Μετάφραση

Ενότητα 11 (514Α-515Α)

Ύστερα λοιπόν από αυτά, είπα, παρομοίασε την ανθρώπινη φύση μας σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία με μια τέτοια κατάσταση. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σαν να είναι μέσα σε μια υπόγεια κατοικία που μοιάζει με σπήλαιο, η οποία έχει την είσοδο ανοιχτή προς το φως σ' όλο το μάκρος του σπηλαίου, και μέσα σ' αυτή, από την παιδική τους ηλικία, να βρίσκονται (άνθρωποι) δεμένοι σε δεσμά και από τα πόδια και από τον αυχένα, ώστε να μένουν ακίνητοι και να βλέπουν μόνο μπροστά, και να μην μπορούν, εξαιτίας των δεσμών, να γυρίζουν το κεφάλι κυκλικά, και ένα φως φωτιάς να φέγγει γι' αυτούς από ψηλά και μακριά από πίσω τους και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες να περνά πιο ψηλά ένας δρόμος, κοντά στον οποίο φαντάσου ένα μικρό τοίχο να έχει χτιστεί κοντά, όπως ακριβώς τα παραπετάσματα που έχουν τοποθετηθεί μπροστά στους θεατές από τους ταχυδακτυλουργούς, πάνω στα οποία δείχνουν τις ταχυδακτυλουργίες τους.

Φαντάζομαι, είπε.

Φαντάσου λοιπόν πλάι σ' αυτό τον τοίχο ανθρώπους να μεταφέρουν κάθε είδους σκεύη που εξέχουν από τον τοίχο και ανδριάντες και άλλα ομοιώματα πέτρινα και ξύλινα και κάθε είδους κατασκευασμένα αντικείμενα. Φυσικά, από αυτούς που περνούν έτσι φορτωμένοι άλλοι μιλούν και άλλοι σιωπούν. Παράξενη, είπε, εικόνα αναφέρεις και παράξενους δεσμώτες.

Όμοιους με μας, είπα εγώ.

Ενότητα 12 (519Β-D)

Τι λοιπόν; Αυτό δεν είναι φυσικό, είπα εγώ, και δεν είναι ανάγκη (να συμπεράνει κανείς) από τα προηγούμενα το εξής, ότι δηλαδή ούτε οι απαίδευτοι και όσοι δεν έχουν γνωρίσει την αλήθεια ούτε αυτοί που είχαν την ευκαιρία να ασχολούνται ως το τέλος της ζωής τους με την παιδεία θα μπορούσαν να κυβερνήσουν ποτέ ικανοποιητικά μια πόλη, οι πρώτοι, γιατί δεν έχουν κάποιο σκοπό στη ζωή τους, που θα τους κατευθύνει σε οποιαδήποτε πράξη τους, είτε ιδιωτική είτε δημόσια, και οι δεύτεροι, επειδή με τη θέληση τους δεν θα αναμειχθούν στην πρακτική ζωή, γιατί νομίζουν ότι έχουν εγκατασταθεί, παρότι ζωντανοί ακόμη, στα νησιά των μακάρων.

Αλήθεια, είπε.

Έργο λοιπόν δικό μας, των ιδρυτών της πολιτείας, είπα εγώ, είναι να αναγκάσουμε τις ιδιοφυΐες να επιδοθούν προς το μάθημα το οποίο πριν είπαμε ότι είναι το ανώτατο, να δουν δηλαδή το αγαθό και να ανεβούν εκείνο τον ανηφορικό δρόμο. Όταν όμως ανεβούν και δουν αρκετά το αγαθό, να μην τους επιτρέπουμε αυτό που τώρα τους επιτρέπεται.

Και ποιο πράγμα είναι αυτό;

Το να μένουν συνεχώς εκεί ψηλά, είπα εγώ, και να μη θέλουν πάλι να κατεβαίνουν προς εκείνους τους δεσμώτες ούτε να παίρνουν μερίδιο από τους κόπους και τις τιμές εκείνων (των δεσμωτών), είτε μικρότερης είτε μεγαλύτερης αξίας είναι αυτές.

Ενότητα 13 (519D-520A)

Έπειτα, είπε, θα αδικήσουμε αυτούς και θα τους κάνουμε να ζουν χειρότερα, ενώ θα μπορούσαν να ζουν καλύτερα;

Ξέχασες, πάλι, φίλε μου, είπα εγώ, ότι ο νόμος δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό, πώς δηλαδή θα ευτυχήσει εξαιρετικά μια κοινωνική τάξη μέσα στην πόλη, αλλά επιδιώκει να υπάρξει αυτό (η ευδαιμονία) σ' ολόκληρη την πόλη ενώνοντας σε ένα αρμονικό σύνολο τους πολίτες με την πειθώ και τη βία, κάνοντας να μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια την οποία ο καθένας (κάθε τάξη) μπορεί να προσφέρει στο σύνολο και ο ίδιος δημιουργώντας τέτοιους πολίτες στην πόλη, όχι για να τους αφήνει να πηγαίνει όπου θέλει ο καθένας, αλλά για να τους χρησιμοποιεί ο ίδιος για τον ενωτικό δεσμό της πόλης.

Αλήθεια, είπε· πραγματικά το ξέχασα.

Σκέψου τώρα, είπα, Γλαύκωνα, ότι δε θα αδικήσουμε όσους γίνονται φιλόσοφοι στην πόλη μας, αλλά δίκαια θα μιλήσουμε προς αυτούς, πείθοντας τους με επιχειρήματα και να φροντίζουν και να φυλάττουν τους άλλους.

 

Μετάφραση

Ενότητα 11

[514b] Ύστερ’ από αυτά, είπα, δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της πλάθοντας με τo νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που τo άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα, ώστε να μένουν ακινητοποιημένοι [b] και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους· κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος· κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στο δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές, για να δείχνουν από κει τα τεχνάσματά τους.

Το φαντάζομαι, είπε.

Φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σ' αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν [c] κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι, αγάλματα [515a] και άλλα ομοιώματα ζώων, από πέτρα, από ξύλο ή από οτιδήποτε άλλο, κι ότι, όπως είναι φυσικό, άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτά τα πράγματα μιλούν ενώ άλλοι είναι σιωπηλοί.

Αλλόκοτη, είπε, η εικόνα που περιγράφεις, και οι δεσμώτες αλλόκοτοι κι αυτοί.

Όμοιοι με εμάς, έκανα εγώ·

γιατί πρώτα-πρώτα μήπως φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες αυτοί έκτος από τον εαυτό τους και τους διπλανούς τους βλέπουν ποτέ τους τίποτε άλλο πέρα από τις σκιές που ρίχνει το φως αντικρύ τους στον τοίχο της σπηλιάς;

Μα πώς θα ήταν δυνατόν, είπε, αφού σ' όλη τους τη ζωή [b] είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο;

Και με τα πράγματα που περνούν μπροστά στο τειχάκι τι γίνεται; Τι άλλο εκτός από τις σκιές τους βλέπουν οι δεσμώτες;

Σαν τι άλλο θα μπορούσαν να δουν;

Αν, τώρα, είχαν τη δυνατότητα να συνομιλούν, δεν νομίζεις ότι θα πίστευαν πως αυτά για τα όποια μιλούν δεν είναι παρά οι σκιές που έβλεπαν να περνούν μπροστά από τα μάτια τους; Κατανάγκην, είπε.

Κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι στο δεσμωτήριο ερχόταν και αντίλαλος από τον αντικρινό τοίχο; Κάθε φορά που θα μιλούσε κάποιος από όσους περνούσαν πίσω τους, φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες δεν θα πίστευαν ότι ή φωνή βγαίνει από τη σκιά που θα έβλεπαν να περνά από μπροστά τους;

Μα το Δία, είπε, και βέβαια.

[c] Ασφαλώς λοιπόν, είπα εγώ, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα ήταν δυνατόν να πιστέψουν για αληθινό τίποτε άλλο παρά μονάχα τις σκιές των κατασκευασμάτων.

Ανάγκη αδήριτη, είπε.

Σκέψου τώρα, είπα εγώ, ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει η απαλλαγή τους από τα δεσμά και η γιατρειά τους από την πλάνη και την αφροσύνη, αν τύχαινε και τούς συνέβαιναν τα έξης: Κάθε φορά πού κάποιος από αυτούς θα λυνόταν και θα αναγκαζόταν ξαφνικά να ελευθερωθεί και να γυρίσει το κεφάλι και να περπατήσει και να αντικρίσει το φως ψηλά —κι όλα αυτά πονώντας πολύ και αδυνατώντας από την εκτυφλωτική λάμψη να διακρίνει εκείνα τα πράγματα [d] που ως τώρα έβλεπε τις σκιές τους—, τι φαντάζεσαι ότι θα έλεγε ο άνθρωπος αυτός, αν κάποιος του έλεγε ότι όσα έβλεπε πρωτύτερα ήταν ανοησίες και ότι τώρα είναι κάπως πιο κοντά στην πραγματικότητα κι ότι έχοντας τώρα στραφεί σε αντικείμενα πιο πραγματικά βλέπει σωστότερα; Ιδίως μάλιστα αν δείχνοντάς του καθένα από τα αντικείμενα που περνούσαν από μπροστά του τον ρωτούσε και τον υποχρέωνε να απαντήσει τι είναι το καθένα τους. Δεν νομίζεις ότι ο άνθρωπος εκείνος θα τα 'χανε και θα πίστευε ότι όσα έβλεπε τότε ήταν αληθινότερα από εκείνα που του έδειχναν τώρα;

Και πολύ μάλιστα.

[e] Κι άμα θα τον ανάγκαζε να κοιτάξει στο ίδιο το φως, δεν θα αισθανόταν έντονο πόνο στα μάτια και δεν θα προσπαθούσε να το αποφύγει στρέφοντας το βλέμμα του πάλι σ' εκείνα που μπορεί να βλέπει, και δεν θα νόμιζε ότι εκείνα εΐναι σταλήθεια πιο σαφή και ευκρινή από όσα του έδειχναν τώρα;

Έτσι, είπε.

Αν, τέλος, είπα εγώ, κάποιος τον τραβούσε διά της βίας προς τα έξω από ένα ανέβασμα κακοτράχαλο κι απότομο και δεν τον άφηνε προτού να τον βγάλει στο φως του ήλιου, άραγε ο δεσμώτης δεν θα πονούσε [516a] και δεν θα αγανακτούσε που τον τραβολογούσαν, κι όταν θα έβγαινε στο φως, έτσι καθώς τα μάτια του θα ήταν πλημμυρισμένα από την εκτυφλωτική λάμψη, δεν θα του ήταν εντελώς αδύνατο να διακρίνει έστω και ένα από τα πράγματα, για τα όποια θα του λέγανε τώρα πώς είναι αληθινά;

Θα του ήταν αδύνατον, είπε· έτσι στα ξαφνικά τουλάχιστον. Θα χρειαζόταν, νομίζω, κάποιος χρόνος προσαρμογής, προκειμένου να αντικρίσει τα πράγματα επάνω. Έτσι, στην αρχή, θα διέκρινε ευκολότερα τις σκιές, έπειτα τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων στο νερό κι ύστερα τα ίδια τα πράγματα· από αυτά όσα βρίσκονται στον ουρανό, και αυτό τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να τα κοιτάξει πιο εύκολα τη νύχτα [b] με το φως των άστρων και του φεγγαριού παρά την ήμερα, με τον ήλιο και το φως του. Ασφαλώς.

Και τελευταίο απ' όλα θα μπορούσε να αντικρίσει τον ήλιο, όχι είδωλά του στο νερό ή σε κάποια θέση άλλην από τη δική του, άλλα τον ήλιο αυτόν καθαυτόν στον δικό του τόπο, και να θεαστεί τη φύση του.

Κατανάγκην, είπε.

Κι ύστερα από αυτά θα έφθανε να συλλάβει με το λογισμό του ότι αυτός, ο ήλιος, είναι που δωρίζει τις εποχές και τα χρόνια και που διαφεντεύει τα πάντα [c] στη σφαίρα των ορατών πραγμάτων, και κατά κάποιον τρόπο είναι ή αιτία για όλα όσα έβλεπαν ό ίδιος και οι άλλοι δεσμώτες.

Προφανώς, είπε, αυτό θα ήταν το επόμενο συμπέρασμά του.

Λοιπόν; Καθώς θα ξαναθυμάται τον τόπο, στον όποιο έμενε πρώτα, τη «σοφία» που είχαν εκεί, και τους συγκροτούμενους του εκεί, δεν νομίζεις ότι θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για την αλλαγή, ενώ για 'κείνους θα αισθάνεται οίκτο;

Και πολύ μάλιστα.

Κι αν υποθέσουμε ότι οι δεσμώτες είχαν θεσπίσει τότε κάποιες τιμές και επαίνους μεταξύ τους και βραβεία για όποιον διέκρινε καθαρότερα απ' όλους τα αντικείμενα που περνούσαν μπροστά τους, ή για όποιον συγκρατούσε στη μνήμη του ποια από αυτά συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια ύστερα [d] και ποια πήγαιναν μαζί με ποια, έτσι που βάσει αυτού να έχει κάποια ιδιαίτερη ικανότητα στο να μαντεύει τι επρόκειτο να περάσει κάθε φορά, έχεις μήπως τη γνώμη ότι ο άνθρωπος αυτός θα φλεγόταν από την επιθυμία για τέτοια πράγματα και ότι θα ζήλευε όσους τιμούνταν εκεί και είχαν δύναμη και αναγνώριση; Ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και θα επιθυμούσε διακαώς «πάνω στη γη να ζούσε κι ας ξενοδούλευε σε κάποιον άκληρο» ή να υπέφερε οτιδήποτε παρά να νομίζει τέτοια πράγματα και να ζει όπως εκείνοι;

[e] Έτσι νομίζω κι εγώ, είπε· θα προτιμούσε να πάθαινε οτιδήποτε παρά να ζει εκείνη τη ζωή.

Συλλογίσου τώρα και τούτο, είπα εγώ. Αν ένας άνθρωπος σαν αυτόν κατέβαινε ξανά εκεί κάτω και καθόταν στην ίδια θέση, άραγε τα μάτια του δεν θα ήταν γεμάτα σκοτάδι, καθώς θα ερχόταν έτσι απότομα από το φως του ήλιου;

Βεβαιότατα.

