Το ύφος του κειμένου
http://ekthesilikeiou.blogspot.gr
Στο χαρακτηρισμό του ύφους/τόνου ενός κειμένου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής: το κειμενικό είδος, η πρόθεση του συντάκτη, ο δέκτης, το κοινό. Το ύφος ενός κειμένου μπορεί να αξιολογηθεί ως: πυκνό, μεστό, σύνθετο, στομφώδες, εξεζητημένο, επιστημονικό, τυπικό, επίσημο, υψηλό, γλαφυρό, λυρικό, διδακτικό, προτρεπτικό, απλό, φυσικό, λιτό, χαλαρό, οικείο, παραστατικό, σαρκαστικό, καυστικό, ειρωνικό, σκωπτικό, δηκτικό, χιουμοριστικό, περιπαικτικό, εμφαντικό, εξομολογητικό, ακαλαίσθητο, ανεπιτήδευτο, αλληγορικό, στοχαστικό με βάση τα εξής κριτήρια/χαρακτηριστικά: σύνταξη, λεξιλόγιο, σχήματα λόγου, σημεία στίξης, ρηματικά πρόσωπα, μακροπερίοδος/μικροπερίοδος λόγος κ.ά.
|
ΥΦΟΣ
|
ΠΩΣ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΤΑΙ;
|
|
Λιτό |
Έλλειψη περίτεχνων εκφραστικών σχημάτων και συντακτικής περιπλοκής, κυριαρχία παρατακτικής σύνδεσης, ή ασύνδετου σχήματος. |
|
Οικείο |
Χρήση καθημερινού λεξιλογίου, α’ και β’ προσώπου, παράταξης και ασύνδετου σχήματος. |
|
Ζωντανό |
Χρήση παραδειγμάτων, διαλόγου, ευθέος λόγου, ρητορικών ερωτήσεων, μεταφορών, εικόνων, παρομοιώσεων, ενεργητικής σύνταξης, κ.τ.λ. |
|
Λυρικό |
Ποιητική λειτουργία του λόγου, συνυποδηλώσεις, επίκληση στο συναίσθημα. |
|
Εξεζητημένο /επιτηδευμένο |
Βαρύγδουπες λέξεις, ρητορισμός, διαδοχική υπόταξη, λεκτικός πληθωρισμός. |
|
Εναργές[1] |
Ακρίβεια, σαφήνεια, πλούτος λεξιλογίου, χρήση της υπόταξης με μέτρο. |
|
Επίσημο |
Σπάνιες λέξεις (ή και ειδική ορολογία), τριτοπρόσωπος λόγος, παθητική σύνταξη, κυριαρχία της επίκλησης στη λογική. |
|
Χαλαρό |
Λίγες σχετικά σκέψεις, συνειρμικά συνδεδεμένες, παρεκβάσεις, επαναλήψεις. |
|
Πυκνό |
Προσπάθεια να εκφραστούν οι σκέψεις με τη μέγιστη οικονομία λέξεων. |
|
Φροντισμένο |
Αυστηρή οργάνωση των σκέψεων κατά ενότητες, προσεκτική χρήση διαρθρωτικών λέξεων, έλλειψη πλατειασμών ή παρεκβάσεων. |
|
Χιουμοριστικό /παιγνιώδες |
Χαριτόλογος διάθεση, ψυχαγωγικός χαρακτήρας. |
|
Σαρκαστικό |
Έντονη χρήση ειρωνείας. |
|
Εξομολογητικό |
Παρελθοντικοί χρόνοι, χρήση α’ προσώπου. |
|
Διδακτικό |
παροχή πληροφορικών. |
|
Προτρεπτικό |
Παρότρυνση σε μια ιδεατή στάση ζωής, προσπάθεια νουθεσίας του δέκτη. |