Μανόλης Αναγνωστάκης, «Στον Νίκο Ε… 1949»
Στοιχεία που αφορούν στο συγγραφέα, λογοτεχνικό περιβάλλον και λοιπά γραμματολογικά στοιχεία:
1. Το έργο του ποιητή Μ. Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από το ρεαλισμό του περιεχομένου και τη λιτότητα των εκφραστικών μέσων. Ισχύει η επισήμανση αυτή στο συγκεκριμένο ποίημα;
Ο Αναγνωστάκης στο ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949», προχωρά σε μια αποτύπωση των επώδυνων εμπειριών του εμφυλίου πολέμου, αλλά και των συναισθημάτων που του δημιουργούνται, καθώς βλέπει γύρω του τον πόνο και την απελπισία. Η ποίηση του Αναγνωστάκη είναι σαφώς ρεαλιστική καθώς ο ποιητής έχει έντονη συναίσθηση του χρέους του και μια ασίγαστη κοινωνική συνείδηση. Για τον Αναγνωστάκη η ποίηση είναι το μέσο αφύπνισης, καταγγελίας και αλλαγής των αρνητικών όψεων της κοινωνίας, γι’ αυτό και στα ποιήματά του παρακολουθεί και καταγράφει την πραγματικότητα γύρω του. Ο μοραλισμός που διαπνέει την ποίησή του, το ηθικό χρέος δηλαδή που έχει η ποίηση να τίθεται στην υπηρεσία της κοινωνικής αναδημιουργίας, κατευθύνει την ποίησή του σε μια καταγραφή διαμαρτυρίας όσων συμβαίνουν και πληγώνουν την ελληνική κοινωνία.
Ο ποιητής γνωρίζει ότι η ένταση των γεγονότων είναι τέτοια που καθιστά περιττή κάθε δική του λογοτεχνική παρέμβαση. Η καθαρή και απλή αποτύπωση των γεγονότων έχει αρκετή δύναμη για να συγκλονίσει και να κινητοποιήσει τον αναγνώστη. Στην ποίησή του, επομένως, δε θα βρούμε περίπλοκα εκφραστικά μέσα και δυσνόητες διατυπώσεις, καθώς ο Αναγνωστάκης προτιμά να αφήσει τις εικόνες που αντλεί από την πραγματικότητα ν’ αποκαλύψουν την απελπιστική κατάσταση που επικρατεί. Με λιτούς και σύντομους στίχους ο Αναγνωστάκης μας δίνει μια σειρά εικόνων από τη βίαιη καθημερινότητα, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί τον τελευταίο χρόνο του εμφυλίου, κι αφήνει τον αναγνώστη να αντιληφθεί την έκταση του πόνου και της καταστροφής που έχει επέλθει. Άναρθρα ουσιαστικά, στίχοι μονολεκτικοί, ήχοι και εικόνες απελπισίας, είναι τα λιτά δομικά στοιχεία, με τα οποία ο ποιητής δημιουργεί μια ισχυρή εντύπωση και καλεί τόσο τους αναγνώστες όσο και τους άλλους ποιητές να συνειδητοποιήσουν και να αποδεχτούν το χρέος τους.
2. Ποιος κοινωνικός προβληματισμός διέπει το έργο του Μ. Αναγνωστάκη;
Ο Αναγνωστάκης υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της αριστεράς και ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια αγωνίστηκε για τη διάδοση και την υποστήριξη των ιδεών της παράταξής του. Το 1949, στα πλαίσια του εμφυλίου πολέμου, συνελήφθηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για την πολιτική του δράση. Με τη γενική αμνηστία που δόθηκε το 1951 ο ποιητής αποφυλακίστηκε και συνέχισε να υπηρετεί τις ιδέες του μέσω του ποιητικού του έργου.
Η βασική ιδέα που υποκινεί τη δράση αλλά και την ποιητική δημιουργία του Αναγνωστάκη είναι η ανάγκη αναδόμησης της κοινωνίας με πρόταξη των αναγκών των πολιτών και μια δικαιότερη κατανομή των ωφελημάτων, ώστε οι πολίτες να λαμβάνουν τουλάχιστον όσα προσφέρουν και όχι να υπηρετούν τα συμφέροντα των κρατούντων. Η κοινωνική δικαιοσύνη, η εξυπηρέτηση των λαϊκών συμφερόντων και η αναδιανομή του πλούτου υπέρ των πολιτών είναι μερικά από τα αιτήματα της αριστεράς. Αιτήματα που ο ποιητής θεώρησε δίκαια και γι’ αυτό συμμετείχε στη λαϊκή επανάσταση του 1946, καθώς πίστεψε ότι η κοινωνία που θα δημιουργούνταν μετά το τέλος της κατοχής θα ήταν επιτέλους διαμορφωμένη προς όφελος του λαού και όχι, για μια ακόμη φορά, μέσο εξυπηρέτησης των προνομιούχων.
Ο ποιητής θεωρούσε ότι οι ιδέες της αριστεράς αποτελούσαν το όχημα για μια ριζική αναδιαμόρφωση και βελτίωση της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως μάλιστα εφόσον εκείνη την εποχή είχαν και την υποστήριξη μεγάλου μέρους των Ελλήνων. Όταν, επομένως, συνειδητοποίησε ότι η απάντηση που λάμβαναν οι πολίτες στα δίκαια αιτήματά τους ήταν μια βίαιη καταστολή της επανάστασής τους, ο ποιητής απογοητεύτηκε κι αισθάνθηκε μεγάλη πικρία από την εκ νέου διαφαινόμενη υπερίσχυση των αντιλαϊκών συμφερόντων.
Στο ποίημά του «Στον Νίκο Ε… 1949» βρίσκουμε αποτυπωμένη όλη αυτή την απογοήτευση του ποιητή για τις εκτελέσεις, τις εξορίες και τον πόνο που επιβλήθηκε στους αγωνιζόμενους πολίτες. Η διάψευση που βιώνει ο ποιητής δεν κάμπτει τη θέλησή του, καθώς θα συνεχίσει να αγωνίζεται για τα πιστεύω του, τον φέρνει όμως αντιμέτωπο με τη συνειδητοποίηση ότι οι ιδέες της παράταξής του, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν δίκαιες και υπέρ του λαού, δεν επρόκειτο να επικρατήσουν.
3. Αν και η ποιητική αφετηρία του Αναγνωστάκη είναι η ατομική του περιπέτεια, εντούτοις το «ποιητικό πιστεύω» του αποκτά καθολικές διαστάσεις. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.
Ο Αναγνωστάκης στην ποίησή του κατορθώνει να περνά τις προσωπικές του εμπειρίες, ιδωμένες υπό το πρίσμα του ηθικού χρέους που αισθάνεται ότι έχει απέναντι στην κοινωνία, γι’ αυτό και προβάλλονται κατά τρόπο που να αναδεικνύουν την καθολικότητα των ζητημάτων που θίγει. Παράλληλα, ενώ οι πολιτικές θέσεις του ποιητή ήταν γνωστές και δεδομένες, εντούτοις στον ποιητικό του λόγο δεν παρεισφρέουν στοιχεία πολιτικής κατήχησης καθώς ο ποιητής επιθυμεί να υπηρετήσει το κοινωνικό σύνολο, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει την ποίησή του ως μέσο προπαγάνδας. Τα προβλήματα που παρουσιάζει ο Αναγνωστάκης δίνονται στην αντικειμενική τους διάσταση και κατορθώνουν να προκαλέσουν καθαρά και μόνο χάρη στην αλήθεια τους.
Παρατηρούμε, για παράδειγμα, ότι στο ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949», ο ποιητής καταγράφει την πραγματικότητα όπως τη βιώνει μέσα από το κελί της φυλακής του, με τις ηχητικές εικόνες να κυριαρχούν μιας και ο ποιητής είναι αποκλεισμένος από τον έξω κόσμο και τα μόνα ερεθίσματα που φτάνουν σε αυτόν είναι κυρίως οι σπαρακτικοί ήχοι της νύχτας. Κι ενώ θα μπορούσε αυτό το υλικό να έχει δοθεί ως μια αμιγώς προσωπική εμπειρία, ο ποιητής επιτυγχάνει να εκφράσει το βίωμα του εμφυλίου με τρόπο που να αντανακλά συνολικά τον πόνο και το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί. Ο ποιητής είναι καταδικασμένος σε θάνατο, αλλά δε χάνει τον ηθικό προσανατολισμό του, δεν αμελεί να εκφράσει τον πόνο των άλλων και την απελπισία που δονεί την κοινωνία. Η δική του μοίρα εντάσσεται στο κοινό πρόβλημα και ξεπερνιέται από τον ποιητή σαν να πρόκειται για μια ακόμη αναγκαία θυσία, που θα εξυπηρετήσει το κοινό καλό. Ο ποιητής δεν κλείνεται στον εαυτό του, με διάθεση να θρηνήσει το δικό του επικείμενο τέλος, όπως θα ήταν ίσως και αναμενόμενο, επιλέγει να μιλήσει για τη διάψευση των προσδοκιών μιας ολόκληρης κοινωνίας και για τη βία που αντιμετωπίζουν τόσοι και τόσοι άνθρωποι, επειδή απλά τόλμησαν να ονειρευτούν μια καλύτερη ζωή, μια πιο δίκαιη κοινωνία.
Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευσης μιας κρίσης με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου (υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες, επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης):
1. Έχει επισημανθεί ότι η ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από το χαμηλόφωνο, εξομολογητικό τόνο και τη ζεστή ανθρωπιά του προφορικού λόγου. Να επιβεβαιώσετε αυτή την κρίση σε αναφορά με το εξεταζόμενο ποίημα.
Η γραφή του Αναγνωστάκη στο ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949» ακολουθεί τη γραφή του Εγγονόπουλου, όπως αυτή εκφράζεται στο ποίημα «Ποίηση 1948», μιας και ο Αναγνωστάκης επιχειρεί να δώσει μια ποιητική απάντηση στην αγωνία που εκφράζει ο Εγγονόπουλος στο δικό του ποίημα. Ο Αναγνωστάκης μιμείται τη μορφή και το ύφος του ποιήματος του Εγγονόπουλου αλλά ο δικός του λόγος ενισχύεται σε δραματικότητα και ένταση μέσω των ιδιαίτερα παραστατικών εικόνων που μας παρουσιάζει. Ο Αναγνωστάκης τη στιγμή που γράφει το ποίημά του είναι στη φυλακή, έχοντας καταδικαστεί σε θάνατο, γεγονός που προσδίδει στο λόγο του μια τραγική διάσταση. Ο ποιητής βιώνει τη διάψευση των προσδοκιών του και είναι παράλληλα αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο της εκτέλεσής του, κάτι που ενισχύει τη βαρύτητα του λόγου του και δικαιολογεί την επιλογή του ύφους. Η αποσπασματικότητα της γραφής, όπου κάθε εικόνα μας δίνεται θρυμματισμένη σε ελλειπτικούς στίχους, μοιάζει με μια συλλαβιστή και διστακτική εξομολόγηση ενός ανθρώπου που βρίσκεται κοντά στο βίαιο τέλος του. Ο ποιητής αγανακτεί, υποφέρει με τον πόνο που υπάρχει πια παντού γύρω του και αναρωτιέται ποιος θα μιλήσει για την απάνθρωπη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Τα συναισθήματα του ποιητή δεν μας δίνονται λεκτικά αλλά μπορούν να γίνουν αντιληπτά μέσα από τις εικόνες που επιλέγει να μας μεταφέρει καθώς και από τα βιώματα που περιγράφει.