Κι αν θα χρειαζόταν να παραβγεί πάλι με εκείνους που είχαν παραμείνει δεσμώτες προσπαθώντας να διακρίνει τις σκιές, ενώ η δράση του θα είναι αδύναμη [517a] ωσότου να προσαρμοστούν τα μάτια του κι ο χρόνος της προσαρμογής όχι πολύ σύντομος, άραγε δεν θα γινόταν περίγελως και δεν θα έλεγαν γι' αυτόν ότι γύρισε με τα μάτια του χαλασμένα από 'κει πάνω που ανέβηκε, και ότι δεν αξίζει τον κόπο ούτε καν να δοκιμάσει κανείς να ανεβεί επάνω; Κι όποιον θα επιχειρούσε να τους λύσει από τα δεσμά και να τους ανεβάσει επάνω, αυτόν, αν μπορούσαν με κάποιον τρόπο να τον πιάσουν στα χέρια τους και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;

Ασφαλώς, είπε.

Αυτή λοιπόν την εικόνα, φίλε Γλαυκών, [b] πρέπει να την συνδέσουμε ολόκληρη με όσα λέγαμε πρωτύτερα, και να παρομοιάσουμε την περιοχή που μας εμφανίζεται διαμέσου της όρασης με τη διαμονή στο δεσμωτήριο, και το φως της φωτιάς που υπάρχει εκεί με τη δύναμη του ήλιου· κι αν παραβάλεις το ανέβασμα προς τα πάνω, και τη θέαση των πραγμάτων του επάνω κόσμου με την άνοδο της ψυχής στον νοητό τόπο, δεν θα πέσεις μακριά από τη δική μου πίστη, μια που θέλεις να την ακούσεις. Κατά πόσο αληθεύει, το ξέρει ο θεός. Σ' εμένα πάντως το πράγμα φαίνεται να έχει ως έξης. Στη σφαίρα της γνώσης γίνεται ορατή, τελευταία και με μεγάλη δυσκολία, [c] η ιδέα του Αγαθού και, σαν γίνει ορατή, πρέπει κανείς να την συλλογιστεί ως την αιτία κάθε σωστού και ωραίου πράγματος όσον άφορα όλα τα όντα —αυτήν ή όποια στον ορατό τόπο γέννησε το φως και τον άρχοντά του, και η όποια στον νοητό τόπο είναι ή ίδια αρχόντισσα που δώρισε αλήθεια και νόηση και ότι την ιδέα αυτή του Αγαθού είναι απαραίτητο να την αντικρίσει οποίος μέλλει να πράξει με φρόνηση είτε στην ιδιωτική είτε στη δημόσια σφαίρα.

Συμφωνώ, είπε, κι εγώ μαζί σου, με τον τρόπο βέβαια που μπορώ.

Έλα τότε λοιπόν, είπα εγώ, να συμφωνήσεις μαζί μου και σε τούτο, και μην παραξενεύεσαι που όσοι έφθασαν ως εκεί δεν θέλουν να καταπιάνονται με τις συνηθισμένες ασχολίες των ανθρώπων αλλά οι ψυχές τους ποθούν να μένουν εκεί στα ψηλά· κι είναι, υποθέτω, [d] φυσικό να συμβαίνει έτσι, αν ή εικόνα που αναφέραμε πρωτύτερα είναι σωστή.

Βεβαίως είναι φυσικό, είπε.

Το νομίζεις, τότε, παράξενο, είπα εγώ, αν κάποιος, ύστερ' από εκείνη τη θέαση πραγμάτων θεϊκών, μόλις έλθει σε επαφή με τις ανθρώπινες μικρότητες, φέρεται αδέξια και φαίνεται πολύ γελοίος καθώς η δράση του είναι ακόμη ανήμπορη να δει, και προτού συνηθίσει αρκετά στη σκοτεινιά του κόσμου, αναγκαστεί να μπλέξει σε δικαστικούς αγώνες και άλλα τέτοια για τις σκιές του δικαίου ή για τα είδωλα που ρίχνουν αυτές οι σκιές και να πολεμάει με πάθος [e] τις δοξασίες που έχουν γι' αυτά άνθρωποι, οι όποιοι την αληθινή δικαιοσύνη δεν την έχουν αντικρίσει ποτέ τους;

Δεν το νομίζω διόλου παράξενο, είπε.

[518a] Όποιος όμως έχει νου, είπα, θα αναλογιστεί ότι δύο ειδών είναι οι συγχύσεις πού συμβαίνουν στα μάτια και δύο ειδών οι αιτίες στις όποιες οφείλονται, ανάλογα με το αν περνάει κανείς από το φως στο σκοτάδι ή από το σκοτάδι στο φως. Και θεωρώντας ότι ακριβώς τα ίδια συμβαίνουν και με την ψυχή, όποτε θα βλέπει κάποια ψυχή να τα 'χει χαμένα και να μην μπορεί να διακρίνει κάτι, αυτός δεν θα βάζει τα γέλια, ασυλλόγιστα, αλλά θα προσπαθεί να διαπιστώσει τι από τα δύο συμβαίνει: Είναι άραγε τυφλωμένη, επειδή έχοντας έλθει από μια ζωή φωτεινότερη δεν είναι συνηθισμένη στο σκοτάδι ή, αντιθέτως, επειδή προχωράει από την περισσή αμάθεια σε μια περιοχή φωτεινότερη, κάτι πιο λαμπερό [b] έχει πλημμυρίσει τα μάτια της με εκτυφλωτικό φως; Κι έτσι τη μια ψυχή θα την καλοτυχίσει για το πάθημα της και για τον τρόπο της ζωής της, ενώ για την άλλη θα αισθανθεί λύπη, κι αν θα 'δειχνε τη διάθεση να την περιγελάσει, το γέλιο του αυτό θα ήταν λιγότερο καταγέλαστο απ' ότι το γέλιο για εκείνη που έχει φθάσει εδώ από ψηλά, από το φως.

Πάρα πολύ μετρημένα, είπε, τα λόγια σου.

Τότε, είπα, αν τούτα 'δω είναι αληθινά, πρέπει κι εμείς να παραδεχτούμε το έξης σχετικά με αυτά: Ότι ή παιδεία δεν είναι ό,τι ισχυρίζονται γι' αυτήν κάποιοι, οι όποιοι έχουν για επάγγελμά τους την εκπαίδευση. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι μέσα στην ψυχή δεν υπάρχει γνώση κι ότι κατά κάποιον τρόπο τη γνώση [c] την βάζουν αυτοί στην ψυχή, περίπου σαν να έβαζαν δράση σε μάτια τυφλών.

Το ισχυρίζονται πράγματι, είπε.

Απεναντίας, η τωρινή διερεύνησή μας, είπα εγώ, δείχνει αυτή τη δύναμη της γνώσης που καθένας έχει μέσα στην ψυχή του, κι επίσης το εργαλείο, με το όποιο καθένας φθάνει στη μάθηση. Όπως ακριβώς αν δεν υπήρχε άλλος τρόπος να στρέφει κανείς τα μάτια του από το σκοτάδι στο φως παρά μόνο στρέφοντας ολόκληρο το σώμα, έτσι πρέπει να στραφεί με ολόκληρη την ψυχή από την περιοχή του γίγνεσθαι προς την άλλη πλευρά, ώσπου να γίνει ικανή ή ψυχή να αντέχει να αντικρίζει το ον και το πιο φωτεινό από το ον και ισχυριζόμαστε ότι αυτό είναι [d] το Αγαθό. Δεν είναι έτσι;

Ναι.

