Ενότητα 4η (322 a – 323a)
Μετάφραση
Αφού λοιπόν ο άνθρωπος πήρε μερίδιο από τη θεϊκή κληρονομιά, πρώτα γι’ αυτή του τη συγγένεια με το θεό μόνος από τα ζώα πίστεψε σε θεούς και άρχισε να ιδρύει και βωμούς και αγάλματα θεών έπειτα, με την ικανότητα του συνάρθρωσε γρήγορα ήχους φωνής και λέξεις και εξασφάλισε κατοικίες και ρούχα και υποδήματα και στρώματα και τροφές ακόμη από τη γη.
Έτσι βέβαια εφοδιασμένοι, οι άνθρωποι στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένοι εδώ κι εκεί και δεν υπήρχαν πόλεις· εξολοθρεύονταν λοιπόν από τα θηρία, γιατί γενικά ήταν πιο ανίσχυροι από αυτά και οι τεχνικές γνώσεις τούς βοηθούσαν αρκετά να βρουν την τροφή τους, ήταν όμως ανεπαρκείς στο να αντιμετωπίζουν τα θηρία ‑γιατί δεν είχαν ακόμη την πολιτική, της οποίας μέρος (είναι) η πολεμική τέχνη‑ γι’ αυτό και επιδίωκαν να συγκεντρώνονται και να διασώζονται κτίζοντας πόλεις. Κάθε φορά όμως που συναθροίζονταν, αδικούσαν ο ένας τον άλλο, γιατί αληθινά δεν είχαν την πολιτική τέχνη, οπότε πάλι διασκορπίζονταν και εξοντώνονταν.
Ο Δίας, λοιπόν, επειδή φοβήθηκε για τη γενιά μας μήπως χαθεί ολοκληρωτικά, στέλνει τον Ερμή με την εντολή να φέρει στους ανθρώπους το σεβασμό και το δίκαιο, για να είναι αυτά μέσα που δημιουργούν και το συναίσθημα της πειθαρχίας στην πόλη και το συναίσθημα της αγάπης στους πολίτες. Ρωτά τότε ο Ερμής το Δία με ποιον τρόπο τέλος πάντων να δώσει στους ανθρώπους το δίκαιο και το σεβασμό: «Ποιο από τα δυο, όπως οι τέχνες έχουν μοιραστεί, έτσι και αυτά να μοιράσω; Και έχουν μοιραστεί ως εξής: ένας που κατέχει την ιατρική επαρκεί για πολλούς ανίδεους, το ίδιο άλλοι που κατέχουν άλλα επαγγέλματα· το δίκαιο λοιπόν και το σεβασμό έτσι να τα θέσω στους ανθρώπους ή να τα μοιράσω σ’ όλους;» «Σε όλους», είπε ο Δίας, «και όλοι να συμμετέχουν, γιατί δε θα οργανώνονταν πόλεις αν λίγοι μετείχαν σ’ αυτά, όπως ακριβώς συμβαίνει στις άλλες τέχνες· και μάλιστα να βάλεις και νόμο από μένα να σκοτώνουν ως καρκίνωμα της πόλης εκείνον που δεν μπορεί να προσφέρει τη συμμετοχή του στο σεβασμό και το δίκαιο».
Έτσι, λοιπόν, Σωκράτη, και γι’ αυτούς τους λόγους και οι άλλοι και οι Αθηναίοι, κάθε φορά που γίνεται συζήτηση για ικανότητα στην αρχιτεκτονική ή για κάποια άλλη τεχνική εξειδίκευση, πιστεύουν πως λίγοι έχουν την ικανότητα να συμβουλεύουν και, αν κάποιος που δεν ανήκει σε αυτούς τους λίγους δίνει συμβουλές, δεν τον ανέχονται όπως εσύ λες ‑εύλογα δε όπως και εγώ λέω‑, όταν όμως συνέρχονται για να συζητήσουν επάνω σε θέματα πολιτικής ικανότητας, η οποία πρέπει στο σύνολο της να είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη δικαιοσύνη και τη σύνεση, αδιαμαρτύρητα ανέχονται τον οποιοδήποτε πολίτη, επειδή κατά τη γνώμη τους αρμόζει στον καθένα να συμμετέχει σ’ αυτή την αρετή, διαφορετικά είναι αναγκαστικό επακόλουθο να μην υπάρχουν πόλεις. Αυτό, Σωκράτη, είναι η αιτία γι’ αυτό το πράγμα.
Η πολιτική αρετή, κοινό δώρο του ∆ία στους ανθρώπους, απαραίτητη ιδιότητα για τη συγκρότηση πολιτικών κοινωνιών
Προτεινόµενοι στόχοι
Να κατανοήσουν οι µαθητές: • τα στάδια εξέλιξης του πολιτισµού, • τη σηµασία της πολιτικῆς ἀρετῆς για τη συγκρότηση πολιτικών κοινωνιών, • το νόηµα που έχουν η αἰδώς και η δίκη ως προϋπόθεση της πολιτικής αρετής, • τη σηµασία της ίδρυσης πόλεων, • το συµβολισµό του µύθου.
