Ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας

Η ελληνική παρουσία στη νότια Ιταλία είναι μια ιστορία σχεδόν τριών χιλιετιών, με διαδοχικές εγκαταστάσεις, πολιτικές μεταβολές και γλωσσικές μεταμορφώσεις. Δεν περιορίζεται στα σημερινά ελληνόφωνα χωριά του Σαλέντο και της Καλαβρίας: περιλαμβάνει αρχαίες πόλεις, ιερά και νεκροπόλεις, βυζαντινές εκκλησίες και μοναστήρια, ονόματα τόπων και τοπικές παραδόσεις. Για να κατανοήσουμε αυτή την παρουσία, χρειάζεται να διακρίνουμε την αρχαία αποικιακή εξάπλωση, τον μεσαιωνικό ελληνόφωνο κόσμο και τις σημερινές γλωσσικές κοινότητες.

Με τον όρο Μεγάλη Ελλάδα (αρχαία: Μεγάλη Ἑλλάς· λατινικά Magna Graecia) δηλώνουμε κυρίως τις περιοχές της νότιας ιταλικής χερσονήσου όπου αναπτύχθηκαν ελληνικές πόλεις. Η Σικελία αποτελεί στενά συνδεδεμένο, αλλά γεωγραφικά διακριτό πεδίο του ίδιου αποικισμού· γιʼ αυτό περιλαμβάνεται εδώ σε χωριστή ενότητα και σε ιδιαίτερο επίπεδο του χάρτη. Η αρχαία ελληνική εγκατάσταση δεν κάλυψε ομοιόμορφα ολόκληρη τη νότια Ιταλία ούτε εξάλειψε τους προϋπάρχοντες πληθυσμούς.1

Ο χάρτης της ελληνικής παρουσίας

Φόρτωση χάρτη…

Από τις πρώτες επαφές στον δεύτερο αποικισμό

Οι επαφές του αιγαιακού κόσμου με την Ιταλία προηγήθηκαν της ίδρυσης των ιστορικών αποικιών. Ευρήματα μυκηναϊκής κεραμικής στη νότια Ιταλία και στη Σικελία μαρτυρούν δίκτυα ανταλλαγών της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.· δεν αρκούν, όμως, για να θεωρήσουμε ότι υπήρχαν ήδη τότε ελληνικές πόλεις αντίστοιχες με εκείνες των αρχαϊκών χρόνων. Η συστηματική ίδρυση αποικιών εντάσσεται στον δεύτερο ελληνικό αποικισμό, από τον 8ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ., με μεταγενέστερες ιδρύσεις και επανιδρύσεις.2

Από τις παλαιότερες σταθερές ελληνικές εγκαταστάσεις στη Δύση ήταν οι Πιθηκούσσες, στην Ίσκια, όπου εγκαταστάθηκαν Ευβοείς γύρω στα μέσα τού 8ου αιώνα π.Χ. Ο οικισμός είχε έντονο εμπορικό και βιοτεχνικό χαρακτήρα και συνδεόταν με την αναζήτηση μετάλλων και τις θαλάσσιες διαδρομές προς την κεντρική Ιταλία. Στην απέναντι ακτή ακολούθησε η Κύμη, στο δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα, από Ευβοείς αποίκους. Η ευβοϊκή παρουσία είχε ευρύτερη σημασία: μέσω των επαφών με τους Ετρούσκους, μορφές του ελληνικού αλφαβήτου συνέβαλαν στη διαμόρφωση των ιταλικών αλφαβήτων και, τελικά, του λατινικού.3

Ο αποικισμός δεν είχε μία και μοναδική αιτία. Η αναζήτηση καλλιεργήσιμης γης, οι εμπορικές δυνατότητες, οι κοινωνικές συγκρούσεις και οι πολιτικοί ανταγωνισμοί μπορούσαν να συνδυάζονται διαφορετικά σε κάθε αποστολή. Οι αποικίες ήταν συνήθως αυτοτελείς πόλεις, με δικούς τους θεσμούς και επικράτεια, διατηρώντας θρησκευτικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τη μητρόπολη. Η εγκατάστασή τους προϋπέθετε σχέσεις με τις τοπικές κοινότητες: ανταλλαγές και συμβίωση, αλλά και κατάληψη εδαφών, εκτοπισμούς ή πολέμους. Ο ελληνικός κόσμος της Δύσης διαμορφώθηκε μέσα από αυτή τη μακρόχρονη αλληλεπίδραση.2

