Η αξιολόγηση της περίληψης κειμένου (25 μονάδες)
Οδηγίες για τη διδασκαλία των Φιλολογικών Μαθημάτων στο Ενιαίο Λύκειο, εκδ. Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, σελ. 125-127
Η περίληψη δεν είναι ξεχωριστό γραμματειακό είδος αλλά ένας τρόπος συνοπτικής απόδοσης προϋπάρχοντος κειμένου διά της οποίας επιδιώκεται:
α) Η κατανόηση του κειμένου.
β) Η πληροφόρηση των άλλων με λιτό και σαφή τρόπο για το περιεχόμενο του κειμένου.
γ) Η διάκριση του αναγκαίου από το περιττό τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη γλώσσα του κειμένου.
δ) Η δόμηση ενός νέου κειμένου με συνοχή και συνεκτικότητα.
Άρα η αξιολόγηση της περίληψης στις εξετάσεις του Ενιαίου Λυκείου είναι σκόπιμο να συνεξετάσει τρεις παραμέτρους:
α) το περιεχόμενο της περίληψης
β) τη γλώσσα και το ύφος
γ) τη δομή του περιληπτικού κειμένου.
Το περιεχόμενο της περίληψης (0-12 μονάδες)
Θετικά στοιχεία θεωρούνται:
Αδυναμίες στο περιεχόμενο θεωρούνται:
Η γλώσσα και το ύφος της περίληψης (έκφραση) (0-8 μονάδες)
Θετικά στοιχεία θεωρούνται:
Αδυναμίες στη γλώσσα και το ύφος θεωρούνται:
Η δομή του περιληπτικού κειμένου (0-5 μονάδες).
Θετικά στοιχεία θεωρούνται:
Αδυναμίες στη δομή θεωρούνται:
Γενική θεώρηση
Η προσπάθεια για αξιολόγηση της περίληψης με την αναλυτική μέθοδο και την πρόσθεση των επιμέρους βαθμών δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται μια συνολική θεώρηση του γραπτού πριν την τελική βαθμολογία. Άλλωστε περιεχόμενο, μορφή (έκφραση) και δομή ουσιαστικά δεν διαχωρίζονται. Στη συνολική θεώρηση της περίληψης θα συνεκτιμηθούν για την τελική βαθμολογία όλα τα κριτήρια από την πρωτοτυπία στη συγκρότηση και το ύφος έως την εικόνα του γραπτού (καθαρογραμμένο κείμενο, ευανάγνωστη γραφή).
Συμπληρωματικές διευκρινίσεις
Η έκταση της περίληψης εξαρτάται από το είδος, το μέγεθος και τη δομή του δοθέντος κειμένου. Γι’ αυτό καθορίζεται κάθε φορά η ποσότητα της περίληψης σε λέξεις (π.χ. 90-120 λέξεις) ώστε να υπάρχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί το κείμενο της περίληψης. Αυτό δε σημαίνει την αυστηρή καταμέτρηση των λέξεων από το βαθμολογητή αλλά την αξιολόγηση της ικανότητας του μαθητή να πυκνώσει-περιορίσει το κείμενό του σε συγκεκριμένα πλαίσια.(ως υπέρβαση αυτών των ορίων θεωρείται η γραφή μιας περίληψης με είκοσι [20] περίπου λέξεις περισσότερες). Ακόμα η περίληψη μπορεί να γραφεί ως μία ενιαία παράγραφος ή να χωριστεί σε παραγράφους ανάλογα με το μέγεθος και το είδος του κειμένου.
Η περίληψη στα πλαίσια της έκφρασης-έκθεσης γράφεται για συγκεκριμένο σκοπό και έχει πάντα αποδέκτη. Γι’ αυτό είναι καλό να αποφεύγεται η τυποποιημένη εκφώνηση «Να γράψετε την περίληψη του κειμένου» και να υιοθετούνται πιο αναλυτικές διατυπώσεις ενταγμένες σε επικοινωνιακό πλαίσιο (παράδειγμα: «Σε κυριακάτικη εφημερίδα δημοσιεύτηκε το παραπάνω άρθρο. Να ενημερώσετε την τάξη σας για το περιεχόμενό του γράφοντας μια περίληψη 100 λέξεων»).
Η περίληψη στα πλαίσια του μαθήματος της έκφρασης-έκθεσης έχει πληροφοριακό χαρακτήρα, οπότε η εισαγωγή της είναι προτιμότερο να ξεκινά με αναφορά στο συγγραφέα ή στο κείμενο. Μια εισαγωγή κατευθείαν από τις ιδέες-πληροφορίες του κειμένου είναι και αυτή αποδεκτή με τη λογική ότι ο μαθητής ταυτίζεται με το συγγραφέα του κειμένου ο οποίος επιχειρεί να πυκνώσει το κείμενό του.