Επομένως η παιδεία, είπα εγώ, θα είναι ή τέχνη για αυτό το πράγμα, για τη μεταστροφή της ψυχής, με ποιον τρόπο δηλαδή η μεταστροφή θα συντελεστεί όσο το δυνατόν ευκολότερα και αποτελεσματικότερα, όχι πώς θα εμφυτευτεί στο όργανο αυτό η δύναμη της όρασης, αλλά θεωρώντας δεδομένο ότι το όργανο διαθέτει αυτή τη δύναμη κι ότι απλώς δεν είναι στραμμένο στη σωστή κατεύθυνση και δεν κοιτάζει προς τα εκεί πού θα έπρεπε, να μηχανευτεί η τέχνη της παιδείας έναν τρόπο ώστε αυτό να κατορθωθεί.

Έτσι φαίνεται, είπε.

Οι άλλες, τώρα, αρετές, πού γενικώς χαρακτηρίζονται ως αρετές της ψυχής, φαίνεται ότι είναι κάπως κοντά στο σώμα —γιατί στ’ αλήθεια, ενώ [e] πρωτύτερα δεν υπήρχαν στην ψυχή, ύστερα, με τον εθισμό και την άσκηση, εμφυτεύονται σ' αυτήν—, ενώ η φρόνηση κι η γνώση φαίνεται να ριζώνει σε κάτι ασυγκρίτως πιο θεϊκό που ποτέ δεν χάνει τη δύναμή του αλλά που με τη μεταστροφή γίνεται χρήσιμο και ωφέλιμο, κι άλλοτε πάλι [519a] άχρηστο και βλαβερό. Ή μήπως δεν έχεις διόλου προσέξει την ψυχή ανθρώπων, για τούς οποίους λέμε ότι είναι φαύλοι αλλά πανέξυπνοι, πόσο κόβει το μάτι τους και με πόση οξυδέρκεια διακρίνουν αυτά στα όποια είναι στραμμένο το βλέμμα τους· δεν βλέπει άσχημα η ψυχή τους, είναι όμως αναγκασμένη να υπηρετεί την κακία, κι έτσι όσο καλύτερα βλέπει τόσο περισσότερα κακά απεργάζεται.

Βεβαίως, είπε.

Σ' αυτήν όμως τη φτιαξιά, είπα εγώ, αν έπαιρνε κάποιος ένα μαχαίρι κι άρχιζε από την παιδική κιόλας ηλικία να της κόβει ολόγυρα τα μέρη που [b] συγγενεύουν με τον κόσμο του γίγνεσθαι και που με την πολυφαγία και τη λαγνεία και τις άλλες ηδονές έχουν προσκολληθεί επάνω της και σαν κομμάτια μολύβι τής γυρίζουν την όψη προς τα κάτω —αυτά που αν τα ξεφορτωνόταν, θα στρεφόταν στα αληθινά όντα και τότε η ίδια αυτή δύναμη των ίδιων ανθρώπων θα έβλεπε τα αληθινά τόσο ξεκάθαρα όσο κι αυτά στα όποια είναι τώρα στραμμένη.

Φυσικά, είπε.

Ενότητα 12

Τότε; Δεν είναι φυσικό, είπα εγώ, και δεν συνάγεται κατανάγκην από όσα έχουμε πει ότι άνθρωποι αμόρφωτοι, δίχως καμιά εμπειρία της αλήθειας, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν [c] να διοικήσουν ικανοποιητικά μια πολιτεία ούτε, επίσης, άνθρωποι αφημένοι να περνούν ως το τέλος τη ζωή τους μελετώντας; Οι πρώτοι επειδή δεν έχουν θέσει ένα στόχο προς τον όποιο θα πρέπει να κατατείνουν όλες οι πράξεις τους, οι ιδιωτικές και οι δημόσιες, οι δεύτεροι επειδή από δική τους προαίρεση δεν πρόκειται να ασχοληθούν με τίποτε πρακτικό, καθώς θα νομίζουν ότι έχουν μεταφερθεί, ζωντανοί ακόμη, και ζουν στα νησιά των μακάρων!

Δίκιο έχεις, είπε.

Το έργο λοιπόν, είπα εγώ, που έχουμε να επιτελέσουμε εμείς, οι θεμελιωτές της πόλης, είναι να υποχρεώσουμε όσους από τη φύση τους είναι προικισμένοι κατά τον καλύτερο τρόπο να προσεγγίσουν εκείνο το μάθημα που προηγουμένως το χαρακτηρίσαμε ως το μέγιστο: να αντικρίσουν το Αγαθό [d] και να βγάλουν εκείνη την ανηφοριά, και σαν ανεβούν και το κοιτάξουν αρκετά, να μην τούς επιτρέψουμε αυτό που τώρα επιτρέπεται.

Δηλαδή ποιο;

Το να μένουν, είπα εγώ, εκεί και να μη θέλουν να κατέβουν πάλι δίπλα σ' εκείνους τους δεσμώτες και να μοιραστούν μαζί τους τους κόπους και τις τιμές, είτε αυτές είναι τιποτένιες είτε σπουδαιότερες.

 

Ενότητα 13

Μα τότε, είπε, δεν θα τους αδικήσουμε και δεν θα τους κάνουμε να ζουν χειρότερα, ενώ μπορούν να ζήσουν καλύτερα;

[e] Ξέχασες πάλι, είπα εγώ, φίλε μου, ότι τα νόμο δεν τον ενδιαφέρει πώς μια ορισμένη τάξη στην πόλη θα γίνει ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αλλά αναζητεί τρόπους ώστε ή ευτυχία αυτή να πραγματοποιηθεί για όλη την πόλη συνενώνοντας αρμονικά τους πολίτες με την πειθώ αλλά και τον εξαναγκασμό, κάνοντάς τους να δίνουν [520a] ο ένας στον άλλο την ωφέλεια που μπορεί καθένας από αυτούς να προσφέρει στο σύνολο και πλάθοντας ό ίδιος ο νόμος τέτοιους άνδρες στην πόλη όχι για να τους αφήνει έπειτα να τραβούν κατά 'κει που αρέσει στον καθένα αλλά για να τους χρησιμοποιεί ο ίδιος για την ενίσχυση της ενότητας της πόλης.

Σωστά, είπε· το είχα ξεχάσει.

Σκέψου ακόμη, Γλαύκων, ότι δεν πρόκειται να αδικήσουμε τους φιλοσόφους που θα βγάλει η πόλη μας αλλά θα τους πούμε σωστά πράγματα υποχρεώνοντάς τους να φροντίζουν τους άλλους και να τους προσέχουν.