Οι σπουδαίες πόλεις της ιταλικής χερσονήσου

Στην Καμπανία αναπτύχθηκαν οι Πιθηκούσσες και η Κύμη, αλλά και η Νεάπολη, η σημερινή Νάπολη, της οποίας το όνομα συνεχίζει το ελληνικό «νέα πόλις». Νοτιότερα, η Ποσειδωνία, το σημερινό Paestum, ιδρύθηκε από αποίκους της Σύβαρης στα τέλη τού 7ου αιώνα π.Χ. Η Ελέα, η ρωμαϊκή Velia, ιδρύθηκε από Φωκαείς περίπου το 540–535 π.Χ. και συνδέθηκε με τη φιλοσοφική σχολή του Παρμενίδη και του Ζήνωνα. Οι πόλεις αυτές φανερώνουν ότι ο ελληνικός αποικισμός αναπτύχθηκε και στις ακτές του Τυρρηνικού, όχι μόνο στον κόλπο του Τάραντα.4 5

Στην Απουλία, ο Τάρας, ο σημερινός Τάραντας, ήταν η μεγάλη σπαρτιατική αποικία της Δύσης, με παραδοσιακή χρονολογία ίδρυσης το 706 π.Χ. Η θέση του, με ασφαλείς λιμένες και πρόσβαση στην ενδοχώρα, ευνόησε το εμπόριο και την πολιτική ισχύ του. Στη σημερινή Βασιλικάτα βρίσκονταν το αχαϊκό Μεταπόντιο, η ιωνική Σίρις και η μεταγενέστερη Ηράκλεια, κοντά στο σημερινό Policoro. Η γειτνίαση των ελληνικών πόλεων με μη ελληνικούς πληθυσμούς εξηγεί γιατί οι αρχαιολογικές συλλογές της περιοχής παρουσιάζουν τόσο ελληνικά έργα όσο και τοπικές δημιουργίες που αφομοιώνουν ελληνικές μορφές.6 7

Στην Καλαβρία ξεχώρισαν η Σύβαρις, ο Κρότων, οι Επιζεφύριοι Λοκροί και το Ρήγιον. Η Σύβαρις, που ιδρύθηκε περίπου το 720 π.Χ., καταστράφηκε από τον Κρότωνα το 510 π.Χ. Στην ίδια ευρύτερη περιοχή ιδρύθηκαν το 444/443 π.Χ. οι Θούριοι, μια πανελλήνια αποικία με αθηναϊκή πρωτοβουλία. Στον Κρότωνα έδρασε ο Πυθαγόρας, ενώ η πόλη απέκτησε φήμη για τους αθλητές και τους ιατρούς της. Οι Λοκροί συνδέθηκαν με ιδιαίτερες λατρείες και την παράδοση της νομοθεσίας του Ζαλεύκου. Το Ρήγιον, απέναντι από τη Σικελία, συμμετείχε στον έλεγχο των θαλάσσιων περασμάτων του στενού.8 1

Το δίκτυο συμπλήρωναν μικρότερες ή δευτερογενείς ιδρύσεις, όπως η Καυλωνία, η Μέδμα και το Ιππώνιον, κοντά στο σημερινό Vibo Valentia. Δεν επρόκειτο για ενιαίο ελληνικό κράτος: οι πόλεις μπορούσαν να συμμαχούν, αλλά και να πολεμούν μεταξύ τους. Η ευημερία τους αποτυπώνεται στη μνημειακή αρχιτεκτονική, στα νομίσματα, στην αγγειογραφία και στα αναθήματα, ενώ η παραγωγή ιδεών και τεχνών τις καθιστούσε ενεργά κέντρα του ελληνικού κόσμου, όχι απλές περιφερειακές απομιμήσεις.9