Ερµηνευτικές ερωτήσεις ανοικτού τύπου (ανάπτυξης και σύντοµης απάντησης)
1. Ποια στάδια εξέλιξης πέρασε ο άνθρωπος σύµφωνα µε το µύθο; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά καθενός; (Βλ. και ενότητα 3). [Μπορούµε να διακρίνουµε τρία στάδια ή φάσεις εξέλιξης. Η πρώτη είναι η φάση του Επιµηθέα, η δεύτερη η φάση του Προµηθέα και η τρίτη η φάση του σχηµατισµού των πόλεων.] [Το πρώτο στάδιο εξέλιξης, το στάδιο του Επιμηθέα, αφορά ουσιαστικά την εξέλιξη των ειδών από τη στιγμή της πρώτης γέννησής τους. Ο άνθρωπος, όπως και όλα τα όντα, εξελίσσεται μέχρι να λάβει την ιδανική εκείνη μορφή που θα του επιτρέψει να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητές του. Στο τέλος αυτής της πρώτης φάσης, ο άνθρωπος μοιάζει να υστερεί απέναντι στα άλλα ζώα, σε ό,τι αφορά τη σωματική του εξέλιξη, καθώς δε διαθέτει χαρακτηριστικά που να του διασφαλίζουν ικανή άμυνα απέναντι στις μεταβολές του καιρού και στις επιθέσεις των άλλων ζώων. Ο άνθρωπος, όμως, διαθέτει ανεπτυγμένες νοητικής ικανότητες, τις οποίες θέτει σ’ εφαρμογή στο αμέσως επόμενο στάδιο, σ’ αυτό του Προμηθέα. Ό,τι προσέφερε ο Προμηθέας στους ανθρώπους, στα πλαίσια του μύθου, είναι όσα κατόρθωσαν οι άνθρωποι να αξιοποιήσουν πιεζόμενοι από την ανάγκη για επιβίωση. Οι άνθρωποι βρίσκουν τρόπο να αξιοποιήσουν προς όφελός τους τη δύναμη της φωτιάς και αναπτύσσουν έτσι τις τεχνικές του γνώσεις, προκειμένου να επιβληθούν στο φυσικό τους περιβάλλον. Φτιάχνουν κατοικίες, όπλα για να αμύνονται και να κυνηγούν, καθώς και εργαλεία για την καλλιέργεια της γης, ενώ παράλληλα δημιουργούν ένα γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας και μια πρώτη μορφή θρησκείας. Εντούτοις, παρά τη μεγάλη αξία των αρχικών αυτών επιτευγμάτων, παραμένουν ευάλωτοι απέναντι στις επιθέσεις των ζώων και συνειδητοποιούν ότι μόνο μέσω της από κοινού προσπάθειας μπορούν να προστατευθούν αποτελεσματικά. Έτσι, η συνειδητοποίηση της ανάγκης για συνύπαρξη, οδηγεί τους ανθρώπους στο τρίτο στάδιο εξέλιξης, το οποίο αφορά το σχηματισμό πόλεων. Αυτό το τρίτο στάδιο, που στα πλαίσια του μύθου επιτεύχθηκε με την παρέμβαση του Δία, ολοκληρώθηκε μετά από μακροχρόνιες προσπάθειες και αρκετές αποτυχημένες απόπειρες, καθώς οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να φτάσουν στον καθορισμό κανόνων και στην έννοια του αλληλοσεβασμού, προκειμένου να καταστεί εφικτή η κοινωνική συνύπαρξή τους. Ο σχηματισμός πόλεων θα επέτρεπε στους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν από κοινού τις επιθέσεις των άγριων ζώων, αλλά κάθε φορά που προσπαθούσαν να συνυπάρξουν αδικούσαν ο ένας τον άλλο και πολύ σύντομα επέλεγαν να ζήσουν και πάλι μόνοι τους. Έπρεπε, λοιπόν, να αποκτήσουν την αίσθηση της δικαιοσύνης στις μεταξύ τους σχέσεις και φυσικά την αίσθηση σεβασμού ο ένας για τον άλλο. Οι πολύτιμες αυτές αρχές, που στην πραγματικότητα χρειάστηκαν την πάροδο πολλών χρόνων για να αναπτυχθούν, δίνονται στο μύθο συνοπτικά με τη σωτήρια παρέμβαση του Δία.]
2. θείας µετέσχε µοίρας: Με ποιο τρόπο συµµετείχε ο άνθρωπος στη µοίρα, στο µερίδιο, των θεών; [Τα δώρα που προσέφερε ο Προμηθέας στους ανθρώπους, δηλαδή η φωτιά και οι τεχνικές γνώσεις που έκλεψε από τον Ήφαιστο και την Αθηνά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις εγγενείς ελλείψεις του απέναντι στα υπόλοιπα ζώα, αποτελούν το συνεκτικό δεσμό τους με τους θεούς. Η φωτιά και οι τεχνικές γνώσεις ήταν μέχρι τότε αποκλειστικό προνόμιο των θεών, αλλά με την παράτολμη ενέργεια του Προμηθέα, γίνονται πλέον κτήμα και των ανθρώπων, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους ανθρώπους να λάβουν κάτι από το μερίδιο των θεών. Στα πλαίσια του μύθου, το γεγονός ότι ο Προμηθέας προσφέρει στους ανθρώπους τα θεϊκά αυτά δώρα, ωθεί τους ανθρώπους στο να πιστέψουν στους θεούς και να θελήσουν να τους τιμήσουν με τη δημιουργία βωμών και αγαλμάτων. Γεγονός που, αν εξεταστεί χωρίς το μυθικό περίβλημα, μας οδηγεί να αντικρίσουμε την απαρχή του θρησκευτικού συναισθήματος ως προϊόν θαυμασμού. Οι άνθρωποι στην αρχή της πορείας τους μένουν έκπληκτοι μπροστά στη δύναμη της φωτιάς, μια δύναμη καταστροφική από τη φύση της, που μπορεί όμως να προσφέρει μεγάλα οφέλη αν τιθασευτεί. Αντικρίζοντας, λοιπόν, οι άνθρωποι δυνάμεις, όπως είναι η φωτιά, που τους προκαλούν δέος και την προέλευση των οποίων αδυνατούν να τη γνωρίσουν, τους κάνει να παρατηρούν με θαυμασμό τη φύση και τους ωθεί να συνειδητοποιήσουν πως υπάρχει μια δύναμη ανώτερη από αυτούς, με ανυπολόγιστη σοφία. Με αυτόν τον τρόπο, η επαφή του ανθρώπου με δυνάμεις και πανίσχυρα στοιχεία της φύσης, αποτέλεσε το πρώτο και βασικό ερέθισμα για τη δημιουργία μιας θρησκευτικής αντίληψης.]
