Ἀναερείπωση

ΙΙ

Καὶ

φοβᾶμαι ἀκόμη τῶν χεριῶν μου

τὸ ἄγγιγμα στὶς πέτρες τοῦτες

μὴν ἐπιτείνει τὴ φθορά, μὴν ἐπισπεύδει

τῶν ἐρειπίων τὴν ἐρείπωση.

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Πότε μὲ εἶχες φέρει ἐδῶ

νὰ μὲ ξεναγήσεις στοὺς χρησμούς;

Νὰ ρωτήσω τὴ μάντιδα Μνήμη.

Ἢ ἄλλη, ἡ διπλανὴ ἱέρεια Λήθη,

ἔχει πολὺ κόσμο πνίγεται στὴ δουλειὰ

ἀμάσητα καταπίνει τὰ καπνώδη φύλλα

τῶν λησμονητέων.

Βρέχει ἀπὸ χτές.

Ὅ,τι βλέπω ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τοῦ ἑστιατορίου

θέλει νὰ χαθεῖ. Μὲ τὸ ζόρι συγκρατῶ ἀντίκρυ

τοὺς κίονες μὴν πέσουν τῆς Ἀθηνᾶς Προναίας

-νὰ προσέξω ὅταν θὰ καθαρογράφω αὐτὴ τὴ θέα

μὴ μὲ παρασύρει ὁ δαίμων τῆς συνήχησης

καὶ γράψω Προνέας. Θὰ ποῦν πὼς ξεναγῶ

στὰ ἐρείπια καθρέφτη.

Βρέχει. Καταφεύγουν στὸ ἑστιατόριο

μεγάλες παρέες θορύβων.

Συντοπῖτες, ἐραστὲς τῆς ἱστορίας, ζευγάρια

Ἐρωτευμένα –σπουδαστὲς τοῦ μέλλοντός τους

περιηγητικοὶ συνταξιοῦχοι,

ἀναπαλαιωτὲς τῆς ἀνίας οἰκογένειες

σωματεῖα πρόεδροι ὁμιλήτριες ἀνθοδέσμες.

Ρέουν ξένες γλῶσσες σὲ ποτηράκια τῆς δικῆς μας

ξιφομαχεῖ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα ἡ βροχὴ

καταβροχθίζοντας μερίδες συζητήσεων, μπουκάλια

κρασιοῦ ξελαιμιάζονται νὰ διηγοῦνται

ἀνέκδοτα ἀστεῖα σπᾶνε γέλια.

Οἱ σερβιτόρες ἐντυπώσεις πηδοῦν ἐκστασιασμένες

ἀπὸ τραπέζι σὲ τραπέζι

κραυγαλέα ἐπιδόρπια παραγγέλνει ἡ συντροφικότης.

Ἐνῷ ἐγὼ σέβομαι – συντρώγω χαμηλόφωνα

μὲ τὸ ἕνα ἀπολλώνειο κουβέρ μου.

Ἀπροσδοκίες

Θεέ μου τί δὲν μᾶς περιμένει ἀκόμα.

Κάθομαι ἐδῶ καὶ βρέχομαι.

Βρέχει χωρὶς νὰ βρέχει

ὅπως ὅταν σκιὰ

μᾶς ἐπιστρέφει σῶμα.

Κάθομαι ἐδῶ καὶ κάθομαι.

Ἐγὼ ἐδῶ, ἀπέναντι ἡ καρδιά μου

καὶ πιὸ μακριὰ

ἡ κουρασμένη σχέση μου μαζί της.

Ἔτσι γιὰ νὰ φαινόμαστε πολλοὶ

κάθε ποὺ μᾶς μετράει τὸ ἄδειο.

Φυσάει ἄδειο δωμάτιο.

Πιάνομαι γερὰ ἀπὸ τὸν τρόπο μου

ποὺ ἔχω νὰ σαρώνομαι.

Νέα σου δὲν ἔχω.

Ἡ φωτογραφία σου στάσιμη.

Κοιτάζεις σὰν ἐρχόμενος

χαμογελᾷς σὰν ὄχι.

Ἄνθη ἀποξηραμένα στὸ πλάι

σοῦ ἐπαναλαμβάνουν ἀσταμάτητα

τὸ ἀκράτητο ὄνομα τοὺς semprevives

semprevives - αἰώνιες, αἰώνιες

μὴν τύχεις καὶ ξεχάσεις τί δὲν εἶσαι.

Ἀσυμβίβαστα

Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη

ἀτέλειωτα μένουν.

Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,

φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.

Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι

κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη

μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου

ν᾿ ἀποτελειώνω.

Αὐτοσυντήρηση

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη

γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ

ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.

Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία

ἀπὸ πολὺ βιασύνη,

παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.

Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα

ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.

Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,

νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες

ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,

δική μου ἢ ξένη.

Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.

Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.

Ὅμως θὰ πρέπει νά ῾ταν ἄνοιξη

γιατί καὶ μέλισσες βλέπω

νὰ πετοῦν γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μνήμη,

μὲ περιπάθεια καὶ πίστη

νὰ συνωστίζονται στὸν καλύκά της.

Ἐκτὸς ἂν εἶναι ὁ ὀργασμὸς

νόμος τοῦ παρελθόντος,

μηχανισμὸς τοῦ ἀνεπανάληπτου.

Ἂν μένει πάντα κάποια γῦρις

στὰ τελειωμένα πράγματα

γιὰ τὴν ἐπικονίαση

τῆς ἐμπειρίας, τῆς λύπης

καὶ τῆς ποιήσης.

Ἄφησα νὰ μὴν ξέρω

Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων

φεύγω ἥσυχη.

Δὲν ἔχω βλάψει στὴ ζωή μου αἴνιγμα:

δὲν ἔλυσα κανένα.

Οὔτε κι αὐτὰ ποὺ θέλαν νὰ πεθάνουν

πλάι στὰ παιδικά μου χρόνια:

ἔχω ἕνα βαρελάκι πού ῾χει δυὸ λογιῶν κρασάκι.

Τὸ κράτησα ὡς τώρα

ἀχάλαστο ἀνεξήγητο,

γιατί ὡς τώρα

δυὸ λογιῶν κρασάκι

ἔχουν λυμένα κι ἄλυτα ποὺ μοῦ τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρὰ

μ᾿ ἕναν ψηλὸ καλόγερο ποὺ κόκαλα δὲν ἔχει

καὶ δὲν τὸν ρώτησα ποτὲ

ποιᾶς φωτιᾶς γιὸς εἶναι,

σὲ ποιὸ θεὸ ἀνεβαίνει καὶ μοῦ φεύγει.

Δὲν τοῦ λιγόστεψα τοῦ κόσμου

τὰ προσωπιδοφόρα πλάσματά του,

τοῦ ἀνάθρεψα τοῦ κόσμου τὸ μυστήριο

μὲ θυσία καὶ μὲ στέρηση.

Μὲ τὸ αἷμα ποὺ μοῦ δόθηκε

γιὰ νὰ τὸν ἐξηγήσω.

Ὅ,τι ᾖρθε μὲ δεμένα μάτια

καὶ σκεπασμένη πρόθεση

ἔτσι τὸ δέχτηκα

κι ἔτσι τ᾿ ἀποχωρίστηκα:

μὲ δεμένα μάτια καὶ σκεπασμένη πρόθεση.

Αἴνιγμα δανείστηκα,

αἴνιγμα ἐπέστρεψα.

Ἄφησα νὰ μὴν ξέρω

πῶς λύνεται ἕνα χθές,

ἕναἐξαρτᾶται,

τὸ αἴνιγμα τῶν ἀσυμπτώτων.

Ἄφησα νὰ μὴν ξέρω τί ἀγγίζω,

ἕνα πρόσωπο ἢ ἕναβιάζομαι.

Οὔτε κι ἐσένα σὲ παρέσυρα στὸ φῶς

νὰ σὲ διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη

στὴ σκοτεινὴ ὀλιγωρία σου.

Κι ἂν ρώτησα καμιὰ φορὰ πῶς λύνεσαι,

πηγὴ ἂν εἶσαι ἢ κρήνη,

θά ῾ταν κάποια καλοκαιριάτικη ἡμέρα

πού, Πηνελόπες καὶ ὄχι,

μᾶς κυριεύει αὐτὸς ὁ δαίμων τοῦ νεροῦ

γιὰ νὰ δοξάζεται τὸ αἴνιγμα

πῶς μένουμε ἀξεδίψαστοι.

Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων

φεύγω ἥσυχη.

Ἀναμάρτητη:

ἀξεδίψαστη.

Στὸ αἴνιγμα τοῦ θανάτου

πάω ψυχωμένη.

Γᾶς Ὀμφαλὸς

ΙΙΙ

Ἀναστηλώνεται Νοέμβρης τῶν Δελφῶν.

Ἀπόβροχο στὶς μετῶπες τῆς ἀπορρόφησής του.

Σύννεφα ποὺ δὲν θὰ φύγουν μοιράζονται θρόνους.

Ζωφόροι φύλλων κίτρινων κοσμοῦν

Ἀντισεισμικὰ ἀνάκτορα ἀνέμων.

Πομπὴ σκαλοπατιῶν.

Προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, σαρκοφάγοι.

Ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς τῆς προφητείας

ἀρχηγοὶ πολέμων μὲ δῶρα ποὺ στέλνει ἡ φιλοδοξία

στοὺς μάντεις της, αἰῶνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι

μὲ τὶς ἐπαναλήψεις παλλακίδες τους.

Φρουρὰ τῆς ροῆς σωματοφύλακες ἑκατέρωθεν,

σαρκοφάγοι πάλι μὲ τὶς περικνημίδες τους

-τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα.

Καθ᾿ ὁδόν, στέψη σκέψης

ποὺ ἔκανα γιὰ σένα, ἐπ᾿ ἀνδραγαθία:

μὲ τὴν ἀπουσία σου μεγάλωσες

ἐξάπλωσες τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις.

Ταξιθέτριες πέτρες στὸ θέατρο.

Στὴ σειρὰ τῶν ἐπισήμων κάθονται θυμάρια.

Τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω

κρέμονται σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο.

Στὸν κορυφαῖο ρόλο της ἡ τραγῳδὸς αὐλαία.

Ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα,

μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη

μελιστάλακτα κεντριά, αἰώρησης κάνιστρα

μὲ φρεσκοκομμένες πεταλοῦδες

ραίνουν τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας.

Ψηλά, ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐξακοντίζονται ἰαχὲς

κύκλοι δρομεῖς ἐπευφημοῦνται

νικητὴς ἀνακηρύσσεται

ἕνας ἕνας ποὺ κλείνει.

Ἐπακολουθῶ. Στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν

ὑδραγωγεῖα κινήτρων, ἡ ἀρχαιότερη Πυθία:

ἡ σαρκοφάγος πάλι. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ

τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της.

Στάση σκέψης ποὺ κάνω γιὰ ὅλες

τὶς σπασμένες ἀρτιότητες: «στὸ κάτω μέρος

μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός»,

βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα,

μόνο ἡ κουλουριασμένη κίνηση

ἀνώνυμου νεκροῦ πολεμιστῆ

δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα

καὶ «δούλης νεαρᾶς τὸ σπασμένο κάτοπτρο»

-τώρα πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση.

Σφὶγξ καθρεφτίζει τὸ ἀναπάντητο.

Καντίνες. Κάτι γιὰ τὸ δρόμο. Σάντουιτς,

ἀναψυκτικά, ἐμφιαλωμένο λάλον ὕδωρ.

Μάρμαρα πάλι, ἀφιερώματα σὲ πέτρες

χαραγμένες. Δύσκολα διαβάζω.

Τὸ σκληρὸ ἔμαθα πὼς χαράζει

ἀλλὰ ὄχι πῶς χαράζεται.

Ἀργὰ συλλαβίζοντας ἀναστηλώνω

μόνον τὴ λέξη ΕΠΤΟΗΘΗ. Μόνο; Ὄχι καὶ μόνο.

Ἀκουστὸ ἀνὰ τὸν κόσμο τὸ Ἐπτοήθη.

Μαντεῖο.

Γᾶς ὀμφαλός.

Δελφοί

Διατίθεται ἀπόγνωσις

εἰς ἀρίστην κατάστασιν,

καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.

Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας.

Ἀνεκμετάλλευτον καὶ εὔκαρπον

ἔδαφος πωλεῖται

ἐλλείψει τύχης καὶ διαθέσεως.

Καὶ χρόνος

ἀμεταχείριστος ἐντελῶς.

Πληροφορίαι: Ἀδιέξοδον

Ὥρα: Πᾶσα.

Γῆ τῶν ἀπουσιῶν

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.

Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω

στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν

ἔτσι σὲ βρίσκει:

πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει

κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ

τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες

σπάνια συμπίπτουν.

Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,

ἡ ὥρα τοῦ ἐαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια

κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.

Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ

τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους

οἱ ἁγνὲς ἠσυχίες τριγύρω

μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις

γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.

Ξαπλώνουν δίπλα σου.

Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα

κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.

Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους

γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.

Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει

ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ

καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει

κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.

Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,

ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει

στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.

Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.

Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο

στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς

νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις

νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,

ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,

φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,

ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.

Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.

Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν

Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων

καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.

Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,

μιὰ ἄλλη ἅπλα,

ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.

Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,

κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,

βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.

Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη

ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.

Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,

ψιθυριστή,

ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη

ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα

κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς

οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,

τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,

ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,

ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.

Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι

τὸ ψυχοτρόπο.

Γεγονότα

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,

περπατῶ στὸ δρόμο

καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:

Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση

ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,

κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,

τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,

ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,

ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε

καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου

ἐπωφελήθηκε

κάποιος παράξενος κατάσκοπος

-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-

τὸ σύμπαν πυροβόλησε

καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,

τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη

παρελείφθη.

Γιαλό-Γιαλό

Φεγγάρι ρυμουλκεῖ κρουαζιερόπλοιο

κάτασπρο φουσκωτό, δαντελωτὰ παραθυράκια

κεντημένο σὰ νυφικὸ φυγῆς γεροντοκόρης

μὲ ρυμουλκούμενο νυμφίο.

Μὲ τὴν εὐκαιρία

ἀνασηκώνομαι στὶς μύτες τῶν καιρῶν

ἐδῶ, στὶς ἐπιχωματώσεις τῶν κυμάτων

νὰ ἀνελκύσω ὅλα ἐκεῖνα τὰ ταξίδια

τὰ ἐπιβατηγὰ

ποῦ φόρτωσα μὲ θέλω καὶ μὲ κάρβουνο.

Ταξίδια ἐπιβατηγὰ

μὲ σένα μὲ σένα μαζί σου μὲ σᾶς

ἀνάλογα ποῦ φύσαγε οὔριος ἀχυρώνας.

Μὲ σένα εὐγενέστατε ἱππότη, ἀντικατοπτρισμέ.

Μαζί σου ἐπιθυμία παράνομη — λαθροκυνηγὸς

τοῦ ἄγριου ἐαυτοῦ σου.

Ἂν καὶ θεαματικὰ ἐξοπλισμένη

μὲ τὰ πιὸ τέλεια περισκόπια αἰθρίας

θέλησα νὰ φύγω καὶ μαζὶ σὰς σύννεφα

—εἴσαστε τότε μόνο πειραχτήρια τῆς μορφῆς σας—

φοβέρες γιὰ νὰ τρῶνε τὸ φαΐ τους

οἱ ἀνόρεχτες ἐλπίδες —ὅλο κρυφοτρῶνε—

περαστικὲς φωλιὲς

γιὰ νὰ κλωσσάει ἢ βροχὴ τὴ μουσική της.

Καὶ μὲ σένα Εὐριδίκη.

Ἀλλὰ τί λογικὸς ἐκεῖνος ὁ Ὀρφέας.

Οὔτε μιὰ φορὰ δὲν γύρισε νὰ κοιτάξει πίσω

ἡ ἀνυπομονησία του.

Ὢ μῦθοι, περοῦκες τόσο φυσικὲς

γιὰ φαλακροὺς ἄνεμους.

Καὶ μαζί σου ἀπόβροχο, ἀλητάκι τῆς ὄσφρησης.

Ὅλο νὰ ἑτοιμάζει ἡ μυρωδιά σου τὶς βαλίτσες μου

κι ἐσὺ νὰ ἐρωτοτροπεῖς με τὴν ἀπόσβεσή σου.

Ἄ, τί ταξίδι φόρτωσα

γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ἐλευθερία.

Θὰ πηγαίναμε στὴ ζούγκλα σου, βαθιὰ

νὰ κυνηγήσουμε ἄγριες ἁλυσίδες.

Ὅμως ἐσὺ μακρύτερα ἀπ᾿ τὸ θρύλο σου δὲν πᾶς.

Μόνο ἐκδρομοῦλες μονοήμερες σὲ πανὸ καὶ μέθη

— γιαλὸ-γιαλὸ ἡ ὑπενθύμισή σου.

Ὡραῖα ποὺ θὰ φεύγαμε φοβιτσιάρες ἄγκυρες.

Τελικὰ μαζί σου.

Τὸ πιὸ ἀνεμπόδιστο, φιλαπόδημο

ἀποθησαυριστικὸ ταξίδι ἀφοσιωμένο

μαζί σου τὸ ἀποτόλμησα Ἀκατόρθωτο

κι ἀκόμα νὰ τελειώσει.

Δαπανηρὴ ἰδέα ὁ βίος.

Ναυλώνεις ἕναν κόσμο

γιὰ νὰ κάνεις τὸ γύρο μιᾶς βάρκας.

 

Γλυκυτάτη ἀβεβαιότης

Τρισάγια κάθε τόσο

γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ὑπηκοότητα νεκροῦ

στὸν κεκοιμημένον δοῦλον σου.

Ὕψιστε, τί ἐννοεῖς

ἄλλο νεκρὸς καὶ ἄλλο δοῦλος.

Κι ἀπὸ πότε ἐπιτρέπεται

νὰ κοιμοῦνται ἔτσι βαθιὰ

ἀτιμώρητοι οἱ δοῦλοι.