Θα τους πούμε δηλαδή ότι εύλογα στις άλλες [b] πόλεις οι φιλόσοφοι όπως αυτοί δεν συμμετέχουν σε βαριά καθήκοντα- γιατί ξεφυτρώνουν από μόνοι τους χωρίς τη σκόπιμη δράση της μιας ή της άλλης πολιτείας, και είναι δίκαιο ό,τι φυτρώνει από μόνο του, χωρίς να χρωστά σε κανέναν την τροφή του, να μην έχει και τη διάθεση να πληρώσει σε κάποιον για τη διατροφή. Εσάς όμως σας αναστήσαμε προς το δικό σας αλλά και το δικό μας το συμφέρον, κάτι σαν οδηγητές και βασιλιάδες σ' ένα σμήνος μέλισσες, και σας έχουμε δώσει παιδεία πιο καλή και πιο ολοκληρωμένη από εκείνων την παιδεία και σας έχουμε κάνει και στα δύο, στην πολιτική όσο και στη φιλοσοφία, [c] πιο δυνατούς. Ας κατεβείτε λοιπόν, καθένας με τη σειρά του, στον τόπο που μένουν οι άλλοι κι ας συνηθίσετε μαζί μ' εκείνους κι εσείς να βλέπετε τις σκιές· γιατί όταν το συνηθίσετε, θα διακρίνετε χίλιες φορές καλύτερα απ' όσο οι δεσμώτες εκεί στη σπηλιά και θα αναγνωρίζετε τα είδωλα ένα προς ένα, τί λογής είναι και ποιανού πράγματος αποτελούν είδωλο, διότι εσείς έχετε δει την αλήθεια των όμορφων, των δίκαιων, των αγαθών πραγμάτων. Κι έτσι θα 'ναι αληθινή ή ζωή που θα ζήσουμε, εμείς κι εσείς, στην πόλη, κι όχι ένα όνειρο, όπως είναι τώρα στις περισσότερες πολιτείες όπου οι άνθρωποι πολεμούν ο ένας τον άλλο για σκιές και ξεσηκώνονται να αρπάξουν την εξουσία, [d] λες και είναι τάχα η εξουσία κανένα μεγάλο καλό. Ενώ, βέβαια, η αλήθεια είναι τούτη: Σε μια πολιτεία όπου όσοι πρόκειται να ασκήσουν εξουσία έχουν ελάχιστα τη διάθεση να εξουσιάζουν, τα πράγματα σ' αυτή την πολιτεία θα πηγαίνουν περίφημα και δεν θα υπάρχει καμιά αναταραχή, ενώ όπου οι άρχοντες θα έχουν την αντίθετη διάθεση, θα είναι και η κατάσταση των πραγμάτων η αντίθετη.

Βεβαίως, είπε.

Ενότητα 14

Έλεγε μάλιστα πώς μπροστά του κάποιος ρωτούσε κάποιον άλλο πού ήταν ο πολύς Αρδιαίος. Ο Αρδιαίος αυτός υπήρξε τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, πάνε χίλια χρόνια από τότε· είχε σκοτώσει τον γέροντα πατέρα του [d] και τον μεγαλύτερο αδελφό του κι είχε διαπράξει, όπως έλεγαν, και άλλα πολλά ανοσιουργήματα. Είπε λοιπόν ότι ό άνθρωπος που ρωτήθηκε απάντησε πως «Δεν έχει έλθει ο Αρδιαίος κι ούτε πρόκειται να έλθει. Γιατί πραγματικά ήταν κι αυτό ένα από τα φοβερά πράγματα που είδαμε. Εκεί που είμαστε κοντά στο στόμιο έτοιμοι να βγούμε απάνω, και τα παθήματα μας όλα είχαν πάρει τέλος, τον είδαμε ξαφνικά αυτόν και μερικούς άλλους που οι περισσότεροί τους υπήρξαν τύραννοι· ήσαν επίσης μαζί τους και ορισμένοι ιδιώτες, από αυτούς [e] που είχαν διαπράξει μεγάλα ανομήματα. Φαντάζονταν ότι θα ανέβαιναν πια κι αυτοί, το στόμιο όμως δεν τους δεχόταν αλλά μούγκριζε κάθε φορά που κάποιος από κείνους τούς έτσι αθεράπευτα αχρείους ή από όσους δεν είχαν τιμωρηθεί αρκούντως για τα κρίματά τους επιχειρούσε να βγει επάνω. Εκεί πια, είπε, άνδρες αγριωποί που φάνταζαν σαν γλώσσες φωτιάς και στέκονταν πλάι στο άνοιγμα, ακούγοντας το μουγκρητό, άλλους μεν τους έπιαναν και τους τραβούσαν, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν [616a] χειροπόδαρα, μαζί και το κεφάλι, τους έβαλαν κατάχαμα και τους έγδαραν, έπειτα τους τράβηξαν έξω από το δρόμο, στο πλάι, σέρνοντάς τους απάνω σε ασπαλάθους, κι εξηγούσαν κάθε φορά στους περαστικούς γιατί το έκαναν αυτό και ότι τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον Τάρταρο».