3. Τι είχαν επιτύχει και σε ποιο στάδιο εξέλιξης είχαν φτάσει οι άνθρωποι πριν από τη δηµιουργία πόλεων; [Χρησιµοποιώντας την έµφυτη νοηµοσύνη τους εξασφάλισαν τροφή, στέγη και ενδυµασία, έµαθαν να µιλούν, ενώ προηγουµένως έφτιαξαν βωµούς και αγάλµατα θεών. Ο Ν. Μ. Σκουτερόπουλος (σ. 122) επισηµαίνει ότι η θρησκεία λογίζεται ως ανθρωπολογικό δεδοµένο, συµπεριλαµβάνεται στα επιτεύγµατα του ανθρώπου, και ότι «όλα αυτά τα κατορθώµατα του ανθρώπου εντάσσονται σε ένα καθαυτό προ-ηθικό στάδιο της πολιτισµικής ανέλιξης».] [Οι άνθρωποι θέτοντας σε χρήση τις νοητικές τους ικανότητες και αξιοποιώντας τη δύναμη της φωτιάς, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν τις αναγκαίες υποδομές για τη δραστική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Κατασκεύασαν, δηλαδή, κατοικίες, ρούχα, υποδήματα και σκεπάσματα, έμαθαν να καλλιεργούν τη γη και παράλληλα προχώρησαν και στη δημιουργία ενός λεκτικού κώδικα επικοινωνίας. Στα πλαίσια αυτού του εξελικτικού σταδίου, μάλιστα, οι άνθρωποι αρχίζουν να πιστεύουν σε θεούς και για να τους τιμήσουν κατασκευάζουν βωμούς και φτιάχνουν αγάλματα. Η θρησκεία στο πρώιμο αυτό στάδιο αποτελεί ένδειξη ότι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τη δύναμη της φύσης και επιχειρούν να ερμηνεύσουν την πιθανή προέλευση όλων εκείνων των φαινομένων και δημιουργημάτων που τους εντυπωσιάζουν. Προτού καν κατορθώσουν να προχωρήσουν στη συγκρότηση κοινωνιών και στην ανάπτυξη του απαραίτητου ηθικού κώδικα, που θα τους επέτρεπε να συνυπάρξουν αρμονικά, οι άνθρωποι αποδέχονται την ύπαρξη ενός δημιουργικού νου, μιας ζωοποιού δύναμης που ευθύνεται για τη δημιουργία του κόσμου και για την έναρξη της ζωής. Η θρησκευτική πίστη, παρά το γεγονός ότι αποτελεί έκφραση θαυμασμού απέναντι σε κάποια ανώτερη δύναμη, που επί της ουσίας δεν είναι ορατή ή προσεγγίσιμη, θα πρέπει να λογίζεται ως επίτευγμα του ανθρώπου, υπό την έννοια ότι αποτελεί έκφανση της νοητικής δραστηριότητας. Οι άνθρωποι δεν λαμβάνουν το φυσικό τους περιβάλλον και τη δική τους ύπαρξη ως κάτι το δεδομένο, αντιθέτως προβληματίζονται και αποζητούν τη γενεσιουργό αιτία. Η θρησκεία, επομένως, αποτελεί μια πρώτη εκδήλωση του ανήσυχου ανθρώπινου πνεύματος, που στην πορεία θα επιχειρήσει να δώσει εξήγηση για κάθε φυσικό φαινόμενο και θα αναζητήσει τις απαρχές της δημιουργίας του κόσμου.]
4. Ποια άποψη εκφράζει για τη γλώσσα ο Πρωταγόρας; Να τη συγκρίνετε µε τις απόψεις του Ηροδότου για το ίδιο θέµα. [Η γλώσσα δημιουργείται από την ανθρώπινη νόηση και βούληση, δεν δίνεται από το θεό. Η αρχαία παράδοση ήταν θεοκρατική (την άποψη αυτή εκφράζει π.χ. ο Ηρόδοτος, ΙΙ, 2, όταν αναφέρει το πείραμα του Ψαμμήτιχου, βλ. Παράλληλα κείμενα, αρ. 8). Η σύγχρονη γλωσσολογία επιβεβαιώνει τη σοφιστική άποψη και μάλιστα η διπλή άρθρωση της γλώσσας (άρθρωση φθόγγων και άρθρωση λέξεων) την οποία ανέλυσε ίσως υποδηλώνεται και στην έκφραση του Πρωταγόρα φωνὴν καὶ ὀνόματα διηρθρώσατο.] [Ηρόδοτος, II 2 Τώρα, οι Αιγύπτιοι, προτού ανέβει στο θρόνο τους ο Ψαμμήτιχος, πίστευαν ότι ήταν ο αρχαιότερος λαός του κόσμου. Όταν όμως ο Ψαμμήτιχος ανέβηκε στο θρόνο και θέλησε να μάθει ποιος λαός ήταν ο αρχαιότερος του κόσμου, από τότε πιστεύουν ότι οι Φρύγες φάνηκαν στον κόσμο πριν απ’ τους ίδιους, κι οι ίδιοι τους πριν από τους υπόλοιπους. Ο Ψαμμήτιχος λοιπόν καθώς, μ’ όλες τις πληροφορίες που συγκέντρωνε, δεν μπορούσε να βρει κανένα τρόπο για να εξακριβώσει ποιος ήταν ο αρχαιότερος λαός του κόσμου, καταφεύγει στο εξής πείραμα: δυο βρέφη νεογέννητα, απ’ τα πρώτα αντρόγυνα που βρήκε τυχαία, τα έδωσε σ’ ένα βοσκό να τ’ ανατρέφει στη στάνη του∙ και να ποια θα ήταν η ανατροφή τους, κατά τις εντολές του∙ να μη προφέρει κανένας μπροστά τους καμιά λέξη, αλλά να ζουν απομονωμένα σε καλύβα χωρίς ανθρώπινη ψυχή και την ώρα του θηλασμού τους να φέρνει κοντά τους κατσίκες∙ κι αφού χορτάσουν γάλα, να βολεύει τις υπόλοιπες ανάγκες τους. Κι αυτά τα έβαλε μπρος ο Ψαμμήτιχος κι έδινε αυτές τις εντολές, επειδή ήθελε ν’ ακούσει τα παιδιά, ποια λέξη θα βγάλουν πρώτη από το στόμα τους, μόλις θα σταματούσαν τα άναρθρα ψελλίσματά τους. Έτσι κι έγινε. Δηλαδή, είχαν περάσει δυο χρόνια με το βοσκό να κάνει ό,τι του είπαν, όταν, τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα κι έμπαινε μέσα, τα παιδάκια και τα δυο μπουσουλώντας στα πόδια του φώναζαν «βεκός» απλώνοντας τα χέρια τους. Λοιπόν, όταν το πρωτοάκουσε ο βοσκός, δεν έκανε λόγο∙ αλλά καθώς πήγαινε και ξαναπήγαινε σ’ αυτά και τα φρόντιζε κι εκείνα επαναλάμβαναν ασταμάτητα αυτή τη λέξη, το μήνυσε στον αφέντη του∙ κι αυτός τον πρόσταξε να του τα παρουσιάσει, οπότε τα έφερε μπροστά του. Κι όταν άκουσε κι ο Ψαμμήτιχος με τ’ αυτιά του, ρωτούσε να μάθει σε τίνος λαού τη γλώσσα «βέκος» σημαίνει κάτι∙ και ρωτώντας βρήκε ότι «βέκος» οι Φρύγες λένε το ψωμί. Έτσι οι Αιγύπτιοι παραδέχτηκαν κι απ’ αυτό το περιστατικό έβγαλαν το συμπέρασμα ότι οι Φρύγες είναι λαός αρχαιότερος από τους ίδιους. Αυτή την εκδοχή άκουσα από τους ιερείς του Ηφαίστου στη Μέμφη. Όμως οι Έλληνες, κοντά σε πολλές άλλες ανοησίες, λένε και πως τάχα ο Ψαμμήτιχος έκοψε τις γλώσσες κάποιων γυναικών