Πώς μετράμε τα χρόνια
Από τους αρχαίους λαούς στη χριστιανική και την κοινή χρονολόγηση
Όταν γράφουμε ότι η μάχη του Μαραθώνα έγινε το 490 π.Χ., χρησιμοποιούμε ένα σύστημα χρονολόγησης που δημιουργήθηκε πολλούς αιώνες μετά το ίδιο το γεγονός. Κάθε σύστημα χρειάζεται μια χρονολογική αφετηρία, δηλαδή ένα σημείο αναφοράς από το οποίο αριθμούνται τα έτη. Στη χριστιανική χρονολόγηση, αφετηρία είναι η συμβατικά υπολογισμένη γέννηση του Ιησού Χριστού: τα προηγούμενα χρόνια χαρακτηρίζονται προ Χριστού (π.Χ.) και τα επόμενα μετά Χριστόν (μ.Χ.). Οι άνθρωποι της αρχαιότητας, επομένως, δεν γνώριζαν ότι ζούσαν σε κάποιο έτος «προ Χριστού»· χρονολογούσαν τα γεγονότα με τις δικές τους συμβάσεις.

Η αρίθμηση των ετών με αναφορά στην ενανθρώπηση του Χριστού συνδέεται με τον Διονύσιο τον Μικρό, γνωστό στα λατινικά ως Dionysius Exiguus, έναν μοναχό που εργαζόταν στη Ρώμη τον 6ο αιώνα. Το 525 μ.Χ., συντάσσοντας πίνακες για τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα, χρησιμοποίησε τη νέα αρίθμηση. Σκοπός του ήταν να αντικαταστήσει τη χρονολόγηση από την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ο οποίος συνδεόταν με διωγμούς των χριστιανών. Η πρότασή του δεν επικράτησε αμέσως· διαδόθηκε σταδιακά στη μεσαιωνική Ευρώπη, με σημαντική συμβολή τού Βέδα τον 8ο αιώνα. Η συστηματική αρίθμηση και των προχριστιανικών ετών αναπτύχθηκε αργότερα.
Στα λατινικά χρησιμοποιήθηκε η έκφραση Anno Domini, δηλαδή «στο έτος του Κυρίου», από την οποία προέρχεται η συντομογραφία AD ή A.D. Αντιστοιχεί στο ελληνικό μ.Χ.· δεν σημαίνει «μετά τον θάνατο του Χριστού», όπως μερικές φορές παρερμηνεύεται. Στα αγγλικά, τα προχριστιανικά έτη δηλώνονται με το BC ή B.C., από το Before Christ, «προ Χριστού». Η χρονολογική αφετηρία παραμένει συμβατική: η ιστορική έρευνα τοποθετεί συνήθως τη γέννηση του Ιησού μερικά χρόνια πριν από το έτος 1 της χριστιανικής χρονολόγησης.
Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του συστήματος είναι ότι δεν υπάρχει έτος μηδέν: μετά το 1 π.Χ. ακολουθεί αμέσως το 1 μ.Χ. Στα προχριστιανικά χρόνια, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός τόσο παλαιότερο είναι το έτος· επομένως, το 800 π.Χ. προηγείται του 500 π.Χ. Αντίστοιχα, ο 5ος αιώνας π.Χ. περιλαμβάνει τα έτη 500–401 π.Χ., ενώ ο 5ος αιώνας μ.Χ. τα έτη 401–500 μ.Χ. Η απουσία έτους μηδέν χρειάζεται προσοχή και στον υπολογισμό χρονικών αποστάσεων που διασχίζουν την αφετηρία της χρονολόγησης.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν διέθεταν ένα ενιαίο σύστημα αρίθμησης των ετών για όλες τις πόλεις. Συνήθως προσδιόριζαν τη χρονιά με το όνομα ενός αξιωματούχου: στην Αθήνα χρησιμοποιούσαν τον επώνυμο άρχοντα, ενώ στη Σπάρτη έναν από τους εφόρους. Μια αθηναϊκή χρονολογία μπορούσε, λοιπόν, να διατυπώνεται «επί άρχοντος…», αντί να δίνεται με έναν αριθμό. Επιπλέον, οι πόλεις είχαν διαφορετικά ονόματα μηνών και διαφορετική αρχή του έτους· γιʼ αυτό ένα αρχαίο έτος συχνά αντιστοιχεί σε τμήματα δύο σημερινών ετών, όπως δείχνει η γραφή 480/479 π.Χ.