Κι από τους πολλούς και κάθε λογής φόβους που 'χαν δοκιμάσει, ο μεγαλύτερος, είπε, ήταν μήπως κι ακουγόταν εκείνο το μουγκρητό την ώρα που καθένας τους θα προσπαθούσε να βγει, κι ήταν μεγάλη η χαρά να 'ναι το μουγκρητό σταματημένο καθώς θα ανέβαιναν επάνω. Αυτές περίπου, είπε, ήσαν οι ποινές και οι τιμωρίες, [b] κι οι ανταμοιβές πάλι ανάλογες. Όταν οι ομάδες, καθεμιά χωριστά, συμπλήρωναν επτά ημέρες παραμονής στο λιβάδι, υποχρεωτικά την όγδοη ήμερα σηκώνονταν από κει και ξεκινούσαν μια πορεία, και την τέταρτη ήμερα έφθαναν σ' ένα σημείο απ' όπου αντίκριζαν να απλώνεται από ψηλά ένα φως ίσιο σαν κολόνα, το όποιο διαπερνούσε όλο τον ουρανό και τη γη, φως που έμοιαζε με το ουράνιο τόξο, μόνο που ήταν πιο λαμπερό και πιο καθαρό. Σ' αυτό το φως έφθασαν ύστερα από μιας μέρας δρόμο, κι εκεί, [c] καταμεσής στο φως, είδαν να 'ναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες των δεσμών που τον συγκρατούν. Γιατί τούτο το φως είναι ο συνεκτικός δεσμός του ουρανού —κάτι σαν τα υποζώματα στις τριήρεις—, αυτό που συγκρατεί όλη την περιστροφική κίνησή του, κι από τις άκρες του δεσμού είναι σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης, αυτό που προκαλεί όλες τις περιστροφικές κινήσεις. Το αδράχτι είχε στέλεχος κι αγκίστρι από μέταλλο σκληρό, ενώ το σφοντύλι του ήταν εν μέρει από το ίδιο σκληρό μέταλλο [d] κι εν μέρει από άλλα υλικά. Κι όσο για το σφοντύλι ήταν περίπου ως εξής: Είχε το σχήμα που έχουν και τα δικά μας σφοντύλια, απ' ό,τι έλεγε όμως πρέπει να το φανταστούμε πως ήταν σαν να είχαν περάσει και τοποθετήσει μέσα σε ένα μεγάλο σφοντύλι, κοίλο και εντελώς κουφωμένο, ένα άλλο όμοιο αλλά μικρότερο, που ταίριαζε ακριβώς, σαν τούς κάδους που χωρούν ακριβώς ο ένας μέσα στον άλλο, και κατά τον ίδιο τρόπο ένας τρίτος κι ένας τέταρτος κι άλλοι τέσσερις ακόμη. Γιατί, όπως έλεγε, συνολικά τα σφοντύλια ήσαν οκτώ, τοποθετημένα το ένα μέσα στο άλλο, έτσι που τα χείλη τους [e] να δείχνουν από πάνω σαν κύκλος, σχηματίζοντας ένα σφοντύλι με μια συνεχή επιφάνεια γύρω στο στέλεχος της ρόκας· αυτή πάλι περνούσε μέσα κι από το όγδοο σφοντύλι κι έβγαινε από την άλλη μεριά. Το πρώτο και εξωτερικό σφοντύλι σχημάτιζε με τα χείλη του τον πιο πλατύ κύκλο, ακολουθούσε ο κύκλος του έκτου σφοντυλιού, τρίτος σε πλάτος ήταν ό κύκλος του τέταρτου, τέταρτος του ογδόου, πέμπτος ο κύκλος του έβδομου, έκτος του πέμπτου, έβδομος του τρίτου, όγδοος, τέλος, σε πλάτος ήταν ό κύκλος που σχημάτιζε το δεύτερο σφοντύλι. Ο κύκλος του πρώτου σε μέγεθος σφοντυλιού ήταν ποικιλόχρωμος, του εβδόμου ήταν ο πιο λαμπερός, [617a] του ογδόου ο κύκλος παίρνει το χρώμα του από το φως που σκορπάει επάνω του ο κύκλος του έβδομου, του δεύτερου και του πέμπτου οι κύκλοι έχουν παραπλήσια χρώματα ο ένας με τον άλλο, ο τρίτος έχει το πιο λευκό χρώμα, ο τέταρτος ένα χρώμα προς το κοκκινωπό, ενώ δεύτερος σε λευκότητα ερχόταν ο έκτος κύκλος. Καθώς, τώρα, το αδράχτι περιστρέφεται, κινείται κυκλικά ολόκληρο, πάντα με την ίδια φορά, όμως μέσα στη γενική περιφορά του όλου οι επτά εσωτερικοί κύκλοι περιστρέφονται με βραδύ ρυθμό προς την αντίθετη διεύθυνση απ' ό,τι το όλο, και από αυτούς πιο γρήγορα, έλεγε, κινείται ο όγδοος, ακολουθούν ως προς την ταχύτητα, [b] πηγαίνοντας μαζί, ο έβδομος, ο έκτος και ο πέμπτος· τρίτος ως προς την ταχύτητα με την όποια εκτελούσε την περιστροφή του ήταν, όπως τους φάνηκε, ο τέταρτος κύκλος, τέταρτος ο τρίτος και πέμπτος ο δεύτερος. Για το αδράχτι έλεγε ότι περιστρεφόταν πάνω στα γόνατα της Ανάγκης. Επάνω σε κάθε κύκλο του στεκόταν από μια Σειρήνα που γύριζε κι αυτή μαζί, βγάζοντας από μέσα της έναν ήχο, μια μουσική νότα· κι από όλες τις νότες, που ήσαν οκτώ, σχηματιζόταν ένα αρμονικό ταίριασμα.

Ενότητα 15

Και υπήρχαν άλλες τρεις καθισμένες [c] γύρω-γύρω σε ίσες αποστάσεις, καθεμιά σ' ένα θρόνο, θυγατέρες της Ανάγκης, Μοίρες, ντυμένες στα άσπρα, φορώντας στο κεφάλι στέμμα, η Λάχεση, η Κλωθώ, η Άτροπος, και τραγουδούσαν πάνω στη μελωδία των Σειρήνων, η Λάχεση τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά, η Άτροπος τα μελλούμενα. Κι η Κλωθώ, αγγίζοντας από καιρό σε καιρό με το δεξί της χέρι το αδράχτι στο εξωτερικό χείλος του, βοηθούσε στην περιστροφή, ενώ η Άτροπος, με το αριστερό της χέρι, έκανε το ίδιο για τις εσωτερικές περιστροφές· ή Λάχεση πάλι, [d] πότε με το ένα και πότε με το άλλο χέρι βοηθούσε άλλοτε την εξωτερική κι άλλοτε τις εσωτερικές περιστροφές. Αυτοί λοιπόν, όπως έλεγε, σαν έφθασαν εκεί, έπρεπε υποχρεωτικά να πάνε στη Λάχεση. Και τότε ένας προφήτης, αφού πρώτα τους έβαλε να παραταχθούν με τάξη, πήρε έπειτα από τα γόνατα της Λάχεσης κλήρους και παραδείγματα βίων κι ανεβαίνοντας σ' ένα ψηλό βήμα φώναξε: «Της κόρης Λάχεσης, θυγατέρας της Ανάγκης, είναι τούτος ο λόγος. Ψυχές της μιας ημέρας, αρχίζει για το θνητό γένος άλλος ένας κύκλος με κατάληξη το θάνατο. [e] Δεν θα σας πάρει με κλήρο κάποιος δαίμονας, θα τον διαλέξετε εσείς το δαίμονα. Οποιανού λάχει ο πρώτος κλήρος, αυτός πρώτος να διαλέξει τη ζωή που αναγκαστικά θα ζήσει. Δεν έχει δεσπότη η αρετή· ανάλογα αν την τιμάει κανείς ή την περιφρονεί, θα 'ναι και πιο μεγάλο ή πιο μικρό το μερτικό του επάνω της. Η ευθύνη είναι αυτουνού που διαλέγει· ο θεός δεν έχει ενοχή».

Σαν τα 'πε αυτά έριξε τούς κλήρους κι ό καθένας έπαιρνε αυτόν πού έπεσε δίπλα του, εκτός από τον "Ηρα, γιατί ό κήρυκας δεν τοϋ το επέτρεψε. Και παίρνοντας καθένας τον κλήρο του έβλεπε με ποιά σειρά θα διάλεγε. [618a] Αμέσως μετά άπλωσε μπροστά τους, καταγής, τα παραδείγματα των βίων, πολύ περισσότερα άπ' όσους ήσαν έκεΐ. Κι ήσαν δείγματα κάθε λογής· βίοι δλων των ζώων και βέβαια δλοι οι τρόποι τής ανθρώπινης ζωής. Ανάμεσα τους υπήρχαν παραδείγματα από τυραννίδες, έν μέρει από αυτές πού δεν τελειώνουν ποτέ, έν μέρει από αυτές πού κάποια στιγμή πέφτουν και καταλήγουν στη φτώχεια, την εξορία και τη ζητιανιά. Υπήρχαν ακόμη βίοι ανθρώπων ξακουστών για τη μορφή, το κάλλος και την άλλη δύναμη [b] και μαχητικότητα τους ή πάλι για την καταγωγή και τις αρετές των προγόνων τους, κι