Τὸν κεκοιμημένον δοῦλον σου.

Θέ μου, ἂν ἀπελευθερώνει ὁ θάνατος

ὅπως μᾶς τὸ ὑπόσχεται παρήγορη

ἡ γλυκύτατη ἀβεβαιότης, ἐσὺ

γιατί τὸν θὲς ντὲ καὶ καλὰ δουλέμπορο;

Τὸν κεκοιμημένον.

Περὶ ὕπνου πρόκειται, Κύριε;

Μὰ τοῦ κολλάει ὕπνος τοῦ νεκροῦ

ἔτσι εὔκολα νυστάζει ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς;

Ἐδῶ ἐμεῖς, δοῦλοι τοῦ ἀπάνω κόσμου ἀκόμα

κι ὅμως ποιὸς κλείνει μάτι

ἂν δὲν τὸν νανουρίσει ὅπως ξέρει

μόνο ἡ γιαγιά του ἡ ἀβεβαιότης

μὲ τὴ γλυκεῖα της ρόδινη ἀφύπνιση.

Κύριε, μήπως ὅταν ἐνέκρινες

αὐτοὺς τοὺς ἀνελέητους ἀνταγωνιστικοὺς ψαλμοὺς

ἤσουν ἀκόμη ἄνθρωπος;

Γράμμα

Ὁ ταχυδρόμος,

σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου

μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο

μὲ τὴ σιωπή σου.

Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.

Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.

Ὅμως ὁ ταχυδρόμος

τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,

κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,

διαβάζοντας τὰ χέρια μου

ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.

Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου

καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου

τ᾿ ἄγραφά σου.

Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω

στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.

Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,

στὸ στῆθος σκαμμένο

τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.

Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-

τὴ σιωπή σου.

Γράψε λάθος

Δὲν φτάνει ποὺ ἤσουν ἐρχομὸς θερμοκηπίων

ἐνόχλησες καὶ τὴν ὀρθογραφία μου.

Κατ᾿ ἐπανάληψη λές, μ᾿ ἔπιασες νὰ γράφω

συνδιάζω ἀντὶ συνδυάζω ποὺ σημαίνει

σύν-δυό, βάζω τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο

τὰ δυὸ μαζὶ ἑνώνω - τὸ ζῶ τὸ ἀφήνουμε ἔξω

γιὰ μετά, ἂν πετύχει ὁσυνδιασμός.

Δὲν εἶναι λάθος φίλε μου.

Εἶναι μιὰ πρόωρη ἀνάπτυξη ἀδυναμίας.

Δεῖξε μου ἐσὺ ἕνα ὕψιλον

ποῦ νὰ κατάφερε ποτὲ σωστὰ νὰ μᾶς ἑνώσει.

Συνδυασμοὶ πολλοὶ ἀλλὰ πόσοι γνώρισαν

τὴ ρηματικὴ τοῦζῶ ἀπεραντοσύνη.

Ἀπ᾿ τὴ σκοπιὰ τοῦ καθ᾿ ἑνὸς ἡ ὀρθογραφία.

Πάρε γιὰ παράδειγμα

τί κινητὰ ποὺ γράφεται τὸ ψέμα:

ὅταν ἐσὺ τὸ ἐξακοντίζεις πρὸς τὸν ἄλλον

σωστὰ τὸ γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.

Ὅμως ὅταν ἐσὺ τὸ δέχεσαι κατάστηθα

τότε τὸ γράφειςψαίμα.

Ρωτᾷς ἀπὸ ποῦ ὡς ποῦ

γράφω τὴσυμπόνοιαμὲ ὄμικρον γιώτα.

Ποιὸς ξέρει θὰ μὲ παρέσυρε ἡ ἄπνοια

ὁ ἀνοίκειος τὸ ποίημα ἡ οἴηση

τὸ κοιμητήριο ἡ οἰκουμένη τὸ οἰκτρὸν

καὶ ἡ ἀοιδὸς ἐπιθυμία

ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ νὰ ξαναγραφόταν ὁ κόσμος.

Ἐξάλλου σοῦ θυμίζω ἡ συμπόνια

πρωτογράφτηκε λάθος ἀπὸ τὸ θεό.

Δὲν βαριέσαι

Γιὰ νὰ ξημερώσει σ᾿ ἕνα δάσος

πρέπει πρῶτα νὰ βγεῖ στὸν ἄμβωνα τοῦ κόσμου

ἕνα πουλὶ

καὶ νὰ ζητήσει τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον,

δῆθεν πὼς κελαϊδάει.

Νὰ τρέξει ἕναἀμὴν ἀπὸ δέντρο σὲ δέντρο,

ψίθυρος ἀνιδιοτελείας δῆθεν.

Ἀπ᾿ τὶς μεγάλες πέτρες

θ᾿ ἀνέβει ἕνα λιβάνιἥμαρτον.

Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ξεμυτίζει ἡ λεπτομέρεια

κι ἡ βεβαιότης πὼς ἀφήσαμε πίσω τὴ νύχτα.

Λίγο σὰν περισκόπια ὑψώνονται

οἱ ἄκρες τῶν τηλεγραφόξυλων

μήπως πλέει μακριὰ καμιὰ εἴδηση,

βγάζει ἀπ᾿ τὴ θήκη του τὸ ἀγκάθι ὁ πυράκανθος,

κι ἕνα καμπουριασμένο μονοπάτι

παραπατάει καὶ γράφεται.

Ἀπὸ τοὺς γύρω ὄγκους πέφτει ἡ μάσκα

καὶ ἡσυχάζεις: ξεκαθαρίζει

τί εἶναι Πεντέλη, τί Ὑμηττὸς

καὶ τί ἀπομένει μύτη φόβου.

Τὸ χρῶμα τῆς ἐλιᾶς,

μουντὸ κι ὀλιγόλογο,

βλεφαρίζει στὰ φύλλα

κι εἶναι εὐκαιρία μ᾿ αὐτὸ νὰ προσδιορίσεις

μάτια ἀκαθορίστου χρώματος ποὺ λέμε.

Ἐπουσιώδης βέβαια ἐκκρεμότης

μά, ποὺ ὅσο νά ῾ναι, βασανίζει.

Ἔτσι καὶ τὰ προσδιορίσεις,

μᾶς ἔρχεται ὁλόκληρο τὸ φῶς

κι ἀστενοχώρητο

σὰν ἕναδὲν βαριέσαι.

Δὲν ξέρω ἂν θά 'ρθω αὔριο

Στὸ διπλανὸ σπίτι κάποιος μαθαίνει πιάνο.

Ἀρχάριος ἀκόμα, νοερὰ τὸν διδάσκω

τὴ μουσικὴ ἀξία τοῦ ἐπαναλαμβανόμενου.

Ἔπαιζα κι ἐγὼ κάποτε πλῆκτρα

ἀλλὰ μόνο μεταξὺ στενοτάτων κύκλων.

Σὲ τίποτα βαφτίσια ἀνησυχίας

κανένα γάμο βιαστικὰ ἐγκύου πάλι

ἐλπίδας μὲ πολύφερνο ἴσως

καὶ σὲ πανηγύρια πολιούχων χωρισμῶν.

Δίπλα ὁ μαθητὴς δὲν φαίνεται τόσο ἐρασιτέχνης.

Κάθε μεσημέρι ἐπίμονα ἀσκεῖται στὴ μονοτονία.

Οἱ ἴδιες νότες στὶς ἴδιες σκάλες

ἡδύτατα ἐπανέρχεται

τῆς ἐπανάληψης ἡ ὑπόγεια μελῳδία.

Κάθε μεσημέρι ἀνεφοδιάζει ὁ μαθητὴς

τῆς μνήμης μου τὴν κλίμακα

μὲ ὑποτιμημένη ἐπιστροφὴ θείας μονοτονίας:

Πρῶτα της κάτω πόρτας τὸ νιαούρισμα

—ἡ σκουριασμένη δοξαριὰ τοῦ μεντεσὲ της—

ὕστερα τὰ βήματα στὶς ἴδιες νότες τῶν σκαλιῶν

—διακριτικὰ μὴν καὶ προϊδεάσεις

τὴν πολὺ εὐέξαπτη μαρμάρινη ὑφή τους—

καὶ μὲ τὸ πενάκι τοῦ κλειδιοῦ

νὰ προανακρούεις τὴν ἄφιξη καὶ νὰ δονεῖς

τὰ τέλια τῆς εἰσόδου σου στὸ σπίτι.

Κάθε μεσημέρι. Στὸ κάθε κάθε.

Μιὰ μουσικὴ ποὺ ὅσο παίζεται

ἀμελεῖς ν᾿ ἀκοῦς ὅπως δὲν ἀκοῦς τὸ ψωμὶ

ὅταν ζυμώνει κάθε μέρα τὴν προϋπόθεσή σου

ὅπως οὐδέποτε προσέχεις

τὴ μέρα ὅταν φεύγοντας κάθε φορὰ σοῦ λέει

δὲν ξέρω ἂν θά ῾ρθω αὔριο.

Δὲν τὴν ἀκοῦς καὶ παραλείπεις

νὰ πεῖς μισὸ εὐχαριστῶ

σ᾿ αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ ᾖρθε καὶ αὔριο ὡστόσο

παρὰ τὴ βάσιμή της ἐπιφύλαξη ποὺ διέτρεχες.

Μὲ τὸν καιρὸ

χάνει τὸ μουσικὸ αὐτί της ἡ συνήθεια

λεωφόρος φάλτσα τὸ κελάρυσμά της.

Τὸ καθημερινὸ σιγὰ-σιγὰ ἀπελπίζεται

πὼς εἶναι αἰώνιο —ἄρρωστο—

τρέχει σὲ κομπογιανίτες γάμους πανηγύρια

νὰ γιάνει τάχα πίνοντας ἐφήμερο νερό.

Κάθεται ἡ μονότονη ἐπανάληψη στὸ πιάνο

ὅταν κοιμόμαστε ἢ λείπουμε νὰ γράψει

τὰ μελωδικὰ ἀπομνημονεύματά της.

Τὰ ὑστερόφημα.

Δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ

φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.

Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ

κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ

σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει

ἡ περιέργεια

- ὄφις προγενέστερος

καὶ πιὸ φανατικὸς

ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι

δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

καὶ τὴν πείθει

νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ

νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη

πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα

ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη

ἀπὸ τὴ στέρησή της.

Διάλογος

Ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ μένα

Σοῦ εἶπα:

- Λύγισα.

Καὶ εἶπες:

- Μὴ θλίβεσαι.

Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.

Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς

σταματημένο τὸ ρολόι.

Λογικὰ ἀπελπίσου

πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,

ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.

Κι ἂν αἴφνης τύχει

νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,

μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.

Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.

Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.

Κατέβα σοβαρή,

νηφάλια αὐτοεκθρονίσου

ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..

Γιὰ ἕναμήπως τ᾿ ἄνοιξες.

Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.

Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,

γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,

τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,

τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,

τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,

ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς

γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,

τὸ εἶπες.

Ἐν πτωχεύσει

 Εἶμαι σχεδὸν χωρὶς ἐπάγγελμα τώρα…

Νεότερη,

κατασκεύαζα κυρίως διαμαρτυρίες.

Ἀλλὰ καὶ μεταχειρισμένες

καταστάσεις μάζευα,

ποὺ μεταποιοῦσα εὔκολα

σὲ πρωτοτυπίες καὶ παραφορές…

Στρωμένη δουλειά!

Εὐποροῦσα…

Τώρα ἐπιδίδομαι στὸ ἄσκοπο.

Ἴσα-ἴσα τὰ πρὸς τὸ ζῆν.

Ἐπιβαίνω τοῦ ἀνέργου χρόνου μου

Κι ἐκτελῶ μικρὰ δρομολόγια

γιὰ λίγη ἀναδρομὴ στὰ εὔκρατα

τῆς νεότητάς μου ἐπαγγέλματα.

Ἐπισκευαστικὰ δάνεια

Ἐκκλησάκι ἔρημο ἐγκαταλειμμένο πιστευτό.

Θαρρεῖς ὅτι τὸ ἔχτισε ἐρείπωση.

Τὰ κεραμίδια στὸν τροῦλο

τρύπιο σάλι ριγμένο

στὴ γηραιὰ καμπούρα τῆς ἀνάτασης.

Τὰ μικρὰ παράθυρα κρέμονται

κάπως στραβὰ στὸν τοῖχο

σὰν εἰκονίτσες ποὺ σεισμὸς τὶς μετακίνησε

ἀπὸ τῆς πίστης τὸ ἴσιο.

Βιτρὸ στὰ τζάμια συνθεμένα

μὲ πολυκαιρινῆς βροχῆς σταγόνες ραγισμένες.

Ἄραγε νὰ ζεῖ μέσα ἡ ἁγιότης

τρεφόμενη μὲ σβηστὰ κεράκια μόνο;

Κλειδωμένη ἡ ἀμφίβια πόρτα

- καὶ στὸ μέσα σκότος βυθισμένη ζεῖ

καὶ στὸ φῶς ἔξω κολυμπάει.

Ἐπάνω της τὴν πλάτη του ἀκουμπώντας

ἕνα σκαλοπατάκι

ζητιανεύει λίγην ἐπισκευή. Ἔχει σπάσει.

Καὶ ἡ φύση ποὺ ὅλα τὰ καλοπιάνει

καὶ τὴν ἀκμὴ λατρεύει

καὶ στὴ φθορὰ χατίρι δὲ χαλάει

ἐπισκευάζει τὴ ρωγμὴ στὸ σκαλοπάτι

πολύχρωμα γεμίζοντάς την μὲ τσουκνίδες,

γαϊδουράγκαθα, μολόχες, δαφνόφυλλα

καὶ πικροπαπαροῦνες.

Καὶ γίνεται αἴφνης ἀνοιξιάτικος εὐδιάθετος

γραφικὸς αἰσιόδοξος ὁ τρόμος

γιὰ τὴν ἐρείπωση τῆς ἐγκατάλειψής μας.

Ἔρεβος

Σκύβοντας πάνω

ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω

ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία

ποῦ πλήγωσε θανάσιμα

κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,

θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.

Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος

τίποτε δὲν θὰ λέει.

Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους

θὰ κλαίει.

Εὔφλεκτη ἡ ἀπόσταση

Ἀσυγχώρητη ἀπροσεξία

νὰ μοῦ στείλεις ἐπὶ χάρτου ἐφημερίδας

ὁλοσέλιδή τη φωτογραφία σου

μὲ ἀναμμένο τὸ τσιγάρο της.

Ἂν ἔπιανε φωτιὰ ἡ παραλαβή;

Ποιὰ πυροσβεστικὴ

ψυχραιμία εἰς μάτην θὰ καλοῦσα

σὲ ποιὸ διανυκτερεῦον ἔγκαυμα

θὰ ἔτρεχα ἀνήμπορο ἐγὼ χαρτὶ καμένο

σὲ ποιὰν ἐξαντλημένη θεραπεία

σὲ ποιὰν ἀποζημίωση μετά.

Ἀσφάλεια ἀναθρώσκοντος καπνοῦ

δὲν ἔχω κάνει.

Ἐχθρικὴ Συμφιλίωση

Μοῦ φαίνονται ἀπόψε πιὸ γκρίζα τὰ μαλλιά σου

μπερδεμένη καθὼς τὰ χτενίζω μὲ σκέψεις.

Τί ἔπαθες. Σὲ γέρασε ἡ πολλὴ φωτογραφία

ἢ μὴ σοῦ εἶπε τίποτα ἐναντίον μου

ἡ φαρμακόγλωσσα ἐνοχή μου.

Ὁ μανιακὸς κατήγορος.

Ἐκείνη μ᾿ ἔμαθε νὰ φταίω τόσο σπάταλα.

Φταίω ἀκόμα καὶ γιατὶ πιάνει φωτιὰ τὸ ξύλο

σβήνει ἡ φωτιὰ μὲ τὸ νερὸ ἢ μὲ τὴ χορτασιά της,

φταίω ἐγὼ ποὺ ζεῖ μόνο μιὰ μέρα ἡ μέρα

ποὺ εἶναι μόνο τῶν πουλιῶν οἱ κελαϊδισμοὶ

γιατὶ δὲν ἔρχεται στὸ τέλος ἡ νεότης

κι ἔρχεται τότε στὴν ἀρχὴ

τότε ποὺ ἀπὸ μόνοι μας εἴμαστε τόσο νέοι.

Μὴν τὴν ἀκοῦς, δὲν ζῶ, πηγαινοφέρνομαι

τὰ κύματά μου μὲ πετοῦν πάνω στὰ κύματά μου.

Δὲν ζῶ, ξεχορταριάζω· τὴ δίνη ἀπὸ δίνες.

Νὰ τὴν ἀφήσω καθαρὴ ἕτοιμη στοὺς ἑπόμενους.

Συμπληρώνω ἔνσημα, τυφλὰ ὑπηρετῶ τὸν σκοτεινὸ

ἐκεῖνο λόγο —μάγο ἀλχημιστὴ— ἀνακατεύω

τὸ βρασμὸ τῆς δύναμής του.

Φτιάχνει ματζούνια ἀπὸ βαθειὲς

ρίζες ζωῆς μὲ ρίζες τοῦ ἀβίωτου.

Βιταμίνες τῆς τυφλῆς συνέχειας.

Καρτερία γράφουν στὰ μπουκαλάκια οἱ ἐτικέτες.

Δὲν εἶναι καρτερία. Εἶναι μία συμφιλίωση

ἐχθρικὴ ἀνάμεσα ζωῆς καὶ ἀβίωτου.

Εἶμαι ὁ τυφλὸς βοηθὸς τοῦ μάγου λόγου.

Ὑπνωτίζει πόνον ἀβάσταχτό σὲ πόνο

περιπατητικόν. Τί ἄλλο θὲς τί ἄλλο θὲς

εἶναι αὐτὸς ποὺ πείθει

ἐκεῖνες τὶς ὁλόμαυρες μητέρες νὰ ζοῦν

νὰ ζοῦν νὰ ζοῦν ὡς τὰ βαθιὰ γεράματα

τοῦ τάφου τῶν παιδιῶν τους.