Αρχαία πόληΣημερινή θέση ή όνομαΊδρυση και προέλευση, συνοπτικά
ΠιθηκούσσεςLacco Ameno, ΊσκιαΕυβοϊκή εγκατάσταση, μέσα 8ου αιώνα π.Χ.
ΚύμηCuma, κοντά στο BacoliΕυβοείς, δεύτερο μισό 8ου αιώνα π.Χ.
ΝεάπολιςNapoliΕλληνική πόλη με δεσμούς με την Κύμη, ανάπτυξη γύρω στο 600 π.Χ.
ΠοσειδωνίαPaestumΆποικοι από τη Σύβαρη, τέλη 7ου αιώνα π.Χ.
ΕλέαVelia, κοντά στην AsceaΦωκαείς, περίπου 540–535 π.Χ.
ΤάραςTarantoΣπαρτιάτες, παραδοσιακά 706 π.Χ.
ΜεταπόντιονMetapontoΑχαιοί, 7ος αιώνας π.Χ.
Σίρις / ΗράκλειαΠεριοχή PolicoroΔιαδοχικές ελληνικές ιδρύσεις· Ηράκλεια το 433/432 π.Χ.
Σύβαρις / ΘούριοιΠεριοχή SibariΣύβαρις περίπου 720 π.Χ.· Θούριοι 444/443 π.Χ.
ΚρότωνCrotoneΑχαϊκή αποικία, τέλη 8ου αιώνα π.Χ.
Επιζεφύριοι ΛοκροίΝότια της σημερινής LocriΛοκροί, αρχές 7ου αιώνα π.Χ.
ΡήγιονReggio CalabriaΕυβοϊκή αποικία με συμμετοχή και άλλων Ελλήνων, 8ος αιώνας π.Χ.

Οι ακριβείς χρονολογίες ίδρυσης προέρχονται συχνά από μεταγενέστερη αρχαία παράδοση· δεν έχουν όλες την ίδια αρχαιολογική επιβεβαίωση. Ο πίνακας λειτουργεί ως χρονολογικός προσανατολισμός, όχι ως κατάλογος απολύτως βέβαιων ημερομηνιών.

Η ελληνική Σικελία

Στη Σικελία ο αποικισμός άρχισε επίσης τον 8ο αιώνα π.Χ. Η Νάξος, κοντά στο σημερινό Giardini Naxos, θεωρείται παραδοσιακά η πρώτη ελληνική αποικία του νησιού, με χρονολογία το 734 π.Χ. Οι Συρακούσες ιδρύθηκαν από Κορινθίους, παραδοσιακά το 733 π.Χ., και εξελίχθηκαν σε μία από τις ισχυρότερες πόλεις της Μεσογείου. Η Ζάγκλη, η μετέπειτα Μεσσήνη, έλεγχε μαζί με το Ρήγιον το στενό· οι Λεοντίνοι και η Κατάνη ανήκαν επίσης στο πρώιμο δίκτυο των ελληνικών εγκαταστάσεων.10

Ακολούθησαν τα Μέγαρα Υβλαία, η Γέλα, που ιδρύθηκε από Ροδίους και Κρήτες, ο Σελινούς, αποικία των Μεγάρων Υβλαίων, και ο Ακράγας, ίδρυμα της Γέλας το 580 π.Χ. Η σικελική εμπειρία περιλάμβανε πολέμους μεταξύ ελληνικών πόλεων, συγκρούσεις με την Καρχηδόνα, αλλά και συνεχή επικοινωνία με τους Σικελούς, τους Σικανούς και τους Ελύμους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτιστικής συνάντησης είναι η Έγεστα: η πόλη ήταν ελυμική, παρότι ο δωρικός ναός και το ελληνιστικό θέατρό της παραπέμπουν στον ελληνικό αρχιτεκτονικό κόσμο. Η ελληνική μορφή ενός μνημείου δεν αποδεικνύει από μόνη της ελληνική αποικιακή ίδρυση.11

Από τη ρωμαϊκή κυριαρχία στον βυζαντινό κόσμο

Η ρωμαϊκή επέκταση περιόρισε σταδιακά την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων. Η παράδοση του Τάραντα το 272 π.Χ., μετά την αποτυχία της εκστρατείας του Πύρρου, αποτελεί σημαντικό ορόσημο για την ηπειρωτική Μεγάλη Ελλάδα. Στη Σικελία η ρωμαϊκή κυριαρχία επεκτάθηκε μέσα από τους Καρχηδονιακούς πολέμους, με κομβικό γεγονός την άλωση των Συρακουσών το 212 π.Χ. Η πολιτική κατάκτηση, ωστόσο, δεν σήμανε άμεση εξαφάνιση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού.1