Ο λόγος του ποιητή δίνεται σε απλή, καθημερινή γλώσσα κι αυτό ενισχύει την αίσθηση οικειότητας που δημιουργείται στον αναγνώστη, καθώς διαβάζει τη συγκλονιστική αυτή ποιητική κατάθεση. Ο τρόπος που έχει επιλέξει ο ποιητής να μας μεταφέρει τις σκέψεις του υπαγορεύεται κυρίως από τη συναισθηματική του διάθεση. Οι λέξεις μας δίνονται, σχεδόν αυτονομημένες, και η συμπλήρωση των εικόνων γίνεται αργά, καθώς η έντασή τους πληγώνει τον ποιητή. Το ποίημα δίνει την αίσθηση ενός ψιθυριστού, δραματικού μονολόγου του οποίου ο συναισθηματισμός είναι βέβαια ελεγχόμενος αλλά παραμένει ισχυρός. Κάθε λέξη, κάθε στίχος έχει ιδιαίτερη αξία για τον ποιητή, γι’ αυτό κι επιλέγει το αργό ξεδίπλωμα του λόγου του. Ο ποιητής απομονώνει διάφορες λέξεις (φίλοι, φωνές, τη νύχτα, ερείπια, εφιάλτες), οι οποίες κρατούν το νοηματικό βάρος και χτίζουν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και συναισθηματική φόρτιση όλου του ποιήματος. Η διατύπωση παραμένει σταθερά ελλειπτική καθώς ελλειπτική είναι και η πρόσληψη της πραγματικότητας από το κελί του ποιητή.
2. Το ποίημα αποτελεί στο σύνολό του μια εικόνα της εποχής του Εμφυλίου. Ποιες επιμέρους εικόνες τη συνθέτουν;
Η πρώτη εικόνα που καταγράφει ο ποιητής είναι αυτή των φίλων που φεύγουν, μια εικόνα που παραμένει σκοπίμως ασαφής καθώς ο ποιητής αφήνει να πλανάται η αίσθηση της βίαιης εξορίας και του εκτοπισμού, αλλά και ο θάνατος. Οι φίλοι που χάνονται είναι οι φίλοι που σκοτώνονται στο πεδίο της μάχης, αλλά και οι φίλοι που εκτελούνται. Η πραγματική σκληρότητα της εικόνας παραμένει αθέατη, μιας και ο ποιητής προτιμά να δώσει την αίσθηση ενός αποχωρισμού που θα μπορούσε να είναι κι εκούσιος.
Οι επόμενες εικόνες ξεκινούν από τα ηχητικά ερεθίσματα που φτάνουν ως το κελί του ποιητή. Οι φωνές μιας μητέρας που περιφέρεται απελπισμένη στους δρόμους, ίσως σε μια εναγώνια αναζήτηση του παιδιού της και το σπαρακτικό κλάμα ενός παιδιού που μένει χωρίς απάντηση. Στα πλαίσια του εμφυλίου πάρα πολλοί άνθρωποι, κι από τις δύο παρατάξεις, έχασαν τη ζωή τους, κάποτε μάλιστα με απεχθείς τρόπους, με τραγικό αποτέλεσμα μητέρες να μένουν χωρίς τα παιδιά τους και παιδιά να χάνουν τους γονείς τους. Οι θάνατοι του αδελφοκτόνου αυτού πολέμου σκόρπισαν τον πόνο και το θρήνο στην ελληνική κοινωνία, αφήνοντας παντού λειψές οικογένειες.
Η επόμενη εικόνα δίνεται μονολεκτικά κι ενισχύεται με μια παρομοίωση που κρύβει όλη την πίκρα και την απογοήτευση του ποιητή. Ερείπια, αναφωνεί ο ποιητής, αναφερόμενος στην εικόνα που χαρακτηρίζει πλέον τη χώρα. Αμέσως μετά το τέλος της κατοχής και προτού προλάβει η ελληνική κοινωνία να επανέλθει από τις καταστροφές του γερμανικού στρατού, ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος, με αποτέλεσμα οι καταστροφές του νέου πολέμου να έρθουν να προστεθούν σε αυτές του προηγούμενου και η Ελλάδα να είναι μια ερειπωμένη επικράτεια. Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες, σχολιάζει ο ποιητής, είναι πλέον η χώρα, με μια σαφή αναφορά στα προδομένα ιδανικά και στη διάψευση των προσδοκιών τόσο του ποιητή όσο και των υπόλοιπων ανθρώπων που πίστεψαν ότι ο αγώνας τους θα μπορούσε να δικαιωθεί.
Η εικόνα που κλείνει το ποίημα προέρχεται απευθείας από τη ζωή του ποιητή μέσα στη φυλακή. Οι εφιάλτες που στοιχειώνουν τον δύσκολο ύπνο των κρατούμενων στα σιδερένια κρεβάτια της φυλακής, ιδίως τα ξημερώματα, την ώρα δηλαδή που συνηθίζονταν να γίνονται οι εκτελέσεις, έχουν να κάνουν με την αίσθηση των ανθρώπων αυτών ότι οι ελπίδες και τα όνειρά τους τελικά πληρώνονται μ’ έναν άδικο τερματισμό της ζωής τους. Οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν για να δημιουργήσουν μια καλύτερη κοινωνία -ανεξάρτητα αν αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ή όχι, κι ανεξάρτητα από τις βλέψεις των ανώτερων στελεχών της παράταξής τους, για τους περισσότερους από αυτούς τους ανθρώπους ο εμφύλιος ήταν στην ουσία μια επανάσταση κατά της αδικίας και της εκμετάλλευσης- έρχονται τώρα αντιμέτωποι με τη φυλάκιση και την προοπτική της εκτέλεσής τους. Απελπισία, απόγνωση και πόνος χαρακτηρίζουν τις στιγμές που ζουν οι άνθρωποι αυτοί γι’ αυτό και το ξημέρωμα νιώθουν πως το φως λιγοστεύει, καθώς οι ελπίδες τους χάνονται και η ζωή τους φτάνει προς το τέλος της. Ακόμη και όσοι δεν εκτελούνται, βίωναν τον πόνο και το φόβο των συντρόφων τους και περνούσαν κι εκείνοι εφιαλτικές νύχτες.
3. Το ποίημα, αν και απηχεί την τραγική πραγματικότητα της εποχής που γράφτηκε, εντούτοις δε χαρακτηρίζεται από μελοδραματισμό. Με ποιο τρόπο κράτησε το μέτρο ο ποιητής;
Ο Αναγνωστάκης βιώνει την εμπειρία του εμφυλίου πολέμου με εξαιρετική ένταση, ιδίως αν αναλογιστούμε ότι τη χρονιά που συνέθεσε το ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949» είχε καταδικαστεί σε θάνατο και βρισκόταν στη φυλακή περιμένοντας την εκτέλεσή του. Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι η προσωπική του εμπλοκή στα γεγονότα και το ενδεχόμενο της θανάτωσής του θα τον οδηγούσαν σ’ έναν ανεξέλεγκτο συναισθηματισμό, με τον ποιητικό του λόγο να παραπέμπει περισσότερο σε μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας, εντούτοις ο ποιητής διατηρεί το μέτρο, καθώς μέσα του κυριαρχεί η ανάγκη της αξιοπρέπειας. Ο ποιητής δεν έχει καμία πρόθεση να λυγίσει απέναντι στη σκληρότητα που αντιμετωπίζει και γι’ αυτό επιλέγει να καταγράψει τα γεγονότα του εμφυλίου όπως ακριβώς τα αντιλαμβάνεται, αλλά όχι μέσα από την αυστηρά προσωπική του οπτική. Τα γεγονότα μας δίνονται με απόλυτη λιτότητα, χωρίς σχόλια και χαρακτηρισμούς από τον ποιητή, ο οποίος κατορθώνει να εντοπίσει και να προβάλλει την καθολική διάσταση όσων μας παρουσιάζει.
«Φίλοι/Που φεύγουν/Που χάνονται μια μέρα»: Η σκληρή μοίρα που βίωσαν πάρα πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι είτε εξορίστηκαν είτε εκτελέστηκαν -κι ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν φίλοι και αγαπημένα πρόσωπα του ποιητή-, μας δίνεται με τον πλέον λιτό και αποστασιοποιημένο τρόπο. Πουθενά δε βρίσκουμε μια διατύπωση που να εκφράζει τον πόνο που βίωσε ο ποιητής για το χαμό των ανθρώπων αυτών, πουθενά δεν ακούμε την αγανάκτηση του ποιητή. Ο πόνος, η αγανάκτηση και η αγάπη γι’ αυτούς τους ανθρώπους υπονοείται και γίνεται αντιληπτή συνειρμικά, υπό την έννοια ότι ο χαμός κάποιου φίλου προϋποθέτει έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Ο ποιητής μας παρουσιάζει το γεγονός, όπως συνέβη, απαλλαγμένο από τα δικά του σχόλια, από τα δικά του συναισθήματα, και αφήνει τον αναγνώστη να το βιώσει και να το χαρακτηρίσει. Αν ο ποιητής επιχειρούσε να σχολιάσει τα γεγονότα που καταγράφει, τότε αφενός θα έφτανε στο μελοδραματισμό, καθώς θα άφηνε τα συναισθήματά του ελεύθερα να ξεσπάσουν κι αφετέρου θα καθοδηγούσε τον αναγνώστη στο πώς να αισθανθεί και πώς να ερμηνεύσει όσα διαβάζει. Ο Αναγνωστάκης όμως πρώτα απ’ όλα είναι ποιητής με απόλυτο σεβασμό για το έργο του και δε θα διακινδύνευε την ποιητική του δημιουργία αφήνοντας τα δικά του συναισθήματα να θολώσουν τη δύναμη και την ένταση που κρύβουν τα συγκλονιστικά γεγονότα του που καταγράφει.
«Φωνές/Τη νύχτα /Μακρινές φωνές /Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους /Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση»: Ο ποιητής μας μεταφέρει αυτά που ακούει μέσα από το κελί του και δημιουργεί έτσι δύο συγκλονιστικές εικόνες: μια μητέρα που ψάχνει απεγνωσμένα, τρελή από τον πόνο, το παιδί της και ένα μικρό παιδί που κλαίει ζητώντας κάποιον να το παρηγορήσει και να το φροντίσει, χωρίς όμως να βρίσκεται κανείς κοντά του. Η δύναμη που έχουν αυτές οι εικόνες είναι τέτοια που δε χρειάζεται καμία παρέμβαση του ποιητή. Οι εικόνες αυτές είναι ικανές να μεταδώσουν στον αναγνώστη όλη την απόγνωση και τον πόνο που κυριαρχούσε στα χρόνια της απώλειας, στα χρόνια του πολέμου. Ο ποιητής επομένως, όπως και πριν, καταγράφει απλώς ό,τι φτάνει στην αντίληψή του, χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία να μας αναφέρει παράλληλα το πώς αισθάνεται για αυτά που καταγράφει, αποφεύγοντας έτσι το μελοδραματισμό.
4. Να σχολιάσετε τη μορφή του ποιήματος: Στιχουργική, στίξη, διάκενα κλπ. Τι επιδιώκει ο ποιητής με τις συγκεκριμένες επιλογές του;
Το ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949» έχει συντεθεί σε ελεύθερους ανισοσύλλαβους στίχους, χωρίς μέτρο και ομοιοκαταληξίες, αντικατοπτρίζοντας τις επιρροές του υπερρεαλισμού που έχει δεχτεί ο ποιητής. Συνολικά 15 στίχοι, από τους οποίους τέσσερις αποτελούνται από ένα άναρθρο ουσιαστικό και δύο από ένα έναρθρο ουσιαστικό, καθιστούν σαφή την πρόθεση του ποιητή για μια σύντομη και λιτή αποτύπωση των βιωμάτων του. Ο λόγος δίνεται τεμαχισμένος και σχεδόν χωρίς στίξη (βρίσκουμε μόνο ένα κόμμα, μία τελεία κι ένα ερωτηματικό), καθώς ο ποιητής καθορίζει το ρυθμό της ανάγνωσης με το θρυμματισμό των στίχων του. Οι ποιητικές εικόνες μας δίνονται λέξη-λέξη, μιας και ο ποιητής επιθυμεί να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη συναισθηματική φόρτιση που έχει η κάθε εικόνα.