Ὁ ἴδιος ποὺ ὑπνώτισε καὶ μένα

πρώτη βραδιὰ ποὺ γνώριζα

ἄδειο τὸ μαξιλάρι σου

νὰ κοιμηθῶ μαζί του.

Κι δμῶς κοιμήθηκα βαθιὰ

γαλήνια κάθε τόσο ἐνοχλούμενη γνώριμα

σὰ νὰ συνεχιζόταν δίπλα μου ὁλονύκτιος

ὁ νανουριστὴς ψιλοκαυγὰς

ποὺ ἔστηνε γκρινιάρα ἡ ἀκοή μου

στὸ λεπτόκλωστο ἐλαφρὺ ροχαλητό σου

— δὲν ἦταν ἔχανες ἀέρα.

Κοιμήθηκα.

Σίγουρα θὰ σ᾿ τὸ πρόφτασε κι αὐτὸ

ἢ φαρμακόγλωσσα ἐνοχή μου.

Ἡ περιφραστικὴ πέτρα

Μίλα.

Πὲς κάτι , ὁτιδήποτε.

Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.

Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη ,

ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ

μὲ τὴν ἀοριστία.

Πές:

«ἄδικα»,

«δέντρο»,

«γυμνό».

Πὲς :

«θὰ δοῦμε»,

«ἀστάθμητο»,

«βάρος».

Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται

μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.

Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.

Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς

ἀρχίζει ἡ θάλασσα.

Πὲς κάτι.

Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.

Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει

ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,

ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,

μὴν τὴ σῴζεις,

πὲς

«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.

Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,

ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:

ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,

σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.

Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα

στὴν τύχη.

Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.

Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,

πὲς «ἐλάχιστη»,

ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.

Ἐλάχιστη

αἴσθηση,

λύπη

ὁλόκληρη

δική μου.

Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.

Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.

Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.

Πὲς «πέτρα»,

ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.

Ἔτσι, ἴσα ἴσα,

νὰ βάλω ἕναν τίτλο

σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.

Ἡ ταχεῖα ἀνάρρωση τῆς ἀπληστίας

Ἀκούω μεσημεριάτικα τὸ λαχειοπώλη

νὰ προσκαλεῖ ἀγοραστὲς στὸ γέλιο τῆς τύχης.

σπρώχνω πιὸ πέρα τὴν ἐγρήγορση

μοῦ πιάνει ὅλο τὸ χῶρο καὶ τὸ ρίχνω

σὲ μιὰ τρελὴ ὀνειροπόληση,

ἀμύθητα πὼς θὰ ἄλλαζε ἡ ζωή μου

ἂν κέρδιζα ἕνα

ἀνισόρροπο λαχεῖο.

Θὰ ξαναέχτιζᾳ τὴν πεῖρα μου μὲ θέα

τοὺς ἀπέραντους κατάφυτους ξενῶνες.

Ἐπικλινεῖς σκεπὲς νὰ μὴ λιμνάζουν

θέατρα καὶ δάκρυα κακοκαιρίες ρόλων.

Στοὺς κήπους διάχυτα ἀγάλματα

κομμωτὲς τῆς ποικιλίας καὶ τῆς πρόβλεψης.

Ἀγάλματα νεράκια μὲ τὴν πετονιὰ ροή τους

νὰ ψαρεύουν ὅσο θέλουν συντριβάνια.

Μάκρος μυστηριῶδες βουβὸς θαυμαστὴς

θὰ παίρνει ἀπὸ πίσω τὶς ἀλέες

ἄηχα θὰ τὶς ἀκολουθεῖ πατώντας

μέσα στὸν ἴδιο θόρυβο βημάτων ποὺ ἀδειάζουν

ἐκεῖνες καθὼς προχωροῦν. Ὥσπου

νὰ τὶς χάσει ξαφνικὰ - θὰ τοῦ κρυφτοῦν

σὲ κάποιο ἄλλο σχέδιο περιπάτου.

Θ᾿ ἀγόραζα λιμάνια αὐτοκίνητα ρολόγια ἰλιγγιώδη

τὴν κάθε ὥρα μου θὰ ῾ρχόταν ὁ δικός της

σωφὲρ νὰ τὴν παίρνει - θ᾿ ἀγόραζα

ὅλη τὴν ἄγονη γραμμὴ ἐπιπλωμένη

μὲ καινούργιους ἐπιβάτες

καὶ πολυτελέστατους καπνοὺς - θὰ δρομολογοῦσα

τὸ πρῶτο μακρινό μου ἐκεῖνο τρένο,

νεόνυμφη ποὺ ἤμουν μὲ ταξίδι

ἄμαθη στὰ χάδια τῶν συνόρων

στὴν ἀγρυπνία τῶν σταθμῶν καὶ ξένων τόπων

ποὺ τίναζαν ἀπρόσεκτα τῆς ὀνομασίας τους

τὴν καύτρα στὰ μάτια τῆς ταχύτητας καὶ φεύγαν.

Wagon lit - τότε ποὺ πρωτοβλέποντας

τὸν καναπὲ νὰ γίνεται κρεβάτι

ταξίδεψα πῶς ὅλα μετατρέπονται

ἀπὸ ἀναπαυτικό σε ἀναπαυτικότερο.

Θ᾿ ἅρπαζα θὰ ἔδιωχνα θ᾿ ἀνέβαζα

θὰ ποδοπατοῦσα θὰ φοβέριζα θὰ σκόρπιζα θὰ νόμιζα

θὰ γκρέμιζα καὶ σὲ τρεῖς μέρες θὰ ξανάκτιζᾳ

θὰ μὲ τρέμαν οἱ στερήσεις.

Γιὰ νὰ μπορέσω ἔτσι θρασύτατα ἰσχυρὴ

ν᾿ ἀγοράσω πιὰ τὴν ἀνάστασή σου.

Σωστὰ τὸ ἄκουσες, μὴ μελαγχολεῖς.

τὴν ἀνάστασή σου.

Εἶδες ποτέ του θαῦμα νὰ χάλασε χατίρι

παραμυθένιας τύχης;

Χωρὶς παζάρια θὰ ῾δινᾳ πίσω ὅσα κέρδισα

καὶ θὰ γυρίζαμε πεζῄ, ἀπίστευτοι στὸ σπίτι.

Θὰ ξάπλωνες ἐκεῖ, στὴ συνέχειά σου.

Θά ῾γερνα κι ἐγώ, διπλανὴ ἀμύθητα.

Κι ἀφοῦ βεβαιωνόμουνα πὼς ἔχεις προσδεθεῖ

καλὰ πάνω στὸ σῶμα σου

πὼς κούμπωσες καλὰ τὴν ἀσφαλῆ ἐπιστροφή σου

θὰ τό ῾ριχνα σιγὰ-σιγὰ

σὲ μιὰ τρελὴ ὀνειροπόληση,

ἀμύθητα πὼς θ᾿ ἄλλαζε ἡ ζωή μου

ἂν κέρδιζα ἕνα

ἀνισόρροπο λαχεῖο.

Kλέφτες στη σκέψη

Kλαίγοντας περιγράφει

πώς ρήμαξαν το σπίτι της ληστές

της πήρανε χρυσαφικά και βίασαν οι άθλιοι

γερόντισσες αξίες.

Δε χαίρεται;

Eμένα έχει χρόνια να πατήσει

κλέφτης το πόδι του στο σπίτι

ούτε για καφέ.

Eπίτηδες αφήνω ξεκλείδωτο το μπρίκι.

Kάθε φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι

να βρώ σπασμένους τους κυνόδοντες της πόρτας

να σείονται τα φώτα σαν μόλις να κουτούλησαν

με σεισμού πανύψηλου κεφάλι

να δω κλεμμένα τα κτερίσματα

από τις μούμιες βασιλείες του καθρέφτη

σαν κάποιος να ξυρίστηκε στο μπάνιο

και στη σπανή αφή μου να 'χουν φυτρώσει γένια

χάμω δεμένη χειροπόδαρα να κείται η διάψευσή τους

κι απ' την κουζίνα να 'ρχεται με το πάσο του ατμός

ζεστής πατημασιάς με μπόλικη κανέλα από πάνω.

Κονιὰκ μηδὲν ἀστέρων

Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.

Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει

-ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.

Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ

τοῦ ἀνώφελου.

Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη

νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωϊας

σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.

Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς

Φωτογραφίας

ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:

νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι

ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.

Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;

Θὰ πεῖς

καὶ ποῦ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.

Μονόκλινο σύμπτωμα

Ἀποροῦν κάθε φορὰ οἱ ξενοδόχοι

ποὺ ζητῶ μονόκλινο δωμάτιο στὴν πρόσοψη.

Μὲ κοιτάζουν σὰν ν᾿ ἀπαιτῶ θάνατο μὲ θέα.

Ἔβαλα ἐνέχυρο τὴ θάλασσα

κι εἶπα νὰ κάνω φέτος διακοπὲς σὲ βουνὸ

μὴ καὶ ξορκίσουν τὰ θροΐσματα τοῦ δάσους

ἐκεῖνο τὸ δαιμονισμένο σύνδρομο ἐπιστροφῆς

ποὺ κυριεύει αὐτοστιγμεὶ κάθε διαφυγή μου.

Ἂν μ᾿ ἀγκαλιάσει σκέφτηκα ἑνὸς δέντρου

ὁ σάτυρος κορμὸς μπορεῖ καὶ νὰ ριζώσω.

Καὶ στὸ βουνὸ τὰ ἴδια.

Σὰν νά ῾ταν σιδερένιο τὸ δωμάτιο

κι ὁ καθαρὸς ἀνάλαφρος ἀέρας ἀπέπνεε κλειδαριά.

Νὰ ξεκλειδώσω πάλευα μὲ τὰ ἠρεμιστικά μου

ἀλλὰ ἐκεῖνα ἤτανε πιὸ ἄρρωστα ἀπὸ μένα.

Τὰ ἴδια ποὺ ἔγιναν στὴν Πύλο

ἡ ἴδια ἄτακτος φυγὴ πρόπερσι ἀπὸ τὴ Σύρο

στὴν Καλαμάτα πέρσι τρισχειρότερα

γεμάτο τὸ τραῖνο καὶ θέλανε τὰ κλάματα

νὰ πᾶμε πίσω στὴν Ἀθήνα μὲ τὰ πόδια.

Τέτοια μανία καταδιώξεως μοῦ κυριεύει τοὺς τόπους.

Νὰ μοῦ λείπει ἡ ἀπουσία σου;

Δὲν ἔρχεται μαζί μου τὴν ἀφήνω σπίτι.

Ὅρος ρητός της ἀλλαγῆς νὰ μὴν ἀκολουθήσει.

Ἄπληστο ποὺ εἶσαι Ἀνεξήγητο.

Τόση διαφάνεια καταπάτησες γιὰ τὴ διασφάλισή σου

κι ἔκανες θέρετρό σου τώρα

αὐτὸ τὸ ἀνεξήγητο σύμπτωμα ἐχθρικό μου.

Νὰ ἐπιστρέφω ἀμέσως. Μὲ λεωφορεῖο ταξὶ

ἂν πετύχω κανένα φεγγάρι ποὺ ἐπιστρέφει κι ἐκεῖνο

στὴν πιάτσα του ἀδειανό.

Ὀλέθρια συνήθεια. Ὄχι τίποτ᾿ ἄλλο

μὰ ἂν δὲν μ᾿ ἀρέσει νὰ δοῦμε πῶς θὰ ἐπιστρέψω

ἀπὸ τὸν κάτω κόσμο σου Ἀνεξήγητο.

Οἱ λυπημένες φράσεις

Μὲ ἡμέρα ἀρχίζει ἡ ἑβδομάδα,

μὲ ἡμέρα τελειώνει.

Κι ἡ Κυριακή, κόμπος σφιχτὸς

νὰ μὴ λυθοῦν οἱ ἑβδομάδες.

Ἔρχεται πάντα ἀπὸ τὸ ἴδιο Σαββατόβραδο

καὶ φέρνει λίγο ὕπνο παραπάνω τὸ πρωὶ

καὶ τὸ θεό, ὅσο τὸν δίνουν οἱ ὀρθρινὲς καμπάνες.

Λίγο νὰ σταθεῖς στ᾿ ἀνοιχτὰ παράθυρα

καὶ νὰ κοντοσταθεῖς σ᾿ αὐτὰ ποὺ δὲν συμβαίνουν,

περνάει ἡ ὥρα.

Δημοτικὰ τραγούδια ἀπ᾿ τὰ παράθυρα

ποιὰ γυναῖ- ποιὰ γυναῖ- ποιὰ γυναῖκα θὰ σὲ πάρει,

σιγά-σιγὰ ἡ Κυριακὴ μεσουρανεῖ

σὰν τρομαγμένη ἀπορία.

Στὶς γειτονιὲς

περνᾶνε γύφτισσες νὰ πῶ τὸ ριζικό σου,

ποιὰ γυναῖ- ποιὰ γυναῖ- ποιὰ γυναῖκα θὰ σὲ πάρει,

δημοτικὰ τραγούδια ἀπ᾿ τὰ παράθυρα, ριζικά.

Πιὸ πέρα κάποιο ντέφι, ἕν᾿ ἀρκουδάκι

δεῖξε πῶς βάζουν πούδρα τὰ κορίτσια

στὸν καθρέφτη, πῶς γδύνεται ἡ Μονρόε…

Μὴ γελᾷς. Βρέθηκε κάποτε νεκρὴ ἡ Μονρόε.

Μὲ πράγματα ποὺ δὲν ἀντέχουν μὴ γελᾷς.

Ἄχ, οἱ λυπημένες φράσεις, οἱ λυπημένες λέξεις,

πῶς μοιάζουν στοὺς τυφλοὺς ὀργανοπαῖχτες

στοὺς δρόμους τοὺς ἐμπορικούς, τὶς Κυριακές.

Νὰ εἴχαμε μίαν ἄνοιξη.

Μὴ γελᾷς.

Μὲ πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν μὴ γελᾷς.

Ἂς λένε τὰ πουλιὰ κι οἱ μυρωδιὲς στὰ πλάγια

πῶς εἶναι Ἀπρίλης.

Τὸ λένε τὰ πουλιὰ κι οἱ ἔρωτες τῶν ἄλλων.

Ἐμένα μ᾿ ἐξαπατοῦνε οἱ θεοὶ

κάθε ποὺ ἀλλάζει ὁ καιρός,

κάθε ποὺ δὲν ἀλλάζει.

Μὴ γελᾷς.

Ἔαρ δὲν γίνεται

μὲ ρίμες

ἥλιοι-Ἀπρίλιοι,

ἥλιοι-Ἀπρίλιοι,

ὁμοιοκατάληκτες στιγμές,

χρόνος χρωμάτων,

στρέμματα φωτός,

χαμομηλιῶν ἀνυπομονησία νὰ μυρίσουν.

Δημοτικὰ τραγούδια ἀπ᾿ τὰ παράθυρα

ποιὰ γυναῖ- ποιὰ γυναῖ- ποιὰ γυναῖκα θὰ σὲ πάρει,

καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα τρόποι

γιὰ νὰ πεθαίνουνε ἀνώδυνα τὰ ἡμερολόγια.

Τὴν Κυριακὴ τραβάει σὲ μάκρος

τῶν τραγουδιῶν ἡ ἀγωνία

ποιὰ γυναῖ- ποιὰ γυναῖ-

Ἄχ, οἱ λυπημένες φράσεις, οἱ λυπημένες λέξεις,

στοὺς δρόμους τοὺς ἐμπορικούς,

τὶς Κυριακὲς τὶς ἀνοιξιάτικες.

Οἱ ἀποδημητικὲς καλημέρες

Ἄρχισε ψύχρα.

Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη

ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.

Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.

Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,

λόγια, πουλιά,

πλαστογραφία ζωῆς.

Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,

πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες

ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.

Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα

κι ὅλα νὰ φεύγουν.

Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια

ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη

μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.

Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση

κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.

Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.

Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,

ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,

ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;

Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.

Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:

«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».

Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».

Ἄρχισε ψύχρα.

Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.

Όμως θα πρέπει να 'ταν άνοιξη

γιατί και μέλισσες βλέπω

να πετουν γύρω απ΄αυτή τη μνήμη,

με περιπάθεια και πίστη

να συνωστίζονται στον καλύκά της.

Εκτός αν είναι ο οργασμός

νόμος του παρελθόντος,

μηχανισμός του ανεπανάληπτου.

Αν μένει πάντα κάποια γύρις

στα τελειωμένα πράγματα

για την επικονίαση

της εμπειρίας, της λύπης

και της ποιήσης. Αρχή σελίδας

Δεν βαριέσαι

Για να ξημερώσει σ' ένα δάσος

πρέπει πρώτα να βγει στον άμβωνα του κόσμου

ένα πουλί

και να ζητήσει τον άρτον τον επιούσιον,

δήθεν πως κελαϊδάει.

Nα τρέξει ένα αμήν από δέντρο σε δέντρο,

ψίθυρος ανιδιοτελείας δήθεν.

Aπ' τις μεγάλες πέτρες

θ' ανέβει ένα λιβάνι ήμαρτον.

Aπό κει και πέρα ξεμυτίζει η λεπτομέρεια

κι η βεβαιότης πως αφήσαμε πίσω τη νύχτα.

Λίγο σαν περισκόπια υψώνονται

οι άκρες των τηλεγραφόξυλων

μήπως πλέει μακριά καμιά είδηση,

βγάζει απ' τη θήκη του το αγκάθι ο πυράκανθος,

κι ένα καμπουριασμένο μονοπάτι

παραπατάει και γράφεται.

Aπό τους γύρω όγκους πέφτει η μάσκα

και ησυχάζεις: ξεκαθαρίζει

τι είναι Πεντέλη, τι Yμηττός

και τι απομένει μύτη φόβου.

Tο χρώμα της ελιάς,

μουντό κι ολιγόλογο,

βλεφαρίζει στα φύλλα

κι είναι ευκαιρία μ' αυτό να προσδιορίσεις

μάτια ακαθορίστου χρώματος που λέμε.