Κατά τον Μεσαίωνα, οι εκστρατείες του Ιουστινιανού επανέφεραν περιοχές της Ιταλίας στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Καλαβρία, τμήματα της Απουλίας και, μέχρι την αραβική κατάκτηση, η Σικελία συμμετείχαν στον βυζαντινό κόσμο. Μετακινήσεις πληθυσμών, μοναστικά δίκτυα, διοίκηση και εκκλησιαστική ζωή διατήρησαν ή ενίσχυσαν την ελληνική γλώσσα. Η νορμανδική επέκταση του 11ου αιώνα τερμάτισε τη βυζαντινή πολιτική κυριαρχία στη νότια Ιταλία, χωρίς να εξαλείψει αμέσως τις ελληνόφωνες κοινότητες και τις λειτουργικές παραδόσεις τους.12

Αυτή η μεσαιωνική ιστορία είναι απαραίτητη για την ερμηνεία του σημερινού γκρίκο. Η παλαιότερη διαμάχη ανάμεσα στην άποψη της αδιάσπαστης επιβίωσης από τη Μεγάλη Ελλάδα και στην άποψη της βυζαντινής προέλευσης δεν επιτρέπει απλουστεύσεις. Η νεότερη έρευνα αποδίδει καθοριστικό ρόλο στη μεσαιωνική ελληνική παρουσία, ιδίως στο Σαλέντο. Ενδεχόμενα αρχαία κατάλοιπα, μεταγενέστερες εγκαταστάσεις και συνεχείς γλωσσικές επαφές πρέπει να εξετάζονται χωριστά. Η διατύπωση ότι οι σημερινοί κάτοικοι «μιλούν αμετάβλητα τη γλώσσα των αρχαίων αποίκων» είναι ιστορικά και γλωσσολογικά παραπλανητική.13

Οι σημαντικότεροι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία

Στην Καμπανία, η Ποσειδωνία–Paestum προσφέρει ένα από τα εντυπωσιακότερα σύνολα ελληνικής ναοδομίας, με τρεις μεγάλους δωρικούς ναούς και κατάλοιπα της ελληνικής, λευκανικής και ρωμαϊκής πόλης. Στην Ελέα–Velia σώζονται τμήματα της οχύρωσης, οι συνοικίες και η ακρόπολη, με διαδοχικές φάσεις χρήσης. Η Κύμη παρουσιάζει τα κατάλοιπα μιας πολύ πρώιμης ελληνικής εγκατάστασης, αν και πολλά ορατά μνημεία ανήκουν σε μεταγενέστερες περιόδους. Στην Ίσκια, το Μουσείο Πιθηκουσσών στη Villa Arbusto φωτίζει τον πρώιμο αποικισμό, μεταξύ άλλων με το περίφημο «ποτήρι του Νέστορα» και την ελληνική έμμετρη επιγραφή του.4 5 3

Στη Βασιλικάτα ξεχωρίζουν το Μεταπόντιο, με τον αστικό αρχαιολογικό χώρο, το μουσείο και το εξωαστικό ιερό της Ήρας, γνωστό ως Tavole Palatine, και η Ηράκλεια, με το αρχαιολογικό πάρκο και το Μουσείο της Σιρίτιδας στο Policoro. Στον Τάραντα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο MArTA αποτελεί βασικό τόπο γνωριμίας με την τέχνη και την κοινωνία της Μεγάλης Ελλάδας. Οι συλλογές του δεν αφορούν μόνο την αρχική αποικιακή εγκατάσταση, αλλά και τη μακρά εξέλιξη της πόλης και της γύρω περιοχής.14 7 6

Στην Καλαβρία, το πάρκο της Σύβαρης αποκαλύπτει την επάλληλη ιστορία της Σύβαρης, των Θουρίων και της ρωμαϊκής Copia· ό,τι βλέπει ο επισκέπτης δεν ανήκει όλο στην αρχαϊκή ελληνική πόλη. Οι Επιζεφύριοι Λοκροί διαθέτουν εκτεταμένο αρχαιολογικό χώρο και μουσείο, ενώ η Καυλωνία, κοντά στο Monasterace, διατηρεί τμήματα του αστικού ιστού και σημαντικά ψηφιδωτά. Κοντά στον Κρότωνα βρίσκεται το ιερό της Ήρας Λακινίας στο Capo Colonna, αναγνωρίσιμο από τον μοναδικό όρθιο κίονα του ναού.8 9