Για τη σύνδεση γεγονότων διαφορετικών περιοχών χρησιμοποιήθηκε επίσης η χρονολόγηση με Ολυμπιάδες, ιδιαίτερα στην ιστοριογραφία. Κάθε Ολυμπιάδα ήταν διάστημα τεσσάρων ετών, με αφετηρία την πρώτη καταγεγραμμένη Ολυμπιάδα, το 776 π.Χ. Ένα γεγονός μπορούσε έτσι να τοποθετηθεί, για παράδειγμα, στο δεύτερο έτος μιας συγκεκριμένης Ολυμπιάδας. Το σύστημα αυτό βοηθούσε τους συγγραφείς να υπερβούν τις τοπικές διαφορές, χωρίς να αντικαθιστά γενικά τις καθημερινές χρονολογήσεις των πόλεων.
Στη Βαβυλωνία, συνηθισμένη πρακτική ήταν η χρονολόγηση σύμφωνα με τα έτη βασιλείας του εκάστοτε μονάρχη: ένα έγγραφο μπορούσε να αναφέρει ότι συντάχθηκε στο ένατο έτος της βασιλείας του Ναβονίδη. Με την αλλαγή βασιλιά άρχιζε νέα αρίθμηση των βασιλικών ετών. Τέτοιες χρονολογίες σώζονται σε πήλινες πινακίδες με συμβόλαια, οικονομικές συναλλαγές και άλλες καταγραφές· η αντιστοίχισή τους με τη σημερινή χρονολόγηση απαιτεί τη γνώση της διαδοχής και της διάρκειας των βασιλειών.
Οι Ρωμαίοι, ιδιαίτερα κατά τη Δημοκρατία, προσδιόριζαν συνήθως τα έτη με τα ονόματα των δύο υπάτων που υπηρετούσαν τότε. Χρησιμοποιήθηκε επίσης η αρίθμηση από την ίδρυση της Ρώμης, ab urbe condita, με συντομογραφία AUC, η οποία στη γνωστότερη εκδοχή της τοποθετούσε την ίδρυση της πόλης στο 753 π.Χ. Αυτή η αρίθμηση δεν πρέπει να θεωρείται ο αποκλειστικός ή καθημερινός τρόπος χρονολόγησης όλων των Ρωμαίων. Η μεταρρύθμιση του ημερολογίου από τον Ιούλιο Καίσαρα αφορούσε διαφορετικό ζήτημα: την οργάνωση του έτους και των μηνών, όχι την καθιέρωση της μεταγενέστερης χριστιανικής αρίθμησης.
Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν ευρέως τη χρονολόγηση «από κτίσεως κόσμου», δηλαδή από τη δημιουργία του κόσμου, την οποία τοποθετούσαν, βάσει υπολογισμών από τη βιβλική παράδοση, στο 5509 π.Χ. Στη συγκεκριμένη βυζαντινή χρονολογική σύμβαση, το πρώτο έτος άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου τού 5509 π.Χ. και τελείωνε την 31η Αυγούστου του 5508 π.Χ. Επομένως, η αλλαγή του έτους γινόταν την 1η Σεπτεμβρίου, όχι την 1η Ιανουαρίου.
Για να μετατρέψουμε μια τέτοια χρονολογία σε μ.Χ., αφαιρούμε 5508, όταν η ημερομηνία βρίσκεται από 1η Ιανουαρίου έως 31 Αυγούστου, και 5509, όταν βρίσκεται από 1η Σεπτεμβρίου έως 31 Δεκεμβρίου. Για παράδειγμα, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, στις 29 Μαΐου 1453, έγινε το ϛϡξαʹ/ 6961 από κτίσεως κόσμου: επειδή ο Μάιος ανήκει στο πρώτο διάστημα, υπολογίζουμε 6961 − 5508 = 1453. Αντίθετα, μια ημερομηνία του Σεπτεμβρίου του ίδιου βυζαντινού έτους αντιστοιχεί στο 1452 μ.Χ., αφού 6961 − 5509 = 1452. Ολόκληρο, λοιπόν, το βυζαντινό έτος 6961 εκτείνεται από την 1η Σεπτεμβρίου 1452 έως την 31η Αυγούστου 1453· αν δεν γνωρίζουμε τον μήνα, το αποδίδουμε ως 1452/1453 μ.Χ.
Σήμερα χρησιμοποιούνται και οι θρησκευτικά ουδέτερες ονομασίες πριν από την Κοινή Χρονολογία (π.Κ.Χ.) και Κοινή Χρονολογία (Κ.Χ.), με αγγλικά αντίστοιχα τα BCE (Before Common Era) και CE (Common Era). Δεν αλλάζουν ούτε την αρίθμηση ούτε τη χρονολογική αφετηρία: το 490 π.Χ. είναι ακριβώς το ίδιο έτος με το 490 π.Κ.Χ., όπως το 2026 μ.Χ. είναι το ίδιο με το 2026 Κ.Χ. Αλλάζει η ονομασία, ώστε το κοινό σύστημα αναφοράς να χρησιμοποιείται χωρίς ρητή θρησκευτική διατύπωση.