ακόμη παραδείγματα ανθρώπων άσημων ώς πρός αυτά τα πράγματα —επίσης βίοι γυναικών. Κάποιος σταθερός καθορισμός των ψυχών δεν υπήρχε γιατί κατανάγκη καθεμιά τους γίνεται διαφορετική ανάλογα με το βίο πού διάλεξε· τα άλλα όμως είχαν άναμιχτεΐ μεταξύ τους και με τον πλοΰτο και τη φτώχεια, κάποια άλλα με αρρώστιες και υγεία, ορισμένα άλλα πάλι με ενδιάμεσες καταστάσεις. Κι εδώ, καθώς φαίνεται, αγαπητέ μου Γλαυκών, εΐναι δλος ό κίνδυνος για τον άνθρωπο, και γι' αυτόν το λόγο [c] πρέπει να φροντίζουμε πρωτίστως και κυρίως με ποιόν τρόπο καθένας μας, αφήνοντας κατά μέρος κάθε άλλο μάθημα, θα επιδιώξει με ζήλο να προσοικειωθεϊ τούτη τη μάθηση μήπως μπορέσει πουθενά να αντιληφθεί και να βρει ποιος θα τοϋ δώσει τη δύναμη και τη γνώση να διακρίνει το καλό και το κακό στη ζωή, η ώστε να διαλέγει πάντα κατά το δυνατόν το καλύτερο. Να άναστοχάζεται όλα όσα είπαμε ώς τώρα, είτε συνδυάζοντας το ένα με το άλλο είτε και το καθένα χωριστά, για να αξιολογήσει την επίδραση τους στήν αρετή του βίου και να κατανοήσει έτσι ποιες είναι οι κακές ή οι αγαθές συνέπειες τής ομορφιάς, [d] αν συγκεραστεΐ με τη φτώχεια ή με τον πλοΰτο και με αυτήν ή την άλλη ψυχική διάθεση· να δει την ευγενική και την ταπεινή καταγωγή, την ιδιωτική ζωή και τα αξιώματα, τις σωματικές δυνάμεις και την άνημποριά του σώματος, την ευχέρεια με την όποια μαθαίνει κανείς ή την ακαταλληλότητα του για μάθηση, και για όλα αυτά τα πράγματα, τα όποια είναι από τη φύση βαλμένα στήν ψυχή ή είναι επίκτητα, να δει ποιες επιπτώσεις έχουν, δταν άναμιχθοΰν το ένα με το άλλο, έτσι ώστε, άφοΰ τα λογαριάσει όλα, να μπορεί, έχοντας στραμμένο το βλέμμα του στη φύση τής ψυχής, να κάνει την επιλογή του, ποιος είναι ό χειρότερος και ποιος ό καλύτερος [e] βίος, χαρακτηρίζοντας ώς χειρότερο το βίο ό όποιος θα κάνει την ψυχή πιό άδικη και ώς καλύτερο εκείνον πού θα την κάνει πιό δίκαιη. "Ολα τα άλλα θα τον αφήσουν αδιάφορο. Γιατί έμεϊς το έχουμε δει ότι και για τούτη τη ζωή και για την άλλη αυτή είναι ή πιό στέρεη επιλογή. [619a] Και παίρνοντας κανείς το δρόμο για τον 'Άλλο Κόσμο πρέπει την πίστη αυτή να την έχει μέσα του στερεή σαν από διαμάντι, ώστε να μπορέσει και έκεΐ να μή θαμπωθεί από πλούτη κι άλλα τέτοια κακά, και να μήν ξεπέσει σε τυραννικές και άλλες παρόμοιες πράξεις, προκαλώντας πολλά κι ανεπανόρθωτα δεινά. Και για να μήν πάθει κι ό ίδιος ακόμη μεγαλύτερα παθήματα άλλά να μάθει σε τέτοια πράγματα να διαλέγει πάντα μιά ζωή μεσότητας αποφεύγοντας τις υπερβολές πρός τη μιά ή την άλλη πλευρά, τόσο σε τούτη έδώ τη ζωή δσο, κατά το δυνατόν, και

σε ολόκληρη τη μέλλουσα. Γιατί ετσί [b] ό άνθρωπος γίνεται τρισευτυχισμένος.

Και σ' αυτό το σημείο λοιπόν, καθώς άφηγεϊτο ό αγγελιαφόρος από τον Άλλο Κόσμο, είπε ό προφήτης τοϋτα τα λόγια: «Ακόμη και σ' εκείνον ποΰ θα παρουσιαστεί τελευταίος, αν κάνει την επιλογή του με λογισμό και γνώση, και ζήσει με αυστηρότητα, του επιφυλάσσεται μιά ζωή ανεκτή, όχι κακή. Μήτε λοιπόν ό πρώτος ποϋ θα διαλέξει να 'ναι ανέμελος μήτε ό τελευταίος να χάνει το κουράγιο του».

"Υστερα από αυτά τα λόγια τοϋ προφήτη, προχώρησε εκείνος πού είχε τραβήξει τον πρώτο κλήρο και, σύμφωνα με τη διήγηση τοϋ Ήρός, διάλεξε αμέσως τη μεγαλύτερη τυραννία, κι από την αφροσύνη και την απληστία του δεν την διάλεξε έχοντας προηγουμένως εξετάσει προσεκτικά τα πάντα, άλλά [c] τοϋ διέφυγε ότι στήν τυραννία εκείνη, μέσα στ' άλλα κακουργήματα, τοϋ ήταν γραφτό να φάει και τα ίδια του τα παιδιά. "Ετσι, όταν κάθισε να το σκεφτεί με την ησυχία του, χτυπιόταν και οδυρόταν για την επιλογή του, μή δίνοντας βάση στα λόγια πού είχε πει πρωτύτερα ό προφήτης· γιατί άντί να τα βάζει με τον εαυτό του για τη συμφορά αυτή, έριχνε την ευθύνη στήν τύχη και στους δαίμονες και σε οποιονδήποτε άλλο έκτος από τον εαυτό του. Κι ό άνθρωπος αυτός ήταν από εκείνους πού έρχονταν από τον ουρανό, και την προηγούμενη ζωή του την είχε ζήσει σε μιά κοινωνία οργανωμένη καλά, κι είχε γευτεί την αρετή από συνήθεια, [d] κι όχι με την παρέμβαση τής φιλοσοφίας. Μιλώντας γενικά πρέπει να ποΰμε ότι ανάμεσα σ' εκείνους πού πιάνονταν στα δίχτυα τέτοιων συμφορών δεν ήσαν οι λιγότεροι όσοι έφθαναν από τον ουρανό και δεν ήσαν μαθημένοι να υποφέρουν. Απεναντίας, από εκείνους πού έρχονταν από τη γή, οι περισσότεροι, επειδή και οι ίδιοι εΐχαν υποφέρει και άλλους εΐχαν δει να υποφέρουν, δεν έκαναν βεβιασμένα την εκλογή τους. Γι' αυτόν το λόγο, και επειδή τύχαινε έτσι ό κλήρος, στις πιό πολλές από τις ψυχές συνέβαινε μιά εναλλαγή κακών και καλών. Διότι αν κάποιος, κάθε φορά πού έρχεται στη ζωή, φιλοσοφεί σε τοΰτο τον κόσμο πάντοτε σωστά, [e] και αν ό κλήρος πού του πέφτει για την εκλογή δεν εΐναι ανάμεσα στους τελευταίους, τότε, με βάση τα μηνύματα πού έρχονται από εκείνο τον κόσμο, φαίνεται ότι ό άνθρωπος αυτός όχι μόνο θα ζήσει ευτυχισμένος σε τούτη τη ζωή άλλά και ή πορεία του από έδώ στον 'Άλλο Κόσμο κι από έκεΐ πάλι πρός τα έδώ δεν θα είναι μέσα από γήινο και κακοτράχαλο δρόμο άλλά από δρόμο ομαλό και ουράνιο.