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο του Ρηγίου στεγάζει τους δύο Χάλκινους του Ριάτσε, κορυφαία έργα της ελληνικής γλυπτικής του 5ου αιώνα π.Χ., που ανασύρθηκαν από τη θάλασσα κοντά στο Riace. Η θέση εύρεσης δεν αποδεικνύει ότι κατασκευάστηκαν εκεί ούτε δικαιολογεί βέβαιη ταύτιση των εικονιζόμενων προσώπων. Το μουσείο παρουσιάζει επίσης ευρήματα από τις πόλεις και τα ιερά της Καλαβρίας.15

Στη Σικελία, πρώτες θέσεις κατέχουν η Κοιλάδα των Ναών του Ακράγαντα, ο Σελινούς και οι Συρακούσες. Στις τελευταίες, το θέατρο της Νεάπολης, ο ναός του Απόλλωνα και ο ναός της Αθηνάς, ενσωματωμένος στον σημερινό καθεδρικό ναό της Ορτυγίας, αποτυπώνουν διαφορετικές μορφές επιβίωσης της αρχαίας πόλης. Η Νάξος, τα Μέγαρα Υβλαία, η Γέλα, η Ιμέρα, οι Λεοντίνοι και η Καμάρινα συμπληρώνουν το δίκτυο σημαντικών ελληνικών αρχαιολογικών θέσεων. Στην Ταορμίνα, το αρχαίο Ταυρομένιο, το θέατρο έχει ελληνική αφετηρία αλλά η σωζόμενη μνημειακή μορφή του οφείλει πολλά στη ρωμαϊκή ανακατασκευή.10 16 17

Η σημερινή Grecìa Salentina

Η Grecìa Salentina, η Σαλεντινή Ελλάδα, βρίσκεται στην επαρχία του Λέτσε. Η τοπική ελληνική διάλεκτος είναι γνωστή ως γκρίκο, griko ή grico. Πρόκειται για ιδιαίτερη ελληνική ποικιλία που εξελίχθηκε επί αιώνες σε επαφή με τις ρωμανικές διαλέκτους και τα ιταλικά. Ο παραδοσιακός ελληνόφωνος πυρήνας περιλαμβάνει εννέα κοινότητες, αλλά η ένταξη σε αυτόν δεν συνεπάγεται ότι όλοι οι κάτοικοι ή όλες οι γενιές μιλούν σήμερα τη γλώσσα.18

Ελληνική απόδοσηΕπίσημη ιταλική ονομασίαΣχέση με την ελληνική παράδοση
Καλιμέρα / ΚαλημέραCalimeraΠαραδοσιακός πυρήνας· τεκμηριωμένη γλωσσική έρευνα· οικωνύμιο που συνδέεται με ελληνικές λέξεις
ΜαρτάνοMartanoΠαραδοσιακός πυρήνας· τεκμηριωμένη γλωσσική έρευνα
Καστρινιάνο ντέι ΓκρέτσιCastrignano deʼ GreciΠαραδοσιακός πυρήνας· ο προσδιορισμός «των Ελλήνων» δηλώνει ιστορική παρουσία
Κοριλιάνο ντʼ ΟτράντοCorigliano dʼOtrantoΠαραδοσιακός πυρήνας· τεκμηριωμένη γλωσσική έρευνα
ΜελπινιάνοMelpignanoΠαραδοσιακός πυρήνας· μεγάλη παλαιότερη υποχώρηση της γλώσσας
ΣολέτοSoletoΠαραδοσιακός πυρήνας· μεγάλη παλαιότερη υποχώρηση της γλώσσας
ΣτερνατίαSternatiaΠαραδοσιακός πυρήνας· τεκμηριωμένη γλωσσική έρευνα
Ζολίνο / ΤσολίνοZollinoΠαραδοσιακός πυρήνας της ελληνικής διαλεκτικής παράδοσης
ΜαρτινιάνοMartignanoΠαραδοσιακός πυρήνας της ελληνικής διαλεκτικής παράδοσης
Καρπινιάνο ΣαλεντίνοCarpignano SalentinoΕυρύτερη ένωση· ιδιαίτερα σημαντική βυζαντινή μνημειακή κληρονομιά
ΚουτροφιάνοCutrofianoΕυρύτερη ένωση· δεν εξισώνεται με σημερινή ενεργή ελληνοφωνία
Σολιάνο ΚαβούρSogliano CavourΕυρύτερη ένωση· ιστορικά ίχνη του ελληνικού εκκλησιαστικού κόσμου