Eπουσιώδης βέβαια εκκρεμότης

μα, που όσο να 'ναι, βασανίζει.

Έτσι και τα προσδιορίσεις,

μας έρχεται ολόκληρο το φως

κι αστενοχώρητο

σαν ένα δεν βαριέσαι. Αρχή σελίδας

Παράκληησις

Αὐτὴ τὴ μέρα

ἄφησε νὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ τὴν ἱστορία μου:

Μελαγχολικός της ζωῆς ἄνεμος εἶμαι

ποὺ νυχτώθηκα καὶ ἀπόμεινα σ᾿ ἕνα χθὲς ἀνάλγητο.

Ἔλα λοιπόν, καὶ μὲ τὰ μάτια σου,

ποῦ ῾ναι καταχνιὰ κι ἐνάστρωση,

τὸ σύθαμπο καὶ τὸ πρωὶ

σὲ μιὰν ἀλλόκοτη σύγκλιση,

ἀνάστειλε τὴ νύχτα μου.

Ἔλα

Κι ἂς εἶναι μοιραῖο πὼς ἀργότερα,

ὅταν ἀνάμεσά μας θ᾿ ἀναδεύεται,

σὲ ἀνυπόφορη μεγέθυνση,

τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,

-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-

μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου

παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι

στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες,

ποὺ ἀνεβασμένες στὶς σχεδίες τοῦ ἀνέκκλητου

πρὸς ἕνα ἀδηφάγο αὔριο θὰ λάμνουν.

Παρανομίες

Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνω

παράνομα

σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς

δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.

Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω

τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,

ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω

μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,

ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω

σ᾿ ἕναν ἥλιο

χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,

ἀμετακίνητο,

προσωπικό μου.

Ἐκεῖ συμβαίνω.

Κάποτε, ὅμως,

παύει αὐτό.

Καὶ συστέλλομαι,

κι ἐπανέρχομαι βίαια

(πρὸς καθησυχασμόν)

στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ

περιοχὴ

στὴν ἐγκόσμια πίκρα.

Καὶ διαψεύδομαι.

Πέρασα

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.

Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.

Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.

Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,

πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.

Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων

μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.

Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μὲ βροχή,

ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ

τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο

ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,

ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων

ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει

κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια

καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν

σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.

Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.

Τὰ τεντωμένα τόξα τους

βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.

Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα

καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,

τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,

κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους

νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.

Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.

Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα

καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.

Ἔλαβα κάρτες σύντομες:

ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα

καὶ κάτι χαιρετίσματα

ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.

Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,

στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.

Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.

Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια

καὶ νὰ χάνω χέρια.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.

Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ…

Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.

Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.

Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα

κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.

Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.

Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.

Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ

καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.

Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν

ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,

ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα

κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.

Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες

ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.

Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.

Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,

σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι

ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,

κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ

στὰ ξεροπόταμα

καὶ παρασύρθηκα.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.

Πληθυντικός αριθμός

Ὁ ἔρωτας,

ὄνομα οὐσιαστικόν,

πολὺ οὐσιαστικόν,

ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,

γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,

γένους ἀνυπεράσπιστου.

Πληθυντικὸς ἀριθμὸς

οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος,

ὄνομα οὐσιαστικὸν

στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς

καὶ μετὰ πληθυντικὸς

οἱ φόβοι.

Οἱ φόβοι

γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη,

κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,

ἑνικοῦ ἀριθμοῦ

μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ

καὶ ἄκλιτη.

Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα,

Ὄνομα οὐσιαστικόν,

Γένους θηλυκοῦ,

Ἑνικὸς ἀριθμός.

Πληθυντικὸς ἀριθμὸς

Οἱ νύχτες.

Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ραντεβοῦ μὲ μιὰν ἄγνωστη

Τί θὰ φορᾷς συνεννόηση

νὰ σὲ γνωρίσω

ὥστε νὰ μὴ χαθοῦμε πάλι

μὲς στοὺς πολυπληθεῖς σῳσίες σου;

Σὰν νὰ διάλεξες

Παρασκευὴ εἶναι σήμερα θὰ πάω στὴ λαϊκὴ

νὰ κάνω ἕναν περίπατο στ᾿ ἀποκεφαλισμένα περιβόλια

νὰ δῶ τὴν εὐωδιὰ τῆς ρίγανης

σκλάβα σὲ ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι ποὺ πέφτουν οἱ τιμὲς τῶν ἀξιώσεων

βρίσκεις τὸ πράσινο εὔκολο

σὲ φασολάκια κολοκύθια μολόχες καὶ κρινάκια.

Ἀκούω ἐκεῖ τί θαρρετὰ ἐκφράζονται τὰ δέντρα

μὲ τὴν κομμένη γλῶσσα τῶν καρπῶν

ρήτορες σωροὶ τὰ πορτοκάλια καὶ τὰ μῆλα

καὶ παίρνει νὰ ροδίζει λίγη ἀνάρρωση

στὶς κιτρινιάρικες παρειὲς

μιᾶς μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια νὰ ψωνίσω. Γιατί ἐκεῖ σοῦ λένεδιάλεξε.

Εἶναι εὐκολία αὐτὴ ἢ πρόβλημα; Διαλέγεις καὶ μετὰ

πῶς τὸ σηκώνεις τὸ βάρος τὸ ἀσήκωτο

ποὺ ἔχει ἡ ἐκλογή σου.

Ἐνῷ ἐκεῖνο τὸ ἔτυχε τί πούπουλο. Στὴν ἀρχή.

Γιατί μετὰ σὲ γονατίζουν οἱ συνέπειες.

Ἀσήκωτες κι αὐτές. Κατὰ βάθος εἶναι σὰν νὰ διάλεξες.

Τὸ πολὺ ν᾿ ἀγοράσω λίγο χῶμα. Ὄχι γιὰ λουλούδια.

Γιὰ ἐξοικείωση.

Ἐκεῖ δὲν ἔχειδιάλεξε. Ἐκεῖ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια.

Σᾶς ἄφησα μήνυμα

Ἐμπρὸς ἐμπρὸς μὲ ἀκοῦτε; Ἐμπρὸς

ἀπὸ μακριὰ τηλεφωνῶ. Δὲν ἀκούγομαι

τί, ξεφορτίστηκε ἡ ἀπόσταση;

Ἀπὸ κινητὸ διάστημα μιλᾶτε;

Νὰ ξαναπατήσω τὸ μηδέν; Κι ἄλλο;

Μὲ ἀκοῦτε τώρα;

Ναὶ μου δίνετε σᾶς παρακαλῶ τὴ μαμά μου;

Τί ἀριθμὸ πῆρα; Τὸν οὐρανὸ

αὐτὸν μοῦ ἔχουν δώσει. Δὲν εἶναι κεῖ;

Μπορῶ νὰ τῆς οὐρλιάξω ἕνα μήνυμα;

Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη πεῖτε της

εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι πέθανε κι ἐγὼ

μικρὸ παιδὶ κατουρημένο γοερὰ

μούσκεμα ὁ φόβος ὡς ἀπάνω

κι ἀκόμα νὰ στεγνώσει.

Νὰ ῾ρθεῖ νὰ τὸν ἀλλάξει.

Ἂν δὲν μπορέσει, τῆς λέτε ἀκόμα ὅτι

ὡρίμασε ἐκείνη ἡ παλιὰ φοβέρα της

πὼς θὰ μὲ φάει ὁ γέρος ἂν δὲν τελειώσω

τὸ φαγητό μου.

Ὡρίμασε ἔγινα γεῦμα γήρατος.

Ὄχι σὲ ταβερνάκι ὀνείρου.

Σὲ κάποιο λαϊκὸ μαγέρικο ποὺ ἄνοιξε

ὁ καθρέφτης.

Συγκοινωνοῦντα φαινόμενα

Ἐγὼ λουλούδια δὲν ἐκτρέφω στὸ μπαλκόνι μου.

Βάσκανος μίμηση ὁλόγυρα μὲ ξεραίνει.

Ἕναν κάπως εἴρωνα, νεαρὸ πανσὲ

μοῦ χάρισαν προχτὲς

καὶ σὲ ἀγάπη δεισιδαίμονα τὸν κρύβω.

Τὸ ἕνα μάτι του λιλὰ με γρίλιες κίτρινες

γιὰ νὰ μὴν μπαίνει ἀδιακρισία ἄπλετη

τὸ ἄλλο μπλὲ μὲ δέσιμο χρυσὸ ὁλόγυρα

- ματόχαντρο, φυλαχτὸ τῆς ἀνταπόκρισης.

Ἀλλήθωρη ἀνταπόκριση θὰ πεῖς.

Μὰ τί ἀπ᾿ ὅσα ἀγαπήσαμε μᾶς κοίταζε εὐθέως;

Μὲ προσοχὴ ποτίζω στάλα-στάλα γύρω-γύρω

μακριὰ ἀπὸ τὸ πὰνκ ἔφηβο βλέμμα

ἔχοντας σουρώσει τὶς κατεστημένες ρυτίδες

μὴν πέσει χρόνος τὸ νερό.

Βγαίνοντας κι ἀπόψε νὰ ρυθμίσω

τῆς ἀλληγορίας τὴ ροὴ συνέλαβα

τὸν ἀνθὸ σύντροφό μου δοσμένον

σὲ παρατεινόμενο ἀκούραστα φιλὶ

ὑπὸ νέας ὡραιοτάτης πανσελήνου.

Δι᾿ ἀπεσταλμένης ἀποστάσεως, θὰ πεῖς.

Μὰ ποιὸ ποὺ μᾶς συνέβη ἐγγύτατο φιλὶ

ἦταν αὐτοπροσώπως.

Συμπληγάδες συγκρίσεις

Περιμένω. Σὲ φουαγιὲ θεάτρου.

Ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει ἡ παράσταση

βλέπω τί παίζεται πλαγίως

ἐντὸς ἐνυδρείου ποὺ διασκεδάζει

τὴν ἀναμονή.

Τετράγωνο περίπου σὰν κουτὶ

παπουτσιῶν στὸ νούμερο τῆς ὑπερβολῆς.

Σὲ γωνία σφηνωμένο γιὰ νὰ γεύονται

διπλὴ ἀσφυξία οἱ τοῖχοι.

Μικρὰ ψαράκια ὅσο τὸ χρυσαφὶ τοῦ ἥλιου

ἐπάνω σὲ χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο

τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τὰ κυνηγᾷ.

Νᾶνος βυθός. Τὸν γαργαλάει εὔκολα

μὲ τὰ κοντά της δαχτυλάκια ἡ ἐπιφάνεια.

Συνθλίβεται ἡ πλεύση συχνὰ

στὶς συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι

εὕρημα στεριανό.

Κάθε τόσο ἀγωγὸς κρυμμένος στέλνει

βίαιο ἀέρα φουρτουνιάζει κάπως ἡ ἀνία

φύκια ξεμαλλιάζονται μὲ πλαστικὸν

ὀλοφυρμό. Γιὰ λίγο

καταποντίζεται ἡ ὁρατότης. Ὥσπου

μισοπνιγμένη τὴν τραβᾶνε κατὰ πάνω

κάτι φυσαλίδες ὀξυγόνου μικρὲς

σὰν καρφίτσας κεφαλάκι ποὺ βγαίνουν

ἀπὸ τῶν ματιῶν μου τὴ λιγοστὴ φιάλη.

Τί λυπᾶσαι, χρυσόψαρα εἶναι

οὔτε ποὺ γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Καὶ μεῖς πόσο τάχα γνωρίσαμε;

Κι ὅμως τὸ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ διόλου.

Σύνδρομο

Κοιτάζοντας τὸν πίνακα τοῦ Πικάσο «Τὸ Ὄνειρο»

Ἔχω κρεμάσει αὐτὸν τὸν πίνακα σὰν δόλωμα

στὴ συμπαγῆ ἐπιπεδότητά μου

μήπως τσιμπήσει τανυσμὸς γκρεμιστῆς,

τὸν ἔχω σὰν φουρνέλο

μὴ καὶ τὴν ἀνατίναζε συθέμελα

τὴ συμπαγῆ ἐπιπεδότητά μου.

Καθιστὸ κοιμᾶται τὸ κορίτσι.

Καθιστὸς

ἀπαγγιάζεις καλύτερα στὸ σῶμα σου,

εἶσαι πιὸ ἕτοιμος νὰ γίνεις δικός σου:

νὰ ὀνειρευτεῖς.

Τοῦ ὑπερβατικοῦ ἡ ἀνατομία

ἐπέτρεψε στὸ σῶμα

αὐθαιρεσίες σάρκινες.

Κοιμᾶται τὸ κορίτσι

ἐνῷ πίσω ἀπὸ τὸ χαλαρὸ φουστάνι της

ὁ ἕνας μαστὸς ἀνατέλλει

γιὰ νὰ θηλάσει ἡ λαίμαργη ἀφαίρεση.

Σπασμένη τοῦ λαιμοῦ ἡ ἀντίσταση

καὶ τὸ κεφάλι, ἀπελεύθερο,

σὰν γελαστὸ αὐτὶ ἀκούμπησε στὸν ὦμο.

Τὰ ἀγνοούμενα

Πῶς δηλαδὴ μὲ ποιὸ ἀσφαλέστερο μέσον

νὰ ἔφευγες.

Μέσῳ μιᾶς χειραψίας;

Διάβασε τὸ φάκελό της νὰ φρίξεις

πόσα χέρια χάσανε τὴ ζωή τους

στοὺς παγετῶνες της θαμμένα πόσα

στοὺς καύσωνές της ἀποτεφρώθηκαν

καὶ πόσα ἀκόμα τὰ ἀγνοούμενα

- τά ῾χουνε πιὰ ξεγράψει οἱ δικοί τους.

Σκέπτομαι

τόσες φορὲς φιλήθηκε μὲ τὸ Θεὸ

ἡ ἐλπίδα ὅταν

ποιὸς ἐγκατέλειπε τὸν ἄλλον

δὲν ἔγινε γνωστὸ

σὲ βαρυχειμωνιὰ δημόσια φιλήθηκε

ἐνώπιον ἀνθρωπότητος

διάτρητης ἀπὸ πίστη καταρρακτώδη

ἀναρωτιέμαι τὴν κακολόγησε κανεὶς

τὴν ἐπιλήψιμη ἐλπίδα;

Κανείς. Ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνη

τὴν παλαιῶν ἀρχῶν ἀπελπισία.

Τὸ σπάνιο δῶρο

Καινούργιες θεωρίες.

Τὰ μωρὰ δὲν πρέπει νὰ τ᾿ ἀφήνετε νὰ κλαῖνε.

Ἀμέσως νὰ τὰ παίρνετε ἀγκαλιά. Ἀλλιῶς

ὑπόκειται σὲ πρόωρη ἀνάπτυξη

τὸ αἴσθημα ἐγκατάλειψης ἐνηλικιώνεται

ἀφύσικα τὸ παιδικό τους τραῦμα

βγάζει δόντια μαλλιὰ νύχια γαμψὰ μαχαίρια.

Γιὰ τοὺς μεγάλους, οὕτως εἰπεῖν τοὺς γέροντες

«ὅ,τι δὲν εἶναι ἄνοιξη εἶναι γερόντιο πιά»

ἰσχύουν πάντα οἱ παμπάλαιες ἀπόψεις.

Ποτὲ ἀγκαλιά. Ἀφῆστε τους νὰ σκάσουνε στὸ κλάμα

μέχρι νὰ τοὺς κοπεῖ ἡ ἀνάσα

δυναμώνουν ἔτσι τὰ ἀποσιωπητικά τους.

Ἂς κλαῖνε οἱ μεγάλοι. Δὲν ἔχει ἀγκαλιά.

Γεμίστε μοναχὰ τὸ μπιμπερό τους

μὲ ἄγλυκην ὑπόσχεση «δὲν κάνει νὰ παχαίνουν

οἱ στερήσεις» πὼς θά ῾ρθει μία καὶ καλὴ

νὰ τοὺς ἐπικοιμήσει λιπόσαρκα

ἡ ἀγκαλιὰ τῆς μάνας τους.

Βάλτε κοντά τους τὸ μηχάνημα ἐκεῖνο

ποὺ καταγράφει τοὺς θορύβους τοῦ μωροῦ

ὥστε ν᾿ ἀκοῦτε ἀπὸ μακριὰ

ἂν εἶναι ρυθμικὰ μοναχικὴ ἡ ἀναπνοή τους.

Ποτὲ μὴ γελαστεῖτε νὰ τοὺς πάρετε ἀγκαλιά.

Τυλίγονται ἄγρια

γύρω ἀπ᾿ τὸν σπάνιο λαιμὸ αὐτοῦ τοῦ δώρου,

θὰ σᾶς πνίξουν.

Τίποτα. Ὅταν σᾶς ζητᾶνε ἀγκαλιὰ

μολὼν λαβὲ μωρό μου, μολὼν λαβὲ νὰ ἀπαντᾶτε.

Ὑποκατάστατο

Σκορπίζουν

τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.

Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν

ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.

Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ

πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς

χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.

Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα

ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.

Ἂς παραδοθεῖ.

Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.

Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια

ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.

Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα

ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ

μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.

Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε

ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ

ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα

ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα

ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση

κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.

Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν

ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.

Ἀραιὰ ποὺ καὶ ποὺ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ

Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη

ἂς παραδοθεῖ.

Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε

εἶναι ἡ ἀπουσία μας.

Φωτογραφία 1948

Κρατῶ λουλοῦδι μᾶλλον.

Παράξενο.

Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου

πέρασε κῆπος κάποτε.

Στὸ ἄλλο χέρι

κρατῶ πέτρα.

Μὲ χάρη καὶ ἔπαρση.

Ὑπόνοια καμιὰ

ὅτι προειδοποιοῦμαι γι᾿ ἀλλοιώσεις,

προγεύομαι ἄμυνες.

Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου

πέρασε ἄγνοια κάποτε.

Χαμογελῶ.

