Λεξιλόγιο (σελ. 46-48)
σ. 46 ορθολογισμός: το να σκέφτεται και να κρίνει κάποιος σύμφωνα με τον ορθό λόγο
ευθυκρισία: ορθή κρίση, λογικός τρόπος του σκέπτεσθαι
απόρροια: συνέπεια, αποτέλεσμα
απότοκος: αυτός που παράγεται ως αποτέλεσμα από προηγούμενο γεγονός-αιτία
προσεταιρισμός: η απόκτηση φίλου, οπαδού
πειθαναγκασμός: να αναγκάζεις κάποιον να πεισθεί μεταχειριζόμενος ψυχολογική βία ή απειλές
στρεψοδικία: χρήση κακόπιστων ή σοφιστικών επιχειρημάτων σε κάποια δίκη
δειγματοληψία: λήψη δείγματος για δοκιμή
εμπαιγμός: περίπαιγμα, χλευασμός / απάτη, φενάκη
συμπαιγνία: τέχνασμα μετά από συνεννόηση δύο ή περισσοτέρων ατόμων για εξαπάτηση άλλου ή άλλων
ραδιούργος: δολοπλόκος, μηχανορράφος
ευλογοφανής: αυτός που φαίνεται δικαιολογημένος, ορθός, λογικός
αυτόδηλος: αυτός που δεν έχει ανάγκη αποδείξεως, ολοφάνερος, αυτονόητος
χειραγωγώ: (κυριολ.) οδηγώ κάποιον από το χέρι, (μεταφ.) καθοδηγώ, κατευθύνω
δημαγωγώ: παραπλανώ το λαό με απατηλά μέσα, για να εξασφαλίσω την εύνοιά του
► ■ αναντίρρητα, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, επιβεβαίωση, διαπίστωση, είμαι βέβαιος για την ορθότητα, - για την αλήθεια, είναι έγκυρο, είναι εξακριβωμένο, είναι γενικώς παραδεκτό, δεν επιδέχεται αμφισβήτηση
■ είναι πιθανό, -ενδεχόμενο, υπάρχει ελάχιστη προοπτική, πιθανολογείται, εκλαμβάνεται ως πιθανό, μου φαίνεται, νομίζω, ενδεχομένως, μάλλον, ίσως, όπως φαίνεται, κατά τις ενδείξεις
■ ακαταμάχητο επιχείρημα, ατράνταχτο-, λογικό-, πειστικό-, σοβαρό-, τετράγωνο- ανεδαφικό-, αστήριχτο-, διασκεδαστικό-, σαθρό-, κακόπιστο-, παραπλανητικό-, στρεψόδικο-, σοφιστικό-, αντιφατικό-
■ σωρεία επιχειρημάτων, αλυσίδα-, οπλοστάσιο-, σειρά-, τα υπέρ και τα κατά-, γυμνότητα-, κενότητα-, προβολή-, παράταξη-, ανατροπή-, αντίκρουση-, απόκρουση-, έλεγχος-, κατάρριψη-, αντίταξη-, εξουδετέρωση-, αφοπλισμός-,
■ παρατάσσω επιχειρήματα, αραδιάζω-, φέρω-, χρησιμοποιώ-, οχυρώνομαι πίσω από-, αντλώ-, αναιρώ-, ανασκευάζω-, αντικρούω-, αποκρούω-.
► Συνώνυμα των λέξεων απόδειξη, αποτέλεσμα, απάτη
α) κατάδειξη, διατράνωση, επιβεβαίωση, τεκμηρίωση,
β) απόληξη, έκβαση, απόρροια, επακόλουθο, επιγέννημα, συνέπεια, προϊόν, καρπός, πόρισμα, απότοκος.
γ) φενάκη, ψεύδος, δέλεαρ, μηχάνευμα, δόλος, κόλπο, απατηλό τέχνασμα, παραπλανητικό / δόλιο επινόημα, παγίδα, ενέδρα, πλεκτάνη, δούρειος ίππος, δολοπλοκία, μηχανορραφία, ραδιουργία, ίντριγκα, συμπαιγνία, αγυρτεία, αλχημεία, φενακισμός, εμπαιγμός, παραπλάνηση, δολιότητα, παγίδευση.