κι έτσι έβαλε τα παιδάκια να ζουν μαζί μ’ αυτές. Ο Πρωταγόρας αναφέρει πως ο άνθρωπος: ἔπειτα φωνὴν καὶ ὀνόματα ταχὺ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ (έπειτα, γρήγορα συνδύασε με την τέχνη φθόγγους και λέξεις), υποδηλώνοντας έτσι την πεποίθησή του ότι η γλώσσα αποτελεί δημιούργημα του ανθρώπου, χάρη στις νοητικές του ικανότητες. Ο σοφιστής, μάλιστα, επιμερίζει τη δημιουργία του λεκτικού κώδικα στην άρθρωση φθόγγων, στους έναρθρους δηλαδή ήχους, και στην επινόηση λέξεων, σκέψη που συμφωνεί με τη σύγχρονη γλωσσολογική προσέγγιση. Έχουμε, δηλαδή, το πέρασμα από τους άναρθρους ήχους στους έναρθρους και κατόπιν στο συνδυασμό τους, για τη δημιουργία λέξεων. Ο σοφιστής, επομένως, στην ανθρώπινη ομιλία, όπως και σε κάθε άλλο επίτευγμα των ανθρώπων, βλέπει τη δύναμη της νόησης και της επιθυμίας των ανθρώπων για διαρκή εξέλιξη. Οι άνθρωποι εργάζονται συνεχώς για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους, κι αυτό τους ωθεί σε ολοένα και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των νοητικών τους ικανοτήτων, αποτέλεσμα των οποίων είναι και η ομιλία, η οποία, κατά το σοφιστή, προέκυψε γρήγορα, από τα πρώτα κιόλας στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης. Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα η γλώσσα αποτελεί έκφανση της ανθρώπινης νόησης και όχι κάποιας θεϊκής παρέμβασης ή προσφοράς. Στον αντίποδα της σοφιστικής θέσης, βρίσκεται ο Ηρόδοτος, που θεωρούσε ότι η ομιλία δόθηκε στους ανθρώπους από τους θεούς, κατά τη δημιουργία τους. Ο Ηρόδοτος πίστευε ότι η γλώσσα είναι έμφυτη, ως δώρο των θεών, γι’ αυτό και στην ανεκδοτολογική διήγηση για τον Ψαμμήτιχο, κυριαρχεί η σκέψη πως αν αφήσουμε ένα βρέφος χωρίς λεκτικά ερεθίσματα, εκείνο θα μιλήσει την πρώτη γλώσσα που δόθηκε στους ανθρώπους. Με αυτό το πείραμα, άλλωστε, ο Ψαμμήτιχος κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο αρχαιότερος λαός του κόσμου ήταν ο φρυγικός. Ο Ψαμμήτιχος, δηλαδή, άφησε δυο βρέφη, χωρίς κανένα άκουσμα ανθρώπινης ομιλίας για δυο χρόνια, περιμένοντας να ακούσει ποια θα ήταν η πρώτη λέξη που θα έλεγαν. Τελικά, η πρώτη λέξη που είπαν τα μωρά ήταν η φρυγική βέκος (ψωμί). Η θεοκρατική άποψη του Ηροδότου βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις απόψεις του Πρωταγόρα, ο οποίος θεωρούσε ότι κάθε επίτευγμα του τεχνικού και πνευματικού πολιτισμού των ανθρώπων, αποτελούσε γέννημα των νοητικών ικανοτήτων τους.]
5. ᾿Επειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος θείας µετέσχε µοίρας, πρῶτον µὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων µόνον θεοὺς ἐνόµισε, καὶ ἐπεχείρει βωµούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλµατα θεῶν: Στο χωρίο αυτό ο Πρωταγόρας φαίνεται να δέχεται ότι το θρησκευτικό συναίσθηµα είναι έµφυτο. Πώς εξηγείται η άποψή του αυτή, αν τη συσχετίσουµε µε τις γενικότερες περί θεών αντιλήψεις του; (Για την απάντησή σας θα χρειαστεί να διαβάσετε πάλι την εισαγωγή του βιβλίου σας, σ. 25). [Βλ. W. K. C. Guthrie (1), σ. 91: Από την αρχή επίσης, οι άνθρωποι έχουν µέσα τους την έµφυτη ορµή για λατρεία (…) Ο ίδιος ο Πρωταγόρας κατά πάσα πιθανότητα αναγνώριζε ότι η λατρεία προσιδιάζει στον άνθρωπο και ίσως είναι κάτι το απαραίτητο, χωρίς όµως και να παίρνει θέση σχετικά µε την ύπαρξη του αντικειµένου της. Βλ. και σ. 324 στο ίδιο: Το ένστικτο της πίστης και της λατρείας είναι θεµελιώδες στην ανθρώπινη φύση, και η απόδοσή του σε θεϊκή συγγένεια δεν είναι κάτι το περίεργο σε µια αφήγηση που οµολογουµένως δίνεται σε µορφή λαϊκής µυθολογίας για να γίνει πιο ευχάριστη.] [(Για την απάντησή σας θα χρειαστεί να διαβάσετε πάλι την εισαγωγή του βιβλίου σας, σ. 25). [Ο Πρωταγόρας είχε γράψει ένα βιβλίο Περί θεῶν (χαμένο σήμερα), ένα σωζόμενο απόσπασμα από το οποίο μας διαφωτίζει αρκετά για τις απόψεις του όχι μόνο πάνω στο θέμα των θεών αλλά και πάνω στο θέμα της γνώσης: «Για τους θεούς, δεν μπορώ να ξέρω ούτε αν υπάρχουν ούτε αν δεν υπάρχουν ούτε ποια είναι η μορφή τους. Γιατί πολλά πράγματα εμποδίζουν τη γνώση: το γεγονός ότι πολλά πράγματα είναι άδηλα και δεν φαίνονται και η συντομία της ανθρώπινης ζωής]. Προφανώς, ο Πρωταγόρας δεν ήταν άθεος, αλλά θεωρούσε πως ούτε οι αισθήσεις επιτρέπουν στον άνθρωπο να γνωρίσει τα άδηλα (αυτά που δεν προσεγγίζουν δηλαδή οι αισθήσεις) ούτε ο νους (αφού η συντομία της ανθρώπινης ζωής δεν προσφέρει στον άνθρωπο τον αναγκαίο χρόνο για να εμβαθύνει σε τέτοια θέματα). Έτσι, ο Πρωταγόρας κατέληγε σε έναν σχετικισμό: η γνώση του ανθρώπου για τα πράγματα είναι σχετική, εξαρτάται δηλαδή από τα μέσα του και τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της ζωής του. Από αυτό προκύπτει και η περίφημη πρότασή του, από το επίσης χαμένο σήμερα βιβλίο του Ἀλήθεια ἤ καταβάλλοντες λόγοι (Η Αλήθεια ή οι λόγοι που νικούν τα άλλα επιχειρήματα): «Για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος, γι’ αυτά που υπάρχουν ότι υπάρχουν, και γι’ αυτά που δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν».] Στα πλαίσια του μύθου το θρησκευτικό συναίσθημα εξηγείται ως απόρροια της πολύτιμης προσφοράς του Προμηθέα. Μιας και οι