Ἡ καμπύλη του χαμόγελου,

τὸ κοῖλο αὐτῆς τῆς διαθέσεως,

μοιάζει μὲ τόξο καλὰ τεντωμένο,

ἕτοιμο.

Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου

πέρασε στόχος κάποτε.

Καὶ προδιάθεση νίκης.

Τὸ βλέμμα βυθισμένο

στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα:

τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ

τῆς προσδοκίας γεύεται.

Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου

πέρασε πίστη κάποτε.

Ἡ σκιά μου, παιχνίδι τοῦ ἥλιου μόνο.

Φοράει στολὴ δισταγμοῦ.

Δὲν ἔχει ἀκόμα προφθάσει νὰ εἶναι

σύντροφός μου ἢ καταδότης.

Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου

πέρασ᾿ ἐπάρκεια κάποτε.

Σὺ δὲν φαίνεσαι.

Ὅμως γιὰ νὰ ὑπάρχει γκρεμὸς στὸ τοπίο,

γιὰ νά ῾χω σταθεῖ στὴν ἄκρη του

κρατώντας λουλοῦδι

καὶ χαμογελώντας,

θὰ πεῖ πὼς ὅπου νά ῾ναι ἔρχεσαι.

Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου

ζωὴ πέρασες κάποτε.

Tα αγνοούμενα

Πώς δηλαδή με ποιο ασφαλέστερο μέσον

να έφευγες.

Mέσω μιας χειραψίας;

Διάβασε το φάκελό της να φρίξεις

πόσα χέρια χάσανε τη ζωή τους

στους παγετώνες της θαμμένα πόσα

στους καύσωνές της αποτεφρώθηκαν

και πόσα ακόμα τα αγνοούμενα

– τα 'χουνε πια ξεγράψει οι δικοί τους.

Σκέπτομαι

τόσες φορές φιλήθηκε με το Θεό

η ελπίδα όταν

ποιος εγκατέλειπε τον άλλον

δεν έγινε γνωστό

σε βαρυχειμωνιά δημόσια φιλήθηκε

ενώπιον ανθρωπότητος

διάτρητης από πίστη καταρρακτώδη

αναρωτιέμαι την κακολόγησε κανείς

την επιλήψιμη ελπίδα;

Kανείς. Eκτός από εκείνη

την παλαιών αρχών απελπισία.

Tο άλλοθι

Kάθε που σ' επισκέπτομαι

μονάχα ο καιρός που μεσολάβησε

από τη μια φορά στην άλλη έχει αλλάξει.

Kατά τα άλλα, όπως πάντα

τρέχει από τα μάτια μου ποτάμι

θολό το χαραγμένο όνομά σου

– ανάδοχος της μικρούλας παύλας

ανάμεσα στις δυο χρονολογίες

να μη νομίζει ο κόσμος ότι πέθανε

αβάπτιστη η διάρκεια της ζωής σου.

Eν συνεχεία σκουπίζω τις μαραμένες

κουτσουλιές των λουλουδιών προσθέτοντας

λίγο κοκκινόχωμα εκεί που ετέθη μαύρο

κι αλλάζω τέλος το ποτήρι στο καντήλι

με άλλο καθαρό που φέρνω.

Aμέσως μόλις γυρίσω σπίτι

σχολαστικά θα πλύνω το λερό

απολυμαίνοντας με χλωρίνες

και καυστικούς αφρούς φρίκης που βγάζω

καθώς αναταράζομαι δυνατά.

Mε γάντια πάντα και κρατώντας το σώμα μου

σε μεγάλη απόσταση από το νιπτηράκι

να μη με πιτσιλάνε τα νεκρά νερά.

Mε σύρμα σκληρής αποστροφής ξύνω

τα κολλημένα λίπη στου ποτηριού τα χείλη

και στον ουρανίσκο της σβησμένης φλόγας

ενώ οργή συνθλίβει τον παράνομο περίπατο

κάποιου σαλιγκαριού, καταπατητή

της γείτονος ακινησίας.

Ξεπλένω μετά ξεπλένω με ζεματιστή μανία

κοχλάζει η προσπάθεια να φέρω το ποτήρι στην πρώτη

τη χαρούμενη τη φυσική του χρήση

την ξεδιψαστική.

Kαι γίνεται πια ολοκάθαρο, λάμπει

το πόσο υποχόνδρια δε θέλω να πεθάνω

ακριβέ μου – πάρτο κι αλλιώς:

πότε δε φοβότανε το θάνατο η αγάπη;

Tο σπάνιο δώρο

Kαινούργιες θεωρίες.

Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.

Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς

υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη

το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται

αφύσικα το παιδικό τους τραύμα

βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες

–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–

ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.

Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα

μέχρι να τους κοπεί η ανάσα

δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.

Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.

Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους

με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν

οι στερήσεις– πως θά 'ρθει μία και καλή

να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα

η αγκαλιά της μάνας τους.

Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο

που καταγράφει τους θορύβους του μωρού

ώστε ν' ακούτε από μακριά

αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.

Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.

Tυλίγονται άγρια

γύρω απ' τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,

θα σας πνίξουν.

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά

μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.

Tου Λαζάρου

Nεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.

Kάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε

τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.

Kαλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.

Eίχα και γω να δεύρο κάποιους έξω

μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.

Πώς ν' αποκριθούν

με ωτακουστή που άφησες καλά στοκαρισμένο

το φως γύρω γύρω.

Kι έπειτα γιατί τους ρωτάς αν θέλουν.

Tο θαύμα δε ρωτάει.

Σ' αρπάζει από το αυτί και

σέρνοντας σε πετάει στο φως.

Xαίρεσαι βέβαια με την έκλαμψη, δεν αντιλέγω

αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία

μην είναι και τα θαύματα θνητά.

Άστους λοιπόν καλύτερα εκεί

μην έχωμεν να άρωμεν για δεύτερη φορά

κενόν τον κράββατόν τους.

Tίποτα δεν άκουσες;

Kι όμως, όλην αυτή την ώρα εδώ μέσα

με άλλα κουβεντιάζοντας να πάρω λίγο αέρα

σε σένανε μιλούσα εκεί κάτω.

ότι δε σε προσφώνησα;

Mε ποιο απ' όλα τα Λερναία ονόματα

να σε πρωτοφωνάξω.

Όποιο κι αν κόψω αποζητώντας σε

φυτρώνει αμέσως άλλο.

ᾨδὴ σὲ μιὰ ἐπιτραπέζια λάμπα

Στὴ μνήμη τοῦ θείου μου Παναγιώτη Καλαμαριώτη

Παλιὰ ἐπιτραπέζια λάμπα,

δουλεμένη ἀπὸ τεχνίτη Ἀνατολίτη

μὲ φαντασία καὶ πρόβλεψη.

Τὴν ἔφερ᾿ ἕνας θεῖος μου δικαστὴς ἀπὸ τὴ Σμύρνη

καὶ στὸ φῶς της

δεθήκανε οἱ νόμοι μὲ τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων.

H πεῖρα της μεγάλη στὰ ἐλαφρυντικά,

στὸ τί βρασμὸς ψυχῆς, τί προμελέτη.

Τόσα χτυπήματα στὸ στῆθος ἀπὸ ζηλοτυπία,

βεντέτες γιὰ μία μεσοτοιχία,

γιὰ μία κατσίκα ποὺ μηρύκασε ξένο χορτάρι.

Γνώρισε πάμπολλους προτέρους ἔντιμους βίους

κι ἐρωτεύτηκε ἐνόχους.

Καημένε θεῖε,

πῶς τὰ πᾶς μ᾿ αὐτὸν τὸ νέο νομοθέτη

καὶ τοὺς νόμους του·

ὕλη ἀδίδακτη ὁ θάνατος.

Τῆς ὕπαρξής σου δὲν πῆγες συνήγορος.

Ἀλλ᾿ εἶναι ἡ ζωὴ

ἀπ᾿ τὶς χαμένες ὑποθέσεις,

ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς δυνατοὺς νομομαθεῖς,

ὅπως ἤσουν.

Κληρονομιά μου τώρα ἡ λάμπα.

Δουλεμένη μὲ φαντασία

καὶ προπαντὸς μὲ πρόβλεψη.

Τὸ φῶς της, γιὰ νά ῾ρθει νὰ σταθεῖ

σὰν ἄλλος ἕνας κουρασμένος ἀναγνώστης

τοῦ ἴδιου μ᾿ ἐμένανε βιβλίου

ἢ σὰν διαιτητὴς ἀνάμεσα στὸ ἄγραφο χαρτί,

ποὺ νικητὴς πάλι βγαίνει ἀπόψε

καὶ νικημένα ὅσα σκόπευα νὰ γράψω,

πηδάει μέσ᾿ ἀπὸ πλούσια φύλλα φοινικιᾶς.

Κι αὐτὸ ὑποκινεῖ βλάστηση.

Κάτω ἀπ᾿ τὴ φοινικιὰ

στέκει, σκυφτὸς καὶ μειλίχιος, ἕνας γέροντας.

Εἶχε καὶ φλέβα πείρας ὁ τεχνίτης:

μόνο φῶς, μόνο φύλλα φοινικιᾶς,

φόβων καὶ καιρῶν ἀντίπαλοι δὲν γίνονται.

H μοναξιὰ φοβᾶται μόνο τὸν ἄνθρωπο δίπλα σου.

Καλὰ λοιπὸν ποὺ εἶναι ἐδῶ αὐτὸς ὁ γέροντας.

Ἀνατολίτη τὸν δείχνει ἡ κελεμπία, τὸ σαρίκι

καὶ τὸ μαυριδερὸ ἄσαρκο πρόσωπο.

Τὸ χέρι του, ἁπλωμένο σὲ σένα,

δὲν ξέρεις ἂν σὲ καλεῖ νὰ πλησιάσεις,

ἂν ἀπαιτεῖ, ἐξηγεῖ, ὁδηγεῖ ἢ προβλέπει.

Ὅλ᾿ αὐτὰ ἕνας τεχνίτης μπορεῖ νὰ τὰ χωρέσει

στὴν ἴδια κίνηση,

ὅπως κι ἡ ζωὴ τὰ χωράει ὅλα στὸ ἕνα της πέρασμα.

Μπορεῖ νὰ εἶναι μουεζίνης

κι ἐτούτη τὴ στιγμὴ νὰ ἐξηγεῖ στὸ θεό του

τί λείπει ἀπὸ τὸν ἕναν κόσμο.

Μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπαίτης.

Ἢ νυχτοφύλακας

τῆς προεκτεινόμενης πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴ λάμπα τροπικότητας.

Ἴσως ρήτορας ξεπεσμένος σὲ εἴδη διακοσμητικά,

ἀσκητής,

ὁδοιπόρος ποὺ πέτυχε ἴσκιο ἀναπάντεχο

στὴν προεκτεινόμενη πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴ λάμπα ἔρημο.

Ποιὸς ξέρει; Κανένας περιηγητής,

ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο

ἀλλὰ καὶ τὸ νόημα τῆς περιηγήσεώς του.

Καὶ τώρα, ὑψώνοντας τὸ χέρι, μὲ ρωτάει

ποιὸς εἶν᾿ ὁ δρόμος καὶ ποιὸ τὸ νόημά του.

Ἐμένα ρωτάει

ποιὸς εἶν᾿ ὁ δρόμος καὶ ποιὸ τὸ νόημά του;

Νυχτοφύλακας ἢ ἐπαίτης,

περιηγητής, ρήτορας,

μωαμεθανὸς ἢ ἄπατρις,

ἐμένα δὲν μὲ νοιάζει.

Ἐγώ,

ἔτσι ποὺ πέρασαν τὰ χρόνια,

ἔτσι ποὺ ᾔρθανε τὰ πράγματα,

Προφήτη τὸν ὁρίζω.

Γιατὶ Προφήτη τὸν χρειάζομαι,

ἔτσι ποὺ χάθηκαν τὰ χρόνια,

ἔτσι ποὺ στέκουνε τὰ πράγματα.

Passe-partout

Ἀνοίγω τὰ παράθυρα τῆς φωτογραφίας

ν᾿ ἀεριστεῖ. Ἔμεινε καιρὸ κλεισμένη

ὅπως πολλὰ ἐξοχικὰ παρελθόντα.

Εἶσαι στὸ μπαλκόνι. Μὲ τὴν καλὴ παλιά σου

στάση· ὄρθιος· φορᾷς τὴν ἔγχρωμη ἐπίγεια

ἐφαρμοστὴ στολὴ τῶν ἐπιπέδων: μιὰ κεραμιδένια

στέγη τὸ φουσκωτὸ μπουφὰν τοῦ πεύκου,

μπαλωμένο μ᾿ ἐνδιάμεση θάλασσα

στὰ μέρη ποὺ σκίστηκαν τὰ κλαδιὰ

παίζοντας μὲ δυνατοὺς ἀνέμους.

Εἶναι σὲ παλίρροια τὰ περιβόλια

Ἔχουν ἀνέβει ὡς τὰ τηλεγραφόξυλα

καὶ κρέμονται λεμόνια στὰ καλῴδια

ἄγουρα ἑορταστικὰ γλομπάκια.

Κάνεις ὑποστολὴ ἡλίου.

Ἀνεβάζεις τὴν τέντα συνθλίβοντας

πάνινα λουλούδια. Ἀνυπόμονος περιστρέφεις

τὴν κίνηση σὰ νά ῾ναι ὁ ἴσκιος τὸ δυσεύρετο.

Ὡς ἐδῶ λογικὰ συμπεριφέρεται ἡ φωτογραφία.

Ὥσπου ἐμφανίζομαι ἐγώ, παρανοϊκὰ νεόφερτη

στὴν εἰκόνα σὰν μὲ πλαστικὴν ἀφαίρεση.

Ἐνῷ ἤμουν μαζί σου ἐξ ἀρχῆς

κοινοκτήμων τῆς παλίρροιας καὶ τῶν περιβολιῶν

λίγο πιὸ πίσω ἀπὸ σένα καθισμένη

σ᾿ ἕνα πολὺ ἀναπαυτικὸ pliant μειδίαμά μου

μοιάζει τώρα

σὰν μόλις νὰ προστέθηκα στὴ φωτογραφία.

Μὲ σημερινὸ τὸ πρόσωπό μου, μαῦρο βλέμμα

μακρὺ σέρνεται ἡ οὐρά του χάμω στὸ μπαλκόνι

λὲς πῶς κάλεσε ἐμένα τὸ ἐπίσημο σκοτάδι.

Τείνομαι ἄπνους σὰ νὰ θέλω

νὰ σὲ ἀπομακρύνω ἀπὸ τὴν τέντα

μὴ σοῦ πέσει κι ἄλλο

νταμάρι ἴσκιου ἀπάνω σου.

Ἀρκετὰ ἀνήλιος ἔγινες.

Πῶς ἐνημερώθηκε ἡ φωτογραφία.

Χρόνος ἀληθινός σε χρόνο χάρτινο πῶς μπῆκε.

Μὲ ποιὰν οἰκειότητα ἡ ὀδύνη

μίλησε στὴν ἀπάθεια τῶν ἀψύχων.

Ἄραγε τί βαθύτερο νὰ εἶναι αὐτὰ τὰ ἄψυχα.

Μήπως τίποτα ζωὲς προηγούμενες ἐμψύχων

ποὺ μὲ τὴν πρώτη ἐπώδυνη εὐκαιρία

ὑποτροπιάζουν;

Χλόη Θερμοκηπίου

Ἐκδόσεις Ἴκαρος, 2005

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΥΛΗ

Χρόνε

τὴ διατριβή μου σοῦ ὑποβάλλω

μὲ θέμα της ἐσένα βασικὰ

γιατὶ αὐτὸ ποὺ εἶμαι τώρα

ἐσὺ τὸ ἔφτασες ἐδῶ.

Φτωχοὶ τῆς φύσης μου οἱ πόροι

δὲ μ᾿ ἔστειλε γιὰ ἀνώτερη ἀμάθεια

στὸ ἐξωτερικό. Ἔμεινα ἐδῶ στὸ νοίκι

μιᾶς χαμηλοτάβανης ἐσωτερικῆς

πατριδογνωσίας.

Οἰκονομική

μέθοδο ἄνευ διδασκάλου ἀκολούθησα

καὶ κάθε ἄνευ γενικῶς

ποὺ εἶναι μέθοδος εὐρύτερης μαθήσεως.

Τὶ τράβηξα δὲ λέγεται ἀδύνατον νὰ μπῶ

στὸ δύσκολο κεφάλαιο

τοῦ «ἄνευ σημασίας».

Ὅ,τι γιὰ μένα εἶχε

ἤτανε ἄνευ γιὰ τοὺς ἄλλους.

Κι ἐνῶ μὲ ἐπιμέλεια ἀποροῦσα

τὸ ἀπορώντας μοῦ ἔβαζε μηδὲν.

Διόρθωνα τὸ βαθμὸ ἐκ νέου ἀπορώντας

μὲ τὴν ἄνευ λόγου μέθοδό σου

χρόνε

νὰ φέρνεις ἀλλαγὲς καὶ ἐν τῶ ἅμα

νὰ παίρνεις πίσω σβήνοντας ὁλότελα

τὴν προηγούμενη τὴν ἤπια μορφὴ

ποὺ εἴχανε τὰ πράγματα

πρὶν γίνουν σπουδασμένα.

Καὶ τώρα ἀκόμα

μὲ τὴ μέθοδο τοῦ ἄνευ μεγαλώνοντας

σμικρύνομαι σαστίζω ἀπορῶ

πῶς ἄλλαξαν ἀκόμα καὶ τὰ ἄνευ

τόσο συχνὰ δὲν ἦταν

πῶς ἄλλαξε ὁ θάνατος

τόσος συχνὸς δὲν ἦταν

ὅταν ἐνθέρμως μοῦ τὸν σύστησε ἡ ἀγάπη.

ΑΝΑΚΙΝΗΣΤΕ ΚΑΛΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ

Πρόσωπα ἔργα καὶ ἡμέραι

ὅλα θυελλώδη

ἐνθάδε κεῖνται ἀραγμένα

ὅλα στὴν ἴδια ἀκύμαντη γαλήνη.