► μεταστροφή της κοινής γνώμης: αλλαγή των απόψεων των ανθρώπων
προσηλυτισμός: το να παίρνω κάποιον με το μέρος μου
φενάκη: απάτη, δόλος
εξύφανση δόλου: μηχανεύομαι, ετοιμάζω κάποια απάτη
παρείσφρηση λάθους: εισχώρηση λάθους
βολιδοσκόπηση: προσπάθεια να εξιχνιάσει κάποιος τις σκέψεις ενός άλλου
παραχάραξη της αλήθειας: διαστροφή της αλήθειας
► εγκεφαλικός άνθρωπος: ψυχρός, λογικός άνθρωπος
αναιρέσιμο επιχείρημα: επιχείρημα που μπορεί να ανατραπεί
κατά μείζονα λόγον: κυρίως
κατά τις ενδείξεις: όπως φαίνεται, κατά τα φαινόμενα
εκλαμβάνω ως πιθανό: θεωρώ πιθανό
βαυκαλίζω: καθησυχάζω κάποιον με ψεύτικες υποσχέσεις
περιγράφω αδρομερώς: περιγράφω σε γενικές γραμμές
απορρέει το συμπέρασμα: προκύπτει το συμπέρασμα
εικάζω ότι…: υποθέτω ότι…
εκλαϊκεύω: απλοποιώ κάποιο θέμα, για να γίνει κατανοητό από το λαό
μηχανορραφώ: επινοώ απάτες
εμπλέκω σε πλεκτάνη: αναμειγνύω κάποιον σε απάτη
υπονομεύω: βλάπτω με δόλιες ενέργειες
χρησιμοποιώ στρεψοδικίες: χρησιμοποιώ κακόπιστα ή σοφιστικά επιχειρήματα σε κάποια δίκη
σ. 47
► Τα αντώνυμα των λέξεων ή φράσεων:
- συμβιβάζεται με τη λογική # αντιβαίνει στη λογική
- παραδέχομαι ως έγκυρο # απορρίπτω ως άκυρο
- εκλαμβάνω ως πιθανό # θεωρώ βέβαιο
- διατηρώ αμφιβολίες # αποκρούω, διαλύω, απομακρύνω τις αμφιβολίες
- ίσως (μάλλον, πολύ πιθανόν) # βέβαια, με απόλυτη βεβαιότητα, σίγουρα, οπωσδήποτε
- ατράνταχτο επιχείρημα # αστήριχτο, σαθρό επιχείρημα
- ορθός συλλογισμός # εσφαλμένος, λανθασμένος συλλογισμός
- επαρκής απόδειξη # ανεπαρκής απόδειξη
- προβλεπόμενο συμπέρασμα # απρόβλεπτο, απροσδόκητο, αναπάντεχο
συμπέρασμα
► κυριολεκτική σημασία των παρακάτω μεταφορικών λέξεων και φράσεων
- ενεδρεύω: παραμονεύω, δολιεύομαι κάποιον
- αποκοιμίζω: εξαλείφω τις υποψίες ή ανησυχίες κάποιου, εξαπατώ
- αφιονίζω: κάνω κάποιον φανατικό, φανατίζω
- πέφτω σε παγίδα/ενέδρα: εξαπατώμαι
- πέφτω θύμα απάτης/πλεκτάνης: εξαπατώμαι
- μαλλιάζει η γλώσσα μου: μιλώ συνεχώς προσπαθώντας να πείσω
- χρησιμοποιεί αλχημείες για να πείσει: ανακατεύει διάφορα επιχειρήματα
- με κάρφωσε πισώπλατα: με πρόδωσε, με επιβουλεύτηκε
- ρίχνω στάχτη στα μάτια: ξεγελώ
- η πράξη του έγινε δούρειος ίππος για τους άλλους: τους εξαπάτησε
- το βασάνισα το μυαλό μου: το σκέφτηκα πολύ
- είναι φαύλος κύκλος: κύκλος που δεν κλείνει ποτέ
- αποκρυστάλλωση γνώμης: διαμόρφωση οριστικής γνώμης
- πλαστογράφηση της αλήθειας: παραποίηση της αλήθειας
- χαλκευμένες ειδήσεις: ψευδείς ειδήσεις
- ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα: απόδειξέ το
- φωνή βοώντος εν τη ερήμω: λόγια που δεν ακούγονται
► εννοιολογικές διαφορές - κλιμάκωση
πειστικότητα: ικανότητα να πείθεις
προσεταιρισμός: απόκτηση φίλου, οπαδού
πειθαναγκασμός: να αναγκάζεις κάποιον να πεισθεί χρησιμοποιώντας ψυχολογική
βία ή απειλές
προσηλυτισμός: απόκτηση οπαδού
προπαγάνδα: συστηματική προσπάθεια για τη διάδοση πολιτικών κοινωνικών αρχών, θρησκευτικών δοξασιών, εμπορικών προϊόντων
διαφώτιση: διευκρίνιση, διαλεύκανση, σαφής πληροφόρηση
προσέλκυση: το να παίρνεις κάποιον με το μέρος σου
παραπλάνηση: εκτροπή από το ορθό
Η κλιμάκωση είναι: (πειστικότητα), διαφώτιση, προσέλκυση, προσεταιρισμός, προσηλυτισμός, παραπλάνηση, προπαγάνδα, πειθαναγκασμός
σ. 48
► Συμπλήρωση κενών
παραχάραξη (διαστρέβλωση, παραποίηση), παρέταξε (πρόβαλε) επιχειρημάτων, εξουδετέρωσαν, (αναίρεσαν κτλ.), χειροπιαστές, στρεψόδικος, δικολάβος, σοφιστείες, χονδροειδή λάθη, παραλογισμούς αποκαταστήσεις, αυταπόδεικτη, εικασίες, ορθολογισμό, ψυχρή χειραγώγηση, αναπόφευκτο (αναπότρεπτο), μεταστρέψουν, ραδιούργος, παρασύρει, πλεκτάνες.