άνθρωποι έλαβαν, με τη βοήθειά του, τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις, που μέχρι τότε ανήκαν αποκλειστικά στους θεούς, εύλογα προέκυψε για τους ανθρώπους μια διάθεση ευγνωμοσύνης και σεβασμού απέναντι τους. Η προσφορά του Προμηθέα λειτουργεί έτσι ως συνεκτικός δεσμός ανάμεσα στους ανθρώπους και στους θεούς, ξεκινώντας μια επικοινωνία μεταξύ τους καθώς και μια σχέση λατρείας και υποταγής. Αν, βέβαια, αφαιρέσουμε το μυθικό περίβλημα της διήγησης, τότε αντικρίζουμε τον άνθρωπο που χρησιμοποιώντας τις νοητικές του ικανότητες, κατορθώνει μόνος του να αξιοποιήσει τη δύναμη της φωτιάς προς όφελός του και παράλληλα να εξελίξει τις τεχνικές του δεξιότητες. Γεγονός που μοιάζει να μην αφήνει περιθώρια για την ένταξη των θεών στη ζωή του. Εντούτοις, αν αναλογιστούμε την απορία του ανθρώπου μπροστά στην υπέρμετρη δύναμη της φύσης και στο γενικότερο μεγαλείο του φυσικού περιβάλλοντος, μπορούμε να αισθανθούμε την ανάγκη του να βρει μια απάντηση για το ποιος βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά, ποιος δηλαδή είναι ο δημιουργός του κόσμου. Οι άνθρωποι, επομένως, με την προσφυγή στους θεούς, με την πεποίθηση δηλαδή πως για οτιδήποτε αντικρίζουν γύρω τους υπάρχει κάποιος ιθύνων νους, βρίσκουν μια πρώτη απάντηση στις ανησυχίες τους. Το θρησκευτικό συναίσθημα, επομένως, αποτελεί μια έμφυτη διάθεση του ανθρώπου ή καλύτερα μια ενστικτώδη ανάγκη του, καθώς μόνο μέσω αυτού αισθάνονται πως ζουν σ’ έναν κόσμο που βασίζεται στη λογική και πως δεν υπάρχουν απλώς σ’ ένα χάος συμπτώσεων και τυχαίων επιλογών. Ο Πρωταγόρας, άλλωστε, αν και αγνωστικιστής δεν ήταν άθεος, δεν απέρριπτε ολοκληρωτικά την ιδέα της ύπαρξης των θεών. Θεωρούσε, βέβαια, ότι δεν μπορεί να αποδειχτεί η ύπαρξη ενός όντος που δεν είναι ορατό στους ανθρώπους, αλλά και πάλι δεν μπορούσε με πλήρη βεβαιότητα να αποκλείσει την πιθανότητα της ύπαρξης μιας ανώτερης δύναμης. Ο σοφιστής αποδέχεται πως το ζήτημα των θεών είναι πέρα από τις περιορισμένες ανθρώπινες δυνατότητες, τόσο γιατί ο χρόνος ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι ικανός, ώστε να ερευνήσει διεξοδικά το θέμα και να καταλήξει σ’ ένα ουσιαστικό συμπέρασμα, όσο και γιατί οι θεοί δεν είναι απτά όντα.]
6. Ποια προβλήµατα αντιµετώπιζαν οι άνθρωποι, όταν ζούσαν διασκορπισµένοι και ποια προβλήµατα αντιµετώπισαν στις πόλεις αµέσως µετά την ίδρυσή τους; Πού οφείλονταν τα προβλήµατα αυτά; [Στην αρχή οι άνθρωποι ζούσαν διασκορπισμένοι, κι ενώ οι τεχνικές γνώσεις τους ήταν αρκετές για τη διασφάλιση τροφής, δεν ήταν όμως ικανές να τους διασώσουν από τις επιθέσεις των άγριων ζώων, μιας και οι άνθρωποι ήταν από κάθε άποψη πιο αδύναμοι από αυτά. Έχοντας επιλέξει να μένουν απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλο, δεν είχαν κατορθώσει να αναπτύξουν την πολεμική τέχνη, η οποία αποτελεί μέρος της πολιτικής. Η οργανωμένη, δηλαδή, άμυνα απέναντι στις επιθέσεις των ζώων, μπορούσε να προκύψει μόνο μέσα από τη συγκρότηση κοινωνιών και τη συνεργασία των ανθρώπων μεταξύ τους, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν από κοινού πιο αποτελεσματικά τις εχθρικές επιθέσεις. Η μόνη επιλογή για τους ανθρώπους, επομένως, ήταν η συγκέντρωσή τους και η δημιουργία πόλεων. Μια επιλογή, όμως, που παρά τα πολλαπλά οφέλη της, έμοιαζε ανεφάρμοστη, καθώς μόλις οι άνθρωποι συναθροίζονταν κι επιχειρούσαν να ζήσουν όλοι μαζί, άρχιζαν να αδικούν ο ένας τον άλλο, δημιουργώντας εχθρικές διαθέσεις που τους ωθούσαν να διασκορπιστούν εκ νέου, αφήνοντας και πάλι τους εαυτούς τους έκθετους στις επιθέσεις των ζώων. Η δημιουργία πόλεων και η ικανότητα των ανθρώπων να συμβιώσουν, χωρίς την ύπαρξη αντιδικιών μεταξύ τους, απαιτούσε την κοινωνική τους ωρίμανση. Εκείνο που καθιστούσε αδύνατη τη συνύπαρξή τους, ήταν η έμφυτη διάθεση του ανθρώπου να επιδιώκει την ικανοποίηση των επιθυμιών του, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις που έχουν οι πράξεις του στους άλλους. Ο κάθε άνθρωπος, δηλαδή, θέλει να είναι απόλυτα ελεύθερος, χωρίς να θέτει όρια στη δράση και στις επιθυμίες του. Εντούτοις, στα πλαίσια μιας κοινωνίας, οι άνθρωποι οφείλουν να περιορίζουν τον εαυτό τους, σεβόμενοι το γεγονός ότι κάθε μέλος της έχει αντίστοιχες ανάγκες, επιθυμίες κι ελευθερίες. Για να μπορέσουν, επομένως, οι άνθρωποι να συμβιώσουν αρμονικά, οφείλουν να αναπτύξουν την έννοια της πολιτικής. Με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό, αλλά και την ουσιαστική αντίληψη ότι ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο, οφείλουν να θεμελιώσουν τους κανόνες εκείνους που θα τους επιτρέψουν να συνυπάρχουν, χωρίς ο ένας να καταπατά τα θεμελιώδη δικαιώματα του άλλου. Η κοινωνική συνύπαρξη, άλλωστε, σημαίνει κατανόηση του γεγονότος ότι κάθε πολίτης έχει δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις. Στις πρώτες απόπειρες για τη συγκρότηση κοινωνιών οι άνθρωποι ήθελαν να εξασφαλίσουν τα οφέλη της συνύπαρξης, τη δυνατότητα δηλαδή να αντιμετωπίζουν τους κοινούς τους εχθρούς, χωρίς όμως να είναι έτοιμοι να αποδεχτούν και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από μια τέτοια συνύπαρξη.]