Ἄραγε ἀπὸ τὶ ἐλησθμονήθηκαν;

Ἐσωκλείονται ὁδηγίες.

Ἄν τὶς διαβάσεις προσεκτικὰ

Σύνθεση

Προφυλάξεις

Δοσολογία

ἕν κοχλιάριον τοῦ καφὲ καὶ οὔτε φῶς νηστικὸ

ἤ μιὰ μεγάλη ξέχειλη ὥς ἀπάνω

ἐκφυφλωτικὴ ρευστότητα

θὰ δεῖς ὅτι

τίς ἴδιες θανατηφόρες παρενέργειες ποὺ ἔχει

ἡ μικρὴ δόση ἀγάπης

τὶς ἴδιες ἀκριβῶς ἐπιφυλάσσει καὶ ἡ μεγάλη.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὸ ἐρώτημα

ἄραγε ἀπὸ τί ἐλησμονήθηκαν

βλέπεις χαραγμένο

τόσο ἀναπάντητο χορτάριασμα.

ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ ΛΗΘΗΣ

Ἐσὺ τὶς μνῆμες φέρνεις, λήθη,

ὅταν, ὅσο ἕνα ξεχασμένο ἀρνεῖται

νὰ φανεῖ, τόσο πολλά ἀναπηδοῦν

τὰ γύρω του, σκαλιὰ γιὰ νὰ πατήσει

νά ῾ρθει

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ, Περὶ μνήμης, 1964

Συμβαίνει

κι ἄς δυσκολεύεται νὰ γίνει πιστευτό.

Συμβαίνει νὰ θυμᾶσαι σὰν τώρα νὰ τ᾿ ἀκοῦς

βήματα ποὺ στὸ στέρνο σου εἰσβάλλουν

μὲ ἀγριεμένο στόχο νὰ ταράξουν τὴν καρδιά.

Περίεργο, ἐκείνη μετὰ χαρᾶς ὑποδέχεται

τὸν εἰσβολέα ρυθμό. Τὴν κατακτᾶ

ἔτσι ὅπως τινάζεται χοροπηδᾶ σὰν τὸ τόπι

ἐπάνω στὴν ἀφράτη ἀναπνοή της.

Ξέφρενα χτυπώντας ἡ καρδιὰ

ὅλο τὸ κάτοικό της αἶμα ξεσηκώνει

ὑπέρμαχο νὰ γίνει τοῦ πολέμου

ποὺ τῆς ἐκήρυξε ὁ μοιραῖος

ταραχοποιός.

Λεπτομερῶς θυμᾶσαι - ἀκοῦς

τὶς τυμπανοκρουσίες τῶν φλεβῶν

τὰ φτερωτά θούρια τῆς ροῆς

ὁλόκληρου τοῦ σώματος

τὶς διαταγές ποὺ δίνουν

τὰ βροντερὰ μηνίγγια νὰ σπάσει

ἡ καρδιά.

Σπάζει, ἀλλὰ ἀπὸ κεκτημένη ἔνταση χτυπᾶ

σαλταρισμένη τρέχει

ὅπως τρέχουν τὰ ὀρνίθια

μετὰ ἀφοῦ τοὺς κόψουν τὸ κεφάλι.

Καὶ τί ἀφύσικο κενὸ

ὅλα τὰ προκληθέντα νὰ θυμᾶσαι

λεπτομερῶς καὶ νὰ ξεχνᾶς τὸν πρόξενό τους

ποιὸς ἤτανε τὶ ἦταν.

Ἀλλὰ ἡ λήθη περιέργως λυπᾶται τὰ κενὰ

ποὺ πότε ἡ ζωὴ ἡ ἴδια ἀφήνει.

Κι ἀπ᾿ τὸ συρτάρι ὅπου φυλάσσονται

τὰ ἀζήτητα

παίρνει στὴν τύχη ἕνα

τὸ προσαρμόζει στὸ κενό σου

καὶ ὤ τοῦ θαύματος εὑρέθη νὰ θυμᾶσαι

 -τί σημασία ἔχει ποιόν.

Ξέρει νὰ συμβιβάζεται ἡ ἀνάμνηση.

Ἀλλιῶς τὰ χάνεις ὅλα.

Ναὶ, δροσερὰ συμπεριφέρεται

σὰν καλή Σαμαρεῖτις

στὸ διψασμένο ξέχασμα ἡ λήθη.

Προληπτικά, ἄς τὴν πιστέψουμε πὼς εἶναι

μιὰ παρεξηγημένη μνήμη κατὰ βάθος.

Ἄν καὶ θὰ ξεχαστοῦμε.

Η ΛΙΠΟΤΑΞΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ

Ἔτσι

χωρὶς ποτὲ νὰ μοῦ διαβάσεις παραμύθια

ὅπως χωρὶς σὲ μεγαλώσανε καὶ σένα

σπαρτιάτικα - ἐνῶ καλοπερνοῦν τὰ ψέματα

καὶ ψέμα ὅτι τρέφονται μὲ μέλανα ζωμό.

Τρέφονται μὲ τὶς ἀνάγκες μας

ἀνώτερες κι ἀπὸ βασιλικὸ πολτό.

Σὲ νυχτωμένο δάσος σὲ ἄφησε ὁ ποιὸς

καὶ σὺ δὲ ρώτησες ποτὲ κανένα παραμύθι

πῶς νὰ διαφύγεις καὶ ἀπὸ ποῦ.

Καὶ μόνο φόβοι

δίνανε στοὺς φόβους σου κουράγιο

ἐκεῖ ἀμετακίνητη νὰ μένεις

στοῦ ἀνέμου τὰ μουγκρίσματα

τὴ νύχτα ὅσο ξέσκιζε τῶν δέντρων τὰ κλαδιά

τὰ ὦτα καὶ τὰ χρόνια.

Ἔτσι ἀκριβῶς μεγάλωσες καὶ μένα,

σπαρτιάτικα, μὲ νυχτωμένου δάσους

τὸν μέλανα ζωμὸ

δὲ μ᾿ ἔστειλες ποτὲ σὲ παραμύθι

νὰ διαφύγω ἀπὸ ποῦ.

Κι ἐγὼ ὅπως ἐσὺ ποτὲ δὲ διανοήθηκα

σπιτάκι φωτισμένο στὸ βάθος νὰ διακρίνω

ποτὲ δὲν μπῆκα στῆς Χιονάτης τὴ δανεικὴ ὁδὸ

δὲ χώθηκα ποτὲ σὲ ξένη σούπα

νὰ κοιμηθῶ

οὔτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα

μικρόσωμο κρεβάτι μὲ νάνους σκεπασμένο

γιὰ νὰ κρατιέται ζεστουλό.

Μάνα, λὲς νὰ εἶναι

κληρονομικὴ ἡ πραγματικότης;

ΕΦΟΔΙΟ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ

Μὲ κατακρίνεις

ὅτι συμπεριφέρομαι λιπόψυχα, ἀργὰ

ὅπως κοντοστέκεται ἡ φοβία νὰ ἐντοπίσει

ποιὸς κίνδυνος ἀπὸ μακριὰ

φωνάζει τ᾿ ὄνομά της.

Εἶμαι τρωτὴ, γι᾿ αὐτό.

Ὄχι στὴ φτέρνα μόνο,

τὸ ἐνιωσα

παρότι ἦταν ἀκόμα στὰ σκαριὰ

στὶς δοκιμὲς ἡ ἰδιοσυγκρασία.

Κι ὅμως ἐγὼ τὰ ἄκουσα τὰ λάδια

νοθευμένα

δὲ γράσωναν καλὰ τὴν ἄμυνά μου

 -τί τὰ θὲς, τεχνίτες ἀνειδίκευτοι

οἱ ἀστερισμοί μας.

Μάνα, τὴν παρακάλεσα, πήγαινε στὴ Θέτιδα

γνωρίζεστε ἐξ αἵματος μάνες κι οἱ δυὸ

ἐβγάζατε ἀπὸ πάνω σας και ξεπετούσατε

στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια

καὶ ζήτα της τὸ ἀθάνατο περίσσευμα

ἀπ᾿ τὴ θνητή ἐπάλειψη τοῦ γιοῦ της

τοῦ Ἀχιλλέα.

Ὄχι μὲ ἀθανασία

μὲ βεβαιότητα νὰ μὲ ἐπικαλύψεις.

Μοῦ χίμηξε

τὶ ἀθανασία τὶ βεβαιότης εἶπε

ἐξίσου ἄτρωτες οὐσίες καὶ οἱ δυό.

Καὶ μάθε ἀκόμα

πὼς τὸ περίσσευμα ἀπ᾿ τὸ παλιό του λάθος

κανεὶς δὲν τὸ χαρίζει σὲ κανέναν.

Βαθιὰ

μὲς στὶς ἀμετανόητες προθέσεις του τὸ κρύβει

νὰ ἐπαλείψει ἀθάνατο

καὶ τὸ ἑπόμενο προσφιλές του λάθος.

Τὸ κυριότερο

 - συνέχισε ἡ μάνα μου μιλώντας

μὲ οἶκτο χλευαστῆ -

παιδὶ μου πῶς θὰ ζήσεις χωρὶς τρωτὰ σημεῖα

χωρὶς τῆς ἀγωνίας τὰ ἐφόδια

τὶ προκοπὴ θὰ κάνει ἡ άντοχὴ σου

χωρὶς εἰσόδημα πικρίας

πῶς θ᾿ ἀναθρέψεις τὴν ἀπώλεια

πῶς θ᾿ ἀντικρίσεις τοὺς ἐχθρούς σου.

Οἱ ἐνοχὲς σου τὶ θ᾿ ἀπογίνουν

ὅταν τοὺς κόψεις τὴ διατροφή

θ᾿ ἁγιάσουνε ὡς φτωχὲς μετὰ ἀπὸ τόσα πλούτη;

Θ᾿ ἀπαρνηθεῖς τὴν ἥττα;

Ἡ ἥττα εἶναι παράδοση

μιλιέται ἀπὸ σῶμα σὲ σῶμα διαιωνίζεται.

Εἶδες ποτὲ κανένα ὄνειρο

μεταμοντέρνας νίκης νὰ διαρκεῖ;

Ἄν δὲν τρωθεῖς

ποῦ θὰ σὲ βρεῖ ἡ ἀγάπη.

Τὸ βέλος θὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν πληγὴ σου.

Γιὰ ποιὸν νομίζεις ξεκινάει ἀπὸ τὸ μακρινὸ

τὸ ἔρημο τὸ ἀβέβαιο ὄνομά της;

Ὄχι γιὰ τὸ ἀξέχαστο βλέμμα τοῦ τοξότη

στῆς ἕλξης τὸ φαρμάκι βουτηγμένο.

Γιὰ νὰ τραφεῖ ἀπ᾿ τὴν πληγὴ σου ξεκινάει

ἡ πεινασμένη ὕπαρξή της.

Ἀβέβαια ζῆσε.

Τίμα τὴν προέλευσή σου.

Κατάλαβέ το, ἐρχόμαστε ἀπὸ μιὰ

παροδικὴ ἀβεβαιότητα τοῦ θανάτου.

Η ΑΓΡΙΟΦΩΝΑΡΑ

Στὸν κόσμο σου δὲ μ᾿ ἔφερες ἐσύ.

Κύτταρο ἄστοργο μὲ ἔδιωξε ἀπ᾿ τὸν δικό του

κόσμο γιατὶ ἤτανε πολύτεκνο.

Καὶ μ᾿ ἔστειλε σὲ σένα

τάχα ὅτι διδάσκεις δωρεάν

τεχνάσματα καὶ τέχνη ἐπιδέσεως πληγῶν

πὼς θεραπεύεις τὴν παραίτηση μὲ μόσχευμα

κομμάτι ἀφαιρώντας ἀπὸ τὸν μηρὸ τῆς ἥττας

ὥστε νὰ βελτιώνεται τῶν λέξεων ἡ ζωή.

Τίποτα δὲ μὲ δίδαξες.

Νυχθημερὸν μὲ ἔβαζες νὰ ψάχνω

δίχως νὰ ξέρω τί δίχως νὰ λὲς

ἄν κάτι ἄλλο χάθηκε ἀπ᾿ ὄσα ἔχουν χαθεῖ.

Νὰ λύνω ἄνθρωπο μοῦ ἀνέθετες

μὲ πράξεις ποὺ βασίζονταν σὲ κινητοὺς κανόνες

κι ἔβγαινε μετατόπιση σκληρὴ

λάθος ἡ ἐπαλήθευση

σωστὰ τὰ μπερδεμένα.

Ἔστρωνα ράγες κάρφωνα τονισμοὺς

γιὰ νά ῾ναι ἀσφαλὴς ἡ κύλιση τῶν στίχων

μάθε με, σὲ ἱκέτευα, πῶς νὰ στερεώνω ἐπιβάτες

καὶ σὺ μοῦ ἀπαντοῦσες

ἀρκεῖ νὰ τοὺς ἐφεύρεις. Ἡ μόνη στέρεη μέθοδος.

Τὰ μυστικά σου τά ῾σερνες στὸν κόρφο σου ραμμένα

καὶ μόνο μὲ τοῦ νοῦ κρυφοκοιτάγματα ἀντλοῦσα

ἤχους καὶ διάταξη νεροῦ δίπλα στὴδίψα.

Ἀνιχνευτὴ δὲ μοῦ ῾δωσες. Μόνη μου

κατασκάφτηκα σκάβοντας καὶ ἀθώους

σὲ μέγα βάθος ζώντων καὶ νεκρῶν περιπλανιόμουν

νὰ χάνομαι ἐγὼ κι ἐκείνους νὰ τοὺς χάνω.

Ἔφευγες κάθε τόσο μὴν ἀφήνοντας

οὔτε μιὰ λέξη κάτω ἀπ᾿ τὸ χαλάκι τῆς ἐξώπορτας

καὶ μὲ ἐξώθησες νὰ κλέβω ἀντικλείδια

ἀπὸ περιφερόμενους λωποδύτες στίχους

γιὰ νὰ μπῶ.

Καὶ ποιὰ ἡ ἀναγνώριση.

Γύρισα μιὰ μέρα ἀπ᾿ τὴ σπορὰ καὶ βρῆκα

στὸ δρόμο πεταμένη τὴν οἰκοσκευή μου

καὶ ὅσα εἶχα ἐπὶ χάρτου ἀκουμπήσει

τὰ ἔκανες τοῦ διωγμοῦ μου περιτύλιγμα

καὶ αἰτιολόγησή του.

Ἄστεγη περιφέρομαι κλειστὲς οἱ πόρτες

ἀγνώμονες οἱ ἐπιβάτες ποὺ στερέωσα

καμώνονται ὅτι δὲν εἶναι μέσα.

Μέσα εἶναι.

Ἀλλοῦ, ἀπ᾿ τοὺς ἀγάπησα, δὲν ἔχουν ποῦ νὰ πᾶνε.

Ἄγραφων στίχων βρίσκω μισάνοιχτη τὴν πόρτα.

Σπρώχνω ἐλαφρὰ τὸ τρίξιμο νὰ μπῶ

κι ἀπὸ τὸ βάθος βάθος μοῦ ἀπαντᾶ

μιὰ ἀγριοφωνάρα

πὼς ἔχουνε γραφτεῖ.

ΕΠΩΔΥΝΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Ὅ,τι λὲς στὴν πένα τὸ γράφει.

Σκέπτεσαι θυμᾶσαι νομίζεις ἀγαπᾶς ὑπαγορεύεις.

Μερικὰ τὰ ἀποσιωπᾶς.

Ὄχι πὼς εἶσαι ὑποκριτὴς ἀλλὰ

λιγάκι σὰ νὰ ντρέπεσαι ποὺ εἶναι τόσο λίγα

καὶ σὰ νὰ κομματιάζεσαι τόσα πολλὰ ποὺ εἶναι.

Μὲ ἀφοσίωση σὲ ἀκοῦνε οἱ λέξεις

σὲ ἀντιγράφουν καὶ ἡ πένα διψασμένη

ρουφάει ὅσο μελάνι ἀφήνουν πίσω τους

 - σὰν τὶς σουπιὲς – τὰ συνταρακτικὰ

θολώνει ἡ σύλληψή τους.

Ὅπως σοῦ ὑπαγόρευσε ἡ μοίρα νὰ τὰ ζήσεις

γραμμένα σὲ δικό της ἀπορροφητικὸ χαρτὶ

ἔτσι ἀκριβῶς κι ἐσὺ τὰ ὑπαγορεύεις

στὴν ἄγνωστη ποιότητα τοῦ μέσου ποὺ διαθέτεις.

Καμιὰ φορὰ ὅταν ἡ πένα μπάζει κρύο

γιατὶ οἱ προφυλάξεις ἔχουν πετσικάρει

ἀπ᾿ τῶν δεινῶν τὴν παλαιότητα

λίγο παραμορφώνεις τὴν εἰκόνα -

αἴσθημα ποὺ δριμὺ χειμώνα δρέπει

τὸ στρέφεις νὰ μαζεύει χαμομήλια

καὶ κάπως ἔτσι γλυκαίνει τοῦ κειμένου ὁ καιρός.

Ὅλα ἐτοῦτα καὶ ἄλλα μαζὶ

τὰ παίρνει φεύγοντας ὁ χρόνος

σὰ νά ῾τανε δικὰ του.

Κάποια στιγμὴ τοῦ τὰ ζητᾶς τ᾿ ἀνοίγεις

θέλεις νὰ δεῖς ἐὰν θυμᾶται τὸ χαρτὶ ὅσα

τοῦ ὑπαγόρευσες γιατὶ ἀκόμα

καὶ τῆς ἄψυχης ἐγγύησης ἡ μνήμη

μὲ τὸν καιρὸ κι αὐτὴ ἀδυνατίζει.

Ταράζεσαι χλωμιάζεις βλέπεις

νά ῾χουν γραφτεῖ πράγματα ποὺ δὲν εἶπες

τὸν ἑαυτό σου ἀγνώριστο

κι οἱ πράξεις του θρασύδειλες

νὰ θριαμβεύει ὡς θύμα

κι ἄλλα κι ἄλλα τερατώδη, ἐπονείδιστα

ποὺ καὶ νεκρὸς νὰ εἶσαι

ντρέπεσαι νὰ τὰ πεῖς

μὲ τὸ γυμνὸ ὄνομὰ τους.

