Σημείο Αναγνωρίσεως

Εισαγωγικά

Η ποιητική συλλογή

Το ποίημα «Σημείο αναγνωρίσεως» ανήκει στην ποιητική συλλογή Το Λίγο τον κόσμου, που δημοσιεύτηκε το 1971 και τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Με τη συλλογή αυτή η ποιήτρια εγκαινιάζει τη δεύτερη φάση της ποιητικής δημιουργίας της (1971-1981), που περιλαμβάνει τις συλλογές Το Λίγο τον κόσμου και Το τελευταίο σώμα μου και κλείνει το 1985 με το θάνατο του συζύγου της Άθου Δημουλά, γεγονός που αποτελεί ορόσημο για νέες ποιητικές αναζητήσεις. Οι ποιητικές συλλογές της δεύτερης φάσης παρουσιάζουν δείγματα ωριμότητας: η τεχνική της Δημουλά γίνεται πιο προσωπική και τα θέματα της αποκρυσταλλώνονται (ο έρωτας, η μνήμη, τα όνειρα, η απουσία, η αμείλικτη ροή του χρόνου). Το ποίημα αναπτύσσεται προοδευτικά: η αφόρμηση γίνεται από κάτι απλό και καθημερινό, από ένα ασήμαντο ερέθισμα («πολλαπλασιαστική ευαισθησία») που αναπτύσσεται σταδιακά και καταλήγει στη «λυρική αφαίρεση». Κυριαρχεί το στοιχείο της έκπληξης: η σημασία των λέξεων ανατρέπεται, το ίδιο και η γραμματική. Η Δημουλά χτίζει τους στίχους της με λεκτικά παιχνίδια που αφήνουν χαραμάδες μελαγχολίας για την πικρή καθημερινότητα και τη συμβατικότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Τα ποιήματά της διατυπώνονται με αποφθεγματικό τρόπο και περικλείουν πείρα ζωής και γνώση της καθημερινότητας. Καθρεφτίζουν έναν άνθρωπο που δε δέχεται ανεξέλεγκτα τα πράγματα, αλλά «σκάπτει ένδον» και αφουγκράζεται ό,τι συμβαίνει τόσο εσωτερικά, στον κόσμο της ψυχής του, όσο και εξωτερικά, στον κόσμο γύρω του.

Η ποιητική αφόρμηση

Το ποίημα «Σημείο αναγνωρίσεως», με τη χαρακτηριστική προμετωπίδα «άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια», παραπέμπει σε ένα μαρμάρινο γλυπτό του Κωνσταντίνου Σεφερλή με τίτλο «Η Βόρειος Ήπειρος» (1951), που κοσμεί ένα πάρκο της Αθήνας (την Πλατεία Τοσίτσα). Το άγαλμα αυτό παρουσιάζει μια αλυσοδεμένη γυναίκα σε στάση ελαφρά ανασηκωμένη, που συμβολίζει τη Βόρεια Ήπειρο και αποτελεί μια ιστορική και εθνική αλληγορία σχετική με τη μοίρα του σκλαβωμένου αυτού τμήματος του Ελληνισμού. Η ποιήτρια όμως προσλαμβάνει το άγαλμα της γυναίκας με τα δεμένα χέρια με διαφορετικό συμβολισμό, σαν μια αλληγορία της γυναικείας καταπίεσης μέσα στους αιώνες.

Το θέμα

Με αφορμή ένα άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια που στολίζει κάποιο πάρκο, το ποίημα αναφέρεται αλληγορικά στην κάθε είδους καταπίεση και αιχμαλωσία που έχουν υποστεί και εξακολουθούν να υφίστανται οι γυναίκες στην πορεία των αιώνων.

Πρόσωπα

• Η ποιητική αφήγηση είναι σε α' ρηματικό πρόσωπο, που υποδηλώνει πιθανή ταύτιση του ποιητικού υποκειμένου με την ποιήτρια.

