράξεις του ήταν ορθές; Διέθετε άραγε κριτήρια που τον βοηθούσαν να βεβαιώνει κάθε φορά τον εαυτό του για την ορθότητα των πράξεών του; Πώς μπορούσε ο αρχαίος Έλληνας να έχει τη βεβαιότητα ότι αυτό που θεωρούσε ο ίδιος σωστό ήταν και για τους άλλους -για όλους τους άλλους συμπολίτες του- το σωστό; Γεμάτος ο αρχαίος ελληνικός κόσμος από "πράξεις", "πράξεις" του ατόμου και "πράξεις" της πόλης· και ο αρχαίος Έλληνας έτοιμος κάθε στιγμή να ασκήσει το κριτικό του έργο, για να επισημάνει το σωστό και το λάθος, το ὀρθὸν και την ἁμαρτίαν. Με τι κριτήρια, αλήθεια;
Στον Κρίτωνά του ο Πλάτωνας παρουσιάζει τους νόμους της πόλης να έρχονται προσωποποιημένοι να υποδείξουν στον Σωκράτη ποιο είναι το ορθό που οφείλει να πράξει. Στη σκηνή αυτή πρέπει, ασφαλώς, να διακρίνουμε ένα βαθύτερο νόημα: Όταν μιλούμε για την προαλεξανδρινή αρχαιότητα, δεν μας διαφεύγει ότι ένα από τα κυριότερα γνωρίσματα αυτής της εποχής είναι η πόλις-κράτος, τις πιο πολλές όμως φορές ξεχνούμε ότι εδώ δεν πρόκειται μόνο για ένα διοικητικό, για ένα πολιτειακό μόνο φαινόμενο, αλλά για κάτι ουσιαστικότερο: η πόλις είναι η συγκεκριμενοποίηση, η συνισταμένη ενός πνεύματος που τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τα διασφαλίζει η συνέχεια, η παράδοση· για τον Έλληνα του 5ου αι. π.Χ. -το ίδιο και για τον Αριστοτέλη- η πόλις είναι το "πνεύμα της κοινότητας", είναι οι άγραφοι παραδοσιακοί κανόνες συμβίωσης· αυτοί ακριβώς οι άγραφοι κανόνες παρουσιάζονται μπροστά στον Σωκράτη -ο Πλάτωνας μας βοηθεί να καταλάβουμε ότι ένας από τους πιο βασικούς κριτές που αποφασίζουν τι οφείλει να πράξει σ’ αυτή ή σ’ εκείνη τη συγκεκριμένη περίπτωση το άτομο-πολίτης -αυτό θα πει: η αρχή που αποφασίζει τι είναι το ορθό και τι το μη ορθό στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση- είναι η πόλις = το "πνεύμα της κοινότητας".
Ένα δεύτερο κριτήριο μας το προσφέρει ο ίδιος ο Αριστοτέλης σε ένα από τα λογικά του έργα, μέσα σε εντελώς τυχαία επομένως για το θέμα μας συμφραζόμενα -δεν θα το περιμέναμε ασφαλώς έτσι: Στα Ἀναλυτικὰ Ὕστερα, όπου ο λόγος είναι για την απόκτηση της γνώσης με τη βοήθεια της απόδειξης και του ορισμού, ο Αριστοτέλης θέτει -πάντα σε σχέση με τους μηχανισμούς του ορισμού και, πάντως, δείγματος χάριν- ένα κρίσιμο για το δικό μας θέμα ερώτημα (97 b 15 εξ.): «Τι θα έπρεπε να κάνουμε, αν θέλαμε π.χ. να βρούμε τι είναι η μεγαλοψυχία;». «Δεν έχουμε άλλο να κάνουμε», είναι η απάντηση του Αριστοτέλη, «παρά να φέρουμε στο νου μας μερικούς γνωστούς μας μεγαλόψυχους, ώστε να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε ποιο είναι -μέσα στις διαφορές τους- το κοινό χαρακτηριστικό τους που μας υποχρεώνει να τους αποδώσουμε την ιδιότητα του μεγαλόψυχου». Και συνεχίζει: «Μεγαλόψυχοι είναι π.χ. ο Αλκιβιάδης, ο Αχιλλέας ή ο Αίαντας. Ποιο είναι λοιπόν το κοινό χαρακτηριστικό τους;». «Το ότι δεν ανέχονταν τις προσβολές», επισημαίνει ο φιλόσοφος, και συνεχίζει: «Πραγματικά, ο πρώτος πολέμησε για τον λόγο αυτό, ο άλλος κυριεύτηκε από τρομερό θυμό, ο τρίτος έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Και φυσικά», προσθέτει ο Αριστοτέλης, «θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε και άλλους, τον Λύσανδρο π.χ. ή τον Σωκράτη».
