Το δολάριο του Μεσαίωνα ήταν βυζαντινό

Τον 10ο αιώνα, όταν ο επίσκοπος της Κρεμόνας Λιουτπράνδος, απεσταλμένος του βασιλιά της Γερμανίας Οθωνα Β', έφθανε στην Κωνσταντινούπολη για να γίνει δεκτός από τον Νικηφόρο Φωκά, σε μια εποχή που οι σχέσεις των δύο κρατών ήταν εξαιρετικά ψυχρές, η αλαζονική και προσβλητική συμπεριφορά του διπλωμάτη ανάγκασε τον αυτοκράτορα να του πει αγριεμένος: «Αν θέλω, μπορώ να σας σπάσω σαν ένα αγγείο σε τόσα κομμάτια που μετά θα είναι αδύνατον να συγκολληθεί!».

Τον 10ο αιώνα, όταν ο επίσκοπος της Κρεμόνας Λιουτπράνδος, απεσταλμένος του βασιλιά της Γερμανίας Οθωνα Β’, έφθανε στην Κωνσταντινούπολη για να γίνει δεκτός από τον Νικηφόρο Φωκά, σε μια εποχή που οι σχέσεις των δύο κρατών ήταν εξαιρετικά ψυχρές, η αλαζονική και προσβλητική συμπεριφορά του διπλωμάτη ανάγκασε τον αυτοκράτορα να του πει αγριεμένος: «Αν θέλω, μπορώ να σας σπάσω σαν ένα αγγείο σε τόσα κομμάτια που μετά θα είναι αδύνατον να συγκολληθεί!».

Η Ιστορία λέει ότι ο Φωκάς υπερίσχυσε τελικά στις διαπραγματεύσεις εκείνες και η συμφωνία έκλεισε με τον συνήθη τρόπο για την εποχή, έναν γάμο: του Οθωνα με τη Θεοφανώ, ανιψιά του Φωκά. Σήμερα, μία χιλιετία αργότερα, όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία. Η έπαρση του Νικηφόρου Φωκά είχε όμως βάση. Γιατί η αυτοκρατορία διέθετε ένα νόμισμα το οποίο κατά διαστήματα και σε μια διάρκεια 800 ετών κυριάρχησε στις αγορές όλου του τότε γνωστού κόσμου.

Ο χρυσός σόλιδος (solidus σημαίνει σταθερός), με βάρος 4,5 γραμμάρια και περιεκτικότητα χρυσού 24 καράτια, που δικαίως έχει ονομαστεί «δολάριο του Μεσαίωνα», κυκλοφορούσε από τη βόρεια άκρη της Ευρώπης ως τη Ρωσία και την Κίνα και από εκεί ως την Κεϋλάνη και την Αξούμ του Σουδάν. Οσο για τους υπόλοιπους, κάποιους πρωτόγονους ακόμη λαούς, όπως οι Σκανδιναβοί –που γνώρισαν τον σόλιδο από τους Σταυροφόρους -, οι Γότθοι και οι Βούλγαροι, όχι απλώς το μιμήθηκαν, αλλά στα δικά τους νομίσματα μετέφεραν και την παράστασή του, που φυσικά απεικόνιζε έναν βυζαντινό αυτοκράτορα. Αλλωστε, όπως γράφει ο Μιχαήλ Ψελλός στη «Χρονογραφία» του, «δύο πράγματα συντηρούν την ηγεμονία των Ρωμαίων: η φήμη των αξιωματούχων τους και τα χρήματά τους».

Οι κρίσεις

Δόξα και χρήμα ήταν λοιπόν πάντα το ζητούμενο, όσο κι αν είναι δύσκολο να παραμείνουν επί μακρόν στο ίδιο μέρος. Η ιστορικός-νομισματολόγος στο Νομισματικό Μουσείο κυρία Γιόρκα Νικολάου, η οποία πραγματοποίησε σχετική έρευνα, μας προσγειώνει απότομα: «Μόνο σε μια επίπεδη ανάγνωση του βυζαντινού νομισματικού συστήματος δεν θα συναντήσουμε οικονομικές κρίσεις και μόνον έτσι θα μείνουμε έκθαμβοι με την εικόνα μιας υποτιθέμενης σταθερότητας του βυζαντινού χρυσού νομίσματος» λέει.

Πώς μπορεί όμως να κινδυνεύσει ένα τόσο ισχυρό νόμισμα; «Η ασυνέπεια και η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, η αναποτελεσματική οικονομική και δημοσιονομική πολιτική των αυτοκρατόρων και των επιτελών τους ήταν οι αιτίες για τη δραματική απαξίωση του χρυσού βυζαντινού νομίσματος τον 11ο αιώνα» απαντά η ιστορικός. Οι ίδιοι ακριβώς λόγοι δηλαδή που μπορεί να οδηγήσουν και σήμερα μια οικονομία σε χρεοκοπία.