Φρίττεις κι ἑρμηνεύεις

πὼς ὅλα εἶναι βγαλμένα

τάχα ἀπ᾿ τῆς γραφῆς τὸ ἄρρωστο μυαλό.

Σὲ λιγοστεύει σὲ ταπεινώνει νὰ παραδεχτεῖς

πὼς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἀνίδεα ποὺ γράφουμε

γνωρίζουνε γιὰ μᾶς περισσότερα

καὶ πιὸ ἀβυσσαλέα

ἀπ᾿ ὅσα μισοξέρουν ὅσα ζήσαμε.

ΟΜΙΧΛΩΔΗΣ Η ΛΥΤΡΩΣΗ

Κυμαίνομαι

στοὺς τοίχους τοῦ διλήμματος χτυπῶ.

Τί εἶναι προτιμότερο

νὰ σὲ σκέπτομαι

ἤ νά ῾ρχεσαι καλύτερα ἀπ᾿ ἔξω

ποὺ εἶναι ἀσφαλέστερο ποτέ;

Σ᾿ αὐτὸ τὸ σπὶτι ἀδειανός νὰ παραμείνω

ἤ νὰ μεταφερθῶ σὲ ἄλλο ἀδειασμένος;

Σὲ τοῦτο ἔχω ἀφήσει

δακτυλικὰ ἀποτυπώματα σιωπῆς.

Τὸ ἄλλο θὰ ἔχει ἀκουστική;

Γράφτηκα δωρητὴς τῶν ὀφθαλμῶν μου -

ποῦ νὰ τοὺς δωρίσω

στὴν αἰωνιότητα νὰ βλέπει

τί ὑπναράδες Θὲ μου τὴ μονοπωλοῦν,

ἤ καλύτερα στὶς Αλκυονίδες

μήπως τὶς ξαναδῶ; - ποῦ ξέρεις,

ὁ διάβολος τὸ ἄγνωστο ἡ ἐλπίδα κι ὁ Θεὸς

μπορεῖ νὰ ἔχουνε τὸν ἴδιο δικηγόρο.

Στὸν ἔρωτα πάντως μάτια δὲ χαρίζω.

Αυτὸς τυφλὸς καὶ φεὺγει

φαντάσου καὶ νὰ βλέπει.

Αἰχμάλωτο κλεισμένον στὴ δική μου ὅραση

σὲ κρατᾶ ἡ φαντασίωση.

Τί εἶναι προτιμότερο

νὰ κάνω πὼς δὲ βλέπω καὶ νὰ ὑφίσταμαι

ἔτσι δωρεὰν μόνον αὐτὴ νὰ σὲ κοιτάζει

ἤ νὰ ζητήσω λύτρα

ἀπὸ τὰ καρφωμένα μάτια της ἀπάνω σου;

Ὄχι ὄχι δίλλημα, πλεονεξία μᾶλλον.

Θέλεις δικά σου νὰ κρατήσεις

κι αὐτὸ ποὺ μοιάζει προτιμότερο

καὶ τ᾿ ἄλλο ποὺ σοῦ τάζει ἐφεδρεία.

Δὲν ἀντέχεις νὰ στερηθεῖς

οὔτε τὸ χλωμὸ οὐράνιο τόξο τοῦ ἑνός

οὔτε τὴν ὁμιχλώδη λύτρωση τοῦ ἄλλου.

Ἄλλωστε κι ἀπὸ μόνα τους αὐτὰ

ἀρνοῦνται νὰ χωρίσουν. Ριζωμένα

στὸ ἴδιο ἀναποφάσιστο

μακροχρόνιο χῶμα

σιγὰ σιγὰ μονιάζουν ἀγαπιοῦνται

μοιράζονται καὶ τρῶνε τὴ σύνταξη ποὺ παίρνει

ἡ παχυλὴ ἐκκρεμότητά τους – ποτὲ νὰ μὴν πεθάνει -

κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ συνάφεια μὲ τὸ κέρδος

μοιάζουνε πιὰ σὰ δύο προτιμότερα νὰ ἔχεις.

Καὶ πότε ὁ ἔχων δύο ἔδωσε ποτέ τό ἔνα

στὸ Θεῖο Ἐκεῖνο κήρυγμα

πότε ἀπό τοὺς περισσότερους τοῦ ἑνὸς ποὺ εἶσαι

δόθηκε ποτὲ ὁ ἕνας στὸν ἄλλον;

Καὶ νὰ δόθηκες σιγὰ σιγὰ τὸ παίρνεις πίσω.

ΝΥΝ ΑΠΟΛΥΕΙΣ

Βροχὴ

μιὰ διασκεδάστρια εἶσαι ἄβουλη

τοῦ σύννεφου ποὺ πλήττει μὲς στὸ μαῦρο.

Ἄν εἶσαι μάγισσα ὅπως πίστευα

πρὶν ξαστερώσει ὁ παγετὸς τῆς ἡλικίας

χαρίσου πέφτοντας

πάνω σ᾿ αὐτὸ ποὺ σκέπτομαι

ν᾿ ἀνθίσει ἀνάγκασέ το

κι ἕνα πουλὶ ξελόγιασε

έπάνω στα κλαδιὰ τῆς ἀκοῆς μου

πεῖσε το νὰ καθίσει

μὲ μάγια τὴ φωνή του ἀνακάτεψε

νὰ κελαηδάει νυχθημερὸν κατάφερέ το

κι ἄς ἐνοχλεῖται τὸ ἀφύσικο

καὶ ἄς τοῦ λέει πάψε θὰ σὲ σκοτώσω

ἐκεῖνο νὰ μὴν παύει

νὰ κελαηδάει ἀτρόμητο γενναῖα

ἀπὸ τὸ στρὲς ποὺ προκαλεῖ ἡ γενναιότης

ξερὸ νὰ πέφτει χάμω

κι ἐνῶ ἐσὺ βροχὴ μόλις τὸ δεῖς

νὰ παύεις λυπημένη νὰ κάνεις δεύτερη

 - σεκόντο – φωνὴ

ἐκεῖνο νὰ μὴν παύει

ἀπτόητο νὰ κελαηδᾶ μὲ δύναμη

ἀκόμα πιὸ μοναχικὴ

ἄχ

ἔτι καὶ ἔτι ψάχνω

ὅλα τὰ πιστευτὰ τοῦ κόσμου ἁλωνίζω

νὰ βρῶ μιὰ δεύτερη φωνὴ

ἀπίστευτο πουλάκι ἔλα μέσα.

ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΘΕΛΩ

Σοῦ ἔτεινα προσέγγιση

ἀλλὰ ἤδη χαιρετισμὸ μοῦ ἔστελνε τὸ χέρι σου

ἀπογειωμένο σὲ ὕψος ἀσφαλείας του

πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιάδες πόδια ὑπολογίζω.

Ἄξιον ἀπορίας τὰ κατάφερα

τηλαισθαντικὸς ἀεροπειρατὴς νὰ μπῶ

στὸν ἐναέριο χῶρο του

καὶ σημαδεύοντάς το μὲ μακρύκανο

κυνηγενικὸν αἰφνιδιασμὸ

νὰ χάσει ὕψος τὸ ἀνάγκασα

καὶ μὲς στὸ χέρι μου νὰ προσγειωθεῖ.

ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ

Τὰ ἀκατόρθωτα – μὴ σὲ ἀπασχολεῖ -

θὰ τὰ προμηθευτῶ ἐγώ.

Ἐσὺ φέρε μόνο τὸ χέρι σου στὸν ὦμο μου

δέσ᾿ το γιὰ σιγουριὰ ἀπὸ μιὰ φλέβα τοῦ λαιμοῦ

ἄδειασέ με ὅλη μέσα

αὐτὴ εἶναι ἡ σωστὴ ἀναλογία

σ᾿ ἕνα χέρι ἕνας ἄνθρωπος

ἀνακάτεψε καλὰ νὰ γίνει λεῖο σφιχτὸ τὸ μεῖγμα

τάχα νὰ ἐπισκευάσεις μιὰ παράλειψη παλιά

νὰ γίνει σὰν καινούργια σοῦ παράγγειλε

τὸ κατορθωτό.

ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗ ΑΞΙΑ

Διάβασα μιὰν ἄκρως ἐνδιαφέρουσα

ἐπιστημονικὴ ἐξακρίβωση

ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι

εἴμαστε ἐπὶ τῆς γῆς τὰ μόνα πλάσματα

ποὺ κλαῖνε.

Κι ἔνιωσα ὑπερήφανη ποὺ

μόνον ἡ δική μας ἐσωστρέφεια διαθέτει

τόσο ἐκδηλωτικοὺς συνάνθρωπους ἀδένες.

Λέω -ὑπόθεση κάνω -

ἄν ἤμουνα δεντράκι μὲ λεμονανθοὺς

κι ἔδενε ὁ ἀνθός μου σὲ λεμόνι

κι ἕνας καυτὸς ἀέρας διψασμένος

γιὰ κάτι ζουμερὸ

στρίβοντας τὸ λαρύγγι τοῦ κλαδιοῦ

ἔκλεβε τὸ λεμόνι

τὸ ἔκοβε στὴ μέση

μὲ τῆς μικρῆς κλοπῆς τὸ παιδικὸ

ἀθῶο σουγιαδάκι

τὸ ζούλαγε μὲ δύναμη

νὰ στάξουν οἱ χυμοὶ

στὸ στόμα τῆς φρυγμένης

ὀρθάνοιχτης πνοῆς του

καὶ κατὰ λάθος ἀπ᾿ τὸ ζούλιγμα

σταγονιδίων τσούξιμο ἁψάδα πεταγόταν

στὸ μακρινό σου μάτι

 - ὅσο μακριὰ θέλεις

πετάγεται ἡ εὐχὴ -

ἴσως - ὑπόθεση κάνω -

νὰ τὴν εἰσάκουγαν

οἱ δακρυγόνοι ἀδένες σου.

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ

φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.

Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ

κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ

σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει

ἡ περιέργεια

 -ὄφις προγενέστερος

καὶ πιὸ φανατικὸς

ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι

δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

καὶ τὴν πείθει

νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ

νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη

πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα

ποὺ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη

ἀπὸ τὴ στέρησή της.

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ Θ᾿ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙΣ

Τίποτα δὲ θ᾿ ἀντιληφθεῖς

θὰ διαβάσεις μόνο τὸ πρωὶ

κάτι συνθηματικὰ χείλη γραμμένα

στὸ διπλανὸ ποτήρι σου

μὲ ὁλονύκτιο νερό.

Σκέφτομαι ἀπόψε νὰ στείλω τὴ μελαγχολία μου

νὰ κοιμηθεῖ μαζί σου

νὰ μείνω λίγο μόνη.

Στὴν τσάντα της θὰ βάλω

κάτω ἀπ᾿ τὰ βραδινά της φάρμακα

δῆθεν κατὰ λάθος μιὰ φωτογραφία της

πῶς ἤτανε μικρὴ

μὴ καὶ τὴ νανουρίσεις

καὶ κάτω ἀπ᾿ τὸ νανούρισμα θὰ κρύψω

μιὰ δεύτερη ἀλλαξιά

μὴ καὶ ἀλλάξουνε τὰ πράγματα

καὶ τὴν κρατήσεις κι αὔριο βράδυ.

Βέβαια, πῶς ἀγαπᾶς νυχτιάτικα τὸν ἄλλον

χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσεις. Ἄκου

προστακτικὴ φωνὴ ἦταν ὁ ἔρωτας

πρὶν ἀνακαλυφθεῖ ἡ ἱκεσία.

Ἐξάλλου ἐσὺ τίποτα δὲ θ᾿ ἀντιληφθεῖς.

Θὰ ξάπλωνε ὄχι δίπλα σου ἀκριβῶς

τὸ ἀκριβῶς εἶναι ἄξενο.

Σὲ παραπλήσια ἄνετη προθυμία

θ᾿ ἀποκοιμιόταν γέρνοντας

πλάι καὶ κολλητὰ

στὸ μὴ ἀντιληπτόν

- θεῖο πλάσμα. Ἀγάπα με τοῦ λὲς καὶ σ᾿ ἀγαπάει.

ΜΑΡΤΗΣ

Ξάφνιασμα εὐχάριστο.

Σήμερα στὶς ἐξήμισι πὶ μὶ

 - ἀντὶ ἑπτὰ ὥς χτὲς -

σβήσανε τὰ φῶτα τοῦ Δήμου.

Σκόνταφταν λίγο τὰ πουλάκια

ἐπάνω στὸ θαμπὸ κελάηδισμά τους

ἀλλὰ εὐθὺς

ἕνα ὅλο καὶ πιὸ δυνατὸ χεράκι τοῦ φωτὸς

τὰ ὄρθωνε ψηλά.

Ἄρα μεγάλωσε ἡ μέρα.

Κατὰ μισὴ ὡρίτσα θὰ μοῦ πεῖς.

Λίγο εἶναι;

Γιά θυμήσου τὰ χρονοβόρα.

Ἐντέλει δυὸ λεπτὰ χρειάστηκαν

καὶ οὔτε.

Κι εἶχες μετὰ δική σου

ἄπλετη ὅλη τὴν ὑπόλοιπη μπόρα.

ΑΕΡΟΓΕΦΥΡΕΣ

Χάθηκες

ποῦ στριφογυρνᾶς.

Πέρνα καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο μου

συνήθως εἶμαι ἐκεῖ

ἐκτὸς ἄν κλαίει τὸ φεγγάρι

ὁπότε βγαίνω στὸ μπαλκόνι

τὸ διότι νὰ ρωτήσω τὶ συμβαίνει.

Πέρνα καμιὰ φορά.

Μπὲς ἀπ᾿ τὸ πλάι στάσου

κάτω ἀπὸ τὸ γεφυράκι τῆς παλάμης μου

ἀπ᾿ ὅπου ἥσυχα κυλάω.

Ἐκτός ἄν ἔχει ὁλότελα μαυρίσει τὸ νερὸ

ἄν ψόφησαν κι οἱ πέτρες

ἄν ἔχει μολυνθεῖ καὶ ὁ βυθὸς

ὁπότε θὰ μὲ βρεῖς

στοῦ σεντονιοῦ τὶς ὄχθες.

Μὴ φοβᾶσαι.

Πάρε μαζὶ σου ἄν θὲς γιὰ σιγουριὰ

καὶ τὴν ἀπαίτηση νὰ μὴ σ᾿ ἀγγίξω διόλου

ἀνανέωσε καὶ τὴ ληγμένη ἄδεια

νὰ σὲ κοιτῶ

καὶ σοῦ ὑπόσχομαι

ἐγκαίρως νὰ ξυπνήσω

ὥστε νὰ μὴ σὲ πάρει εἴδηση

ὁ ὕπνος σου ὅτι λείπεις.

ΤΙΝΟΣ ΟΝΕΙΡΟΥ Τ᾿ ΟΝΕΙΡΟ

Ὄρθια σὲ αὐτοκίνητο μαῦρο γυαλιστερὸ

μὲ ἀνοιγμένη τὴ σκεπὴ

νὰ φαίνομαι σὰν ἱερὸ ἀνώτατο ἀξίωμα

ἀργὰ μὲ δυσκολία διέσχιζα

τὰ ὀργισμένα πλήθη τῶν ὀνείρων ἐναντίον μου

πού δὲν τ᾿ ἁγιοποιῶ

κατὰ τί ὑστεροῦν τῶν ἁγίων

τί δὲν στερήθηκαν

σῶμα δὲν τοὺς ἔμεινε τὸ μοίρασαν

κι ἐκεῖ

κι ἐδῶ

γιατὶ κι ἐκεῖ στενάζουν πόθοι

κι ἐδῶ χαροχτυπιοῦνται.

Σῶμα δὲν ἔμεινε

λίγη σκιὰ κρατήσανε μονὰχα γιὰ τὰ ναῦλα

δὲν ἔχει ἀτέλεια ἡ ἀπώλεια

ξαναπληρώνει.

Καὶ ξαφνικὰ διαδηλωτὴς κι εσὺ μεμονωμένος

ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῶν προτιμήσεών μας

χωρὶς νὰ εἶναι φίλες καμίας λογικῆς.

Πιστὸς στὴ μυστηριώδη ἐμμονή τους

διέσχιζες ὅπως τότε – κάθε μέρα –

τὴ γειτονικὴ πλατεία

- ἀλήθεια, τὸ σῶμα ποῦ τὸ βρῆκες

τίνος ὀνείρου τὸ νεκρὸ ὄνειρο ἀπογύμνωσες –

μὲ τὸ τουὶντ νηφάλιο σακάκι σου

μὲ τὸ δερμάτινο κουμπὶ νὰ θέλει ἀκόμη ράψιμο

νὰ προσπερνᾶς τὸ πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο περίπτερο

νὰ παρακάμπτεις ἔνοχα τὸ τρίτο

νὰ σκύβεις τὸ κεφάλι σου νὰ μὴ σὲ δεῖ

τὸ ἐπόμενο ὥσπου στὸ μακρινότερο νὰ φτάσεις

χωρὶς νὰ εἶναι φίλος ὁ περιπτερὰς

καμίας ἐξηγήσεως.

Τόσο κοπιαστικὴ προτίμηση

γιὰ μιὰν ἐφημερίδα Βῆμα ν᾿ ἀγοράσεις

λὲς κι ἦταν βῆμα μεγαλύτερο αὐτὸ ἀπὸ τ᾿ ἄλλα

λὲς καὶ δὲν εἶναι μετρημένα ὀλιγοσέλιδα

βήματα ἡ ἀνάγνωση τοῦ ἡμερήσιου κόσμου.