• Το άγαλμα αντιμετωπίζεται από την ποιήτρια ως συμβολικό «πρόσωπο», και γι' αυτό απευθύνεται σε αυτό με οικειότητα, τρυφερότητα και αυθορμητισμό, σε β' ρηματικό πρόσωπο.

Δομή

Ο χώρος είναι «κάποιο πάρκο», στο οποίο βρίσκεται το άγαλμα. Η παρατήρηση του αγάλματος ακολουθεί την κίνηση της ποιήτριας: Αρχικά το βλέπει από μακριά και καταγράφει την πρώτη της εντύπωση και στη συνέχεια το περιγράφει από κοντά και δίνει την πραγματική εικόνα του.

Ο χρόνος της ποιητικής αφήγησης δεν είναι συγκεκριμένος. Με αφορμή την παρατήρηση του αγάλματος, οι σκέψεις της ποιήτριας προεκτείνονται ιστορικά στην κοινωνική θέση της γυναίκας ανά τους αιώνες.

Ο τίτλος από μόνος του είναι ασαφής. Φωτίζεται μόνο με τη βοήθεια της προμετωπίδας: «άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια». Άρα, το «σημείο αναγνωρίσεως» του αγάλματος της γυναίκας είναι τα δεμένα της χέρια. Με αφετηρία αυτή τη λεπτομέρεια του γλυπτού, η ποιήτρια εκφράζει τον προβληματισμό της για τον κοινωνικό συμβολισμό των δεμένων χεριών της γυναίκας.

Οι νοηματικές ενότητες

Το ποίημα διαρθρώνεται σε πέντε άνισες στροφές, καθεμιά από τις οποίες αποτελεί μία ενότητα:

α) Στίχοι 1-2: Η πρώτη στροφή περιέχει την προσφώνηση του αγάλματος.

β) Στίχοι 3-19: Η δεύτερη στροφή επικεντρώνεται στην περιγραφή του αγάλματος.

γ) Στίχοι 20-30: Η τρίτη στροφή περιέχει μια υπόθεση για τους αγώνες των αγαλμάτων.

δ) Στίχοι 31-40: Η τέταρτη ενότητα εστιάζει στο συμβολισμό του αγάλματος.

ε) Στίχοι 41-42: Η πέμπτη ενότητα αναφέρεται στην αιχμαλωσία της γυναίκας.

Ενότητα Α'

Η πρώτη στροφή αποτελείται από δύο μόνο στίχους και λειτουργεί ως εισαγωγή στο ποίημα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των δύο πρώτων στίχων είναι οι αντιθέσεις, ανάμεσα • στις φράσεις «όλοι σε λένε» και «εγώ σε προσφωνώ»· • στα ουσιαστικά «άγαλμα» και «γυναίκα».

Κοινό σημείο σύνδεσης (σε χιαστό σχήμα) των δύο στίχων είναι το επίρρημα «κατευθείαν». Με την ίδια βεβαιότητα που οι άλλοι αποκαλούν το γλυπτό «άγαλμα», το ποιητικό υποκείμενο κατηγορηματικά («κατευθείαν») το «αναγνωρίζει» ως «γυναίκα». Η «ερμηνεία» του αναιρεί την αρχική πρόθεση του δημιουργού (ως ιστορική αλληγορία) και ανοίγει το δρόμο για την πρόσληψη του αγάλματος ως εκπροσώπου του γυναικείου φύλου. Με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης και την προσφώνηση του αγάλματος σε β' ενικό πρόσωπο, ήδη από την αρχή του ποιήματος δημιουργείται ένα κλίμα οικειότητας και αμεσότητας.