Όλοι οι στίχοι του ποιήματος ξεκινούν με κεφαλαίο γράμμα γιατί ο Αναγνωστάκης βρίσκεται σε αντίθεση με τη διάθεση παραίτησης που διαπνέει το ποίημα του Εγγονόπουλου και του υπαγορεύει την απουσία κεφαλαίων γραμμάτων. Ο λόγος του Αναγνωστάκη ενέχει δυναμισμό και μια πρόδηλη διάθεση καταγγελίας όσων συμβαίνουν και πληγώνουν την ελληνική κοινωνία.
Ο ποιητής χωρίζει το ποίημά του σε τρεις ενότητες -βρίσκουμε οπότε δύο διάκενα-, καταγράφοντας στην πρώτη όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό χώρο (ο ποιητής βρίσκεται στη φυλακή όταν συνθέτει το ποίημά του), στη δεύτερη ενότητα μας παρουσιάζει βιώματα από τον εσωτερικό χώρο της φυλακής και στην τελευταία ενότητα που αποτελείται από έναν μόλις στίχο, ο ποιητής έχοντας υπόψη του τη διάθεση παραίτησης του Νίκου Εγγονόπουλου, όπως αυτή αποτυπώνεται στο ποίημά του «Ποίηση 1948», καταθέτει με μια ερώτηση την απορία του σχετικά με το ποιος τελικά θα καταγγείλει όσα συμβαίνουν, θέλοντας έτσι να εκφράσει έμμεσα τη δική του διάθεση για συνέχιση του αγώνα κι εκπλήρωση του ποιητικού του χρέους. Ο Αναγνωστάκης δεν είναι διατεθειμένος να αφήσει τον αιματηρό τερματισμό του αγώνα της παράταξής του να συνεχίζεται χωρίς ο ίδιος να καταγγείλει τα γεγονότα αυτά.
Ο τελευταίος στίχος που εκφράζει την αγωνιστική διάθεση του ποιητή βρίσκεται σε παρένθεση, καθώς λειτουργεί σαν ένα σχόλιο για όσα έχουν προηγηθεί και παράλληλα αποτελεί μια ερώτηση τόσο προς τον Εγγονόπουλο όσο και προς όλους τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής.
Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου:
1. Σε ποια σημεία του ποιήματος προβάλλεται το κλίμα θανάτου; Να τα σχολιάσετε.
Το ποίημα του Αναγνωστάκη διατρέχεται συνολικά από την αίσθηση του θανάτου, χωρίς όμως ο θάνατος να κατονομάζεται πουθενά, καθώς η κυριαρχία του υπονοείται και υποβάλλεται στον αναγνώστη έμμεσα. Ήδη από την εισαγωγική εικόνα του ποιήματος, όπου γίνεται αναφορά στους φίλους που φεύγουν και χάνονται μια μέρα, η σκέψη μας πηγαίνει στις εκτελέσεις, τις δολοφονίες αλλά και τις απώλειες στο πεδίο της μάχης. Ο εμφύλιος πόλεμος, πέρα από τις συγκρούσεις ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις των δύο παρατάξεων, ενείχε και το στοιχείο των χτυπημάτων εκδίκησης, καθώς και των εκτελέσεων κατόπιν αποφάσεως του στρατοδικείου, όπως είναι και η σχετική απόφαση που είχε παρθεί για τον ίδιο τον ποιητή.
Ο θάνατος κυριαρχεί και στις αμέσως επόμενες εικόνες καθώς τόσο η μητέρα που γυρίζει στους δρόμους τρελή από την αγωνία της και προφανώς αναζητά το γιο της, όσο και το παιδί που κλαίει και κανείς δε βρίσκεται να το παρηγορήσει, βιώνουν τη σκληρή πραγματικότητα του θανάτου. Σε κάθε πόλεμο, άλλωστε, εκείνοι που πληρώνουν το ακριβότερο τίμημα είναι όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να αντισταθούν στον παραλογισμό και τη σκληρότητά του. Οι μανάδες που χάνουν τους γιους τους και τα μικρά παιδιά που μένουν ορφανά, δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί θα πρέπει να ζήσουν μια τόσο επίπονη απώλεια.
Είναι, πάντως, αξιοσημείωτος ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής υποβάλλει την αίσθηση του θανάτου, χωρίς να αναφέρεται άμεσα σε αυτόν. Η εικόνα της μητέρας που φωνάζει με απόγνωση στους δρόμους, μας παραπέμπει απευθείας στην τραγική μοίρα του γιου, αφήνοντάς μας πικρές εντυπώσεις, χωρίς ο ποιητής να χρειαστεί να ολοκληρώσει την εικόνα. Ο θάνατος κυριαρχεί στο ποίημα, περισσότερο σαν μια επικείμενη καταδίκη, σαν μια απάντηση σε κάθε ερώτημα που θέλουν να αρθρώσουν τα πρόσωπα του ποιήματος, παρά σαν μια απτή πραγματικότητα. Είναι ίσως ο τρόπος που βιώνει το θάνατο και ο ίδιος ο ποιητής τη στιγμή που γράφει αυτούς τους στίχους, σαν κάτι που έρχεται, που βρίσκεται παντού, αλλά δεν μπορείς ακόμη να το αντικρίσεις κατά πρόσωπο. Ο ποιητής είναι καταδικασμένος σε θάνατο κι ενώ ακόμη δεν έχει έρθει αντιμέτωπος με το τέλος του, ξέρει ότι αυτό δε θα αργήσει. Την προσωπική του αυτή αίσθηση άλλωστε μας τη μεταφέρει στο τέλος του ποιήματος, όταν μιλά για τις εφιαλτικές νύχτες στα σιδερένια κρεβάτια της φυλακής. Όσοι είναι φυλακισμένοι και περιμένουν τη δική τους εκτέλεση, ακούν τα ξημερώματα τις εκτελέσεις των άλλων και γνωρίζουν ότι την ίδια μοίρα θα έχουν κι εκείνοι.
2. «Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες»: Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η συνυποδήλωση αυτής της παρομοίωσης;
Η σημαία ως σύμβολο του έθνους ή ως λάβαρο του επαναστατικού αγώνα, βρίσκεται τώρα σαπισμένη, θέλοντας έτσι να δηλωθεί η παρακμή και η διάψευση των προσδοκιών. Ο ποιητής είτε αναφέρεται εν γένει στην κατάσταση που επικρατεί στη χώρα και καυτηριάζει ουσιαστικά την αδυναμία του ελληνικού έθνους να βγει από το αδιέξοδο ώστε να οδηγηθεί σε μια νέα δημιουργική εποχή είτε αναφέρεται ειδικότερα στη διαφαινόμενη αποτυχία του επαναστατικού αγώνα των αριστερών, οι οποίοι δεν μπόρεσαν τελικά να φέρουν στη χώρα την πολυπόθητη ανανέωση των κοινωνικών δομών.
Οι τρυπημένες σάπιες σημαίες μπορούν να ιδωθούν συνολικά ως μια εικόνα του διαλυμένου ελληνικού κράτους, το οποίο έχει παρακμάσει και κυρίως αδυνατεί να διακρίνει τη δυνατότητα που του προσφέρεται, μέσα από τον αγώνα της αριστεράς, να αλλάξει ουσιαστικά ώστε να γίνει ένας καλύτερος τόπος για τους πολίτες του. Τα ιδανικά του ελληνικού έθνους έχουν σαπίσει, καθώς το κράτος συνεχίζει να επιβάλει τη θέληση των ισχυρών και αρνείται να λειτουργήσει προς όφελος του λαού. Τα ιδανικά του έθνους έχουν προδοθεί, υπό την έννοια ότι ενώ ένα μεγάλο μέρος του λαού υπήρξε διατεθειμένο να προχωρήσει σε μια ουσιαστική αναδόμηση της κοινωνίας μέσω του κομμουνιστικού κινήματος, το κράτος ξεκίνησε έναν αιματηρό πόλεμο επιβολής της θέλησής του, υποδεικνύοντας έτσι ότι τελικά δεν επικρατούν οι επιθυμίες του λαού, αλλά οι αποφάσεις των κρατούντων. Οι σημαίες οπότε είναι σάπιες, αλλά και τρυπημένες καθώς παντού γύρω μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος και η χώρα θυμίζει ένα μεγάλο πεδίο μάχης.
Η παρομοίωση αυτή βέβαια θα μπορούσε να έχει μια ειδικότερη αναφορά στην επαναστατική προσπάθεια της αριστεράς, καθώς όταν γραφόταν το ποίημα ο εμφύλιος έφτανε στο τέλος του και η αριστερά ήταν η ηττημένη παράταξη. Ο ποιητής ίσως αισθάνεται απογοητευμένος από την εξέλιξη του αγώνα που θέλησε να υπηρετήσει καθώς, ενώ στην αρχή του πολέμου ήταν φανερό ότι η πλειοψηφία του λαού ήταν με το μέρος τους, τώρα τρία χρόνια μετά η ήττα των κομμουνιστών ήταν πια δεδομένη. Ίσως τα προδομένα ιδανικά που θέλει να εκφράσει ο ποιητής να αναφέρονται στη βίαιο τερματισμό της προσπάθειας των αριστερών. Η διάψευση των προσδοκιών του ποιητή είναι μεγάλη και η απογοήτευση που αισθάνεται δεδομένη.
3. «Όταν το φως λιγοστεύει / Τα ξημερώματα»: Ποια νοηματική αντίθεση υπάρχει στους στίχους και πώς την ερμηνεύετε;
Ο ποιητής στο σημείο αυτό μας δίνει μια πιο προσωπική εικόνα της συναισθηματικής κατάστασης των ανθρώπων που, όπως κι εκείνος, βρίσκονταν στη φυλακή έχοντας καταδικαστεί σε θάνατο. Τα βράδια γι’ αυτούς είναι εφιαλτικά καθώς γνωρίζουν ότι το πρωί κάποιος από αυτούς ενδέχεται να εκτελεστεί, έτσι όσο πλησιάζει το ξημέρωμα, τόσο εντείνεται η αγωνία τους. Ο ποιητής, επομένως, θέλοντας να δείξει με έμφαση πόσο δραματικές είναι οι στιγμές του ξημερώματος για τους φυλακισμένους, προχωρά σε μια αντίθεση που λειτουργεί περισσότερο μεταφορικά. Καθώς ξημερώνει η μέρα, το φως αντί να αυξάνεται, λιγοστεύει για όσους είναι στη φυλακή, υπό την έννοια ότι όσο πλησιάζει η ώρα για την επόμενη εκτέλεση τόσο οι ελπίδες τους λιγοστεύουν και τόσο η σκέψη τους θολώνει από το φόβο. Η αντίθεση επομένως που δημιουργείται στους στίχους αυτούς εκφράζει τη συναισθηματική κατάσταση των φυλακισμένων και αντλείται από την προσωπική εμπειρία του ποιητή, καθώς κι ο ίδιος είναι ένας από τους κρατούμενους που φοβάται μήπως το ξημέρωμα που έρχεται σημάνει το δικό του τέλος.