Η σημερινή Ένωση Δήμων της Grecìa Salentina περιλαμβάνει και τους δώδεκα παραπάνω δήμους. Τα διοικητικά και πολιτιστικά της όρια είναι επομένως ευρύτερα από τον παραδοσιακό εννεαμελή γλωσσικό πυρήνα. Οι έρευνες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων περιλαμβάνουν ηχογραφήσεις από την Καλιμέρα, το Κοριλιάνο ντʼ Οτράντο, το Μαρτάνο και τη Στερνατία, με συγκεκριμένες χρονολογίες συλλογής. Αυτές οι μαρτυρίες τεκμηριώνουν τη γλωσσική παρουσία· δεν αποτελούν απογραφή ενεργών ομιλητών για το 2026.19 20

Η ελληνόφωνη και ελληνογενής Καλαβρία

Η δεύτερη βασική εστία είναι η Bovesìa, στις νότιες πλαγιές του Ασπρομόντε, προς το Ιόνιο. Τα ελληνικά της Καλαβρίας ονομάζονται συχνά greco-calabro, grecanico ή bovese. Η Μπόβα (Bova), το Γκαλλιτσιανό (Gallicianò) και το Ροχούδι (Roghudi) έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διατήρηση της γλωσσικής και πολιτιστικής παράδοσης. Το Γκαλλιτσιανό είναι οικισμός του δήμου Condofuri, όχι χωριστός δήμος.21 22

Στον ιστορικό γεωγραφικό πυρήνα εντάσσονται επίσης το Roccaforte del Greco και το Condofuri, μαζί με επιμέρους οικισμούς όπως η Amendolea. Οι πλημμύρες, η εγκατάλειψη ορεινών οικισμών και η μετανάστευση μετέφεραν κοινότητες σε νέες θέσεις. Γιʼ αυτό στον χάρτη σημειώνονται χωριστά το παλιό και το νέο Ροχούδι, καθώς και η Bova Marina και το Ρήγιο, όπου εγκαταστάθηκαν άνθρωποι από την ελληνόφωνη ενδοχώρα. Η ιστορική ελληνοφωνία ενός ορεινού χωριού δεν σημαίνει ότι υπάρχουν σήμερα εκεί μόνιμοι κάτοικοι και ενεργοί ομιλητές.23

Η ευρύτερη πολιτιστική περιοχή περιλαμβάνει ακόμη τόπους όπως το Palizzi, το San Lorenzo και το Bagaladi. Δεν είναι σωστό να παρουσιάζονται συλλήβδην ως χωριά όπου η ελληνική παραμένει καθημερινή γλώσσα. Στις περιγραφές του χάρτη δηλώνεται η ιστορική ή πολιτιστική σύνδεσή τους και αποφεύγεται η μη τεκμηριωμένη απόδοση σημερινής ελληνοφωνίας. Η ίδια προσοχή χρειάζεται και για την ετυμολογία ονομάτων: μια πιθανή ελληνική ρίζα δεν αποδεικνύει τη χρονολογία ίδρυσης ούτε τη γλώσσα του σύγχρονου πληθυσμού.

Οικωνύμια, βυζαντινά μνημεία και άλλες ελληνικές παρουσίες

Ορισμένα ονόματα διατηρούν καθαρά την αρχαία ελληνική πόλη: Napoli–Νεάπολις, Taranto–Τάρας, Crotone–Κρότων, Siracusa–Συράκουσαι. Άλλα, όπως το Castrignano deʼ Greci και το Roccaforte del Greco, διατηρούν ρητή αναφορά στους Έλληνες, χωρίς να είναι ολόκληρα ελληνικές λέξεις. Η Calimera συνδέεται παραδοσιακά με την ελληνική «καλημέρα», αν και έχουν προταθεί διαφορετικές ερμηνείες για τον αρχικό τοπωνυμικό σχηματισμό. Είναι ασφαλέστερο να παρουσιάζονται αυτές οι αποχρώσεις παρά να παράγεται μία βέβαιη ετυμολογία για κάθε όνομα.24 25