Τεχνικές πύκνωσης-παραδείγματα
- Απαλοιφή ονοματικού προσδιορισμού: π.χ. η όμορφη πόλη → η πόλη
- Αντικατάσταση μιας σειράς υπωνύμων από το υπερώνυμό τους: π.χ. αυτοκίνητα, αεροπλάνα, καράβια, τρένα → μέσα μεταφοράς, / η Ζάκυνθος, η Κεφαλονιά, η Ιθάκη, η Λευκάδα, η Κέρκυρα, οι Παξοί → τα Ιόνια νησιά
- Αντικατάσταση μιας περιόδου από τη λεκτική πράξη που δηλώνει: Η μητέρα του Νίκου είπε στον καθηγητή της τάξης ότι στο γιο της έτυχε μια οικογενειακή υποχρέωση, κοιμήθηκε αργά και γι’ αυτό δεν ήρθε στο σχολείο τη Δευτέρα. → Η μητέρα του Νίκου δικαιολόγησε τις απουσίες του γιου της .
- Αντικατάσταση μιας σειράς ενεργειών από μία φράση που επιγράφει την όλη πράξη: Τηλεφώνησα, για να επιβεβαιώσω την ημέρα και την ώρα, αγόρασα ρούχα κατάλληλα για την περίσταση, έψαξα για ένα ανάλογο δώρο και εξασφάλισα και συνοδό. → Ετοιμάστηκα για το πάρτι.
Ρυπαίνουμε πολύ, ανακυκλώνουμε ελάχιστα
§ (411 λέξεις) |
Πλαγιότιτλοι |
| Τάση συνεχούς αύξησης παρουσιάζει η ετήσια παραγωγή απορριμμάτων στη χώρα μας, που σύμφωνα με στοιχεία του Ελληνικού Κέντρου Οικολογίας έφτασε τη χρονιά που μας πέρασε τα 260 κιλά ανά κάτοικο. Σε σύγκριση ωστόσο με άλλες χώρες είμαστε σε πλεονεκτική θέση, καθώς ο μέσος όρος ετήσιας παραγωγής απορριμμάτων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 300 κιλά ανά άτομο, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες φτάνει τα 459 κιλά. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στη «Μαύρη Οικολογική Βίβλο», που εκδόθηκε σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. | Στοιχεία δηλωτικά της παραγωγής απορριμμάτων σε Ελλάδα, Ε.Ε. και Η.Π.Α. |
| Η παραγωγή σκουπιδιών είναι άρρηκτα δεμένη με τη ζωή των ανθρώπων από καταβολής κόσμου. Στο παρελθόν όμως η ποσότητά τους ήταν μικρότερη και η σύνθεσή τους διαφορετική. Έτσι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μέσα στο ίδιο το νοικοκυριό είτε ως τροφές για τα ζώα είτε ως λίπασμα για τις καλλιέργειες. Η μεταβολή στο είδος αλλά και την ποσότητα συνδυάζεται με την αλλαγή του τρόπου ζωής και με το καταναλωτικό μοντέλο που πλέον έχει επικρατήσει. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος των απορριμμάτων προέρχεται από συσκευασίες που χρησιμοποιούνται για την προστασία των προϊόντων αλλά και για την προσέλκυση των καταναλωτών. | Σήμερα διαπιστώνεται μεταβολή στο είδος και την ποσότητα παραγόμενων απορριμμάτων σε σχέση με το παρελθόν |
| Η αύξηση του όγκου δεν συνδυάσθηκε, τουλάχιστον στη χώρα μας, και με την κατάλληλη πολιτική διαχείρισης των σκουπιδιών. Έτσι, καθημερινές είναι οι εικόνες από σακούλες στοιβαγμένες σε πεζοδρόμια, από σκουπίδια πεταμένα κατά μήκος των δρόμων και από πρόχειρες χωματερές, που δεν αρκούν πλέον για την κάλυψη των αναγκών. Πέρα από την αισθητική υποβάθμιση όμως, η κακή διαχείριση των απορριμμάτων προκαλεί ρύπανση του εδάφους, του νερού και του αέρα. Παράλληλα, εγκυμονούνται κίνδυνοι όπως η ανάπτυξη μικροβίων, η ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα και η πρόκληση πυρκαγιών από αυτανάφλεξη. | Αρνητικές συνέπειες λόγω έλλειψης κατάλληλης πολιτικής διαχείρισης απορριμμάτων (αισθητική υποβάθμιση, γενικότεροι κίνδυνοι) |