Ἔτσι ἀνεφάνης καὶ ἀνάγκασες τὸ ἀνώτατο

ὀνειρευόμενο ἱερό ἀξίωμά μου

μεροληπτικὰ νὰ ἁγιοποιήσει

τὰ βήματα μιᾶς προτιμήσεως ἄγνωστης

ποὺ προσπερνώντας τό ῾να μετὰ τὸ ἄλλο

ὄνειρα κοντινὰ

σὲ φέρανε σὲ τοῦτο δῶ ἀπόψε

τὸ μακρινότερο ὄνειρο ἀπ᾿ ὅλα

χωρὶς νὰ εἶναι φίλος ὁ περιπτερὰς

καμίας λογικῆς μου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ὅταν λέμε ὀνειρεύτηκα

πάντα δὲ σημαίνει πὼς εἴδαμε στ᾿ ἀλήθεια

ἕνα ὄνειρο.

Ἀλλὰ ὅτι ξυπνητοὶ

φέρνουμε λίγο πρὸς τὰ μπρὸς

κάτι ποὺ στέκει πίσω πραγματικὸ

μήπως τὸ ξεγελάσουμε

πὼς μονάχα ὡς ὄνειρο μᾶς ἔχει βασανίσει.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Ἀδρανεῖς.

Σὲ παρασύρει ἡ φωτογραφία σου

ὅτι τὸ ἔχεις δίπορτο

ὅποτε θέλεις εἶσαι τάχα ἐδῶ

κι ὅποτε θὲς κατέρχεσαι.

Σ᾿ έξαπατοῦν ἐπίσης

τὰ φουσκωμένα λόγια τῆς ἀνοίξεως

δῆθεν ὅτι τὰ ἄνθη της

συμπαρασύρουν σὲ ἀνάσταση

κι ἄλλα ἐσταυρωμένα χώματα.

Ἄκουσέ με, πάρε

στὰ χέρια σου τὴν κύλιση τοῦ λίθου.

Ἄς σπρώξει λίγο καὶ τὸ Μεγάλο Σάββατο

γεροδεμένο εἶναι

σήκωσε θεία κλοπὴ ἀσήκωτη

καὶ στὰ οὐράνια μοναχό του τὴν ἀνέβασε.

Μόνο βιάσου γιατί ὅπου νά ῾ναι

τὸ θαῦμα τῆς διαψεύσεως τίθεται ἐπὶ τάπητος

ἀκάνθινο.

ΤΟ ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ

Δὲς τι καπνὸς ἀναστατώθηκε

σὰ νά ῾χω ρίξει στὴ φωτιὰ ὀργὴ

ἤ νὰ καίω

στοῖβες μολυσμένο ρουχισμὸ καὶ εἴδη ἐπαφῆς

νὰ μὴ μεταδοθεῖ ἡ ἀνθρωπότης

καὶ σὲ ἁγιογράφους.

Καὶ νὰ σκεφτεῖς πὼς καίγεται

κάποιων μορφῶν ὁ πρόλογος μονάχα.

Ἕως ἐκεῖ γραφτῆκαν ἀκριβῶς

ἕως τοῦ σαγονιοῦ τὸ βάραθρο μετά.

Οὔτε αράδα παρακάτω πουκάμισο ἀνοιχτὸ

ἤ ἔστω σὲ ἀγκύλη

μπαταρισμένο βλέμμα

στὸ πελαγῶδες στέρνο.

Τόσος καπνὸς ἀπὸ τὴν καὺση

ἑνὸς προλόγου μόνο περὶ μορφῶν.

Ὄνειρο δὲν εὐτύχησε νὰ μπεῖ στὸ κύριο θέμα.

Ὅσα τὸ ἀποτόλμησαν

ἄνοιξαν καὶ δὲ βρήκανε κανέναν.

Ἀγαθιάρικο τὸ προλογίζον ὄνειρο

ἄφηνε τὰ γραφόμενα ξεκλείδωτα ἀνοιχτά.

Παραξενεύσαι δικαίως μὲ ρωτᾶς

γιατὶ δὲ ρίχνω στὴ φωτιὰ διαμιᾶς

ὁλόκληρη τὴν ὕλη τῶν μορφῶν

παρὰ μοχθῶ περίφροντις νὰ σκίζω μία μία

μικρὰ μικρὰ κομμάτια κομματάκια τὶς σελίδες.

Γιὰ νὰ μὴν τὶς διαβάσει ἡ στάχτη.

ΓΙΑ ΚΑΠΝΙΣΤΕΣ

Μὲ ποιὸ ναυάγιο ἄραγε ἰδιόρρυθμο ταξίδεψα

καὶ τώρα ἀντὶ νὰ μὲ κρατοῦν

στὴ μοιρολογίστικη ἀγκαλίτσα τους τὰ φύκια

σουλατσάρω σὰ μιὰ συνηθισμένη ζωντανή

σὲ σπάνιας ἐκπλήξεως ἐντόπιο λιμάνι;

Ἄνετη, σὰ νὰ μὴν ξέρω τίποτα

πίνω περιπατητικόν φραπέ

γουλιὲς θορύβου προκαλῶ

ρουφώντας μὲ κατάρτι

καπνίζω σὰ νὰ ξέρω

τό ῾να φουγάρο ἀνάβω τ᾿ ἄλλο σβήνω

ζήτημα ἄν ἔχουν μείνει

ἕνα δυὸ καράβια στὸ πακέτο μου.

Εἴδη κολυμβήσεως σωσίβια μάσκες ψαροντούφεκα

γύψινα ἐκκλησάκια γιὰ μικρούλη

παιδιάστικο Θεό,

βότσαλα ζωγραφισμένα μὲ ἀνεξίτηλη

στεριά γοργόνας

κοχύλια περασμένα στὸ κλάμα τῆς οὐρᾶς της

ρωτάω τιμές ἡ αὔρα τῆς θαλάσσης πόσο κάνει

πόσο τὰ σφουγγάρια

εἶναι φρέσκα ἤ χολὴ καὶ ὄξος;

Σκληρὰ παζαρεὺω μέχρις αἰσχροκέρδειας

τὴ νοσταλγία τους γιὰ τὸν χαμένο πιὰ βυθό.

Ἄν μοῦ τὴν ἔδιναν φτηνὰ θὰ βούλιαζα εὐχαρίστως

ἐπίτηδες πνιγμένη

νὰ μ᾿ ἔβρισκαν οἱ δύτες σφουγγαράδες

νὰ μὲ ἀπίθωναν σὲ ἀχιβαδένιο λίκνο

ἐκκολαπτόμενου μαργαριταριοῦ

ἐπίτηδες πνιγμένη νὰ θησαύριζα

φιλιὰ ζωῆς ποὺ θὰ μοῦ ἔδινε ἡ μάσκα τους.

Μάσκας φιλί.

Μὴ καὶ τὸ ἄλλο τὸ ἀλλιώτικο τὸ ἔξω ἀπὸ τὸ νερό

ἀκάλυπτο μᾶς δίνεται;

Ἡ γεύση του πάντα δὲ φοράει στὸ πρόσωπό της

κάτι ἀδιαπέραστο;

Στράφηκα νὰ ἐξηγήσω στὰ χείλη σου

τὸν ὑπαινιγμό

μὰ εἶχες ἤδη μπεῖ στὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο

καράβια ποὺ εἶχαν μείνει στὸ πακέτο μου

καὶ τὸ τελευταῖο μοῦ τὸ ἔκανε τράκα

τὸ ὄνειρο ποὺ εἶδα.

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

Εὐχὲς κροτίδες καὶ φιλήματα ἀνταλλάσσουν

οἱ ἅγιες μέρες μεταξύ τους

κι ἐγὼ χτυπῶ τὴν πόρτα σου

ὄχι γιὰ νὰ εἰσέλθω μολονότι

κατάλληλο εἶναι τὸ σῶμα ποὺ φορῶ

μὲ προϋπηρεσία ἔντιμη μακρὰ

ἔξωθεν τοῦ Νυμφῶνος.

Βγὲς ἄφοβα.

Ὄχι ἀνταπόκριση ἀπόκριση ζητῶ

τὸ φίλημα ἐκεῖνο ποὺ ἔριξες

ἀπὸ τὸ ὕψος εὐγενέστατης εὐχῆς

Καλὴ Ἀνάσταση

καὶ σφάχτηκε ὁ λαιμὸς μὲ τὸ γιακὰ μου

ἦταν ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ ρίχνουμε

στὸ δίσκο τοῦ ἐθίμου;

ἦταν στὸ τίμιο ξύλο μου αγκίδα

περιγελαστική;

ἦταν μιὰ γενναιόδωρη ἔμπνευση

πτωχῆς ἀδιαφορίας;

Σὲ ρωτῶ

γιατὶ δὲν εἶδα ταμπελίτσα

δὲν εἶδα νὰ αναγράφεται

τὸ μέγεθος καὶ ἡ σύνθεση τῆς θέρμης

οὔτε καὶ εἶδα τυπωμένη

τὴ μάρκα τῶν χειλιῶν σου πουθενά.

Ἀνώνυμο τελείως

λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αἰσθανθῶ.

ΑΥΧΕΝΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ

Μικροφτιαγμένος εὐγενὴς ὁ σταυρὸς

ποὺ μοῦ χάρισες. Φειδωλός· χωρὶς ἁλυσίδα.

Δῶρον ἄδωρον.

Χωρὶς τὴν ἁλυσίδα

χωρὶς μὲ ψιθυρίσματα δακτύλων

στὴν τεταμένη ἀκοὴ τοῦ δέρματος

τὸ κούμπωμά της νὰ ὑπνωτίσεις

γιὰ νὰ σοῦ φανερώσει πῶς ἀνοίγει

χωρὶς μὲ βάναυση γλυκύτητα

νὰ ἐνθαρρύνεις τὸ κρικάκι νὰ περάσει

τὴ στενωπὸ τοῦ ἀμοιβαίου κρίκου

καὶ μὲ ἀργὴ ψαύση νὰ ἐλέγξεις

ἄν ἔκλεισε καλὰ ἡ αἰχμαλωσία

χωρὶς τὴν ἀρεστὴ αἰχμαλωσία τῶν κρίκων

ἀργὰ νὰ σύρεις στὸ κέντρο ἀκριβῶς

τοῦ τελευταίου ἀνυπόμονου αὐχενικοῦ σπονδύλου

χωρὶς μὲ σάλιο εὔθυμο

προληπτικά ν᾿ ἀπολυμαίνεις τὰ ὑποδόρια

αἱματώματα γιατὶ

ἅπτεται συνήθως τῆς θωπείας ὁ στραγγαλισμὸς

θέλω νὰ πῶ ἄν δὲ μεσολαβήσει

ὅλο αὐτὸ τὸ χασομέρι τῆς ἁφῆς

ἐπάνω στὴ δωρήτρια εὐκαιρία

χωρὶς ἀνάσταση κρεμᾶται ὁ λαιμός μου

ἐπὶ τοῦ σταυροῦ σου.

Ἀνώνυμο τελείως

λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αἰσθανθῶ.

ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ

Σῶμα, φταῖς. Καὶ μάταια ἡ φθορά σου

μηνύει τώρα τὴν ψυχὴ γιὰ δολιοφθορές.

Σὲ προειδοποίησα πὼς ἦρθε

πρόσφυγας ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς ἀνυπαρξίας

καὶ πὼς τὸ ὄνομα ψυχὴ δὲν εἶναι δικὸ της

ἀνῆκε σὲ μιὰ ἔννοια πεθαμένη

πρὸ τῶν ἐγκοσμίων.

Τὸ ἔμαθα εἰσχωρώντας

στὰ μυστικὰ τοῦ προαισθήματος ἀρχεῖα

- ληξίαρχος ἀρχέγονος τὸ προαίσθημα.

Μιλῶ γιὰ τότε ποὺ ἡ ἄγνωστη

ὑπὸ τὸ πλαστὸ ὄνομα ψυχὴ

ξεβράστηκε μισοπνιγμένη ἄπνους

στὶς ἔρημες ἀκτὲς τῆς σαρκὸς μας.

Ἐκεῖ τὴ βρῆκε πεσμένη μπούμυτα τὸ σῶμα

καθὼς περιπατοῦσε

κατὰ μῆκος τῆς μελαγχολικῆς ἐκτάσεώς του.

Ἀναστατώθηκε γονάτισε δὲν ἤξερε

περὶ φιλιοῦ ἰδέαν δὲν εἶχε

ἄνοιξε τὶς ὁδηγίες τῶν ἐνστίκτων

βλέπε φιλὶ ζωῆς

τὸ βρῆκε τῆς τὸ ἔδωσε τοῦ ἄρεσε

τὴ φίλησε ξανὰ

ἄρχισε νὰ συνέρχεται ἐκείνη.

Τὸ σῶμα θαμπωμένο

ἀπ᾿ τὴ σεμνὴ ἀοριστία τῆς μορφῆς της

ἀπ᾿ τὸ λιτὸ ὀλιγαρκὲς περίγραμμά της

ἀπνευστὶ τὴν προσέλαβε

οἰκιακὴ βοηθό του.

Σατανική ἐκείνη

μελιστάλαχτα τὸ κυρίευε.

Τοῦ ἔπλενε τὰ κουρασμένα πόδια

μιὰ τὰ σκούπιζε μὲ τὴ χνουδάτη ὑποταγή της

 - χωρὶς ἐσένα τί θὰ ἤμουν -

καὶ μιὰ τοῦ πούλαγε ἀπόσταση, μυστήριο

ἐκβιαστικὸ γιὰ νὰ τῆς χορηγήσει

τῆς ὑπαρκτῆς τὴν ἰθαγένεια.

Ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἔρως πλατωνικὸς

ἐτράφη ἐντὸς τοῦ σώματος

γιὰ τὴν ὡραία ἀφανέρωτη.

Ἔτρεμε μὴν τοῦ φύγει ἡ ψυχή.

Γιὰ νὰ τὴ δέσει

ἔσφαλε νὰ τὴν κάνει συνεταῖρο.

Ἂ τὸ ἀνόητο, ἔβαλε τὸ κεφάλαιο

κι ἐκείνη ὅλο κι ὅλο τὸν ἐξωραϊσμὸ

σιγὰ σιγὰ γινόμενη τοῦ ψεύδους της κυρία.

Ἀρωματισμένη αίσχυντηλὰ

σὲ σπηλαιῶδες σαλονάκι ἀποσυρόταν

τάχα θαυματουργὴ εἰκόνα ποὺ δακρύζει

μὲ τὸ παραμικρὸ

κι ἐκεῖ δεχόταν ἄπιστους πιστοὺς

περίεργους μὰ πιὸ πολὺ ἀναγκεμένους

τὸ σῶμα ἐκτοπίζοντας

ἀποδιωγμένο στὴν κουζίνα

νὰ πλένει τὰ κεράσματα

νὰ κλέβει απ᾿ τὰ τασάκια τὰ φιλιὰ

ποὺ ἄφηναν οἱ γόπες

κρυφὰ νὰ τὶς καπνίζει σὰν κλοπὴ

λὲς καὶ δὲν ἤτανε αὐτὸ τῆς ἡδονῆς ὁ ἐφευρέτης.

Σῶμα δὲ μὲ ἄκουσες

σ᾿ τὸ εἶπα πρόσεχέ την, ὅπως βλέπω

αὐτὴ τὸ πάει γιὰ ἀθανασία.

Ἄχ ποὺ νά ῾κοβε τὴ γλώσσα της

ἡ γρουσούζα πρόβλεψή μου

ἰδοὺ ἐσὺ κλουβάκι χωματένιο

καὶ ἡ ψυχή μας πουλὶ πετούμενο

στὸν ἄπιαστο οὐρανό.

Ἀνώνυμο τελείως

λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αἰσθανθῶ.

ΠΕΣ ΜΟΥ ΟΤΙ ΑΣΤΕΙΕΥΕΣΑΙ

Βραχνὸ συνταξιοῦχο ψέμα

πολυταξιδεμένο ποὺ

τώρα ἐπιστρέφει στὴν ἀλήθεια

ἄν καὶ μακριὰ της ἔζησε ὀνειρεμένα

μοῦ παραπονιόταν

ὅλο ἐκεῖ πηγαίνεις, στὸ σῶμα

σὲ μένανε δὲν ἦρθες μιὰ φορὰ

ἕνα μικρὸ κερὶ νὰ μὲ φιλέψεις

κι ἐγὼ ἡ χαζὴ ν᾿ ἀπολογοῦμαι

σὲ κὰποιας αἰωρήσεως τὴ βραχνάδα

φεύγοντας εἶχες πεῖ νὰ μὴ σὲ ψάχνουμε

ὅτι χρωστᾶς περιστρεφόμενη εἱρκτή στὸ σύμπαν

πρέπει νὰ τὴν ἐκτίσεις

κι ἁπλῶς νὰ ἔχουμε τὸ νοῦ μας

καμιὰ φορὰ ἄν βλέπουμε μικρή πεταλουδίτσα

νὰ κόβει βόλτες ἐπισκέπτριες στὸ σπίτι

ἡδονικά νὰ γλείφει γύρω γύρω

ζεματιστὸ τὸ φῶς τῆς λάμπας

ἤ

στὸ γυαλὶ τῆς τηλεόρασης

ὧρες νὰ προσκολλᾶται μὲ ἀνοιχτὸ

τὸ μαῦρο ράσο τῶν φτερῶν της

κι ἁμαρτωλὴ νὰ ξαναγίνεται φιλώντας

κάποιας ἐρωτικῆς σκηνῆς τὰ χείλη

νὰ μὴν τὴ διώχνουμε εἶπες

γιατὶ μπορεῖ νὰ εἶσαι σὺ

νὰ πῆρες ἄδεια ἐξόδου ἀπ᾿ τὰ φαντάσματα

καὶ ἦρθες πετώντας νὰ μᾶς φανταστεῖς.

Ποῦ νὰ σὲ ἔβρισκε λοιπὸν ἡ ἔλλειψὴ σου

κερὶ νὰ σὲ φιλέψει;

Ἐδῶ πιὸ κάτω μένω βρὲ χαζὸ

στὸ ὀστεοφυλάκιο εἶπε ἡ ψυχὴ

γελώντας εἰλικρινὰ ἕως θανάτου.