7. Η πολεµική τέχνη παρουσιάζεται ως µέρος της πολιτικής. Πώς εξηγείται αυτό, κατά τη γνώµη σας. [∆ηµιουργείται και αναπτύσσεται σε πολιτικά οργανωµένες κοινωνίες. Πρβλ. Πλάτωνος Πολιτεία 373 d- 374 d. Η έκφραση δεν συνεπάγεται ότι ο Πρωταγόρας είναι υπέρ του πολέµου. Αντίθετα ο ∆. Γουδής (σ. 83) υποστηρίζει ότι ο πόλεµος, παρά τα µεγάλα κακά τα οποία προξενεί, δίκαια θεωρείται από τον Πρωταγόρα στοιχείο της πολιτικής, γιατί αναπτύσσει τις ευγενέστερες ορµές του ανθρώπου, την άµυνα υπέρ του δικαίου και της ελευθερίας, υπέρ βωµών και εστιών, αφυπνίζει τα έθνη από την ηθική νάρκη µακροχρόνιας ειρήνης, µεταδίδει τον υψηλότερο πολιτισµό των πολιτισµένων λαών σε βαρβάρους κτλ.]
8. ἐζήτουν δὴ ἁθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις: Να συγκρίνετε την άποψη του Πρωταγόρα µε αυτή του Αριστοτέλη ότι ο άνθρωπος είναι φύσει ζῷον πολιτικόν. [Κατά τον Πρωταγόρα, οι άνθρωποι ένιωθαν την ανάγκη (ἐζήτουν) της συνάθροισης, της συµβίωσης. Ο άνθρωπος, δηλαδή, επιβιώνει µόνο χάρη στην ικανότητά του για κοινωνική ζωή. Η βασική αυτή θέση µπορεί να θεωρηθεί προδιατύπωση της θέσης του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο φύσει πολιτικὸν ὄν.]
9. Αφού συγκρίνετε το µύθο του Πρωταγόρα για τα επιτεύγµατα του ανθρώπου στον τοµέα της τεχνολογίας µε τα στοιχεία που µας δίνει ο Σοφοκλής στο πρώτο στάσιµο της Ἀντιγόνης για το ίδιο θέµα, να επισηµάνετε όποιες διαφορές ή οµοιότητες υπάρχουν.
10. Η λέξη πόλις επαναλαµβάνεται στο κείµενο πέντε φορές. Τι δηλώνεται, κατά τη γνώµη σας, µε την επανάληψη αυτή; [Εξαίρεται η σηµασία της πόλης.]
11. α) αἰδώς, δίκη: Ποιο είναι το περιεχόµενο καθεµιάς έννοιας; β) Γιατί θεωρούνται πόλεων κόσµοι τε καὶ δεσµοὶ φιλίας συναγωγοί; [αἰδώς: συναίσθηµα ντροπής του κοινωνικού ανθρώπου για κάθε πράξη που προσκρούει στον καθιερωµένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού περιβάλλοντος.
δίκη: το συναίσθηµα της δικαιοσύνης, η έµφυτη αντίληψη για το δίκαιο. Από αυτά πηγάζει η πολιτική αρετή, µε αυτά εξασφαλίζεται η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, εµπεδώνεται η πολιτική ενότητα και η κοινωνική αρµονία.] [«Η εξέλιξη της ηθικής συνείδησης οδηγεί τους ανθρώπους στην αποδοχή των αξιών της αἰδοῦς και της δίκης … Η ηθική συνείδηση αναπτύσσεται από την ανάγκη να ανταποκριθή ο άνθρωπος στις απαιτήσεις µιας κοινωνίας µε προηγµένο πολιτισµό. Κάθε πολιτιστικά προηγµένη κοινωνία θεµελιώνεται πάνω στις αξίες της αἰδοῦς και της δίκης. Οι αξίες αυτές είναι καθολικές και για τις πολιτιστικά προηγµένες κοινωνίες είναι συνάµα αποτελέσµατα της εξέλιξης της ηθικής συνείδησης και της εξέλιξης του πολιτισµού που την εκφράζει και την κατευθύνει». [Συνείδηση: η αντίληψη που έχει το άτοµο για τα φαινόµενα που συµβαίνουν στον εξωτερικό κόσµο και η λειτουργία µε την οποία παριστάνει ορισµένους σκοπούς ως επιθυµητούς και επιδιώκει να τους πραγµατοποιήσει µε την πράξη του. Ηθική συνείδηση: η λειτουργία µε την οποία επιθυµούµε ή αποστρεφόµαστε ορισµένους σκοπούς και επιδοκιµάζουµε ή αποδοκιµάζουµε την επιθυµία ή αποστροφή µας προς αυτούς,]
12. Σε ποιο σηµείο του κειµένου γίνεται αναφορά στον καταµερισµό της εργασίας; Ποια σηµασία τού αποδίδει ο Πρωταγόρας για την εξέλιξη του πολιτισµού και γιατί η πολιτική δεν µπορούσε να περιλαµβάνεται στον καταµερισµό αυτό; [αἱ τέχναι νενέµηνται: Ο Πρωταγόρας κατανοεί τη σηµασία του καταµερισµού της εργασίας για την πρόοδο, όπως φαίνεται από το σηµείο αυτό αλλά και από τα επιτεύγµατα της δεύτερης φάσης της εξέλιξης. Γι’ αυτό και θέτει το πρόβληµα µε την ερώτηση του Ερµή. Αν περιλαµβανόταν στον καταµερισµό εργασίας και η πολιτική, δε θα συµµετείχαν όλοι στην πολιτική ζωή και δε θα υπήρχαν πόλεις, µε την έννοια ότι η πολιτική προϋποθέτει πως οι άνθρωποι αποδέχονται κοινές ηθικές αξίες, την αἰδῶ και τη δίκη. Αν δεν τις αποδέχονταν, οι κοινωνικοί ανταγωνισµοί θα κατέληγαν στην αλληλοεξόντωση των ανθρώπων, όπως στην προηγούµενη φάση. Η πολιτική συνδέεται άρρηκτα µε την αἰδῶ και τη δίκη, που αποτελούν το θεµέλιο και την αναγκαία προϋπόθεσή της· µε την έννοια αυτή θα ήταν αδιανόητο να µην έχουν δοθεί σε όλους. Κατάληξη αυτής της πολιτιστικής εξέλιξης αποτελεί η αθηναϊκή δηµοκρατία, που δικαιώνεται µε το µύθο του Πρωταγόρα]
13. οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν (αἰδοῦς καὶ δίκης) µετέχοιεν: Η άποψη αυτή αναφέρεται µόνο σε δηµοκρατικά πολιτεύµατα ή σε όλα; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας. [∆εν γίνεται άµεσα διάκριση, αλλά ο Πρωταγόρας φαίνεται (και από τη συνέχεια της «ρήσης») να δέχεται ότι το δηµοκρατικό πολίτευµα της Αθήνας είναι αυτό που ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες µιας πολιτιστικά προηγµένης κοινωνίας. Η αἰδώς και η δίκη αναπτύσσονται µόνο µέσα στην κοινωνική ζωή και σε µια δηµοκρατική κοινωνία βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους. Υπάρχει η φυσική καταβολή και η ισοµοιρία (ισοκατανοµή) της πολιτικής η οποία όµως θα χρειαστεί το κατάλληλο έδαφος της δηµοκρατικής κοινωνίας για να αναπτυχθεί.]
