Θεωρία Α' Λυκείου

  • Γλώσσα/Langue: Ο όρος είναι του F. de Saussure και δηλώνει το σύστημα των γλωσσικών σημείων και των μεταξύ τους σχέσεων, το οποίο βρίσκεται "αποτυπωμένο" στο μυαλό των ομιλητών μιας γλωσσικής κοινότητας και με βάση το οποίο επικοινωνούν. Η γλώσσα έχει κοινωνικό χαρακτήρα, αφού αποτελεί προϊόν κοινωνικής σύμβασης ανάμεσα στα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας, επιβάλλεται στο άτομο λόγω της κοινωνικής συμβίωσης και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να τροποποιηθεί από την πρωτοβουλία ενός μόνου ομιλητή.
  • Επίσημη/κοινή/πρότυπη γλώσσα: Η γλώσσα που αναγνωρίζεται επίσημα, δηλαδή είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη ως γλώσσα όλων των διοικητικών λειτουργιών ενός κράτους. Π.χ. επίσημη γλώσσα της Ελλάδας είναι η ελληνική, της Αγγλίας η αγγλική, της Ελβετίας η γαλλική, η γερμανική και η ιταλική, κλπ. Συνήθως ως επίσημη αναγνωρίζεται μια γλώσσα που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό τυποποίησης, έχει δηλαδή αναδειχθεί σε πρότυπη γλώσσα. Η επιλογή μιας γλώσσας ως επίσημης καθορίζεται από παράγοντες κοινωνικοπολιτικούς και, ενώ στον δυτικό κυρίως κόσμο εθνική και επίσημη γλώσσα συνήθως συμπίπτουν, υπάρχουν περιπτώσεις (Ασία, Αφρική), όπου η πλειοψηφία του λαού μιλά διαφορετική γλώσσα από αυτήν που έχει επιβληθεί ως επίσημη. Αντίστοιχο παράδειγμα αποτελεί και η καθιέρωση της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας κατά τη σύσταση του ελληνικού κράτους. Η ποικιλία της γλώσσας που έχει προκύψει από τη διαδικασία της τυποποίησης και χρησιμοποιείται στους κρατικούς θεσμούς, τη διοίκηση, την εκπαίδευση, τη δημόσια επικοινωνία κλπ. ως επίσημη γλώσσα του κράτους. Συνήθως επιλέγεται για να αναδειχθεί ως πρότυπη, η διάλεκτος η οποία, για ιστορικούς λόγους, απέκτησε ηγεμονικό ρόλο, π.χ. η πρότυπη ελληνική στηρίζεται στην πελοποννησιακή διάλεκτο, η πρότυπη αγγλική στη διάλεκτο του Λονδίνου κλπ. Για τη γλωσσολογία οι γλώσσες δεν αξιολογούνται σε δομικά ανώτερες και δομικά κατώτερες. Για τους ομιλητές, ωστόσο, οι πρότυπες μορφές γλώσσας συνδέονται με αξιολογικές στάσεις, ακριβώς επειδή διαθέτουν ιδιαίτερο κοινωνικό κύρος. Η πρότυπη γλώσσα στηρίζεται στην ύπαρξη μιας σαφώς προσδιορισμένης νόρμας και της αποδοχής της από τους ομιλητές ως μέσου επικοινωνίας προφορικής και κυρίως γραπτής, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα ενοποιητικούς στόχους στο πλαίσιο του κράτους.
  • Γεωγραφική ποικιλία/διάλεκτος: Η γλωσσική ποικιλία που συνδέεται με συγκεκριμένο τόπο και διακρίνεται από την κοινή βάσει γεωγραφικών παραλλαγών που αφορούν όλα τα γλωσσικά επίπεδα. Οι ζώνες των τοπικών διαλέκτων προσδιορίζονται με κριτήρια φωνητικά, μορφολογικά, λεξιλογικά και συντακτικά, και με τη βοήθεια των ισογλώσσων, τα οποία καταγράφουν χαρακτηριστικά που οριοθετούν γεωγραφικά τις διαλέκτους ή διαλεκτικές ενότητες και χαρτογραφούνται σε γλωσσικούς άτλαντες.
  • Ιδίωμα: Η γλωσσική ποικιλία που είναι χαρακτηριστική ενός τόπου, αλλά δεν παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από την κοινή, ώστε να μπορεί να θεωρείται διάλεκτός της. Ιδιώματα της ελληνικής μπορούν να θεωρηθούν τοπικές παραλλαγές, όπως της Σύμης, της Χίου, των Δωδεκανήσων, του βορειοελλαδικού χώρου, των Κυκλάδων, της Σαμοθράκης κλπ.
  • Κοινωνική ποικιλία/κοινωνική διάλεκτος/κοινωνιόλεκτος: Η γλωσσική ποικιλία που είναι χαρακτηριστική συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, π.χ. η γλώσσα των νέων, των διαφόρων κοινωνικών τάξεων κλπ.