| Η ανακύκλωση των απορριμμάτων βρίσκεται στη χώρα μας σε εμβρυϊκό στάδιο και γίνεται κυρίως από δήμους ή οικολογικές οργανώσεις αλλά και από ιδιώτες με στόχο την πώληση των ανακτηθέντων πρώτων υλών. Τα οφέλη της εστιάζονται κυρίως στη μείωση των παραγόμενων απορριμμάτων, στη μείωση του κόστους συγκέντρωσης, μεταφοράς και ταφής τους, στην ανάκτηση πρώτων υλών, στη μείωση της κατανάλωσης φυσικών πόρων από τη βιομηχανία και στη μικρότερη επιβάρυνση του περιβάλλοντος. | Πολλά τα οφέλη της ανακύκλωσης, αν και βρίσκεται σε εμβρυϊκό στάδιο |
| Σύμφωνα με το Ελληνικό Κέντρο Οικολογίας, οι λόγοι για τους οποίους η ανακύκλωση δεν προχωράει είναι η έλλειψη βιομηχανιών που χρησιμοποιούν ανακυκλωμένα προϊόντα, το κόστος μεταφοράς από τις επαρχιακές πόλεις στα βιομηχανικά κέντρα, η χαμηλή τιμή των ανακτηθέντων υλικών και τέλος η μικρή ευαισθητοποίηση των πολιτών τόσο στη συμμετοχή της διαδικασίας όσο και στη χρήση των παραγόμενων προϊόντων, όπως για παράδειγμα το ανακυκλωμένο χαρτί. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανακυκλώνεται το 5,3% των απορριμμάτων ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες το 10%. | Αιτίες καθυστέρησης της ανακύκλωσης στην Ελλάδα, στοιχεία για Ε.Ε. και Η.Π.Α. |
Περίληψη
Η αρθρογράφος μάς μιλάει για την υπερβολική ρύπανση και την ελάχιστη προσπάθεια ανακύκλωσης. Αρχικά παραθέτει στοιχεία δηλωτικά της παραγωγής απορριμμάτων σε Ελλάδα, Ε.Ε. και Η.Π.Α. και διαπιστώνει μεταβολή στο είδος και την ποσότητα των παραγόμενων αποβλήτων σε σχέση με το παρελθόν. Στη συνέχεια, αφού αναφερθεί στις συνέπειες της ανακύκλωσης λόγω έλλειψης κατάλληλης πολιτικής διαχείρισης των σκουπιδιών (αισθητική υποβάθμιση, γενικότεροι κίνδυνοι), παρατηρεί πως στη χώρα μας βρίσκεται σε εμβρυϊκό στάδιο, αν και τα οφέλη της είναι πολλά. Και καταλήγει εξετάζοντας τις αιτίες καθυστέρησης της ανακύκλωσης στην Ελλάδα αλλά και εκθέτοντας στοιχεία γι' αυτήν σε Ε.Ε. και Η.Π.Α. (96 λέξεις)
Ερωτήσεις
- Δώστε τον πλαγιότιτλο κάθε παραγράφου.
- Γράψτε σε μια παράγραφο την περίληψη του κειμένου.
Έκφραση-Έκθεση Β' Λυκείου, σελ. 241
Α Για να κατανοήσουμε την αρχαία ελληνική τραγωδία, είτε γενικά είτε στην πολιτική της διάσταση που μας ενδιαφέρει εδώ ειδικότερα, είναι απαραίτητο να απελευθερωθούμε για λίγο από τις δικές μας θεατρικές εμπειρίες και να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας ορισμένες ιδιομορφίες, οι οποίες καθορίζουν τη φυσιογνωμία αυτού του θεατρικού είδους στον 5ο αιώνα π. Χ. Έτσι, ενώ για μας σήμερα η παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης είναι ιδιωτική υπόθεση, στην αρχαιότητα το γεγονός αυτό τοποθετείται στο κέντρο της κρατικής μέριμνας -απόδειξη ότι υπεύθυνος για τη διοργάνωση των θεατρικών εκδηλώσεων στην αρχαία Αθήνα ήταν ο επώνυμος άρχοντας. Αυτή η κρατική παρέμβαση γίνεται ευκολότερα κατανοητή, αν θυμηθούμε ότι οι παραστάσεις δεν ήταν, όπως είναι σήμερα, ανεξάρτητες πολιτιστικές εκδηλώσεις, αλλά αποτελούσαν αναπόσπαστο και σημαντικό τμήμα μιας σπουδαίας αθηναϊκής γιορτής, των Μεγάλων Διονυσίων, που τελούνταν την άνοιξη κάθε χρόνου (Μάρτιο-Απρίλιο). Η διαπίστωση αυτή μάς οδηγεί στον εντοπισμό μιας ακόμη διαφοράς του αρχαίου από το σύγχρονο θέατρο: ο χαρακτήρας των έργων ήταν εφήμερος και ανεπανάληπτος, δηλαδή κανένα δράμα δεν παιζόταν πάνω από μια φορά, ενώ σήμερα τα έργα προορίζονται εξαρχής για πολλές επαναλήψεις.