Η απαξίωση

Στο Βυζάντιο πάντως, αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1030, ο σόλιδος άρχισε να κατρακυλάει διαρκώς, ώσπου επί Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτου έφθασε να έχει περιεκτικότητα σε χρυσό μόνον οκτώ καράτια. «Και σε άλλες χρονικές περιόδους οι βυζαντινοί αυτοκράτορες είχαν βρεθεί σε δεινή θέση, χωρίς όμως να καταφύγουν στη λύση της απαξίωσης του νομίσματος» επισημαίνει η κυρία Νικολάου.

Ο Μιχαήλ Ψελλός μάλιστα, ο οποίος έζησε ως αυλικός φιλόσοφος στο Ιερό Παλάτιο και γνώρισε πολλούς αυτοκράτορες, θεωρεί ότι η ευθύνη τούς βαρύνει προσωπικά. Διότι μπορεί ο Βασίλειος Β’ «…ες γαρ μυριάδας είκοσι ταλάντων έμπλεω τα των ανακτόρων ταμεία πεποίηκε…», όπως γράφει, αλλά όσοι τον διαδέχθηκαν διαχειρίστηκαν το δημόσιο χρήμα με ασυδοσία και επιπολαιότητα: «…τους βασιλικούς θησαυρούς εις τας οικείας απαντλούντων επιθυμίας, ταις τε δημοσίοις συνεισφοραίς ουκ εις στρατιωτικάς συντάξεις αποχρωμένων, αλλά εις πολιτικάς χάριτας και λαμπρότητας…».

Με πολύ μεγάλο κόπο κατόρθωσε έτσι ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1081-1118) να συμμαζέψει τα τραγικά δημοσιονομικά ελλείμματα της χώρας και να αντιμετωπίσει τις πιεστικές κρατικές δαπάνες ώστε να αποτραπεί η πλήρης καταστροφή. Και το δολάριο του Μεσαίωνα; Ο κάποτε κραταιός σόλιδος θα έδινε τη θέση του σε ένα νέο νόμισμα, το υπέρπυρον, του οποίου όμως η περιεκτικότητα σε χρυσό θα έφθανε πλέον τα 20 και μισό καράτια.

«Η νομισματική μεταρρύθμιση του Αλεξίου θα ήταν μια τελευταία προσπάθεια για να ξαναμπεί η αυτοκρατορία στις αγορές. Και ως το 1204 θα το κατόρθωνε, για να διακοπεί όμως οριστικά με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους» καταλήγει η κυρία Νικολάου.

Χαβιάρι και δύο φραντζόλες ψωμί

Μπορεί ο σόλιδος να ήταν το υψηλότερο νόμισμα των Βυζαντινών, εκείνα όμως που δεν χρειάστηκε να αλλάξουν μέσα στους αιώνες ήταν τα μικρά χάλκινα κέρματα. «Η αγορά δεν πέθαινε σε περιόδους κρίσης» λέει η ιστορικός-νομισματολόγος Γιόρκα Νικολάου. «Αφενός μεν γιατί μπορούσε να κινηθεί και με βάση την ανταλλακτική ισοτιμία, αφετέρου δε γιατί οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν και παλαιότερα νομίσματα. Χαλκά βεβαίως, αφού κάθε αυτοκράτορας έκοβε τα δικά του χρυσά και αργυρά, αποσύροντας εκείνα των προκατόχων του. Τα χάλκινα όμως ζούσαν σε όλες τις εποχές» προσθέτει.

Ένα χρυσό νόμισμα στο Βυζάντιο αντιστοιχούσε σε 12 αργυρά και 288 χαλκά. Αναλόγως των κρίσεων όμως αυξομειωνόταν φυσικά και η αγοραστική τους αξία. Το ημερομίσθιο ενός εργάτη τον 7ο αιώνα, σε χάλκινα νομίσματα βεβαίως, έφθανε ίσα-ίσα για τρία καρβέλια ψωμί. Οπως έχει υπολογιστεί, το 709 οι ετήσιες αποδοχές ενός ξυλουργού ήταν μόνο 16 σόλιδοι. Οταν το 743 επολιορκείτο η Κωνσταντινούπολη, με μισό σόλιδο μπορούσε να αγοράσει κάποιος μόνο μισό κιλό κρασί. Κατά περιόδους εξάλλου δύο σόλιδοι αντιστοιχούσαν σε ένα πρόβατο, ενώ άλλοτε ένας σόλιδος δεν έφθανε για να αγοραστεί ένα κιλό λάδι. Ακόμη, ένα ένδυμα πολυτελείας, το λεγόμενο «πάλλιον», κόστιζε 72 σόλιδους! Και τον 12ο αιώνα με έναν χρυσό σόλιδο αγόραζε κάποιος 20 κιλά χαβιάρι, το οποίο όμως υπήρχε εν αφθονία.