14. Ποιο στάδιο στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου εκπροσωπεί η πολιτική τέχνη και πώς συντελείται το πέρασµα σ’ αυτό; [Το στάδιο της συγκρότησης πόλεων. Το πέρασµα γίνεται προοδευτικά και πάντα κάτω από το νόµο της ανάγκης. Οι άνθρωποι αφανίζονται αρχικά, επειδή δεν κατέχουν την τέχνη να ζουν µαζί σε πόλεις. Από τα παθήµατά τους µαθαίνουν να ενεργούν δίκαια και να σέβονται τα δικαιώµατα των άλλων.]
15. καὶ νόµον γε θὲς … πόλεως: Πώς εξηγείται η ανάγκη νόµου για την τιµωρία όποιου δε µετέχει στην αἰδῶ και τη δίκη, αφού αυτές µοιράστηκαν σε όλους; [Ο ∆ίας δεν µπορεί να εξασφαλίσει την καθολικότητα των δυο αρετών στους ανθρώπους, µια και δεν αποτελούσαν µέρος της αρχικής τους φύσης. Αν αφαιρέσουµε το περίβληµα του µύθου, σηµαίνει ότι το θέσπισµα, ο νόµος αυτός, ήταν «έργο του χρόνου, της πικρής πείρας και της ανάγκης». Ενισχύει τη θέση ότι όλοι πρέπει να έχουν συµµετοχή στην αρετή.]
16. κτείνειν ὡς νόσον πόλεως : Πώς κρίνετε το µέτρο αυτό; [Όσοι δεν έχουν συνείδηση των αξιών της αἰδοῦς και της δίκης αποτελούν νοσηρά στοιχεία της πόλης που έχει δικαίωµα να τους τιµωρήσει, αφού πρώτα θα έχει χρησιµοποιήσει όλα τα µέσα για να τους αλλάξει. Σήµερα θα θεωρούσαµε τη θανάτωση σκληρό και απάνθρωπο µέτρο.]
17. Η αἰδώς και η δίκη δεν είναι έµφυτες στον άνθρωπο, κατανέµονται βέβαια σε όλους, αλλά σε µεταγενέστερο στάδιο. Ποια σηµασία έχει η θέση αυτή για τη διδασκαλία της αρετής που επαγγέλλεται ο Πρωταγόρας; [Αν αφαιρέσουµε τα µυθολογικά στοιχεία από την αφήγηση του Πρωταγόρα, µένει ότι η αρετή καθαυτή δεν ήταν στην αρχή µέρος της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυτό οι πρωτόγονοι µολονότι είχαν τη νοηµοσύνη να µαθαίνουν διάφορες «τέχνες», όπως τη χρήση της φωτιάς, την επεξεργασία των µετάλλων κ.ο.κ., συµπεριφέρονταν µε αγριότητα ο ένας στον άλλο και δεν µπορούσαν να συνεργαστούν κτλ. Αλλά η ανθρώπινη φύση φέρει µέσα της τις καταβολές για να εξελιχθεί ηθικά. Σ’ αυτό ακριβώς είναι αναγκαία η διδασκαλία.]
18. Οὕτω δή, ὦ Σώκρατες, … αἰτία: Σε ποιο επιχείρηµα του Σωκράτη απαντά ο Πρωταγόρας και ποια στάση τηρεί απέναντι στο αθηναϊκό πολίτευµα; [Απαντά στο επιχείρηµα που είχε διατυπώσει ο Σωκράτης (ενότητα 1): η δυνατότητα όλων να εκφέρουν άποψη για τα θέµατα της πολιτικής στην εκκλησία του δήµου σήµαινε ότι η πολιτική δεν διδάσκεται, αλλιώς δεν θα µπορούσε να διατυπώσει καθένας γνώµη παρά µόνο - όπως υπονοείται - ο ειδικός. Σύµφωνα µε τον Πρωταγόρα, το δικαίωµα να εκφέρουν όλοι άποψη είναι νόµιµο, αφού η αἰδώς και η δίκη είναι (δυνάµει) κτήµα όλων. Ο Πρωταγόρας εκφράζει µια αντιτεχνοκρατική αντίληψη για την πολιτική, επιδοκιµάζει το αθηναϊκό πολίτευµα και ιδίως το δικαίωµα ισηγορίας.]
19. Πώς αντιµετώπιζαν οι Αθηναίοι τους ρήτορες (οµιλητές) στην εκκλησία του δήµου; Πώς εξηγείται η στάση τους; Η απάντησή σας να στηριχθεί µόνο στο κείµενο. [Η απάντηση από όλη την παράγραφο Οὕτω δή, ὦ Σώκρατες, … τούτου αἰτία.]