4. Σε ποιον απευθύνει, κατά τη γνώμη σας, ο ποιητής την ερώτηση του τελευταίου στίχου; Γιατί την τοποθετεί μέσα σε παρένθεση;
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;): Η ερώτηση του Αναγνωστάκη έχει προφανώς συγκεκριμένο αποδέκτη κι αυτός είναι ο Νίκος Εγγονόπουλος, όπως άλλωστε μας το υποδεικνύει και το τίτλος του ποιήματος. Είναι προφανές ότι ο Αναγνωστάκης έχοντας απογοητευτεί από την αίσθηση παραίτησης που διαπνέει το ποίημα του Εγγονόπουλου και από την απροθυμία του ποιητή να εκπληρώσει στην πληρότητά του το ηθικός του χρέος απέναντι στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, συνθέτει το δικό του ποίημα σαν απάντηση στον προβληματισμό του Εγγονόπουλου. Ο Αναγνωστάκης πιστεύει ότι όλες αυτές οι επώδυνες εμπειρίες, όλη αυτή η πικρή απογοήτευση που έζησαν όσοι πίστεψαν ότι θα μπορέσουν να κάνουν μια σημαντική αλλαγή στη χώρα, πρέπει από κάποιον να καταγραφεί. Κι αν οι εμπειρίες αυτές είναι υπερβολικά επώδυνες για τον Εγγονόπουλο και του δημιουργούν μια απώθηση, ο Αναγνωστάκης δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να αφήσει τη σκληρότητα της ζωής του να τον αδρανοποιήσει και να τον οδηγήσει στη σιωπή. Ο Αναγνωστάκης θεωρεί πως ακόμα και τώρα που η ήττα της παράταξης του είναι δεδομένη, εκείνος πρέπει να καταγγείλει την τροπή που έχουν πάρει τα γεγονότα και τη βία που έχει πια στιγματίσει την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Η ερώτηση βέβαια του Αναγνωστάκη τίθεται παράλληλα και σ’ ένα ευρύτερο ακροατήριο, τίθεται σε όλους τους πνευματικούς ανθρώπους και σε όλους εκείνους που έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους και η άποψή τους να ακουστεί από πολλούς. Η τροπή που έχει πάρει ο επαναστατικός τους αγώνας είναι πολύ άσχημη και τα αποτελέσματά της επώδυνα για πολλούς ανθρώπους. Αυτό, κατά τον Αναγνωστάκη, δεν πρέπει να αποσιωπηθεί, αυτό πρέπει να καταγγελθεί με κάθε δυνατό τρόπο κι όποιος έχει τη δυνατότητα να μιλήσει, θα πρέπει να το κάνει. Την ερώτηση με την οποία κλείνει το ποίημά του ο Αναγνωστάκης την τοποθετεί μέσα σε παρένθεση, καθώς επί της ουσίας δεν αποτελεί οργανικό μέρος του ποιήματος. Ο ποιητής καταγράφει τα επώδυνα γεγονότα του εμφυλίου και κλείνοντας το ποίημά του αναρωτιέται ποιος θα μιλήσει για όλα αυτά. Η ερώτησή του αυτή λειτουργεί περισσότερο ως ένα σχόλιο για όσα έχει ήδη αναφέρει και όχι ένα μέρος του ποιήματος, μιας και το ποίημα είναι ολοκληρωμένο και χωρίς την τελική αυτή ερώτηση. Η ερώτηση είναι αποστασιοποιημένη από το υπόλοιπο κείμενο κι έρχεται να παίξει το ρόλο μιας έκκλησης του ποιητή απέναντι στους ομοτέχνους του να μη λησμονήσουν το χρέος τους και να μην αφήσουν την αδίστακτη σκληρότητα των αντιπάλων να τους οδηγήσει στη σιωπή.
Παραδείγματα εργασιών για το σπίτι:
1. Να βρείτε και να σχολιάσετε τις οπτικές και ηχητικές εικόνες του ποιήματος. Πώς συνταιριάζονται στο ποίημα ήχος και σιωπή, φως και σκοτάδι;
1η οπτική εικόνα: Φίλοι / Που φεύγουν / Που χάνονται μια μέρα: Η αποχώρηση των φίλων δεν αποτελεί μια οικειοθελή διαδικασία, καθώς κάποιοι από αυτούς εξορίζονται και άλλοι εκτελούνται ή πεθαίνουν κατά τις πολεμικές συγκρούσεις. Ο χαμός των φίλων, που δίνεται από τον ποιητή με ήπιες διατυπώσεις, για να αποφύγει πιθανώς λεπτομέρειες που θα του προκαλούσαν μεγαλύτερο πόνο, δεν αποκτά σαφή χρονικό προσδιορισμό, αλλά παρουσιάζεται ως κάτι που συμβαίνει «μια μέρα». Η γενική αυτή τοποθέτηση βέβαια εξηγείται από το γεγονός ότι οι φίλοι του ποιητή φεύγουν ή χάνουν τη ζωή τους σε διαφορετικές στιγμές, καλύπτοντας ένα ευρύτερο χρονικό διάστημα.
Ηχητικές εικόνες: Τη νύχτα / Μακρινές φωνές / Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους / Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση: Οι ηχητικές αυτές εικόνες, της μάνας και του παιδιού, μας δίνουν τον αντίκτυπο της απώλειας των ανθρώπων, που παρουσιάστηκε στους αμέσως προηγούμενους στίχους. Ο χαμός των φίλων που συμβαίνει τη μέρα, καταλήγει στο θρήνο και στην εγκατάλειψη, συνέπειες που γίνονται αισθητές τη νύχτα. Η μέρα φέρνει το θάνατο και η νύχτα την απελπισία και τον πόνο.
Η εικόνα της μητέρας που αναζητά, τρελαμένη από τον πόνο, το παιδί της στους έρημους δρόμους, όπως κι αυτή με το παιδί που κλαίει χωρίς ανταπόκριση, μας δίνονται ως ηχητικές εικόνες, μιας και οι ήχοι ήταν το μόνο στο οποίο είχε πρόσβαση ο ποιητής που ήταν έγκλειστος στη φυλακή.
Μέσα στη σιωπή της νύχτας, οι φωνές της μάνας και το κλάμα του παιδιού, που μένει χωρίς απάντηση, αποκαλύπτουν με δραματική ένταση τον πόνο των ανυπεράσπιστων γυναικών και παιδιών, που λόγω του πολέμου βιώνουν την απώλεια και την εγκατάλειψη. Εδώ η σιωπή της νύχτας και των έρημων δρόμων, λειτουργεί ως το φόντο πάνω στο οποίο οι κραυγές της μάνας και το κλάμα του παιδιού, δίνονται με τον εντονότερο δυνατό τρόπο. Μέσα σ’ έναν έρημο δρόμο, οι κραυγές μιας μάνας ακούγονται ακόμη πιο σπαρακτικές. Ενώ το κλάμα του παιδιού που δε λαμβάνει απάντηση, που μένει να κλαίει μόνο του απέναντι στην πένθιμη σιωπή, αποκαλύπτει τραγικότερη την ορφάνια του.
2η οπτική εικόνα: Ερείπια / Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες: Ο ποιητής αντικρίζει παντού ερείπια, που προκαλεί η σαρωτική επέλαση του πολέμου, κι αυτά τα ερείπια δίνουν μια πικρή απάντηση σε όσους πίστεψαν ότι μέσα από τον πόλεμο θα ερχόταν μια καλύτερη μέρα για τη χώρα. Τα ερείπια μοιάζουν με τρυπημένες σάπιες σημαίες, μοιάζουν με προδομένα ιδανικά και διαψευσμένες προσδοκίες. Η εικόνα αυτή με την παρομοίωση που έρχεται να αποσαφηνίσει το νόημα που αποκτούν τα ερείπια στα μάτια του ποιητή, αποκαλύπτει την απογοήτευση που βιώνει ο Αναγνωστάκης.
3η οπτική εικόνα: Εφιάλτες / Στα σιδερένια κρεβάτια / Όταν το φως λιγοστεύει / Τα ξημερώματα: Η εικόνα των κρατούμενων που έχουν εφιάλτες πάνω στα σιδερένια κρεβάτια της φυλακής, αποτελεί μια ακόμη έκφανση της φρίκης του εμφυλίου πολέμου, αλλά και μια πιο προσωπική διάσταση των γεγονότων, όπως τα βιώνει ο ίδιος ο ποιητής.
Σ’ αυτή την εικόνα ο ποιητής δημιουργεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα χρήση της αντίθεσης ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Οι εφιάλτες των φυλακισμένων τοποθετούνται χρονικά το ξημέρωμα -μιας και τα ξημερώματα γίνονταν οι εκτελέσεις- την ώρα, όπως σχολιάζει ο ποιητής, που το φως λιγοστεύει. Εδώ το φως χρησιμοποιείται ως σύμβολο της ελπίδας και της ζωής, κι ενώ θα έπρεπε με το ξεκίνημα της ημέρας το φως να αυξάνεται, επειδή ακριβώς πλησιάζει η ώρα των εκτελέσεων, το φως λιγοστεύει και η σκέψη των κρατούμενων σκοτεινιάζει από το φόβο και την απελπισία. Το φως υποχωρεί μπροστά στο ενδεχόμενο της εκτέλεσης, μπροστά στο ενδεχόμενο του βίαιου τερματισμού της ζωής.
2. Να μελετήσετε ποιήματα από τη συλλογή Παρενθέσεις και από τη συλλογή Ο στόχος του Μ. Αναγνωστάκη και κατόπιν να συνθέσετε μια εργασία σχετική με τις διαφορές που παρουσιάζουν οι δυο συλλογές.
Η συλλογή Παρενθέσεις, στην οποία ανήκει το ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949», αποτελεί μια μικρή συλλογή, μόλις 5 ποιημάτων, τα οποία γράφτηκαν την περίοδο 1948-1949 κατά την οποία ο ποιητής ήταν φυλακισμένος, για την πολιτική του δράση. Ο ποιητής ήταν τότε 23 ετών. Από τη συλλογή αυτή παραθέτουμε εδώ και το ποίημα «Τοπίο».
Τοπίο
Ερειπωμένοι τοίχοι. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ' αλλάξει δω μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή, μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς επιστροφή,
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη.
Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16.
Το πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.
Στο ποίημα Τοπίο ο Αναγνωστάκης παρουσιάζει μια εικόνα ερείπωσης κι εγκατάλειψης, ως κατάλοιπο της επαναστατικής προσπάθειας που συντελέστηκε τα προηγούμενα χρόνια. Η αίσθηση που μας μεταδίδει το ποίημα είναι η παραίτηση που επικρατεί, η σιωπή και η πλήρης απουσία ελπίδας για τη ζωή. Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει εδώ μέσα, δεν υπάρχει ούτε νεότητα, ούτε έρωτας, ούτε καν η έπαρση που κάποτε ωθούσε τους ανθρώπους σε δράση. Μορφές του παρελθόντος περνούν αδιάφορα και ο χρόνος μοιάζει να μην έχει καν υπόσταση. Από τη στιγμή που η ζωοποιός ελπίδα εγκατέλειψε τους ανθρώπους, όλα αντικρίζονται πλέον υπό το πρίσμα της απαισιοδοξίας και της παραίτησης. Το κλίμα αυτό επιχειρείται να υπονομευθεί με τον τελευταίο στίχο της πρώτης στροφής, όπου η Άνοιξη –με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα-, έρχεται να δώσει την υπόσχεση μιας νέας ελπίδας. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο ο ποιητής δηλώνει την έλευση της «Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη», την παρουσιάζει ως κάτι το κοινότοπο, κάτι το αναμενόμενο και μάλιστα με ημερολογιακή ακρίβεια, στερώντας της την αναγεννητική δύναμη.