Β Η ένταξη του θεάτρου σε θρησκευτικό πλαίσιο και η συνακόλουθη μοναδικότητα της θεατρικής παράστασης προϋποθέτουν -και ταυτόχρονα εξηγούν- τη μεγάλη λαϊκή συμμετοχή στις εκδηλώσεις αυτές· δεν πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι το αθηναϊκό θέατρο είχε τη δυνατότητα να φιλοξενήσει 17.000 θεατές, ένα σεβαστό δηλαδή ποσοστό του πληθυσμού της πόλης. Αν τώρα συνδυάσουμε αυτή την αθρόα προσέλευση των θεατών με μια μαρτυρία του Αριστοφάνη από την τελευταία δεκαετία του 5ου αιώνα, θα καταλάβουμε γιατί το αρχαίο θέατρο είχε πολιτική σημασία. Στους Βατράχους του ο μεγάλος κωμικός της αρχαιότητας υποστηρίζει ότι ο τραγικός ποιητής είναι δάσκαλος του λαού, και αυτό σημαίνει ότι διαμορφώνει το ήθος (αυτή η συμβολή αποδίδεται κυρίως στον Αισχύλο) και οξύνει τη διανοητική και κριτική ικανότητα των πολιτών (αυτός ο ρόλος αποδίδεται κυρίως στον Ευριπίδη). Η λειτουργία του ποιητή συνίσταται, επομένως, στη διαπαιδαγώγηση και την ευαισθητοποίηση του κοινού σε προβλήματα της εποχής τους με τη βοήθεια του μύθου.
Γ Με τη διαπίστωση αυτή θίγουμε ήδη μια σημαντική ιδιαιτερότητα της αρχαίας τραγωδίας, που αξίζει να επισημανθεί με ξεχωριστή έμφαση: Τα θέματα των τραγωδιών δεν ήταν προϊόντα πρωτότυπης επινόησης -άλλωστε το αίσθημα της πρωτοτυπίας και η κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων είναι πράγματα άγνωστα στην αρχαιότητα- αλλά βασίζονταν σε γνωστούς και από παλιά παραδεδομένους μύθους. Όταν, λοιπόν, ο θεατής επισκεπτόταν το θέατρο, γνώριζε προκαταβολικά το θέμα του έργου. Αυτό σημαίνει ότι ο ποιητής επικέντρωνε τις δημιουργικές του προσπάθειες όχι τόσο στη θεματική πλευρά τον δράματος, όσο στην ερμηνευτική επεξεργασία του μύθου και στην ψυχαγωγική -με την ετυμολογική σημασία του όρου- αποτελεσματικότητά του. Κατά την επεξεργασία του μύθου υπεισερχόταν -όπως είναι αναμενόμενο από κάθε λογοτεχνικό έργο που είναι προϊόν της εποχής που το γέννησε- και στοιχεία ή προβληματισμοί από τη σύγχρονη ζωή, όχι, βέβαια, με τη μορφή ρητών αναφορών ή συγκεκριμένων πληροφοριών ιστορικού τύπου αλλά με τη μορφή υπαινιγμών, που ο εντοπισμός τους είναι έργο της φιλολογικής ερμηνείας […].