Η δεύτερη στροφή τοποθετεί το άγαλμα σε αστικό σκηνικό: «στολίζεις κάποιο πάρκο». Το ρήμα «στολίζεις» προβάλλει την αισθητική όψη του αγάλματος και τη διακοσμητική πρόθεση του γλύπτη. Η περιγραφή του γίνεται «από μακριά» και «από κοντά». Από κάποια απόσταση η στάση του «εξαπατά», όπως φαίνεται ελαφρά ανακαθισμένο: σαν να είναι έτοιμο να «θυμηθεί ένα όνειρο και παίρνει φόρα να το ζήσει». Η φράση αυτή δημιουργεί την αίσθηση της κίνησης και δίνει μια ονειρική εντύπωση του αγάλματος. Από κοντά όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική και διαλύει την ψευδαίσθηση και το όνειρο. Η ελαφρά ανασηκωμένη στάση του αγάλματος οφείλεται στα δεμένα με μαρμάρινο σχοινί χέρια του και στην αγωνιώδη προσπάθεια του να ξεφύγει από τα δεσμά του. Η αφηγήτρια διαμαρτύρεται για την καταναγκαστική αιχμαλωσία της γυναίκας. «Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη»: μια γυναίκα αιχμάλωτη και τόσο αδύναμη, ώστε να μην μπορεί «ούτε μια βροχή να ζυγίσει στο χέρι της, / ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα», να μην μπορεί να βιώσει ούτε τις πιο απλές φυσικές χαρές.

Η τρίτη στροφή: Η ακινησία του μαρμάρου δίνει στην αφηγήτρια την αφορμή για μια τολμηρή μεταφορά: το μάρμαρο γίνεται ο μυθικός Άργος που φρουρεί το άγαλμα, σαν την κατατρεγμένη Ιώ (στ. 20). Η μοίρα της αιχμάλωτης γυναίκας συνδέεται με τη μοίρα του μυθικού προσώπου: η πρώτη είναι δεμένη για πάντα πισθάγκωνα, με καταδίκη της την παγερή ακινησία του μαρμάρου. Η δεύτερη είναι δεμένη στο δέντρο με φύλακα το τέρας με τα εκατό μάτια, έπειτα όμως θα ακολουθήσει το δρόμο της περιπλάνησης οιστρηλατημένη από την Ήρα. Στους στίχους 21-30 το ποιητικό υποκείμενο κάνει μια υπόθεση: Ακόμα και αν έλειπε το μάρμαρο («ο Άργος») και άρχιζαν οι αγώνες για την απελευθέρωση και την ισότητα από οτιδήποτε καταπιεσμένο υπάρχει στον κόσμο (από «τους δούλους, τους νεκρούς και το αίσθημα μας»), και πάλι η γυναίκα δε θα γλίτωνε από τη μοίρα της αιχμαλωσίας της· το άγαλμα της γυναίκας θα ακολουθούσε τη μοίρα που όρισε ο γλύπτης. Αυτό σημαίνει πως οι αγώνες για ελευθερία και ισότητα δεν εγγυώνται πάντοτε αίσιο αποτέλεσμα, γιατί οι ρίζες του κακού είναι πολύ βαθύτερες. Στους στίχους αυτούς η ποιήτρια εκπλήσσει τον αναγνώστη, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα για απελευθέρωση όχι μόνο στις γυναίκες (που είναι κοινωνικά καταπιεσμένες) και στους δούλους (που στερούνται την ελευθερία τους), αλλά και στους νεκρούς, που αγωνίζονται να λυτρωθούν από τα δεσμά της ζωής και από τη μνήμη των ζωντανών, καθώς και στα αισθήματα των ανθρώπων, που συχνά ελέγχονται ή καταπιέζονται.