  • Αναφορική λειτουργία: Κατά τον Jakobson, μία από τις έξι λειτουργίες που επιτελεί η γλώσσα, νοούμενη ως πράξη επικοινωνίας. Από τους έξι συστατικούς παράγοντες της επικοινωνίας (πομπός, δέκτης, κώδικας, αντικείμενο αναφοράς, μήνυμα, αγωγός), η αναφορική λειτουργία εστιάζεται σε αυτό για το οποίο γίνεται λόγος, το αντικείμενο αναφοράς, και με αυτή την έννοια, πληροφορεί για κάτι.
  • Ποιητική λειτουργία: Κατά τον Jakobson, μία από τις έξι λειτουργίες που επιτελεί η γλώσσα, νοούμενη ως πράξη επικοινωνίας. Από τους έξι συστατικούς παράγοντες της επικοινωνίας (πομπός, δέκτης, κώδικας, αντικείμενο αναφοράς, μήνυμα, αγωγός), η ποιητική λειτουργία εστιάζεται στο μήνυμα όχι ως παροχή πληροφορίας αλλά ως μορφή, στα υφολογικά δηλαδή χαρακτηριστικά του. Π.χ. σε ένα λογοτεχνικό κείμενο ή σε μια διαφήμιση η προέχουσα γλωσσική λειτουργία είναι η ποιητική, με την έννοια ότι αυτό που κυριαρχεί είναι η επιλογή της συγκεκριμένης μορφής για να μεταδοθεί η πληροφορία και όχι η πληροφορία καθεαυτή.
  • Παραγλωσσικά ή εξωγλωσσικά στοιχεία: Όλα τα κωδικοποιημένα συστήματα τα οποία συνοδεύουν την εκφώνηση. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται η προσωδία (επιτονισμός, ρυθμός, παύσεις κλπ.), οι κινήσεις του προσώπου και των χεριών, η θέση και η κατεύθυνση του σώματος κλπ. Στην πραγματικότητα, ο ομιλητής επιστρατεύει για την πληρέστερη οργάνωση του λόγου του κάθε εκφραστικό μέσο που έχει στην διάθεσή του, οργανώνει τον χώρο με τα χέρια του, στρέφει το σώμα και το βλέμμα του στους συνομιλητές του, αλλάζει τον τόνο και τον ρυθμό της ομιλίας του. Μολονότι τα παραγλωσσικά στοιχεία δεν είναι σημεία με τον ίδιο τρόπο όπως οι λέξεις, δεν πρόκειται δηλαδή για αυθαίρετες συσχετίσεις μιας φυσικής ηχητικής ακολουθίας με ένα αντίστοιχο σημασιολογικό περιεχόμενο, κάθε κοινότητα συμβατικοποιεί διαφορετικά τις κινήσεις του ανθρώπινου σώματος· έτσι, μία κίνηση του κεφαλιού που σε μια γλώσσα μπορεί να σημαίνει συγκατάνευση, σε μια άλλη δηλώνει την άρνηση. Μπορούμε δηλαδή να περιγράψουμε ένα συνεχές στο ένα άκρο του οποίου θα έχουμε απόλυτα δεικτικές κινήσεις οι οποίες δεν διαθέτουν καμία λειτουργία παρά μόνον στις περιστάσεις της επικοινωνίας στις οποίες έχουν γίνει, και στο άλλο άκρο απόλυτα αυθαίρετα σημεία τα οποία διαθέτουν συμβατική σημασία ανεξάρτητη από τον κάθε ομιλητή. Καθώς τα παραγλωσσικά στοιχεία δεν είναι φορείς μιας παγιωμένης και σταθερής σημασίας, η γλωσσολογία θεωρούσε παραδοσιακά πως βρίσκονται εκτός του κυρίου σώματος της γλώσσας. Εντούτοις, όπως έχει δείξει η μελέτη τόσο της προσωδίας όσο και των συστημάτων κίνησης του σώματος (π.χ. η γλώσσα των κωφαλάλων), τα προσωδιακά και τα κινηματικά στοιχεία διαθέτουν τη δική τους δομή, τη δική τους οργάνωση και τη δική τους λειτουργία στον λόγο και η περιγραφή του γλωσσικού φαινομένου είναι ατελής και συχνά αδύνατη δίχως την αξιολόγηση και την αποτίμησή τους.