Η δεύτερη και τελευταία στροφή, άλλωστε, επαναφέρει το κλίμα στασιμότητας. Ένα
βιβλίο με σημαδεμένη τη σελίδα για να διαβαστεί κάποια στιγμή κι ένα πρόγραμμα για μια επερχόμενη συναυλία, αλλά για την ώρα σιωπή και αδράνεια. Στα ποιήματα της συλλογής Παρενθέσεις ο ποιητής, φυλακισμένος και καταδικασμένος σε θάνατο, συνειδητοποιεί πως οι εφηβικές του προσδοκίες για μια σημαντική αλλαγή στην Ελλάδα, δεν πρόκειται να υλοποιηθούν. Από το 1948 είχε ήδη αρχίσει να γίνεται σαφές πως ο εμφύλιος πόλεμος, η επανάσταση των κομμουνιστών, θα έφτανε σ’ ένα βίαιο τέλος, τερματίζοντας τις ελπίδες τους για τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής κατάστασης. Με τη συλλογή αυτή ο Αναγνωστάκης περνά από τον ενθουσιασμό των πολύ νεανικών του χρόνων, σε μια περίοδο απογοήτευσης «Ερείπια / Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες», ακόμη και φόβου «Εφιάλτες / Στα σιδερένια κρεβάτια / Όταν το φως λιγοστεύει / Τα ξημερώματα», δεδομένου ότι εκκρεμεί μια καταδικαστική γι’ αυτόν απόφαση.
Η συλλογή Ο στόχος κυκλοφόρησε το 1970 και περιέχει ποιήματα που γράφτηκαν στα χρόνια της δικτατορίας. Είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του Αναγνωστάκη, ο οποίος συνέχισε την πνευματική του παραγωγή με άρθρα και δοκίμια, αλλά δεν θέλησε να συνθέσει άλλα ποιήματα.
Στη συλλογή αυτή βρίσκουμε ξανά την αίσθηση της απογοήτευσης που συναντήσαμε και στη νεανική συλλογή Παρενθέσεις, μόνο που τώρα η αίσθηση αυτή έχει εδραιωθεί και συνοδεύεται κι από μια οργισμένη διάθεση απέναντι στους δικτάτορες. Ο ποιητής αντικρίζει τη χώρα για την οποία αγωνίστηκε να έχει περάσει στον έλεγχο των στρατιωτικών, τους πολίτες της να μεταναστεύουν και όσους απομένουν να μην έχουν πια τη δύναμη να αντισταθούν. Οι Έλληνες αφήνονται ολοένα και περισσότερο σε μια κατάσταση αλλοτρίωσης κι ο ποιητής παρατηρεί, με πίκρα, τη χώρα του να αλλάζει.
Από τη συλλογή αυτή παραθέτουμε τα ακόλουθα τρία ποιήματα:
Απολογία νομοταγούς
Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη: Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε «ποιητική»: στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία.
Γράφω ποιήματα που δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως.
Στα πλαίσια της δικτατορίας και με τη λογοκρισία να καραδοκεί, ο ποιητής
παρουσιάζει με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο, την υποχρέωσή του να συνθέτει τους
στίχους του, χωρίς να θίγει το καθεστώς. Ο ποιητής που στα νεανικά του χρόνια
καταδικάστηκε σε θάνατο για την πολιτική του δράση, υποχρεώνεται τώρα σε μια
ασφυκτική λογοκρισία. Εντούτοις, ο Αναγνωστάκης, δεν είναι διατεθειμένος να
σωπάσει, γι’ αυτό και στο ποίημά του εντάσσει όλα όσα του απαγορεύουν να πει:
«Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι»
Επίλογος
Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη: ζω.
«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»
Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.
Ο Αναγνωστάκης συνδιαλέγεται με τους στίχους του Τίτου Πατρίκιου που
διαπιστώνουν πως έχει περάσει ο καιρός που οι ποιητές είχαν τη δύναμη να
εμπνεύσουν τους πολίτες και να τους ωθήσουν σε αποτελεσματική αντίσταση. Ο
Αναγνωστάκης αντιλαμβάνεται την αλήθεια της διαπίστωσης του Πατρίκιου, αλλά δε
συμφωνεί με την πλήρη παραίτηση. Έστω, κι αν δεν μπορείς πραγματικά να επιφέρεις
μια τόσο σημαντική αλλαγή, έστω κι αν με τους στίχους σου δεν μπορείς να
ανατρέψεις καθεστώτα, τουλάχιστον προσπάθησε, δείξε τα χέρια σου, κρίνε τα κακώς
κείμενα της κοινωνίας. Η αντίδραση του Αναγνωστάκη στα γραφόμενα του
Πατρίκιου, μας παραπέμπει βέβαια, στη διαφοροποίησή του σε σχέση με τη διάθεση
παραίτησης του Εγγονόπουλου, στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου.
Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ.
Στην οδό Αιγύπτου –πρώτη πάροδος δεξιά–
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δεν γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες∙
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται η Τράπεζα Συναλλαγών
–εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται–
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
–εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν–
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
Η Ελλάς των Ελλήνων.
Το ποίημα αυτό, με τα διάχυτα αφηγηματικά στοιχεία, αποτελεί μια κριτική ματιά
στη γενέτειρα του ποιητή, τη Θεσσαλονίκη, που έχει με το πέρασμα του χρόνου
αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας απρόσωπης μεγαλούπολης. Ο ποιητής διατρέχει
με τη σκέψη του τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που έζησε, (β΄ παγκόσμιος πόλεμος,
εμφύλιος πόλεμος, δικτατορία) και συνειδητοποιεί πως παρά την ελπίδα που είχε, την
ελπίδα που θέλησε να του περάσει ο πατέρας του, η ζωή των Ελλήνων δεν
βελτιώνεται. Όσο κι αν αγωνίστηκαν, όσο κι αν το προσπάθησαν, η Ελλάδα
ακολουθεί μια πτωτική πορεία, δημιουργώντας ολοένα και πιο άσχημες συνθήκες
διαβίωσης για τους πολίτες της, πολλοί από τους οποίους επιλέγουν μάλιστα να την
εγκαταλείψουν. Η αντίθεση είναι τραγική, οι τουρίστες έρχονται για να θαυμάσουν τα
ωραία της νησιά και οι Έλληνες φεύγουν για να γλιτώσουν από τη μιζέρια της χώρας
τους. Ο Αναγνωστάκης αντικρίζει τον απότομο εκσυγχρονισμό της πόλης του και
φέρνει στη σκέψη του τα λόγια του Σεφέρη «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με
πληγώνει».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παράλληλη ανάγνωση του ποιήματος με τα κείμενα του
Γιώργου Ιωάννου, όπου ο συγγραφέας παρατηρεί με απέχθεια την αγαπημένη του
Θεσσαλονίκη να χάνει την παραδοσιακή της ομορφιά και να μετατρέπεται σε μια
γκρίζα μεγαλούπολη.
Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου
1. Να εξεταστούν συγκριτικά τα δύο ποιήματα. Ποια είναι η επιλογή του Εγγονόπουλου και ποια του Αναγνωστάκη;
Η σχέση ανάμεσα στα δύο αυτά ποιήματα είναι εμφανής, καθώς τόσο ως προς τη
μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες. Η
προφορική δήλωση του Αναγνωστάκη, βέβαια, ήταν σαφής, το ποίημα αυτό
απευθύνεται στον συναγωνιστή του Νίκο Ευστρατιάδη. Εντούτοις, ο τίτλος του
ποιήματος μοιάζει να αφήνει σκόπιμα το περιθώριο του συσχετισμού με το ποίημα
του Εγγονόπουλου.
Ομοιότητες των δύο ποιημάτων:
- Η χρονολογική ένδειξη των τίτλων: «Ποίηση 1948», «Στον Νίκο Ε… 1949». Οι
ποιητές τοποθετούν χρονολογικά τα ποιήματά τους στην περίοδο της κορύφωσης του
εμφυλίου πολέμου.
- Η μορφή των ποιημάτων: Ο τεμαχισμένος λόγος, που οδηγεί ακόμη και σε
μονολεκτικούς στίχους και κατευθύνει τον αναγνώστη σε μια αργή, διακεκομμένη
ανάγνωση, τα ελάχιστα σημεία στίξης και οι παρενθετικοί στίχοι.
- Το περιεχόμενο των ποιημάτων: Ο εμφύλιος πόλεμος με την κυριαρχία του
θανάτου, της καταστροφής και της εγκατάλειψης.
- Η γλώσσα των ποιημάτων: Με απλές, καθημερινές λέξεις, χωρίς περίτεχνα σχήματα
λόγου (μόνο παρομοιώσεις), οι ποιητές επιχειρούν να μεταδώσουν με απλότητα τα
καίρια μηνύματά τους, σχετικά με τον αποτροπιασμό που προκαλεί αυτός ο πόλεμος.
- Η ελεγχόμενη συναισθηματική ανταπόκριση απέναντι στα γεγονότα: Οι δύο ποιητές
αντικρίζουν το θάνατο και τις τραγικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου, αλλά δεν
καταφεύγουν σε περιττούς συναισθηματισμούς. Καταγράφουν τις σκέψεις τους με
απλότητα, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, αφήνοντας τα γεγονότα να μιλήσουν
απευθείας στην ψυχή του αναγνώστη. Ακόμη και ο Αναγνωστάκης, που αναμένει την
εκτέλεσή του, κατορθώνει να μεταδώσει την αγωνία του, με ελεγχόμενο τρόπο,
σχεδόν αποστασιοποιημένο.
Διαφορές των δύο ποιημάτων:
- Στη μορφή των ποιημάτων: Ο Εγγονόπουλος προχωρά σε μια χαμηλόφωνη
εξομολόγηση, η οποία αισθητοποιείται με την πλήρη απουσία κεφαλαίων γραμμάτων,
δίνοντας την αίσθηση του ψιθυρίσματος στα λόγια του. Ενώ, ο Αναγνωστάκης
καταφεύγει στην καταγγελία όσων βιώνει και αντικρίζει γύρω του, ξεκινώντας κάθε
στίχο του ποιήματος με κεφαλαίο γράμμα. Οι στίχοι του Αναγνωστάκη έρχονται να
αναδείξουν με έντονο τρόπο τη φρίκη του εμφυλίου, έρχονται να καταγγείλουν τη
διάψευση των ελπίδων και τον πόνο των αγωνιστών.
- Στο περιεχόμενο των ποιημάτων: Ο Εγγονόπουλος ερχόμενος αντιμέτωπος με τον
παραλογισμό του εμφυλίου πολέμου, αισθάνεται πως η ποίηση δεν μπορεί να
προσφέρει ουσιαστικό έργο. Η εποχή του πολέμου καθιστά την ποιητική ενασχόληση
περιττή και άτοπη, όπως και κάθε άλλη παρόμοια καλλιτεχνική δημιουργία. Αυτό,
βέβαια, δε σημαίνει ότι ο ποιητής δε γνωρίζει το χρέος του απέναντι στα γεγονότα της
εποχής του, γι’ αυτό άλλωστε καταγράφει τις σκέψεις του και μιλά για τη
βαρβαρότητα του εμφυλίου. Ο Εγγονόπουλος διατυπώνει τη σκέψη ότι αυτή η εποχή
δεν είναι κατάλληλη για ποίηση, αλλά το κάνει γράφοντας ποίηση.