Η επόμενη ενότητα αρχίζει με την επανάληψη των δυο πρώτων στίχων του ποιήματος ελαφρά παραλλαγμένων (με αλλαγή του «κατευθείαν» σε «αμέσως»), που αιτιολογούνται στη συνέχεια με το σχήμα αναγνωρίσεως άρσης και θέσης: η ποιήτρια αναγνωρίζει το άγαλμα ως γυναίκα, όχι γιατί είναι γυναικείο αλλά γιατί έχει δεμένα χέρια. Αυτό είναι το «σημείο αναγνωρίσεως» της γυναίκας, το «σημάδι» με το οποίο αναγνωρίζεται η πικρή ιστορική θέση της γυναίκας «όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω». Η μοίρα αυτή είναι συνδεδεμένη με την ίδια τη φύση της γυναίκας, που την προβάλλει ο γλύπτης στο άγαλμα τονίζοντας τους γοφούς του με τέτοιο τρόπο, ώστε να εύχονται «ευγονία αγαλμάτων / καλή σοδειά ακινησίας» (στ. 35-37). Οι στίχοι αυτοί αισθητοποιούν με πικρή ειρωνεία τον κύκλο της αναπαραγωγής, που προσδίδει στη γυναίκα ένα ρόλο κοινωνικής αιχμαλωσίας, όχι τόσο εξαιτίας του φύλου της όσο εξαιτίας των κοινωνικών συνθηκών, που της επιτρέπουν κυρίως την κυοφορία, τη γέννηση και την ανατροφή υγιών παιδιών («ευγονία αγαλμάτων»), χωρίς να της αναγνωρίζουν το δικαίωμα για πρόοδο και εξέλιξη («καλή σοδειά ακινησίας»). Γι' αυτό και η αφηγήτρια, με ποιητική ευαισθησία, συνδέει τα δεμένα χέρια με την αιχμαλωσία που βιώνει το γυναικείο φύλο.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι του ποιήματος αντιτάσσουν στην άγνοια των άλλων την κατηγορηματική γνώση της αφηγήτριας: «Σε λέω γυναίκα / γιατί είσ' αιχμάλωτη». Οι στίχοι αυτοί, που συνδέονται με τον τίτλο του ποιήματος και επεξηγούν τους δύο πρώτους στίχους, αποτελούν τη βασική ιδέα που διατρέχει το ποίημα: στοιχείο αναγνώρισης της γυναίκας μέσα στους αιώνες είναι η κοινωνική της αιχμαλωσία και καταπίεση.

Αφηγηματικές τεχνικές

Αφηγηματικοί τρόποι

Δύο ρηματικά πρόσωπα εναλλάσσονται κυρίως στην ποιητική αφήγηση, το α' και το β' ενικό: Το α' πρόσωπο φανερώνει συμμετοχή του ποιητικού «εγώ» στην αφήγηση (πρωτοπρόσωπη αφήγηση με αφηγητή-παρατηρητή) και προβάλλει τον προσωπικό προβληματισμό του ποιητικού υποκειμένου και την ερμηνεία του εικαστικού ερεθίσματος με βάση τα προσωπικά του βιώματα και τις σκέψεις του («εγώ σε προσφωνώ», «εγώ σε λέω γυναίκα», «όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω, / σε λέω γυναίκα»). Το β' πρόσωπο δημιουργεί ένα κλίμα οικειότητας και «ταύτισης» με αυτό που εκπροσωπεί το άγαλμα, δηλαδή με το αιώνιο γυναικείο πάθος. Το ρηματικό αυτό πρόσωπο προσδίδει στο ποίημα τη μορφή δραματικού μονολόγου και παρουσιάζει την ιστορία και τους αγώνες της γυναίκας για την ελευθερία και την ισότητα («Όλοι σε λένε», «Από μακριά εξαπατάς», «δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου», «Έτσι σε παραγγείλανε», «Δεν μπορείς / ούτε μια βροχή να ζυγίσεις», «εσύ θα πορευόσουνα» κ.ά.). Η εναλλαγή των προσώπων συμβάλλει στη ζωντάνια και την παραστατικότητα της ποιητικής αφήγησης.

Εκφραστικοί τρόποι/μέσα

Χαρακτηριστικό του ποιήματος είναι οι συμβολισμοί του:

• Τα δεμένα χέρια συμβολίζουν την κοινωνική καταπίεση των γυναικών.