Συνδυασµός ερωτήσεων κλειστού και ανοικτού τύπου
1. Ο ∆ίας µοιράζει σε όλους την αἰδῶ και τη δίκη, αλλά παράλληλα θεσπίζει νόµο για την τιµωρία όποιου δε µετέχει σ’ αυτές. Από αυτό µπορούµε να συµπεράνουµε ότι: α) Ο Πρωταγόρας αντιφάσκει, για να δικαιολογήσει το επάγγελµά του (δάσκαλος της πολιτικής αρετής). β) Η αἰδώς και η δίκη δεν είναι έµφυτες στον άνθρωπο. Αν ήταν, ούτε τα εγκλήµατα και γενικά η απείθεια στο νόµο θα εξηγούνταν, ούτε ο Πρωταγόρας θα δικαιωνόταν ως δάσκαλος της πολιτικής αρετής. γ) Ο ∆ίας, αφού δίνονται σε µεταγενέστερο από τη δηµιουργία του ανθρώπου στάδιο, δεν µπορεί να τις επιβάλει σε όλους καταναγκαστικά. δ) Είναι τόσο αναγκαίες για την ύπαρξη της πόλης, ώστε η τιµωρία για την παραβίασή τους θα πρέπει να είναι σκληρή. Α. Να επιλέξετε τις δύο πιο εύστοχες, κατά τη γνώµη σας, απόψεις. Β. Να τις αναπτύξετε, αιτιολογώντας την επιλογή σας.
2. Ο ∆ίας νιώθει την ανάγκη να προστατεύσει τους ανθρώπους από τον αφανισµό. Αυτό σηµαίνει ότι: α) Είναι ο δηµιουργός και αισθάνεται υπεύθυνος για τα δηµιουργήµατά του. β) Το επιβάλλει η ανάγκη του µύθου να δικαιολογηθεί η κατανοµή της αἰδοῦς και της δίκης. γ) Η παρέµβαση του ∆ία αντιπροσωπεύει τη συνειδητοποίηση της ανάγκης συµβίωσης, την ανάπτυξη της ηθικής συνείδησης. δ) Στις διάφορες θρησκείες οι θεοί παρεµβαίνουν για να σώσουν τους ανθρώπους, έστω και την τελευταία στιγµή. Α. Να επιλέξετε δύο από τις παραπάνω απόψεις που, κατά τη γνώµη σας, είναι πιο εύστοχες. Β. Να τις αναπτύξετε, αιτιολογώντας την επιλογή σας.
3. Α. Να σηµειώσετε δίπλα από κάθε στάδιο ή φάση του πολιτισµού τις ανάγκες ή την κατάσταση του ανθρώπου ή τα επιτεύγµατα που αντιστοιχούν σ’ αυτή σύµφωνα µε το µύθο (ενότητες 3 και 4). α) φάση του Επιµηθέα……………………………………………………………………………………… β) φάση του Προµηθέα…………………………………………………………………………………….. γ) φάση του σχηµατισµού των πόλεων…………………………………………………………. Β. Ποιες από τις ανάγκες του ανθρώπου, όπως δηλώνονται στην πρώτη φάση, ικανοποιούσε καθένα από τα επιτεύγµατα αυτά;
Λεξιλογικές - Σηµασιολογικές ασκήσεις
1. δεσµοὶ φιλίας συναγωγοί: Να συνθέσετε το ρήµα ἄγω µε πέντε προθέσεις και να σχηµατίσετε από κάθε σύνθετο ένα παράγωγο κατά το παράδειγµα συνάγω - συναγωγός ή συναγωγή. Μπορείτε να χρησιµοποιήσετε και παραγωγικές καταλήξεις. Με τις λέξεις που θα προκύψουν να σχηµατίσετε ισάριθµα ονοµατικά σύνολα. Να προσέξετε τον τονισµό. [π.χ. παράγω - παραγωγός - παραγωγή, παραγωγικός, εξάγω - εξαγωγή-εξαγωγικός - εξαγώγιµος, διάγω - διαγωγή, απάγω - απαγωγή, προσάγω - προσαγωγή - προσαγωγός, κατάγω - καταγωγή κτλ., παραγωγός ταινιών, εξαγωγικό εµπόριο, παραγωγική κατάληξη, εξαγωγή προϊόντων, απαγωγή παιδιού κτλ.]
2. δεσµοὶ < δέω-δῶ (θ. δεσ-): Τα ουσιαστικά που παράγονται από ρήµατα µε τις παραγωγικές καταλήξεις -µός, -(ε)τός, -ος (αρσ. β΄ κλ.), -σις, -σία, -ή ή -ά (όταν προηγείται ρ), -ία ή -εία, σηµαίνουν την ενέργεια, το πάθος ή την κατάσταση. Να σχηµατίσετε παράγωγα ουσιαστικά από τα ακόλουθα ρήµατα, χρησιµοποιώντας όσες από τις παραπάνω καταλήξεις ταιριάζουν: ὀδύροµαι, σείω, ἀγείρω (θ. ἀγερ-), συναγείρω, τίκτω (θ. τεκ-, τοκ-), λύω, παύω, στέφω, αἴρω, ἐγείρω, χρήοµαι-χρῶµαι, σηµαίνω, στρέφω, πέµπω, φυλάττω, χαίρω (θ. χαρ-), ἀγγέλλω, ὁµιλέω-ῶ, µαρτυρέω-ῶ, λατρεύω, δουλεύω, µαντεύω, ἀριστεύω, βασιλεύω.
3. δικαιοσύνη, φηµί, µετέχω, ἁθροίζω, ταχέως (ταχύ), δίδωµι, δείδω (δείσας): Να γράψετε στην αρχαία ελληνική από ένα συνώνυµο ή αντώνυµο για καθεµία λέξη που σας δίνεται. [ἀδικία, λέγω/ἀρνοῦµαι- ἀπόφηµι, ἀπέχω, σκεδάννυµι, βραδέως, λαµβάνω, φοβοῦµαι / θαρρῶ.]
4. νέµω, (δια)φθείρω, νόσος, δίκη, κόσµος: Από το θέµα καθεµιάς λέξης που σας δίνεται να σχηµατίσετε πέντε παράγωγες (απλές ή σύνθετες) και να γράψετε δέκα σύντοµες φράσεις (µε δύο παράγωγα από κάθε λέξη). [θ. νεµ-, κατά µετάπτωση νοµ- , και µε πρόσφυµα ε= νεµε-] [θ. φθερ- , κατά µετάπτωση φθορ-, φθαρ-]
5. Να µεταφέρετε τις ακόλουθες προτάσεις στη νέα ελληνική: α) οἱ ἄνθρωποι θείας µοίρας µετέχουσι: …………………………………………………….. β) σκεδαννύµενοι διεφθείροντο:……………………………………………………………………. γ) δεῖ τὰς συµβουλὰς διὰ δικαιοσύνης πάσας ἰέναι καὶ σωφροσύνης:….. δ) τούτῳ ᾤοντο µετεῖναι συµβουλῆς: ……………………………………………………………