Από την άλλη, ο Αναγνωστάκης με μια σαφέστερη διάθεση καταγγελίας, καταγράφει
τη φρίκη του πολέμου -δεν χρησιμοποιεί τον προσδιορισμό εμφύλιος, όπως ο
Εγγονόπουλος- και αναρωτιέται ποιος θα μιλήσει με πόνο για όλα αυτά, αν δεν το
κάνουν αυτό οι ποιητές και οι πνευματικοί άνθρωποι. Η αίσθηση του χρέους για τον
Αναγνωστάκη είναι εμφανέστερη και με τους στίχους του έρχεται σε αντίθεση με τη
διάθεση παραίτησης από την ποιητική δημιουργία που βρίσκουμε στους στίχους του
Εγγονόπουλου. Ο Αναγνωστάκης σε κάθε εποχή της ζωής του είναι έτοιμος να
αγωνιστεί, να καταγγείλει καταστάσεις και να πει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν,
χωρίς περιστροφές και δισταγμούς. Μια μαχητική διάθεση που διαπνέει εν γένει την
ποιητική του παραγωγή και η οποία δεν μοιάζει να υποχωρεί ούτε με τη φυλάκισή
του.
2. Ποια γενικά συμπεράσματα προκύπτουν από το χρέος της ποίησης απέναντι στις επιταγές της σύγχρονης πραγματικότητας; Ποια είναι η δική σας άποψη για το θέμα αυτό;
Η ποίηση σε εποχές δύσκολες κι επικίνδυνες για τη χώρα αποκτά ένα καίριο ρόλο
προώθησης της αγωνιστικής διάθεσης και της καταγγελίας όσων φρικτών
συμβαίνουν. Το στοιχείο όμως αυτό την εντάσσει στα όρια της στρατευμένης τέχνης.
Το χρέος άρα των ποιητών, όπως και κάθε πολίτη, είναι να χρησιμοποιούν κάθε
δυνατό τρόπο για να συνδράμουν στους αγώνες των συμπατριωτών τους, χωρίς όμως
να προδίδουν την τέχνη τους, καθιστώντας την ένα ακόμη μέσο στήριξης ιδιοτελών ή
κομματικών συμφερόντων.
Εκείνο, επομένως, που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι ούτε ο
Εγγονόπουλος ούτε ο Αναγνωστάκης χρησιμοποιούν τους στίχους τους για να
προπαγανδίσουν υπέρ της μίας ή της άλλης παράταξης. Χρησιμοποιούν τα ποιήματά
τους για να φωτογραφίσουν καταστάσεις πόνου και ολέθρου, χωρίς να παρουσιάζουν
με άμεσο τρόπο τις προσωπικές τους θέσεις.
Οι ποιητές σεβόμενοι την τέχνη τους κι έχοντας εμπιστοσύνη στη δύναμή της να
κινητοποιεί συνειδήσεις, καταγράφουν τα βιώματά τους, χωρίς να καταφεύγουν στη
χρήση πολιτικών μηνυμάτων και χωρίς να την υποβιβάζουν στο επίπεδο του
προπαγανδιστικού λόγου.
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο ποίημα του Αναγνωστάκη, ο οποίος
βρίσκεται φυλακισμένος για τη δράση του υπέρ της αριστεράς. Κι ενώ θα μπορούσε
να μιλήσει ανοιχτά για τον αγώνα της παράταξής του, καθιστώντας τους στίχους του
σαφώς πολιτικοποιημένους, επιλέγει να καταγράψει με αντικειμενικότητα εικόνες
πόνου και εξαθλίωσης, αφήνοντας τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του
συμπεράσματα.
Σαφώς, ο Αναγνωστάκης είναι αγωνιστής και σαφώς καθρεφτίζει στα ποιήματά του
τις επώδυνες εμπειρίες του και την απογοήτευσή του για τη ματαίωση των
προσδοκιών του, αλλά το κάνει αυτό χωρίς συνθηματολογία και με συγκράτηση,
προτιμώντας να καταγράφει απλώς τα βιώματά του, χωρίς να εντάσσει σε αυτά
προσωπικά σχόλια.
Στον αντίποδα, πάντως, της αξιοποίησης του ποιητικού λόγου ως μέσου καταγγελίας
γεγονότων της σύγχρονης πραγματικότητας, υπάρχει η επιλογή πολλών δημιουργών
να μην εμπλέκουν τα έργα τους με τα γεγονότα της επικαιρότητας. Ποιητές που
καταγράφουν τα βιώματά τους μόνο όταν το πέρασμα του χρόνου τα έχει εξαγνίσει
από τη συναισθηματική τους φόρτιση, επιτρέποντας έτσι μια πιο αντικειμενική
καταγραφή και μια αποτύπωση που τείνει προς τη διαχρονικότητα.
Σχολιασμός Αδίδακτου Κειμένου
Τίτος Πατρίκιος «Οι φίλοι»
Δεν είναι η θύμηση των σκοτωμένων φίλων
που μου σκίζει τώρα τα σωθικά.
Είναι ο θρήνος για τους χιλιάδες άγνωστους
που αφήσανε στα ράμφη των πουλιών
τα σβησμένα μάτια τους
που σφίγγουνε στα παγωμένα χέρια τους
μια φούχτα κάλυκες κι αγκάθια.
Τους άγνωστους περαστικούς διαβάτες
που ποτέ δε μιλήσαμε
που μόνο κάποτε για λίγο κοιταχτήκαμε
όταν μας έδωσαν τη φωτιά του τσιγάρου τους
στο βραδινό δρόμο.
Τους χιλιάδες άγνωστους φίλους
που έδωσαν τη ζωή τους
για μένα.
(19 Γενάρη 1949)
Ο Τίτος Πατρίκιος βίωσε, όπως και ο Μ. Αναγνωστάκης, τη φρίκη του εμφυλίου. Ποιες εφιαλτικές μνήμες εμφανίζονται στα δύο ποιήματα;
Ο Αναγνωστάκης στη δική του καταγραφή των γεγονότων του εμφυλίου πολέμου,
επιλέγει να αποκρύψει την τραγική κατάληξη, δίνοντάς μας τον αντίκτυπο της
απώλειας ή αποτυπώνοντας την εναγώνια αναμονή του επερχόμενου τέλους.
Αντιθέτως, ο Πατρίκιος προχωρά στο δικό του ποίημα ακόμη πιο πέρα και μας δίνει
με παραστατικό τρόπο εικόνες φρίκης που χαράχτηκαν για πάντα στη μνήμη του.
Ο Αναγνωστάκης ξεκινά το ποίημά του με μια αναφορά στους φίλους που φεύγουν
και χάνονται μια μέρα, αφήνοντας τον αναγνώστη να σκεφτεί πως κάποιοι από
αυτούς πέθαναν στο πεδίο της μάχης ή εκτελέστηκαν ή κάποιοι πήραν το δρόμο της
εξορίας. Ο ποιητής υπονοεί το θάνατο των φίλων του αλλά δεν το δηλώνει ξεκάθαρα,
καθώς προτιμά να μη μιλήσει περισσότερο για κάτι που προφανώς τον πληγώνει. Ο
θάνατος άλλωστε υπονοείται και στη συνέχεια όταν γίνεται αναφορά στη μητέρα που
ψάχνει με αγωνία το γιο της και στο παιδί που κλαίει χωρίς να παίρνει απάντηση.
Είναι προφανές ότι τόσο ο γιος όσο και οι γονείς του παιδιού δε είναι πια ζωντανοί,
αλλά ο ποιητής δεν προχωρά στην αναφορά του θανάτου τους. Δημιουργεί μια
κλιμάκωση στην ένταση του ποιήματος, με το θάνατο να βρίσκεται παντού, χωρίς
αυτό να δηλώνεται ποτέ. Ο θάνατος εκκρεμεί, αλλά δεν γίνεται ποτέ πλήρως ορατός,
μοιάζει δεδομένος, αλλά ποτέ δεν επιβεβαιώνεται, όπως ακριβώς τον αντιλαμβάνεται
ο ποιητής τη στιγμή που συνθέτει το ποίημά του. Ο ποιητής είναι καταδικασμένος σε
θάνατο και περνά εφιαλτικές νύχτες αγωνίας στη φυλακή περιμένοντας το ξημέρωμα
-την ώρα που γίνονται οι εκτελέσεις- με το φόβο πως ίσως σήμερα είναι η ώρα της
δικής του εκτέλεσης. Σ’ ένα ποίημα που έχει γραφτεί υπό το βάρος μιας θανατικής
καταδίκης, ο ποιητής αποφεύγει να αναφερθεί άμεσα στο θάνατο.
Ο Πατρίκιος στη δική του ποιητική σύνθεση επιλέγει να αντιμετωπίσει τις εφιαλτικές
μνήμες του εμφυλίου με άμεσο τρόπο, καταγράφοντας εικόνες που του έχουν
προκαλέσει μεγάλο πόνο και θα συνεχίσουν να τον ακολουθούν πιθανότατα για
πάντα. Ο ποιητής αναφέρεται στους χιλιάδες αγωνιστές, οι οποίοι αν και άγνωστοι σε
αυτόν πολέμησαν εντούτοις για τον ίδιο σκοπό και έδωσαν τη ζωή τους για τον κοινό
τους αγώνα. Οι άνθρωποι αυτοί έμειναν άταφοι στα πεδία της μάχης, και το σώμα
τους έγινε βορά των αρπακτικών πουλιών και των σαρκοβόρων ζώων. Έκδηλη είναι η
αγωνία του θανάτου, όπως αυτή αποτυπώνεται στην εικόνα των νεκρών αγωνιστών
που στα παγωμένα χέρια τους σφίγγουν κάλυκες και αγκάθια. Μέχρι την τελευταία
στιγμή μένουν πιστοί στον αγώνα, κρατώντας στα χέρια τους τις πολύτιμες σφαίρες,
βιώνοντας όμως και το σπαρακτικό πόνο του τραυματισμού που τους οδηγεί στο
θάνατο αρπάζουν με τα χέρια τους ό,τι βρίσκουν δίπλα τους και καταλήγουν
σφίγγοντας τα αγκάθια. Ο Τίτος Πατρίκιος έχοντας συμμετάσχει ενεργά στον αγώνα
της αριστεράς, μας μεταφέρει εικόνες από τα πεδία της μάχης και μας αποκαλύπτει τη
φρίκη που γνώρισαν όσοι πολέμησαν για τα ιδανικά τους.
Παράλληλα Κείμενα
Τίτος Πατρίκιος «Οφειλή»
Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ' έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ' τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.
Πώς αντιλαμβάνονται ο Πατρίκιος (Οφειλή) και ο Αναγνωστάκης (Στον Νίκο Ε… 1949), το χρέος του ποιητή απέναντι στην ελληνική κοινωνία κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου;
Ο Τίτος Πατρίκιος στο ποίημα Οφειλή, με αρκετά στοιχεία πεζολογικής γραφής,
καταγράφει το πώς αισθάνεται για το γεγονός ότι ο ίδιος έχει επιζήσει ενός
φονικότατου πολέμου, στα πλαίσια του οποίου ο θάνατος επέρχεται από κάθε πιθανή
αιτία. Οι άνθρωποι γύρω του πεθαίνουν κατά τη διάρκεια των πολεμικών
επιχειρήσεων, εκτελούνται, καταδικάζονται σε θάνατο, πεθαίνουν από αρρώστιες ή
από την πείνα, σκοτώνονται σε τυχαία (ή όχι και τόσο τυχαία) δυστυχήματα,
εκτελούνται από δολοφόνους που έχουν πληρωθεί από εχθρούς ή από φίλους. Ο
θάνατος μοιάζει να προετοιμάζεται συστηματικά από κάποιους, ενώ το μόνο που
περιμένει τους νεκρούς είναι τυποποιημένοι επικήδειοι, καθώς η υπερβολική
παρουσία του θανάτου έχει ψυχράνει τις καρδιές των ανθρώπων.