• Ο γλύπτης εκφράζει τον «αποδέκτη» και «εκτελεστή» των κοινωνικών συμβάσεων.

• Το μαρμάρινο σχοινί συμβολίζει μια παγιωμένη ιστορικά κατάσταση.

• Το «ζύγισμα» της βροχής και της μαργαρίτας απεικονίζει την ομορφιά της ζωής και την κοινωνική αρμονία που δεν μπορεί να βιώσει η γυναίκα.

• Ο Άργος δείχνει την αναγκαστική τήρηση των κοινωνικών τύπων.

• Οι γοφοί του αγάλματος προβάλλουν το δεσμευτικό ρόλο της μητρότητας.

Πλήθος εκφραστικών τρόπων (σχήματα λόγου) και μέσων εκφράζουν στο ποίημα τη γυναικεία αιχμαλωσία:

• η προσωποποίηση του αγάλματος

• οι εικόνες (η στάση του αγάλματος στο πάρκο, τα δεμένα του χέρια)

• οι μεταφορές («Δεν μπορείς / ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου, / ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα», «καλή σοδειά ακινησίας»)

• οι επαναλήψεις («Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα, / εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν», «εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως», «σε λέω γυναίκα.

• οι ευρηματικές και απροσδόκητες συζεύξεις λέξεων («μες στην κοσμογονία των μαρμάρων», «ευγονία αγαλμάτων», «καλή σοδειά ακινησίας»)

• οι αντιθέσεις (στ. 1-2, 4-8, 31-32)

• το σχήμα άρσης και θέσης (στ. 33-37)·

• το χιαστό: «κατευθείαν άγαλμα» «γυναίκα κατευθείαν».

Γλώσσα-Ύφος

Η γλώσσα είναι γλαφυρή δημοτική και το ύφος άμεσο και οικείο, με λυρικούς τόνους σε ορισμένους στίχους (στ. 16-19, 38-42).

Συνολική θεώρηση του ποιήματος

Ο συμβολισμός του αγάλματος

Το άγαλμα μιας αλυσοδεμένης γυναίκας γίνεται στο ποίημα το σύμβολο της γυναικείας αιχμαλωσίας, που είναι αποτέλεσμα χρόνιων κοινωνικών αντιλήψεων και συνθηκών. Το άγαλμα της γυναίκας με τα δεμένα χέρια συμβολίζει κάθε είδους καταπίεση που έχουν υποστεί και εξακολουθούν να υφίστανται οι γυναίκες στην πορεία των αιώνων, την αιχμαλωσία που τους επιτρέπει μόνο να κυοφορούν, να γεννούν και να ανατρέφουν υγιή παιδιά, χωρίς καμιά ελπίδα να ξεφύγουν και να ζήσουν μια «αληθινή» ζωή. Βασικός συμβολισμός του ποιήματος είναι η αιχμαλωσία και η ακινησία του αγάλματος, η αδυναμία δηλαδή της γυναίκας να ξεφύγει από τα δεσμά της κοινωνικής ανισότητας και της καταπίεσης και να κερδίσει τη θέση που της αξίζει για τον πολλαπλό (αλλά μη αναγνωρισμένο) κοινωνικό της ρόλο.

