Το ενιαίο σύστημα της Ρωμαϊκής Τετραρχίας

Το ενιαίο σύστημα της Ρωμαϊκής Τετραρχίας

Με την κοπή νομισμάτων τα οποία ήταν κοινά, αποδεκτά δηλαδή στις συναλλαγές όλων των υπηκόων, οι ηγεμόνες της Ρωμαϊκής Τετραρχίας κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες ανάγκες της τεράστιας αυτοκρατορίας

Κατά το τέλος της 3ης εκατονταετίας μ.Χ. της ανθρωπότητας και στις αρχές της 4ης επιχειρήθηκε η δημιουργία ενός ενιαίου νομισματικού συστήματος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πρόδρομος της Οικονομικής Νομισματικής Ενωσης που συντελέστηκε και συντελείται στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας και στις αρχές της τρίτης. Αυτό συνέβη την περίοδο της Ρωμαϊκής Τετραρχίας (284-313 μ.Χ.), ενός καινοτόμου συστήματος διοίκησης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που θα αναλυθεί παρακάτω. Η τεράστια έκταση που καταλάμβανε η αυτοκρατορία υποχρέωνε τα νομισματοκοπεία, με πρωτεύον αυτό της Ρώμης, να κόβουν πολύ μεγάλες ποσότητες νομισμάτων. Εχει υπολογιστεί ότι ο προϋπολογισμός κατά τον 2ο αι. μ.Χ. ήταν περίπου 225 εκατ. αργυρά δηνάρια, δηλαδή 9 εκατ. χρυσοί aurei. Τα 3/4 αυτού του προϋπολογισμού προορίζονταν για τη μισθοδοσία του στρατού, που αριθμούσε πάνω από 400.000 άνδρες. Ως τις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. το ρωμαϊκό αργυρό δηνάριο, λόγω της μεγάλης κυκλοφορίας του, ήταν και πολύ ισχυρό και εύκολα αναγνωρίσιμο σε όλη την Ευρώπη. Ηταν τόσο ισχυρό ώστε πολλές περιοχές της Βόρειας Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Βρετανία, έκοψαν νομίσματα που μιμούνταν τα ρωμαϊκά, προτού καν καταληφθούν από τους Ρωμαίους.

Πληθωρισμός και μεταρρύθμιση

Από τα μέσα του 3ου αι. η αυτοκρατορία κλονιζόταν από συνεχείς απειλές των συνόρων της και από εσωτερικά προβλήματα σφετερισμού της εξουσίας στις επαρχίες. Στον νομισματικό τομέα η εξάντληση των αποθεμάτων αργύρου οδήγησε σε άνοδο του πληθωρισμού. Η προσπάθεια για ενότητα και σταθερότητα ξεκίνησε από τον αυτοκράτορα Αυρηλιανό (270-275 μ.Χ.). Το κύριο νόμισμα της εποχής, ο αντωνινιανός (antoninianus: επάργυρο νόμισμα από κράμα αργύρου και χαλκού), ύστερα από συνεχείς υποτιμήσεις, αντικαταστάθηκε από τον βελτιωμένο αυρηλιανιανό (aurelianianus: νόμισμα ιδίου τύπου με περιεκτικότητα αργύρου 5%). Παράλληλα ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός αύξησε τον αριθμό των νομισματοκοπείων σε οκτώ. Εκτός από τα νομισματοκοπεία της Τριπόλεως και του Λονδίνου, κάνουν την εμφάνισή τους τα νέα νομισματοκοπεία της Ακυληίας στην Ιταλία, της Καρχηδόνος στη Βόρεια Αφρική, της Νικομήδειας στην Ασία, της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο και από το 298 μ.Χ. και εξής της Θεσσαλονίκης και της Σερδικής, στη Χερσόνησο του Αίμου (σημερινά Βαλκάνια). Αυτά τα μέτρα αποκατέστησαν και την αξιοπιστία του aureus, του χρυσού δηλαδή νομίσματος που χρησιμοποιούνταν για τη διακίνηση ποσών μεγάλης χρηματικής αξίας. Δυστυχώς όμως τα μέτρα αυτά δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν.

Η μεγάλη μεταρρύθμιση συντελέστηκε από τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό (284-305 μ.Χ.), όχι μόνο στην οικονομική αλλά και στη διοικητική και στρατιωτική πολιτική που ακολούθησε. Επρεπε να βρει έναν τρόπο ώστε να ελέγχονται όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας και παράλληλα να μη δημιουργούνται προβλήματα από την αναγκαστική απουσία του αυτοκράτορα από τη Ρώμη, λόγω των αναγκών που προέκυπταν μακριά από την πρωτεύουσα. Ο Διοκλητιανός οραματίστηκε και πραγματοποίησε την ιδέα της διοίκησης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με «συν-αυτοκράτορες», ορίζοντας από έναν αύγουστο και έναν καίσαρα για τα δύο τμήματά της, το ανατολικό και το δυτικό. Ετσι το 293 μ.Χ. εγκαθιδρύθηκε η Πρώτη Τετραρχία με αυγούστους τον Διοκλητιανό και τον Μαξιμιανό και καίσαρες τον Γαλέριο και τον Κωνστάντιο Χλωρό. Ταυτόχρονα ο Διοκλητιανός προχώρησε σε μια σειρά μέτρα με μακροπρόθεσμη εμβέλεια, όπως τον καθορισμό ανώτατων τιμών (Εδικτον περί των Τιμών, 301 μ.Χ.). Η μεταρρύθμιση αντικατοπτρίστηκε και στο νομισματικό σύστημα με τη δημιουργία ενός ενιαίου δικτύου 15 νομισματοκοπείων, τα οποία στο πλαίσιο της κοινής νομισματικής πολιτικής εγγυώντο την κοπή νομισμάτων με κοινές προδιαγραφές (υποδιαιρέσεις, εικονογραφικούς τύπους, διάμετρο, βάρος, ποιότητα μετάλλου). Η τακτική δε αναγραφής των αρχικών των νομισματοκοπείων και των συμβόλων των εργαστηρίων τους είχε γίνει υποχρεωτική.