Το συμπέρασμα έρχεται πλέον από μόνο του: Κατά τον Αριστοτέλη, ένα τέτοιο κριτήριο ορθότητας των πράξεών του -ένα από αυτά που αναζητούμε- ήταν για τον αρχαίο Έλληνα η παράδοση του τόπου του, η παλιότερη αλλά και η κοντινότερη· σ’ αυτήν μπορούσε να ανατρέχει -σε κάθε περίπτωση της ζωής του-, αφού αυτή είχε δημιουργήσει τα πρότυπα, τους άνδρες-φορείς των αρετών, τους σπουδαίους ἄνδρας, όπως ήταν η αρχαία έκφραση. Είχε επομένως ο αρχαίος Έλληνας -για να προετοιμάσει τις πράξεις του ή για να τις ζυγίσει εκ των υστέρων- πρότυπα και υποδείγματα -και όλα αυτά γεννήματα του δικού του τόπου-, για να αποφασίζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν η πράξη του βρισκόταν ή όχι κοντά στην αρετή που τα πρότυπα του εκπροσωπούσαν.
Διέθεταν λοιπόν, πράγματι, οι αρχαίοι Έλληνες κριτήρια που τους βοηθούσαν να κρίνουν πάντοτε την ορθότητα των πράξεων τους. Κι ούτε έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία ότι τα κριτήρια αυτά μπορεί και να ποίκιλλαν -για προφανείς λόγους- από πόλη σε πόλη: οι Αθηναίοι, με το δικό τους παρελθόν, είχαν τα δικά τους κριτήρια, οι Σπαρτιάτες τα δικά τους, οι Θηβαίοι τα δικά τους, κ.ο.κ. Πρόσωπα όμως όπως ο Αχιλλέας ή ο Αίαντας ανήκαν, βέβαια, σε όλους τους Έλληνες και προσδιόριζαν με το βάρος της προσωπικότητάς τους τη συμπεριφορά όλων των Ελλήνων.
Για άλλο ένα τέτοιο κριτήριο θα μας δώσει την αφορμή να μιλήσουμε ο τελικός ορισμός της αρετής στο κείμενο της επόμενης Ενότητας.
Ο λόγος μας ως τώρα ήταν, βέβαια, για τους αρχαίους Έλληνες. Όμως το "πρέπει" και το "δεν πρέπει" είναι κοινότατες εκφράσεις και του δικού μας, του νεοελληνικού μας λόγου. Τι θέλουμε λοιπόν κι εμείς σήμερα να πούμε με τις εκφράσεις αυτές; Τι ακριβώς, αλήθεια, διδάσκουμε στα παιδιά μας όταν τους υποδεικνύουμε τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να κάνουν; Οι διαφορές μας, βέβαια, από τους αρχαίους Έλληνες σε ό,τι αφορά στον γενικότερο κοινωνικό μας βίο δεν είναι καθόλου λίγες. Μια τέτοια διαφορά, πολύ μάλιστα σημαντική, είναι π.χ. η θρησκεία μας, που το περιεχόμενο και οι αξίες της προδιέγραψαν με τρόπο καθοριστικό τη γενικότερη συμπεριφορά μας και έδωσαν ένα πολύ συγκεκριμένο νόημα στις λέξεις καλό και κακό, εν πολλοίς πολύ διαφορετικό από το νόημα που είχαν οι λέξεις αυτές στο στόμα και στην ψυχή των αρχαίων Ελλήνων. Όταν θα διαβάσουμε παρακάτω ενότητες από τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, από ένα έργο λοιπόν στο οποίο ο μεγάλος φιλόσοφος προβληματίσθηκε πάνω σε ενδιαφέροντα θέματα της καθημερινής ζωής των αρχαίων Ελλήνων ως πολιτών = ως συμπολιτών, θα αντιληφθούμε ότι οι λέξεις αυτές δεν είχαν εκεί (και γενικότερα, βέβαια, στον αρχαίο ελληνικό λόγο) κανένα θρησκευτικό ή μεταφυσικό περιεχόμενο, αφού χρησιμοποιούνταν σχεδόν αποκλειστικά για να περιγράψουν τον αξιόλογο και τον ασήμαντο -αντίστοιχα- πολίτη. Ωστόσο η παράδοση του τόπου και τα ιστορικά πρότυπα ως φορείς συγκεκριμένων αρετών (μιλήσαμε παραπάνω για όλα αυτά εν σχέσει με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο) είναι έννοιες που εξακολουθούν να λειτουργούν και σήμερα ως κριτήρια για την αξιολόγηση των πράξεών μας. Πώς αλλιώς να ερμηνέψεις, ας πούμε, τους στίχους «Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο» ή «Βοηθός και σκέπη μας, Άη-Κανάρη! Βοηθός και σκέπη μας, Άη-Μιαούλη! Βοηθός και σκέπη μιας, Αγια-Μαντώ!» που διαβάζουμε στο Άξιον εστί του ποθητή Οδυσσέα Ελύτη;
Μολονότι λοιπόν και στον νεοελληνικό μας λόγο οι εκφράσεις "πρέπει" ή "δεν πρέπει" μοιάζουν ασαφείς -ως προς το περιεχόμενό τους- μέσα στη γενικότητα τους, εντούτοις λένε, στην πραγματικότητα, κάτι το απολύτως μάλλον ξεκάθαρο και συγκεκριμένο μέσα στα πλαίσια της γενικότερης "κοινωνικής" μας γλώσσας -που, βέβαια, όπως και η γενικότερη πολιτική και κοινωνική μας ζωή, δέχονται πια στις μέρες μας έντονες "παγκόσμιες" επιρροές, που μπορεί και να οδηγήσουν στην καθιέρωση, αν όχι νέων, ενδεχομένως, πάντως, νεότροπων κριτηρίων.