Δ. Ι. Ιακώβ, Η πολιτική διάσταση των «Ευμενίδων» του Αισχύλου
Τεχνική και Εκπαίδευση
Α. Είναι τάχα δυνατόν να κινδυνεύει η παιδεία, επομένως και ο πνευματικός μας πολιτισμός, από την εκπληχτική ανάπτυξη που παρουσιάζουν σήμερα ο τύπος, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση; Μήπως ήταν υπερβολή να τεθεί εφέτος με κάποιαν ανησυχία το ερώτημα τούτο στις "Διεθνείς Συναντήσεις" της Γενεύης;
Β. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι, παρά την αισιοδοξία εκείνων που υποστήριξαν με θέρμη το αντίθετο, ο κίνδυνος αυτός πραγματικά υπάρχει. Κατά τις συζητήσεις της Γενεύης δύο ειδικοί, οι καθηγητές Edmond Rochedieu και Rene Schaerer, πρόβαλαν μερικές παρατηρήσεις που δυστυχώς πολύ λίγο προσέχτηκαν από τους άλλουςς συνέδρους. Η "εικόνα" που με τα σύγχρονα τεχνικά μέσα προσφέρεται έντονα και αλλεπάλληλα στην κατ' αίσθηση αντίληψη, είπε ο κ. Rochedieu, αγγίζει άμεσα τη συγκινησιακή σφαίρα της ψυχής και το βάθος της προσωπικότητας, παραμερίζοντας την κρίση και τη συνειδητή βούληση. Έτσι αποκτά μυστηριώδη δύναμη απάνω στο θυμικό του ανθρώπου και μπορεί να έχει βαθιάν επίδραση στον ψυχικό του κόσμο. Καλή (παραμυθεί, καθησυχάζει, εναρμονίζει εσωτερικές τάσεις συγκρουόμενες κτλ.) -αλλά και κακή (υποβάλλει έμμονες ιδέες, διεγείρει, φανατίζει κτλ). Τον κίνδυνο των "εικόνων" τόνισε και ο κ. Schaerer. Αφθονούν, είπε, σήμερα και κατακλύζουν τις αισθήσεις μας οι "εικόνες" που υποκριτικά προσφέρονται ως δήθεν αντικειμενικά κριτήρια (images hypocritement documentaries). Η ζημιά που προκαλούν είναι διπλή. Πρώτα μας συνηθίζουν να ικανοποιούμαστε με τα προσφερόμενα έτοιμα duplicata , κι έτσι σιγά σιγά χάνουμε την διάθεση και την ικανότητα να παρατηρούμε την εξωτερική πραγματικότητα. Έπειτα δημιουργούν ένα είδος πλασματικής, ψεύτικης ζωής, όπου "βολευόμαστε" τόσο καλά, ώστε χάνουμε την αίσθηση της πραγματικής ζωής (μποβαρισμός , δονκιχωτισμός).
Γ. Όταν αναπτύσσεται υπέρμετρα η τάση προς το κατ' αίσθηση αντιληπτό, φυσικό και αναπόφευκτο είναι να ατροφήσει η καθαρά διανοητική λειτουργία που δουλεύει με την αφαίρεση και με το λογισμό. Έπειτα, όταν ένας άλλος εργάζεται για μας και προσφέρει στην αντίληψη μας έτοιμα τα "παρασκευάσματά" του (τύπος, κινηματογράφος και ραδιόφωνο προμηθεύουν σε μεγάλες ποσότητες αυτού του είδους τη μασημένη τροφή στο Κοινό τους), μια τάση αποδοχής, μια βολική παθητικότητα μπαίνει στη θέση της πρωτοβουλίας και της προσπάθειας και σιγά σιγά το πνεύμα γίνεται ανάπηρο. - Θα μπορούσε βέβαια να φέρει κανείς την αντίρρηση ότι στην περίπτωση αυτή όχι τα ίδια τα τεχνικά μέσα, αλλά ο τρόπος που τα μεταχειριζόμαστε έχει δυσμενείς για την παιδεία μας συνέπειες. Αλλά υπάρχει το ζήτημα: άραγε τα μέσα αυτά από την ίδια τη φύση τους δεν προσφέρονται εύκολα σε μια τέτοια, δηλαδή κακή, χρήση;
Δ. Πώς θα αμυνθούμε απέναντι στους κινδύνους για τους οποίους μιλούμε; -Για να καταλήξουμε σε μια θεματική πρόταση, δεν πρέπει, νομίζω, να λησμονούμε ότι σύμφωνα µ' ένα ανοικτίρμονα νόμο που διέπει τη ζωή και την ιστορία του ανθρώπου, το κέρδος και η απώλεια, το ωφέλιμο και το επιζήμιο, το καλό και το κακό είναι συνήθως συνυφασμένα το ένα με το άλλο. Επομένως από τη στιγμή που πραγματοποιήσαμε σημαντικές προόδους με την τελειoπoίηση των τεχνικών μέσων στον τομέα της διάδοσης των ιδεών, έπρεπε να περιμένουμε ότι θα επακολουθούσαν άλλο τόσο σημαντικές ζημιές. Υπάρχει όμως στην Βιολογία μια αρχή ("ομοιόσταση" την ονομάζουν) που λέει ότι κάθε ζωντανός οργανισμός έχει στη διάθεση του δυνάμεις έτοιμες, όταν κλονίζεται η ισορροπία του, να εργαστούν για να την αποκαταστήσουν το γρηγορότερο. -Τέτοιες δυνάμεις υπάρχουν και στον πολιτισμό μας. Όταν η πρόοδος, που απότομα πραγματοποιείται σε μια περιοχή, απειλεί την ισορροπία του συνόλου, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να ξυπνήσουμε αυτές τις δυνάμεις, να τις κινητοποιήσουμε, για να προλάβουμε την καταστροφή.