Η παράδοξη στάση ενός μαρμάρινου γλυπτού του Κ. Σεφερλή και τα δεμένα χέρια του κινούν την περιέργεια και την ευαισθησία της ποιήτριας, που κοντοστέκεται, το παρατηρεί και προβληματίζεται. Το άγαλμα γίνεται σύμβολο, που εκφράζει με παραστατικό τρόπο μια εικόνα της ψυχοσύνθεσης και του κοινωνικού ρόλου της γυναίκας, ένα σύμβολο της κοινωνικής καταπίεσης του γυναικείου φύλου. Ο τίτλος αναφέρεται στο σημείο από το οποίο γίνεται η ποιητική αφόρμηση: τα δεμένα χέρια της γυναίκας είναι το «σημάδι» που εκφράζει την κοινωνική «αιχμαλωσία» της μέσα στους αιώνες. Το «Σημείο αναγνωρίσεως» γίνεται έτσι μια ποιητική διαμαρτυρία για την κοινωνική καταπίεση που υφίσταται το γυναικείο φύλο. Με μεγάλη ευαισθησία και λυρισμό η ποιήτρια πετυχαίνει να απεικονίσει τις δεσμεύσεις και τις κοινοτικές συμβάσεις στις οποίες αναγκάζονται να υποτάσσονται οι γυναίκες.

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου

  • Ποιο εξωτερικό ερέθισμα αποτέλεσε την αφετηρία του ποιήματος και πώς αυτά συνδέεται με το «Σημείο αναγνωρίσεως» του τίτλου;

Αφετηρία της ποιητικής έμπνευσης της Κικής Δημουλά είναι γενικά η καθημερινότητα, οι δρόμοι της πόλης, τα αγάλματα στα πάρκα και η συνομιλία μαζί τους. Στο συγκεκριμένο ποίημα, ένα μαρμάρινο γλυπτό του Κ. Σεφερλή, που στολίζει κάποια πλατεία της Αθήνας και παρουσιάζει τη Βόρεια Ήπειρο αλυσοδεμένη, γίνεται αφορμή για το ποίημα. Η παράδοξη στάση του και τα δεμένα χέρια του κινούν την περιέργεια και την ευαισθησία της ποιήτριας, που κοντοστέκεται, το παρατηρεί και προβληματίζεται. Το άγαλμα γίνεται σύμβολο, που εκφράζει με παραστατικό τρόπο μια εικόνα της ψυχοσύνθεσης και του κοινωνικού ρόλου της γυναίκας, ένα σύμβολο της κοινωνικής καταπίεσης του γυναικείου φύλου. Ο τίτλος αναφέρεται στο σημείο από το οποίο η αφηγήτρια «αναγνωρίζει» το άγαλμα και το ερμηνεύει. Το «σημείο αναγνωρίσεως» είναι τα δεμένα χέρια της γυναίκας, «σημάδι» που προβάλλεται και στην προμετωπίδα του ποιήματος, «άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια»: Τα δεμένα χέρια είναι το σημείο από το οποίο διαφαίνεται η κοινωνική «αιχμαλωσία» της γυναίκας μέσα στους αιώνες.

  • Είναι σωστή η άποψη πως στο ποίημα αναιρείται ο συμβολισμός του γλυπτού για να λειτουργήσει τελικά ως σύμβολο το πρότυπο του γλύπτη;

Ο γλύπτης δημιούργησε ένα άγαλμα που είχε έναν καθορισμένο συμβολισμό. Πρόθεση του ήταν η προσωποποίηση της Βορείου Ηπείρου και η παρουσίαση της σκλαβιάς της, που τη συμβολίζουν τα δεμένα χέρια του αγάλματος. Η ποιήτρια όμως μεταθέτει την αλληγορία από το εθνικό επίπεδο στο κοινωνικό και ερμηνεύει με το δικό της τρόπο το αλυσοδεμένο άγαλμα: βλέπει σε αυτό τη σκλαβωμένη μέσα στους αιώνες γυναίκα. Έτσι, αναιρεί το συμβολισμό του γλυπτού, για να λειτουργήσει ως σύμβολο

 