  • Συνοχή: Ο όρος αναφέρεται στα ποικίλα γλωσσικά μέσα (γραμματικά, λεξιλογικά, φωνολογικά) με τα οποία οι προτάσεις συνδέονται μεταξύ τους ώστε να αποτελέσουν μεγαλύτερες ενότητες λόγου. Αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της κειμενικότητας, δηλαδή της ιδιότητας που καθιστά ένα κομμάτι λόγου κείμενο με σημασία. Κάθε γλωσσικό στοιχείο που εμφανίζεται σε ένα κείμενο αποτελεί εργαλείο για τη γνωστική επεξεργασία τόσο από τον πομπό (ομιλητή-συγγραφέα) όσο και από τον δέκτη (ακροατή-αναγνώστη) άλλων γλωσσικών στοιχείων του κειμένου. Η πιο εμφανής εκδοχή αυτής της ιδιότητας είναι η σύνταξη, η οποία υπαγορεύει συγκεκριμένα σχήματα οργάνωσης στο κείμενο. Η συνοχή επιτυγχάνεται μέσω ποικίλων γλωσσικών τεχνικών όπως η επανάληψη (ρητή επανάληψη ή επανεμφάνιση ενός στοιχείου με διαφορετική γραμματική κατηγορία, π.χ. ουσιαστικό-ρήμα), ο παραλληλισμός, η παράφραση, η έλλειψη. Επίσης, με τη χρήση αντωνυμιών, τροποποιητών (επιθέτων και επιρρημάτων), συνδέσμων (παρατακτικών και υποτακτικών), αλλά και με τη χρήση των γραμματικών χρόνων, της ρηματικής όψης (στα εγχειρίδια της νεοελληνικής γλώσσας αναφέρεται ως τρόπος του ρήματος) και της τροπικότητας. Στη συνοχή του κειμένου συμβάλλει επίσης και η λειτουργική προοπτική της πρότασης, δηλαδή η οργάνωσή της σε θέμα και σχόλιο (παλιά και νέα πληροφορία). Σημαντικός τέλος είναι ο ρόλος της επιτόνισης σε προφορικά κείμενα. Γενικά, λοιπόν, η συνοχή αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο δομείται η σημασία ενδοκειμενικά. Δεν περιορίζεται ωστόσο στη σύνταξη ή τη μορφολογία, καθώς εμπεριέχει τη λειτουργική χρήση των γραμματικών και συντακτικών δομών μέσα στον πραγματικό χρόνο και τη διεπίδρασή τους με άλλους παράγοντες κειμενικότητας, όπως η συνεκτικότητα.
  • Συνεκτικότητα: Ο όρος αναφέρεται στην αλληλουχία σημασιών, η οποία καθιστά ένα κομμάτι λόγου κατανοητό ως κείμενο. Πρόκειται για βασική ιδιότητα του κειμένου, η οποία μπορεί να του προσδώσει σημασία, ακόμη και όταν αυτό στερείται συνοχής. Η συνεκτικότητα δεν περιορίζεται στο επιφανειακό κείμενο, αλλά εγκαθιστά σχέσεις μεταξύ των γλωσσικών στοιχείων και της κοινής γνώσης αυτών που συμμετέχουν στο επικοινωνιακό συμβάν, δημιουργώντας έτσι έναν κειμενικό κόσμο, ο οποίος δεν βρίσκεται αναγκαστικά σε πλήρη αντιστοιχία με τον φυσικό κόσμο. Η γνώση εδώ νοείται όχι μόνο ως δηλωτική γνώση γεγονότων ή πίστεων, αλλά και ως διαδικασία μέσω της οποίας ενεργοποιούνται οι έννοιες και οι σχέσεις (χρονικές, αιτιακές, χωρικές κλπ.) και λεκτικοποιούνται σε γλωσσικές εκφράσεις. Καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία αυτή παίζουν τα συμφραζόμενα, το πλαίσιο της περίστασης επικοινωνίας, το οποίο και καθορίζει ποιες έννοιες και σχέσεις είναι συναφείς με τη συγκεκριμένη περίσταση και επομένως θα ενεργοποιηθούν από τον πομπό και τον δέκτη, ώστε να δομηθεί ο κοινός τους κειμενικός κόσμος. 'Eτσι, ένα εκφώνημα, ή μια αλληλουχία εκφωνημάτων, αποκτά νόημα, μόνο όταν ενταχθεί στα συμφραστικά του πλαίσια. Π.χ. το εκφώνημα Και τώρα τι θα κάνουμε;, παρόλο που εμπεριέχει στοιχεία συνοχής (ο σύνδεσμος και το δεικτικό-χρονικό τώρα,το μόρφημα του προσώπου), δεν αποκτά νόημα παρά μόνο στο πλαίσιο ενός επικοινωνιακού συμβάντος, όπου είναι γνωστά στους συμμετέχοντες τα λογικά στοιχεία (χώρος, χρόνος, πρόσωπα, θέμα) που συνθέτουν τον "κόσμο" της συγκεκριμένης διεπίδρασης.
  • Επιχείρημα: Επιχείρημα, λέει η Λογική, είναι μια σειρά από προτάσεις που συνδέονται μεταξύ τους χωρίς χάσματα και απολήγουν σε μια τελική πρόταση, που λέγεται συμπέρασμα· σκοπός του επιχειρήματος είναι να υποδείξει την αλήθεια μιας θέσης/απόφανσης (αποφαίνομαι). Αυτά σημαίνουν ότι οι προτάσεις που οδηγούν στο συμπέρασμα βρίσκονται σε λογικές σχέσεις μεταξύ τους, η επόμενη δηλαδή είναι λογική ακολουθία της προηγούμενης. Γι' αυτό και έχουν κάποιους όρους κοινούς, που γίνονται η γέφυρα για τη μετάβαση από τη μια (πρόταση) στην άλλη. (σχολικό βιβλίο Α' Λυκείου, σελ. 71)