Το σύστημα κλονίζεται

Ο aureus συνεχίζεται να κόβεται με αυξημένο βάρος, ενώ για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό κόβονται ένα αμιγώς αργυρό νόμισμα, ο argenteus, και ένα καινούργιο επάργυρο νόμισμα, ο nummus, ο οποίος αντικατέστησε τον αντωνινιανό και αποτέλεσε τη βάση του μεταγενέστερου βυζαντινού φόλλεως (τέλη 5ου αι. μ.Χ.). Τον σπουδαιότερο ρόλο πάντως τον έπαιζαν οι nummi, αφού χρησιμοποιούνταν στις καθημερινές συναλλαγές. Η προσωρινή σταθερότητα αντανακλάται στα πορτρέτα των τετραρχών που κοσμούν τις πρόσθιες όψεις των νομισμάτων, ενώ η προπαγάνδα υποβοηθείται και από την επανάληψη των ίδιων τύπων στις οπίσθιες όψεις, κηρύσσοντας μηνύματα σχετικά με την Ευσέβεια (Pietas Aug), την Πρόνοια (Providentia Aug), την Ομόνοια (Concordia Militum) ή το Πνεύμα του Ρωμαϊκού Λαού (Genio Populi Romani). Στα 305 μ.Χ. ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός παραιτήθηκαν, γεγονός που κλόνισε το νέο σύστημα. Ωστόσο κατά τη Δεύτερη και την Τρίτη Τετραρχία (305-313 μ.Χ.), κατά τις οποίες όμως οι εσωτερικές διενέξεις και οι προσωπικές φιλοδοξίες διέσπασαν την ενότητα και οδήγησαν σε γενικευμένη εμφύλια σύρραξη, τηρήθηκε το ίδιο σύστημα. Ο argenteus περιορίστηκε σταδιακά και ως το 313 μ.Χ. σταμάτησε να κόβεται. Ο nummus διατήρησε ως έναν βαθμό την ομοιομορφία και ομοιογένεια που είχε κατά την Πρώτη Τετραρχία, οι μεγάλες όμως ποσότητες κοπής του οδήγησαν στη σταδιακή, μακροπρόθεσμα ανεξέλεγκτη, υποβάθμισή του. Αλλη μία σημαντική αλλαγή συντελέστηκε με την αντικατάσταση του χρυσού aureus από τον χρυσό σόλιδο (solidus), που ήταν ελαφρύτερος από τον πρώτο και με εκκίνηση το 309/310 μ.Χ. σηματοδότησε την αρχή μιας νομισματοκοπίας που διήρκεσε περίπου 650 χρόνια και χαρακτηρίστηκε «δολάριο του Μεσαίωνα».

Ο σόλιδος του Κωνσταντίνου Αʹ

Με την κοπή του σόλιδου από τον Κωνσταντίνο Α´ ή Μέγα Κωνσταντίνο συνδέθηκαν μια σειρά σημαντικά γεγονότα και μεγάλες αποφάσεις που οδήγησαν και πάλι στη σταθερότητα. Ο Κωνσταντίνος κατάφερε να επικρατήσει των αντιπάλων του και το 324 μ.Χ. ανακηρύχθηκε μοναδικός ηγεμόνας της αυτοκρατορίας, συγκεντρώνοντας όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Προσεταιρίστηκε τους οπαδούς της νέας θρησκείας του χριστιανισμού, τον οποίο ασπάστηκε, και μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, δίνοντάς της μάλιστα το όνομά του, Κωνσταντινούπολη. Εκτός από την παγίωση του σόλιδου ο Κωνσταντίνος Αʹ ήταν υπεύθυνος για την κοπή χρυσών και αργυρών υποδιαιρέσεων, του σημισσίου (semissis: 1/2 του σολίδου) και του αργυρού κερατίου (siliqua: 1/24 του σολίδου), που μαζί με τον χάλκινο «φόλλι» αποτέλεσαν ένα ισχυρό και σταθερό αλλά κυρίως ενιαίο νομισματικό σύστημα.

Ο ιστορικός που ερευνά τα αρχεία του παρελθόντος θα διαπιστώσει ότι η προσπάθεια για την καθιέρωση κοινής νομισματικής πολιτικής και κυκλοφορίας κοινού νομίσματος δεν αποτελεί εφεύρεση των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ούτε των ρωμαίων αυτοκρατόρων. Η τακτική αυτή είναι βαθιά ριζωμένη στις προσπάθειες των ελλήνων προγόνων μας, με τη δημιουργία «κοινών», ήδη από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ.

* Η κυρία Ευτέρπη Ράλλη–Φωτοπούλου είναι αρχαιολόγος και εργάζεται στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.