Κονιάκ Μηδέν Αστέρων

Το ποίημα αυτό ανήκει στη συλλογή Χαίρε ποτέ, που κυκλοφόρησε το 1988. Ο Ν. Δήμου χαρακτηρίζει τη συλλογή αυτή βιβλίο μεγάλου αποχαιρετισμού και τη θεωρεί, όπως και το Τελευταίο σώμα μου, έργο ελεγειακό, με μεγάλη έμφαση στη μνήμη. Η συλλογή, που περιέχει 49 ποιήματα με βασικό τους άξονα το μοτίβο της μνήμης και της απουσίας, συνδέεται κυρίως με το θάνατο του Άθου Δημουλά (1985), συζύγου της ποιήτριας, και είναι η πρώτη από τις τρεις ποιητικές συλλογές που η ποιήτρια του αφιερώνει (Μνήμη Άθου Δημουλά). Ακολουθούν Η εφηβεία της λήθης (Στον Άθω πάλι) και η συλλογή Ενός λεπτού μαζί (Προς Άθω), που μαζί με το Χαίρε ποτέ ανοίγουν «μια διαρκή συνομιλία […] με τον απόντα σύζυγο, άλλοτε τρυφερή και γλυκιά κι άλλοτε οργισμένη και πικραμένη εξαιτίας της απόλυτης σιωπής του. Τα αντικείμενα που αυτός κάποτε άγγιξε, οι τόποι που τους ένωσαν ή θα μπορούσαν να τους ενώσουν έρχονται συνεχώς στη μνήμη της. Η απώλεια κλονίζει την ευαίσθητη σχέση της με τα πρόσωπα και τα πράγματα και ανατρέπει την επιφανειακή ισορροπία που διατηρούσε κάποτε με τους άλλους»

Το Θέμα: Το ποίημα αφορμάται από τη θλίψη που γεννά η απώλεια των αγαπημένων προσώπων και η παροδικότητα των ευχάριστων στιγμών της ζωής, και ερευνά τη δυνατότητα να καλυφθεί το κενό που δημιουργείται απ' αυτές με τη βοήθεια της μνήμης και των αναμνήσεων.

Οι θεματικοί άξονες:• Η ματαιότητα της θλίψης μπροστά στο θάνατο. • Η θλίψη που επιφέρει η απώλεια των αγαπημένων προσώπων. • Η μνήμη ως δύναμη που αναπληρώνει την απουσία των αγαπημένων προσώπων. • Η αισιόδοξη διάθεση που χαρακτηρίζει τη νεότητα. • Η παροδικότητα της νεότητας.

Οι νοηματικές ενότητες: Το ποίημα αποτελείται από δύο στροφές, καθεμιά από τις οποίες αποτελεί μια μικρή ενότητα. Από τις ενότητες αυτές: α)Η πρώτη («Χαμένα πάνε… σε ό,τι έχει πεθάνει», στ. 1-8) θέτει γενικά το θέμα της απώλειας, της ανώφελης θλίψης που προκαλεί και της αντιμετώπισης της με τη βοήθεια της μνήμης. β)Η δεύτερη («Ας σταθούμε… δεν ήταν τότε θάλασσα», στ. 9-16) επικεντρώνεται στην παρουσίαση μιας παλιάς φωτογραφίας, που θα μπορούσε να κρατήσει ζωντανά όσα έχουν πεθάνει.

Πρόσωπα: Τα πρόσωπα του ποιήματος είναι ένα ζευγάρι. Από τα δύο μέλη του διαγράφεται μόνο το ένα (το ποιητικό υποκείμενο, που ίσως ταυτίζεται με την ποιήτρια). Είναι αυτό που θέτει το πρόβλημα γύρω από το οποίο δομείται το ποίημα, και απευθύνεται στο δεύτερο, με το οποίο θέλει να το μοιραστεί. Η παρουσία του προσώπου αυτού, το οποίο ακούει όσα έχει να πει το ποιητικό υποκείμενο, αλλά δεν απαντά (παρών αλλά βουβός ακροατής) -και μπορεί να είναι το δεύτερο πρόσωπο του ζευγαριού ή ακόμα και ο αναγνώστης-, μένει αδιευκρίνιστη. Υπάρχει τέλος η πιθανότητα το πρόσωπο αυτό να υπάρχει μόνο στη φαντασία του ομιλητή, ο οποίος σ' αυτή την περίπτωση απλά μονολογεί.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, γενικότερα στο έργο της Κικής Δημουλά, κυρίαρχο πρόσωπο είναι συνήθως «ένα πρόσωπο βουβό, ένας άντρας (ο Άθως;) στον οποίο κατευθύνεται, ομολογημένα ή ανομολόγητα, ένα κύμα ερωτικής λαχτάρας, προσδοκίας, συναισθηματικής έξαρσης και έντασης, πληρότητας ή κενού.