Ε. Στην περίπτωση που μας απασχολεί ένα μόνο θετικό μέτρο θεραπείας του κοινού νομίζω ότι υπάρχει: η μόρφωση των νέων. Μια μόρφωση στερεή που θα κάνει την αυριανή ανθρωπότητα πιο απαιτητική, πιο ανεξάρτητη απέναντι σ' εκείνους που θα αναλάβουν να την πληροφορήσουν, να την καθοδηγήσουν και να τη διασκεδάσουν με τον τύπο, τον κινηματογράφο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Να οπλίσουμε τη διάνοια με την ανάπτυξη των κριτικών της δυνάμεων, να τονώσουμε τη συνείδηση του αγαθού με το βάθεμα του νοήματος της αρετής, ατομικής και συλλογικής• να καθαρίσουμε την αίσθηση του ωραίου με τη συνεχή και προσωπική επαφή προς τις δημιουργίες της αυθεντικής Τέχνης -ιδού τα μέσα με τα οποία μια φωτισμένη εκπαίδευση θα μπορέσει να δώσει στην αυριανή ανθρωπότητα τη δύναμη και την επιδεξιότητα να αντιμετωπίσει χωρίς πολύ μεγάλες απώλειες τις προόδους μιας τεχνικής που προχωρεί με βήματα γίγαντα.
ΣΤ. Με ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατόν να θεμελιωθεί και με ποιους τρόπους μπορεί να γίνει αποτελεσματική μια τέτοια εκπαίδευση -αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που πρέπει χωριστά να εξεταστεί. Εδώ μόνο το τελικό μας συμπέρασμα ακόμη χωράει. Και τούτο εύκολα διαπιστώνεται σύντομα και απλά: Είναι άδικο να καταριόμαστε τις προόδους της τεχνικής. Ό,τι πρέπει να οικτίρουμε είναι το γεγονός ότι μια άλλη δύναμη του πολιτισμού, η μόρφωση του λαού, δεν προχωρεί εξίσου γρήγορα, ούτε ενεργεί αποτελεσματικά, για να αντισταθμίσει τις αναπόφευκτες συνέπειες των τελειοποιήσεων που ραγδαία πραγματοποιούνται στη σφαίρα της εφαρμοσμένης επιστήμης. Η τεχνική δίνει στον πολιτισμό τη διάσταση του πλάτους. Η εκπαίδευση καλείται να συμπληρώσει το νόημα του εξασφαλίζοντας σ' αυτόν μιαν άλλη διάσταση: τη διάσταση του βάθους.
13 Οκτωβρίου 1955
(Ε.Π. Παπανούτσος, Εφήμερα-Επίκαιρα-Ανεπίκαιρα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1980, σελ. 313-15)
ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ
Ηλικιωμένος άνθρωπος που επί χρόνια πολλά εργάστηκε στη διοικητική υπηρεσία, του Κράτους και ανέβηκε όλες τις βαθμίδες της, συνόψισε κάποτε τα διδάγματα της μακράς πείρας τον με μια παρατήρηση άξια να μας βάλει σε πολλές σκέψεις.
Το Κράτος, έλεγε, όχι ως αφηρημένη ιδέα, αλλά ως συγκεκριμένο βίωμα, σαν ένα κομμάτι από την ίδια τη ζωή μας, λείπει από τους σημερινούς Έλληνες. Το αισθάνονται σαν ξένο, όχι δικό τους, και δεν το πονούν. Τη χώρα τους την αγαπούν με πάθος. Για μια χούφτα από το χώμα της είναι άξιοι να πεθάνουν με την πιο μεγάλη ευκολία. Άλλο Πατρίδα, όμως και άλλο Πολιτεία. Με την Πατρίδα είμαστε στενότατα δεμένοι· την έχουμε βάλει μέσα στο αίμα μας, γιατί και με το αίμα μας την έχουμε κρατήσει. Την Πολιτεία όμως, δηλαδή αυτό τον ορισμένο τρόπο με τον οποίο έχει οργανωθεί και διοικείται ο τόπος, αυτήν την απρόσωπη δύναμη που λειτουργεί στο όνομα, όλων για να εξασφαλίζει με τα όργανα και τους θεσμούς της τη ζωή και την ελευθερία μας, δεν μπορούμε να τη νιώσουμε σαν κάτι εντελώς δικό μας. Είναι ξένο σώμα για το αίσθημα μας.