Η βυζαντινή κληρονομιά εκτείνεται πολύ πέρα από τα σημερινά γλωσσικά κατάλοιπα. Η Cattolica του Stilo και ο Άγιος Μάρκος στο Rossano είναι σημαντικά μνημεία της ελληνοβυζαντινής αρχιτεκτονικής στην Καλαβρία. Το Rossano συνδέεται επίσης με την ελληνική μοναστική και χειρόγραφη παράδοση, ενώ στην Απουλία το Οτράντο και η περιοχή του διατηρούν μαρτυρίες του μεσαιωνικού ελληνικού χριστιανισμού. Αυτές οι θέσεις σημειώνονται ως μνημειακή και ιστορική κληρονομιά, όχι ως σημερινές ελληνόφωνες κοινότητες.12

Χρειάζεται ακόμη να ξεχωρίζουμε την ελληνική γλώσσα από το βυζαντινό λειτουργικό τυπικό. Στην Piana degli Albanesi της Σικελίας, για παράδειγμα, διατηρείται η ελληνοβυζαντινή λειτουργική παράδοση, ενώ η ιστορική τοπική γλώσσα είναι η αρμπερέσικη, αλβανική ποικιλία. Η παλαιότερη ονομασία Piana dei Greci δεν αρκεί για να χαρακτηρίσουμε την κοινότητα ελληνόφωνη. Αντίστοιχα, οι μεταβυζαντινές και νεότερες ελληνικές εγκαταστάσεις σε ιταλικές πόλεις αποτελούν ιδιαίτερο ιστορικό κεφάλαιο και δεν ταυτίζονται με το γκρίκο.26

Η γλώσσα και η ταυτότητα στη σύγχρονη εποχή

Στη σύγχρονη Ιταλία, η διάδοση της επίσημης ιταλικής, η αλλαγή του τρόπου ζωής και η διακοπή της οικογενειακής μετάδοσης περιόρισαν σοβαρά τις ελληνικές διαλέκτους. Δεν υπάρχει ένας αριθμός που να αποδίδει χωρίς διευκρινίσεις τους «ελληνόφωνους»: άλλοι κατανοούν τη γλώσσα, άλλοι τη μιλούν ενεργά και άλλοι την μαθαίνουν σε μαθήματα ή γνωρίζουν τραγούδια και εκφράσεις. Ο συνολικός πληθυσμός των δήμων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αριθμός ομιλητών.18

Παράλληλα, υπάρχουν σύλλογοι, μαθήματα, εκδόσεις, ηχογραφήσεις και πανεπιστημιακές έρευνες που ενισχύουν την τεκμηρίωση και τη δημόσια παρουσία της γλώσσας. Η ελληνική περιλαμβάνεται στις ιστορικές μειονοτικές γλώσσες που προστατεύει ο ιταλικός νόμος 482/1999. Η θεσμική προστασία και το πολιτιστικό ενδιαφέρον έχουν σημασία, αλλά η ουσιαστική διατήρηση εξαρτάται κυρίως από τη χρήση της γλώσσας σε καθημερινές περιστάσεις και από τη μετάδοσή της στις νεότερες γενιές.27

Έτσι, η σχέση της Κάτω Ιταλίας με τον ελληνικό κόσμο εμφανίζεται σήμερα σε διαφορετικά επίπεδα: στην αρχαιολογία της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας, στην ελληνοβυζαντινή μνημειακή κληρονομιά, στις ελληνικές ρίζες ορισμένων τοπωνυμίων και, κυρίως, στους ανθρώπους που εξακολουθούν να μιλούν ή προσπαθούν να ξαναμάθουν τις τοπικές ελληνικές ποικιλίες. Η διάκριση αυτών των επιπέδων αναδεικνύει τον πλούτο της ιστορίας τους χωρίς να αποδίδει σε κάθε τόπο την ίδια γλωσσική κατάσταση.

Υποσημειώσεις

  1. 1. Treccani, «Magna Grecia» και «Magna Grecia», Dizionario di Storia.