Ο ποιητής, επομένως, αισθάνεται πως ζει σα να του έχουν χαρίσει τη ζωή, μιας και η
σφαίρα που προοριζόταν για εκείνον σκότωσε τελικά κάποιον άλλο, κάποιον
συναγωνιστή του. Ο ποιητής θεωρεί ότι ζει ακόμη, γιατί κάποιος άλλος θυσιάστηκε
στη θέση του κι αυτή η σκέψη του δημιουργεί έντονα συναισθήματα χρέους και
οφειλής απέναντι στους ανθρώπους που σκοτώθηκαν αγωνιζόμενοι για τις ιδέες τους
και για την καλυτέρευση της ελληνικής κοινωνίας. Ο ποιητής οφείλει τη ζωή του
στους νεκρούς συναγωνιστές και νιώθει πως όσος χρόνος του έχει απομείνει θα
πρέπει να αξιοποιηθεί για την εξύμνηση όλων εκείνων των ανθρώπων που έδωσαν τη
ζωή τους υπηρετώντας το όνειρο μιας δικαιότερης συνύπαρξης.
Η ποίηση για τον Πατρίκιο είναι το μέσο με το οποίο θα κατορθώσει να αποδώσει την
πρέπουσα τιμή στους νεκρούς του εμφύλιου πολέμου, στους ανθρώπους που
σκοτώθηκαν αγωνιζόμενοι για τους συνανθρώπους τους.
Με παρόμοιο τρόπο, στα πλαίσια του ίδιου πολέμου και βιώνοντας την κυρίαρχη
παρουσία του θανάτου, ο Αναγνωστάκης θεωρεί πως κάποιος πρέπει να μιλήσει για
τους φίλους που χάνονται, για τη μητέρα που αναζητά μάταια το παιδί της, για το
μικρό παιδί που απομένει μόνο χωρίς τους γονείς του, για τα προδομένα ιδανικά,
αλλά και για εκείνους που προσμένουν με αγωνία το βίαιο τέλος της ζωής τους.
Οι δύο ποιητές δεν αφήνουν τη βιαιότητα του πολέμου να κάμψει την ανάγκη τους να
καταγράψουν τις απάνθρωπες καταστάσεις που αναγκάστηκαν να ζήσουν και το
κυριότερο να μιλήσουν για τους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους σ’ έναν αγώνα
που αποσκοπούσε στην καλυτέρευση της ζωής των Ελλήνων, αλλά πνίγηκε στο αίμα.
Σε αντίθεση με τον Εγγονόπουλο που αισθάνεται πως η ενασχόληση με την ποίηση
είναι αταίριαστη σε μια περίοδο τόσων θανάτων και τόσου πόνου, ο Αναγνωστάκης
και ο Πατρίκιος πιστεύουν πως η ποίηση μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως μέσο
εξύμνησης των ανθρώπων που θυσίασαν τη ζωή τους.
Τάσος Λειβαδίτης «25η Ραψωδία της Οδύσσειας»
Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
σε κείνο το ασφυκτικό κελί των μελλοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυο γωνίες του άδειου κελιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα
όλοι.
Στο απόσπασμα από την 25η Ραψωδία της Οδύσσειας του Λειβαδίτη παρουσιάζεται η
σπαρακτική αίσθηση των ανθρώπων που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο και
περιμένουν με φόβο την πλήρωση της καταδίκης τους. Η εικόνα που δημιουργεί εδώ
ο Λειβαδίτης είναι ιδιαίτερα δυνατή και μεταφέρει με μοναδικό τρόπο το φόβο και τη
συναισθηματική ένταση των μελλοθανάτων. Οι καταδικασμένοι που γεμίζουν
ασφυκτικά το κελί, αφού περνούν ένα μήνα μαζί, κουλουριασμένοι για να χωρούν,
σταδιακά αρχίζουν να μειώνονται, καθώς ένας – ένας οδηγούνται στο πρόωρο τέλος
τους. Κάθε φορά, όμως, οι εναπομείναντες παραμένουν μαζεμένοι στη θέση τους,
χωρίς να απλώνουν το κορμί τους, για να μη συνειδητοποιήσουν την απώλεια του
συντρόφου τους. Οι εναπομείναντες επιλέγουν να εθελοτυφλούν μπροστά στην
τραγική απώλεια και στο ανέκκλητο του τέλους που τους περιμένει. Ακόμη κι όταν
έχουν μείνει μόλις δύο άτομα στο άδειο πλέον κελί, προτιμούν να μένουν
κουβαριασμένοι στις γωνιές τους, μη θέλοντας να αποδεχτούν το γεγονός ότι όλοι οι
σύντροφοί τους έχουν οδηγηθεί στο θάνατο.
Η σύνθεση αυτή του Λειβαδίτη, που μας παραπέμπει μέσω του τίτλου της στην
εμπειρία του Οδυσσέα που συνέχισε το ταξίδι του έχοντας χάσει τους συντρόφους
του, έρχεται να δώσει μια διάσταση της πορείας όσων αγωνίστηκαν για την αλλαγή
των πραγμάτων στη χώρα, που δεν εμπεριέχει πια δυναμισμό και ενθουσιώδη
οράματα για το μέλλον. Έρχεται να μας μιλήσει για το τέλος της πορείας τους, ένας
τέλος γεμάτο φόβο και διάψευση, καθώς τα όνειρα και οι ελπίδες εκείνων των
ανθρώπων συγκρούστηκαν με την αμείλικτη αποφασιστικότητα να τερματιστεί ο
αγώνας για την προσέγγιση ενός διαφορετικού μέλλοντος.
Την ίδια θεματική βρίσκουμε και στο ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949» του
Αναγνωστάκη, όπου ο ποιητής μας μεταφέρει στην εφιαλτική πραγματικότητα που
βιώνει κάποιος που προσμένει από μέρα σε μέρα την εκτέλεσή του. Ο
Αναγνωστάκης, βέβαια, δίνει την κατάσταση που βίωσε περισσότερο υπαινικτικά και
με πιο λακωνικό τρόπο, περνώντας μας όμως με παρόμοια ένταση το συναίσθημα του
φόβου και της αβάσταχτης αναμονής, που στοίχειωνε τους ανθρώπους που περίμεναν
να έρθει και η δική τους σειρά. «Εφιάλτες. / Στα σιδερένια κρεβάτια / Όταν το φως
λιγοστεύει / Τα ξημερώματα.» Ο ποιητής εδώ, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη
συναισθηματική κατάσταση του μελλοθάνατου. Όποιος περιμένει πως σύντομα θα
φτάσει και το δικό του τέλος ζει έναν εφιάλτη, και καθώς πλησιάζει το ξημέρωμα -η
ώρα των εκτελέσεων- το φως μοιάζει να λιγοστεύει, οι ελπίδες του σβήνουν.
Η ίδια τραυματική εμπειρία, η εμπειρία της αναμονής του τέλους, ενέχει και για τους
δύο ποιητές συναισθήματα αγωνίας και φόβου, προσεγγίζεται όμως διαφορετικά, υπό
την έννοια ότι ο Λειβαδίτης επιλέγει να μιλήσει για το φενακισμό των κατάδικων που
προτιμούν να μην αποδεχτούν την απώλεια των συντρόφων τους και συνεχίζουν να
πιστεύουν και να αισθάνονται πως είναι ακόμη όλοι μαζί -έστω κι αν έχουν απομείνει
μόλις δύο- διατηρώντας έτσι μια ψευδαίσθηση κοινής παρουσίας μέχρι τέλους, ενώ ο
Αναγνωστάκης, επικεντρώνεται κυρίως στην εφιαλτική συναισθηματική κατάσταση
που βίωναν οι μελλοθάνατοι, κάθε φορά που πλησίαζε η ώρα των εκτελέσεων.
Άρης Αλεξάνδρου «Φρόντισε»
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Ο Άρης Αλεξάνδρου με το ποίημά του «Φρόντισε» έρχεται να επισφραγίσει τη σκέψη
του Αναγνωστάκη πως κάποιος θα πρέπει να μιλήσει με πόνο για όλες τις φρικτές
πληγές των Ελλήνων στη μαστιζόμενη από τον εμφύλιο πόλεμο χώρα. Ο
Αλεξάνδρου, δηλαδή, με το ποίημά του ζητά από τους ομοτέχνους του να βασίζουν
τους στίχους τους σε «σκληρές» και «συγκεκριμένες» λέξεις, λέξεις που
αποκαλύπτουν την πραγματικότητα με άμεσο και σαφή τρόπο, χωρίς ωραιοποιήσεις
και χωρίς λογοτεχνικές παρεκκλίσεις προς το γενικόλογο και αφηρημένο. Ο ποιητής
δεν υπάρχει για να παίζει με τις λέξεις, για να δημιουργεί όμορφες εικόνες με
περίτεχνα σχήματα λόγου, ο ποιητής έχει χρέος να μιλήσει για όσα συμβαίνουν γύρω
του, όσο δύσκολα, όσο άσχημα και αντιποιητικά μπορεί να είναι αυτά.
Στο ερώτημα κατά πόσο η ποίηση θα πρέπει να καθρεφτίζει την πραγματικότητα της
κοινωνίας, και κατ’ επέκταση στο ερώτημα του Αναγνωστάκη, «μα ποιος με πόνο θα
μιλήσει για όλα αυτά;», ο Αλεξάνδρου απαντά ο ποιητής. Ο τεχνίτης αυτός του
λόγου, που για πολλούς απέχει από την καθημερινότητα και κινείται στους χώρους
των βιβλίων και των γραμμάτων, θα πρέπει κατά τον Αλεξάνδρου να καταγράφει
στους στίχους του όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν την κοινωνική του
πραγματικότητα, δημιουργώντας μια ακατάλυτη σύνδεση ανάμεσα στους στίχους του
και την επίπονη πραγματικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι γύρω του.
Θα πρέπει οι στίχοι των ποιημάτων να είναι προεκτάσεις της πραγματικότητας, όπως
τα δάχτυλα είναι προεκτάσεις του χεριού. Με τον παραλληλισμό αυτό ο Αλεξάνδρου
δηλώνει με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο την ανάγκη που υπάρχει στο να συνδέεται η
ποίηση με τις αλήθειες που ζουν οι άνθρωποι. Οι εικόνες, δηλαδή, που βρίσκουμε
στους στίχους του Αναγνωστάκη, (οι φίλοι που χάνονται, οι φωνές της μάνας που
γυρίζει τρελή από τον πόνο στους δρόμους, το κλάμα του παιδιού που μένει χωρίς
απόκριση, οι σάπιες σημαίες και οι εφιάλτες των φυλακισμένων στα σιδερένια
κρεβάτια), είναι μια σαφής παράσταση του πόσο συνδεδεμένη θα πρέπει να είναι η
ποίηση με την πραγματικότητα.
Ο ποιητής θα πρέπει να ζει σε πλήρη επαφή με τον πόνο που κυριαρχεί γύρω του και
θα πρέπει να καταγράφει με κάθε δυνατή πιστότητα την αλήθεια που βιώνουν οι
άνθρωποι, ώστε οι στίχοι του, σαν την παλάμη του γιατρού, να επαναφέρουν με
χαστούκια -με αλλεπάλληλα λεκτικά χτυπήματα- όσους λιποθύμησαν μπροστά στο
άδειο τους πρόσωπο. Η σκληρή πραγματικότητα, όπως καταγράφεται στους στίχους
των ποιητών, θα πρέπει να λειτουργεί ως αναγκαίο αντίβαρο της κενότητας και της
αδιαφορίας που διακρίνει όλο και περισσότερους ανθρώπους. Μέσα από την ποίηση
θα πρέπει να υπενθυμίζεται ή κάποτε να επεξηγείται στους ανθρώπους το πώς και το
γιατί των καταστάσεων που βιώνουμε, ώστε οι αναγνώστες να αφυπνίζονται, να
συνειδητοποιούν και να προβληματίζονται. Αν οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν
να εθελοτυφλούν απέναντι στα επώδυνα ζητήματα της πραγματικότητας, οι ποιητές
θα πρέπει να βρίσκονται εκεί για να τονίσουν τις σκληρές αλήθειες που λίγοι είναι
έτοιμοι να αντιμετωπίσουν.
«Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες» - «μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους»: Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει η αίσθηση των προδομένων ιδανικών, της ματαίωσης των
προσδοκιών και της εθνικής καταισχύνης που εκφράζει ο Αναγνωστάκης, αν ιδωθεί
σε συνάρτηση με το ξεμπρόστιασμα που επιχειρεί ο Αλεξάνδρου όλων εκείνων των
ανθρώπων που ζουν την κενότητά τους αδιαφορώντας για τη δυναμική που θα
μπορούσε να προκύψει μέσα από μια ενδεχόμενη σύμπραξη όλων των πολιτών. Οι
άνθρωποι αυτοί που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο πέραν από την προσωπική
τους καλοπέραση, είναι εν τέλει οι άνθρωποι που συνέβαλαν, έστω και μόνο με την
αδιαφορία τους, στην τραγική κατάληξη της διάψευσης όλων εκείνων των ιδανικών,
όλων εκείνων των ελπίδων για μια δυναμική αναδημιουργία της ελληνικής
πραγματικότητας.
Μανόλης Αναγνωστάκης «Ποιητική»
- Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.
Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα, και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης στο ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949», όπως και σε πολλά
άλλα ποιήματά του, χρησιμοποιεί τους στίχους του ως μέσο για να καταγγείλει τα
ολέθρια αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου, καθώς και για να υπερασπιστεί τον
αγώνα του για τη δημιουργία μιας δικαιότερης κοινωνίας.
Οι θεματικές αυτές, όμως, δημιουργούν την αίσθηση μιας στρατευμένης τέχνης, που
σκοπό της έχει να προωθήσει την ιδεολογία μιας συγκεκριμένης παράταξης. Στοιχείο
που κάποιοι χρησιμοποιούν για να κατηγορήσουν τον ποιητή για «εκμετάλλευση» της
ποιητικής τέχνης και για ασέβεια απέναντι στον ξεχωριστό της ρόλο, ο οποίος είναι
να αποτελέσει βήμα έκφρασης ιδεών και συναισθημάτων, όχι όμως και να γίνει
εργαλείο προσηλυτισμού και προπαγάνδας.
Ο Αναγνωστάκης μέσα από το ποίημα «Ποιητική» απαντά σε αυτές τις κατηγορίες,
δηλώνοντας πως «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις», υπό την έννοια πως
το ιερότερο χρέος της ποίησης είναι να καταγγέλλει και να υποδεικνύει τις αθλιότητες
της κοινωνίας, με την ελπίδα πως οι πολίτες θα αφυπνιστούν και θα αντιδράσουν
στην καταπάτηση των δικαιωμάτων τους και στη σύνθλιψη των ονείρων τους. Ο
στίχος αυτός άλλωστε μας παραπέμπει στο τραγικό ερώτημα (Μά ποιός μέ πόνο θα
μιλήσει γιά όλα αυτά;) που ο Αναγνωστάκης θέτει στο γνωστό ποίημα «Στον Νίκο
Ε… 1949». Όλος ο πόνος, όλη η φρίκη που βιώνουν οι άνθρωποι στα πλαίσια του
εμφυλίου πολέμου, δεν πρέπει -κατά τον ποιητή- να μείνουν ασχολίαστα. Κάποιος
πρέπει να μιλήσει για τον όλεθρο του αδελφοκτόνου πολέμου, κάποιος πρέπει να
καρφώσει δυνατά τις λέξεις αυτές, τις εικόνες φρίκης και τις σπαρακτικές κραυγές,
για να μην τις πάρει ο άνεμος.
Αν το χρέος του ποιητή δεν είναι να αναδείξει τον πόνο του ανθρώπου και να ζητήσει
τη συνδρομή όλων για την αντιμετώπιση των απάνθρωπων αυτών συνθηκών, τότε
ποιο μπορεί να είναι;
Ο Αναγνωστάκης υπερασπίζεται την καταγγελτική φύση της ποίησής του, θεωρώντας
πως το σημαντικότερο καθήκον του ως ποιητή είναι να μιλήσει για όσα βιώνει ο
ελληνικός λαός, έστω κι αν κάποιοι -σε μια κοινωνία που διαρκώς συμβιβάζεται-
αντιλαμβάνονται τα λόγια του ως ανούσια κηρύγματα και ρητορείες.
Ο ποιητής, άλλωστε, απαντώντας στις κατηγορίες που του προσάπτουν ότι
χρησιμοποιεί την ποίηση για να στηρίξει τις προσωπικές του ιδεολογίες, δεν διστάζει
να επισημάνει ότι οι κατηγορίες αυτές διατυπώνονται από ανθρώπους που έχοντας
ξεπουληθεί για προσωπικό τους όφελος, μένουν τώρα άπραγοι και σιωπηλοί απέναντι
σε όσους πληγώνουν βάναυσα το ελληνικό έθνος. Αποκαλύπτοντας, έτσι, πως οι
κατηγορίες αυτές δεν είναι παρά λόγια δειλών και ξεπουλημένων ανθρώπων που αντί
να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι σε όσους εκμεταλλεύονται τον ελληνικό
λαό, προτιμούν να σωπάσουν τη φωνή του ποιητή που δεν φοβάται να μιλήσει για τις
αθλιότητες που συμβαίνουν γύρω του.
Μίλτος Σαχτούρης «Τα Δώρα»
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δύο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
Στο ποίημα «Τα δώρα» ο Μίλτος Σαχτούρης παρουσιάζει το ρόλο που επιτελεί ο
ποιητής στην κοινωνία, από την οποία άλλωστε αντλεί την απαιτούμενη ενίσχυση,
και για την οποία παράλληλα ασκεί το δύσκολο έργο του. Το ποίημα αυτό ανήκει στη
συλλογή «Παραλογαίς» που εκδόθηκε το 1948, στα χρόνια δηλαδή του εμφυλίου
πολέμου.
Αναλυτικότερα:
Το ποίημα αρχίζει με τη δήλωση του ποιητή ότι σήμερα φόρεσε ένα ζεστό κόκκινο
αίμα, ότι σήμερα, δηλαδή, κάνει ένα νέο ξεκίνημα – το ζωοδόχο ζεστό αίμα, σύμβολο
ζωής κι ενέργειας -, αναλαμβάνει το καθήκον του με νέο ενθουσιασμό και
ζωτικότητα καθώς μάλιστα η αποδοχή του κόσμου μοιάζει καθολική. Ο ποιητής
λαμβάνει από τους γύρω του δώρα (ένα χαμόγελο, ένα κοχύλι, κι ένα σφυρί),
εννοώντας ότι ο κόσμος αποτελεί τη βασική πηγή ενθάρρυνσης του ποιητή, αλλά και
την πηγή από την οποία αντλεί εν τέλει τα ποιήματά του. Τα δώρα που του
προσφέρονται είναι κατά σειρά ένα χαμόγελο, ένδειξη αποδοχής κι ενθάρρυνσης, ένα
κοχύλι, το οποίο μας παραπέμπει στην αθωότητα των ειρηνικών εποχών που οι
άνθρωποι περνούν αμέριμνοι το χρόνο τους στην παραλία, και τέλος ένα σφυρί,
σύμβολο της απαιτούμενης σκληρότητας που οφείλει να έχει ο ποιητής στην
προσπάθειά του να μιλήσει με ειλικρίνεια. Εδώ, είναι σαφής η αντίθεση ανάμεσα στο
κοχύλι που προσφέρει το κορίτσι και στο σφυρί που προσφέρει το αγόρι.
Το σφυρί λειτουργεί ως ο συνεκτικός αρμός με την επόμενη στροφή στην οποία ο
ποιητής μας δηλώνει την προσπάθειά του να καθηλώσει τους περαστικούς, να τους
καρφώσει στο έδαφος, ώστε έτσι ακινητοποιημένοι να μπορέσουν να δώσουν
προσοχή στα λόγια του, στο έργο του. Οι περαστικοί παρουσιάζονται από τον ποιητή
δακρυσμένοι, δίνοντας έτσι το κλίμα της δύσκολης εκείνης εποχής που είχε γεμίσει
πίκρα τους ανθρώπους. Παρά τη θλίψη τους, βέβαια, η παρουσία του ποιητή και η
φαινομενικά βίαιη πράξη του δεν τους τρομάζει, κι αυτό γιατί οι περαστικοί – οι
άνθρωποι εν γένει – έχουν ανάγκη από τη σκληρή μεσολάβηση του ποιητή. Το έργο
που επιτελεί ο ποιητής είναι σημαντικό καθώς επιχειρεί να αποδώσει την
επικρατούσα κατάσταση, να αφυπνίσει τις συνειδήσεις και να στρέψει την προσοχή
των ατόμων στα ουσιαστικά ζητήματα, κι αυτές οι λειτουργίες δεν μπορούν να
επιτευχθούν με πιο ήπια προσέγγιση. Οι άνθρωποι, λοιπόν, είναι δακρυσμένοι,
βρίσκονται μέσα σε μια κατάσταση έντονου ψυχικού πόνου και η μόνη τους διέξοδος
είναι η ενατένιση ψηλά προς τον ουρανό των διαφημίσεων, - πιθανώς κυριολεκτική
αναφορά σε διαφημίσεις που τοποθετούνται σε ψηλά κτίρια -, αλλά και μιας ζητιάνας
που περιφέρεται στον ουρανό και πουλάει τσουρέκια, ενός οράματος δηλαδή που
θυμίζει ιδέες μελλοντικής επιβράβευσης για όλες τις στερήσεις και τον πόνο που οι
άνθρωποι βιώνουν στην καθημερινή τους ζωή. Η ενατένιση στον ουρανό λειτουργεί
σαν μια καταφυγή στην ελπίδα μιας αποκατάστασης όλων των ταλαιπωριών στη μετά
θάνατο ζωή, κι αποτελεί παράλληλα εμφατική έκφραση της απελπισίας που έχει
καταλάβει τους ανθρώπους, που έχουν χάσει πια την πίστη τους ότι θα μπορέσει ποτέ
να αλλάξει η φρικτή πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά. Μια χώρα που μετά
τη συμμετοχή της στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκε μπλεγμένη σ’ έναν
φονικότατο εμφύλιο πόλεμο, έχει επιφέρει τρομερό πλήγμα στις ψυχές των
ανθρώπων της.
Ο σύντομος διάλογος που κλείνει το ποίημα φέρνει τη δράση του ποιητή στο
προσκήνιο και μαρτυρά το βάθος στο οποίο φτάνουν οι στίχοι του. Τα λόγια του
ποιητή καρφώνουν τις καρδιές των ανθρώπων, φτάνουν στην ουσία των πραγμάτων
κι αναμοχλεύουν τις πλέον μύχιες ανησυχίες και σκέψεις των ανθρώπων,
προκαλώντας τους συχνά πόνο.
Ο ποιητής έχει ένα δύσκολο χρέος, ειδικά σε εποχές τόσο δύσκολες, οφείλει να πει τις
δύσκολες αλήθειες, έστω κι αν φτάσει η πίκρα της αλήθειας των λόγων του μέχρι την
καρδιά των ανθρώπων. Έχει ένα δύσκολο χρέος, μα έχει και τη συμπαράσταση των
ίδιων των ανθρώπων που τον ενθαρρύνουν, του προσφέρουν το υλικό για να εργαστεί
κι αναγνωρίζουν κι αποδέχονται την αναγκαιότητα του έργου του.