Απόδειξη ότι δεν πονούμε, ούτε αισθανόμαστε ενστιγματικά την ανάγκη να προστατέψουμε ό,τι ανήκει στο Κράτος, το δημόσιο κτήμα. Απέναντί του δείχνουμε αδιαφορία και κάποτε μιαν απίστευτη εχθρότητα και μανία, καταστροφής. Από παιδιά στο σχολείο κακοποιούμε βάρβαρα τα θρανία και τους τοίχους του σχολείου —«ανήκει στο δημόσιο, δεν είναι δικό μας». Την ίδια αστοργία δείχνουμε στα δικαστήρια, στα άλλα δημόσια γραφεία, ακόμη και στους πάγκους του πάρκου ή στις δημόσιες κρήνες, σε ό,τι τέλος πάντων είναι κρατική περιουσία. Μόλις αντιληφθούμε ότι κάτι τι ανήκει ή με κάποιο τρόπο βρίσκεται στην κυριότητα αυτής της απρόσωπης δύναμης, αν δεν μπορούμε να το οικειοποιηθούμε, με ευχαρίστηση το φθείρουμε. Με την ίδια ευκολία προσπαθούμε ν' αποφεύγουμε τις υποχρεώσεις μας προς το Κρότος ή να καταστρατηγούμε τους νόμους του. Είναι ο «άλλος», όχι ο εαυτός μας. Και τον ξεγελούμε ή σηκώνουμε το όπλο εναντίον τον, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι κατά βάθος τον εαυτό μας απατούμε ή πληγώνουμε.
Και από τις παρατηρήσεις του αυτές ο πολύπειρος άνθρωπος έβγαζε το συμπέρασμα ότι ίσως οι Έλληνες να μην είναι οργανικά ικανοί να ποτιστούν από την ιδέα τον Κράτους. Ότι πιθανόν μέσα στην ίδια τη φυσική τους υφή να υπάρχει κάποια τάση αναρχισμού…
Έχει αρκετά διαδοθεί αυτή η αντίληψη και συχνά ακούγεται. Ωστόσο μου φαίνεται πολύ παρακινδυνευμένη και άδικη στην απαισιοδοξία, της. Δεν αμφισβητώ τα γεγονότα όπου στηρίζεται (τα περισσότερα είναι δυστυχώς πραγματικά, είτε μας αρέσουν είτε όχι). Αλλά την ερμηνεία που δίνεται σ' αυτά τα γεγονότα.
Ότι δεν πονούμε, ή ότι δεν πονούμε αρκετά την Πολιτεία σαν κάτι εντελώς δικό μας, είναι βέβαιο. Από αναρχισμό όμως π/ν αντιθέτους προς τα αισθήματα και τα συμφέροντά μας ή από άλλους λόγους: Και πώς είναι δυνατόν αυτός ο δήθεν αναρχισμός να θεωρηθεί έμφυτη ιδιότητα ριζωμένη μέσα. στη δική μας φυλή; Μπορεί ο Έλληνας να είναι περισσότερο από άλλους λαούς ατομιστής, να μην πειθαρχεί τόσο εύκολα στο συλλογικό σώμα και πνεύμα της ομάδας. Α/λ 'από το σημείο τούτο ως το σημείο να τον πούμε από τη φύση του αναρχικό, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Ορθότερη φαίνεται μια άλλη εξήγηση. Ότι αυτή η αδιαφορία ή η λανθάνουσα εχθρότητα προς το Κράτος και τις λειτουργίες του είναι αποτέλεσμα ιστορικών αιτίων και μιας κακοδαιμονίας που ατυχώς διαιωνίζεται. Ας μη λησμονούμε ότι επί μακρά χρόνια και κατά διαστήματα δεν υπήρχε γι' αυτόν εδώ τον πολυβασανισμένο λαό σύμπτωση Πολιτείας και Έθνους. Η κρατική εξουσία στις διάφορες περιόδους της δουλείας δεν ήταν μονάχα ξένη αλλά και εχθρική προς την εθνική μας υπόσταση. Και επομένως γενεές γενεών, για να βεβαιώσουν την εθνική τους ιδιοτυπία, τη ξεχωριστή τους ύπαρξη, ήταν αναγκασμένες να μισούν, να απατούν και να πολεμούν τα όργανα και τις λειτουργίες που στα μάτια τους εκπροσωπούσαν το Κράτος και σάρκωναν την ιδέα της Πολιτείας. Το κρυφό μίσος με τα ψυχικά, επακόλουθα του είναι πολύ πιο επικίνδυνο από τη φανερή αντίθεση, τον ανοιχτό πόλεμο. Συμπνιγόμενο από το φόβο τρέφεται από την κατάστασή του και αφήνει στα σκοτεινά στρώματα της ψυχής λασπερα κατακάθια που δεν εξαλείφονται. Ακόμη κι όταν λευτερωθεί από το ζυγό, δεν μπορεί εύκολα ένας λαός να αγαπήσει την Πολιτεία με τους περιορισμούς π/ς•, έστω και αν είναι τώρα δική του, αφού ως προχτές ακόμη το Κράτος ήταν η θέληση και η βίο. του δυνάστη του.