  2. 2. Treccani, «Colonizzazione»· για την αρχαιολογία του πρώιμου αποικισμού, M. DʼAcunto, «Cumae in Campania during the seventh century BC».

  3. 3. Ιταλικό Υπουργείο Πολιτισμού, αρχαιολογικό πάρκο Κύμης. Για τις Πιθηκούσσες και το μουσείο τους: Museo Archeologico di Pithecusae.

  4. 4. Αρχαιολογικά Πάρκα Paestum και Velia, ιστορία της Ποσειδωνίας· UNESCO, Paestum και Velia.

  5. 5. Αρχαιολογικά Πάρκα Paestum και Velia, ιστορία της Ελέας.

  6. 6. Δήμος Τάραντα, «Come fu fondata Taranto»· Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Τάραντα MArTA.

  7. 7. Ιταλικό Υπουργείο Πολιτισμού, πάρκο Ηράκλειας· Μουσείο Σιρίτιδας.

  8. 8. Ιταλικό Υπουργείο Πολιτισμού, πάρκο Σύβαρης· Πάρκα Κρότωνα και Σύβαρης, πολεοδομία Θουρίων και Copia.

  9. 9. Διεύθυνση Εθνικών Μουσείων Καλαβρίας, μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι· Πάρκα Κρότωνα και Σύβαρης.

  10. 10. Περιφέρεια Σικελίας, αρχαιολογικά πάρκα· Πάρκο Νάξου και Ταορμίνας.

  11. 11. Αρχαιολογικό Πάρκο Έγεστας. Η Έγεστα περιλαμβάνεται ως παράδειγμα ελληνικής πολιτιστικής επίδρασης σε ελυμική πόλη, όχι ως ελληνική αποικία.

  12. 12. UNESCO, ιταλοελληνική μεσαιωνική κληρονομιά στην Καλαβρία· Ιταλικό Υπουργείο Πολιτισμού, Cattolica του Stilo. Η πρώτη καταχώριση είναι στον ενδεικτικό κατάλογο υποψηφιοτήτων, όχι εγγραφή στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

  13. 13. Antonio Romano, «Greca, comunità», Enciclopedia dellʼItaliano, 2010. Η πηγή παρουσιάζει την ιστορία της επιστημονικής διαμάχης· οι κοινωνιογλωσσικοί αριθμοί της δεν χρησιμοποιούνται εδώ ως σημερινά δεδομένα.

  14. 14. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Μεταποντίου.

  15. 15. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Ρηγίου, Χάλκινοι του Ριάτσε.

  16. 16. UNESCO, αρχαιολογικός χώρος Ακράγαντα.

  17. 17. UNESCO, Συρακούσες και νεκρόπολη Παντάλικα. Η αναφορά εδώ αφορά κυρίως τις ελληνικές αρχαιότητες των Συρακουσών, όχι ελληνική ίδρυση της Παντάλικα.

  18. 18. Μ. Λεκάκου, V. Baldissera και Α. Αναστασόπουλος, Griko Project, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2013.

  19. 19. Ένωση Δήμων Grecìa Salentina, επίσημος κατάλογος δήμων· Carpignano Salentino και βυζαντινή κρύπτη Αγίας Χριστίνας.

  20. 20. Griko Project, προέλευση και χρονολόγηση γλωσσικών δεδομένων.

  21. 21. Ιταλική Εφορεία Αρχαιολογίας και Μνημείων, Bova.

  22. 22. Ιταλική Εφορεία Αρχαιολογίας και Μνημείων, Gallicianò.

  23. 23. Antonio Romano, «In Salento e Calabria le voci della minoranza linguistica greca»· Treccani, «Le isole grecofone in Calabria e in Puglia».

  24. 24. Ένωση Δήμων Grecìa Salentina, Calimera· Borghi Autentici dʼItalia, Grecìa Salentina.

  25. 25. ToposText, θέσεις· ενδεικτικά Ποσειδωνία και Τάρας. Οι αρχαίες και οι νεότερες διοικητικές γεωγραφίες δεν ταυτίζονται πάντοτε.

  26. 26. Μητροπολιτική Πόλη Παλέρμου, Piana degli Albanesi.

  27. 27. Ιταλικό Κοινοβούλιο, νόμος 482 της 15ης Δεκεμβρίου 1999, ιδίως άρθρο 2.