Άξιζε λοιπόν, έλεγε, να δει κανείς αυτο το θέαμα, πώς μια-μια [620a] οι ψυχές διάλεγαν τον τρόπο τής ζωής τους· ήταν ένα θέαμα θλιβερό και συνάμα γελοίο και εκπληκτικό. Γιατί τις περισσότερες φορές ή επιλογή γινόταν με βάση τις συνήθειες τής προγενέστερης ζωής. Έλεγε, έτσι, ότι είδε την ψυχή που κάποτε ήταν του Όρφέα να διαλέγει τη ζωή ενός κύκνου, επειδή από το μίσος της για το γυναικείο φύλο, άφοϋ εκείνες εΐχαν προκαλέσει το θάνατο του, δεν ήθελε να γεννηθεί από μιά γυναίκα. Είδε την ψυχή του Θαμύρου να διαλέγει τη ζωή ενός άηδονιοΰ- είδε έναν κύκνο να διαλέγει, αλλάζοντας, τη ζωή του άνθρωπου, και το ίδιο να κάνουν και άλλα μουσικά πλάσματα, [b] Μιά ψυχή πού τής έλαχε ό εικοστός κλήρος διάλεξε τη ζωή λιονταριοΰ· ήταν ή ψυχή του Αϊαντα, του γιου του Τελαμώνα, και δεν ήθελε να γίνει άνθρωπος, γιατί θυμόταν την κρίση για τα όπλα του Αχιλλέα. Στη σειρά έπειτα ήλθε ή ψυχή του Αγαμέμνονα- από μίσος κι αυτή στους ανθρώπους, για όσα είχε υποφέρει, άλλαξε και διάλεξε ζωή αετού. Κάπου στη μέση ήλθε ή σειρά τής Αταλάντης κι ή ψυχή της, σαν είδε τις μεγάλες τιμές ενός αθλητή, δεν μπόρεσε να τις προσπεράσει, και τις πήρε. Έπειτα [c] από αυτήν είδε την ψυχή του Έπειοΰ, του γιου του Πανοπέα, να μπαίνει στη φύση μιας άξιας και επιτήδειας γυναίκας- μακριά, ανάμεσα στις τελευταίες, είδε, έλεγε, του γελωτοποιοΰ Θερσίτη την ψυχή να παίρνει το σχήμα ενός πιθήκου. Ή τύχη το 'φερε να πάει του Όδυσσέα ή ψυχή να διαλέξει τελευταία άπ' όλες- θυμόταν τί βάσανα είχε περάσει, γι' αυτό κάθε φιλοδοξία της είχε ξεθυμάνει και περιφερόταν ώρα πολλή ψάχνοντας για μιά ζωή άπλοΰ άνθρωπου μακριά από αξιώματα και μπελάδες- με δυσκολία μεγάλη βρήκε σε κάποια γωνιά, παρατημένη [d] από τούς άλλους, μιά τέτοια ζωή, και μόλις την είδε, έσκυψε και την πήρε με χαρά λέγοντας ότι το ίδιο θα έκανε κι αν θα τής τύχαινε να διάλεγε πρώτη. Όμοίως τα άλλα ζώα: Κάποια έμπαιναν σε ανθρώπους, κάποια άλλα άλλαζαν μεταξύ τους ζωή, τα άδικα πήγαιναν σε άγρια ζώα, τα δίκαια σε ήμερα, και γίνονταν όλες οι δυνατές αναμίξεις.

Όταν λοιπόν όλες οι ψυχές εΐχαν διαλέξει τις ζωές τους με τη σειρά πού δριζε ό κλήρος τους, πήγαν μπροστά στη Λάχεση. Κι εκείνη έδινε στήν καθεμιά το δαίμονα πού ή ίδια ή ψυχή είχε επιλέξει, για να την συνοδεύει ώς φύλακας [e] στη ζωή και να εκπληρώνει τις επιλογές της. Αυτός ό δαίμονας όδη-γοΰσε την ψυχή πρώτα στήν Κλωθώ, για να επικυρώσει με το χέρι της και με μιά περιστροφή του άδραχτιοΰ τη μοίρα πού είχε διαλέξει ή ψυχή κατά τη σειρά πού τής έλαχε- κι άφοΰ αυτή άγγιζε το αδράχτι, την έφερνε αμέσως

μετά έκεΐ πού έγνεθε ή Άτροπος, κάνοντας έτσι άμετάστροφα όσα είχε κλώσει ή Κλωθώ. Κι από 'κεΐ, χωρίς να γυρίζει πιά κανείς να κοιτάξει πίσω, πήγαιναν και περνοΰσαν κάτω από το [62la] θρόνο τής Ανάγκης, και μόλις περνούσαν και οι άλλοι, όλοι μαζί τραβοΰσαν κατά την πεδιάδα τής Λήθης μέσα σε μιά φοβερή λάβρα ποϋ σοΰ 'φερνε πνίξιμο- γιατί δεν υπάρχουν έκεΐ δέντρα κι όσα άλλα αναδίνει ή γή. Σαν βράδιασε κατασκήνωσαν στις όχθες του πόταμου Άμέλητα, ποϋ το νερό του κανένα δοχείο δεν μπορεί να το κρατήσει. "Ολοι, υποχρεωτικά, πίνουν μιά ορισμένη ποσότητα, μερικοί δμως δεν έχουν τη φρόνηση να κρατηθοΰν και να μήν πιουν περισσότερο- και πίνοντας, [b] ένας-ένας ξεχνοϋσε τα πάντα. Όταν κοιμήθηκαν και πιά πήγε μεσάνυχτα, μιά βροντή ακούστηκε κι έγινε σεισμός, και ξαφνικά άρχισαν από 'κεΐ να πετάγονται πρός τα πάνω σαν άστροβολίδες άλλος έδώ άλλος άλλου, κατά 'κεΐ πού θα άρχιζαν τη νέα ζωή τους. Στόν "Ηρα δμως απαγορεύτηκε να πιει από αυτό το νερό. Από ποϋ και πώς ξαναγύρισε στο σώμα του δεν το ήξερε, είπε, άλλά ξαφνικά, ανοίγοντας τα μάτια του, εΐδε πώς ήταν πρωί και πώς ήταν ξαπλωμένος απάνω στήν πυρά.

Κι έτσι, Γλαυκών, ή ιστορία αυτή διασώθηκε και δεν χάθηκε, [c] και θα μποροΰσε να μας σώσει κι εμάς, αν την πιστέψουμε, και θα διαβοΰμε τότε καλά το ποτάμι τής Λησμονιάς και δεν θα λερωθεί ή ψυχή μας. Αν ακολουθήσουμε λοιπόν τη συμβουλή μου και παραδεχθοΰμε ότι ή ψυχή είναι αθάνατη κι ότι έχει τη δύναμη να σηκώνει όλα τα άσχημα άλλά κι όλα τα καλά πράγματα, δεν θα ξεφύγουμε ποτέ από το δρόμο πού οδηγεί πρός τα πάνω και θα άκολουθοΰμε με κάθε τρόπο τη δικαιοσύνη και τη φρόνηση, ώστε να είμαστε και μεταξύ μας και με τούς θεούς φίλοι, δσο θα υπάρχουμε πάνω στη γή, άλλά και έπειτα, δταν [d] θα λάβουμε την ανταμοιβή μας, σαν αθλητές πού νίκησαν και δέχονται από παντοΰ τα έπαθλα τους και έδώ και στη χιλιόχρονη πορεία πού ανιστορήσαμε —να ευτυχούμε.