Κατά ένα παράδοξο μάλιστα μηχανισμό, που μας τον εξηγεί σήμερα η Ψυχολογία, όταν ένας πολίτης με τέτοιες υποσυνείδητες κακώσεις από αρχόμενος γίνεται άρχων. παίρνει τις διαθέσεις και τους τρόπους που ο ίδιος πρώτο, μισούσε. Παίζει δηλαδή το ρόλο του ειδώλου που ως τώρα το φοβόταν και το αντιπαθούσε, γιατί έτσι νομίζει πως μπορεί να λευτερωθεί από τον εφιάλτη του. Ίσως γι' αυτό το λόγο συμβαίνει, όποιος παίρνει και μια παραμικρή ακόμη εξουσία στην Ελλάδα, να μεταβάλλεται αμέσους σε σατράπη…
Για να εξηγήσουμε όμως το φαινόμενο που εξετάζουμε, πρέπει να αναφέρουμε ακόμη ένα λόγο πολύ σοβαρό. Όταν λευτερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό αυτή η μικρή ελληνική γωνιά, η Πολιτεία μας δεν θεμελιώθηκε ούτε αναπτύχθηκε οργανικά απάνω σε κάποιες αυτόχθονες μορφές οργάνωσης και διοίκησης, βγαλμένες από τις δικές μας ψυχολογικές και άλλες ανάγκες και από την ιστορική κίνηση της ζωής του Έθνους, αλλά μας επιβλήθηκε απέξω από ξένους και με ξένους που φυσικά δε νοιάστηκαν να εξετάσουν αν το φόρεμα τούτο ήταν κομμένο στο μέτρα μας, ούτε προσπάθησαν να το ταιριάσουν κάπως απάνω στο δικό μας κορμί. Έτσι εφαρμόστηκαν κι εξακολουθούν να εφαρμόζονται πειραματικά στη χώρο. μας διοικητικοί και πολιτικοί θεσμοί που δεν μίλησαν ποτέ βαθιά στην ψυχή του λαού μας, ούτε ίσως ανταποκρίνονται εντελώς στις πραγματικές του ανάγκες.
Είναι γνωστές οι με/£τες του Κώστα Καραβίδα για την κοινοτική οργάνωση. Μπορεί να μη συμμερίζεται κανείς την αισιοδοξία και την πίστη του ότι και τώρα είναι δυνατόν να γίνει εκείνο που δεν έγινε άλλοτε, στην ώρα του τη φυσιολογική. Ωρισμένως όμως θα αναγνωρίσει ότι θα ήταν πολύ διαφορετική, τελειότερη, η κρατική μας οργάνωση και πολύ στενός, οργανικά συνεκτικός, ο δεσμός του πολίτη με την Πολιτεία στον τόπο μας, αν αυτό το θαυμαστό κύτταρο, η κοινότητα, που δημιουργήθηκε με το αίμα του λαού μας οπό πανάρχαια χρόνια και λειτούργησε τόσο λαμπρά στους χρόνους της δουλείας, αφηνόταν να αναπτυχθεί φυσιολογικά σε ένα γενικότερο, πλούσια διακλαδωμένο και πυργωτά διαρθρωμένο διοικητικό σύστημα. Τα ξενοφερμένα καθεστώτα σκότωσαν το κύτταρο τούτο και μας επέβαλαν θεσμούς και τύπους, μέσο, στους οποίους μάταια ως τώρα προσπαθούμε να βρούμε τον εαυτό μας. Βάλετε μαζί μ ' αυτές τις αιτίες την κακοδιοίκηση που είναι ενδημικό κακό στον τόπο μας, τη διαφθορά της πολιτικής μας ηγεσίας που τα ανομήματά της πλήρωσαν ακόμη και με το αίμα τους οι λίγες φωτεινές μορφές της νεότερης ιστορίας μας, προσθέσετε τέλος και τη βαθύτερη κρίση που περνάει εδώ και κάμποσα χρόνια η έννοια του Κράτους μέσα στις φοβερές αντινομίες της ζωής όλων των σημερινών λαών—και θα εξηγήσετε γιατί οι βασανισμένοι άνθρωποι αυτού του τόπου, του πολυπατημενού από ξένους κάθε λογής, δεν αισθάνονται ακόμη εντελώς δικό τους το Κράτος. Ας μην τους καταλογίζουμε αναρχισμό, αφού η μοίρα τους έγραφε να μην είναι νοικοκυραίοι στο σπίτι τους και να μην αφήνονται ήσυχοι να φτιάσουν με τη δική τους ζωή και μέσ' από τη δική τους ιστορία τους κοινωνικούς των θεσμούς.
22 Ιουλίου 1948
(Ε.Π. Παπανούτσος, Εφήμερα-Επίκαιρα-Ανεπίκαιρα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1980, σ. 160-63)