»Αυτή κι αυτός γίνονται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση Εγώ και Εσύ ή Εμείς. Άλλοτε μιλάει γι' αυτόν σε τριτοπρόσωπη αφήγηση ή, πιο συχνά, του απευθύνει το λόγο σε β' πρόσωπο. Εξομολογείται σε αυτό το «εσύ» ό,τι σκέφτεται, πώς νιώθει και ποια γνώμη έχει γι' αυτόν. Οι δυο τους συνδέονται μέσα από αντικείμενα, τόπους, φωτογραφίες, κοινές στιγμές, αναμνήσεις, εκδρομές, εποχές, συγκυρίες και εικόνες».

Κονιάκ μηδέν αστέρων: ο αριθμός των αστέρων (από ένα ως πέντε) είναι μία κλίμακα μέτρησης της ποιότητας των ποτών, και ειδικά του κονιάκ. Έτσι, το κονιάκ μηδέν αστέρων (που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει -γιατί και το χειρότερο ποτό βαθμολογείται με ένα βαθμό) είναι ένα ποτό που δεν έχει πια καμιά σπιρτάδα, έχει δηλαδή ξεθυμάνει. Το κονιάκ άλλωστε είναι χαρακτηριστικά το ποτό που συνηθίζεται στις κηδείες, όχι μόνο για τη «συγχώρεση» αλλά και γιατί, αν είναι δυνατό και υψηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ, τονώνει τον οργανισμό για να μπορεί να αντέξει τον πόνο και τη θλίψη. Βέβαια, ένα κονιάκ μηδέν αστέρων είναι μάλλον σχήμα οξύμωρο, αφού δεν έχει καμιά τέτοια ιδιότητα.

Ενότητα A'

Η απώλεια, η θλίψη και ο ρόλος της μνήμης Στίχοι 1-8: «Χαμένα πάνε… σε ό,τι έχει πεθάνει»

Η θλίψη για όσα τέλειωσαν είναι εντελώς ανώφελη (στ. 1-5)

Το πρόσωπο που μιλάει ξεκινά τις σκέψεις του από μια διαπίστωση: «Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων», που διατυπώνεται σχεδόν απόλυτα, παίρνοντας τη χροιά γνωμικού. Η διαπίστωση αυτή ανακινεί ευθύς εξαρχής το πρόβλημα που απασχολεί το ποιητικό υποκείμενο και δεν αφήνει περιθώρια για μια αντίδραση διαφορετική. Τα δάκρυα και τα λόγια της θλίψης, τα όσα λέγονται την ώρα της απελπισίας, πάνε χαμένα, αφού είναι ανώφελο να πασχίζει κανείς να κρατήσει αυτά που έχουν χαθεί, αυτά που τα έχει πάρει μαζί του ο χαμός. Αυτή η αίσθηση του ανώφελου φαίνεται ότι είναι κυρίαρχη σε ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή, αφού, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ποιητικού υποκειμένου (στ. 12), χαμένα και ανώφελα είναι όχι μόνο τα δάκρυα αλλά ακόμα κι η αγκαλιά (οι σχέσεις, ο έρωτας, η αγάπη), ίσως ακόμα και η νεότητα, αφού τίποτα δεν μπορεί να τα βάλει με το θάνατο.

Η αταξία πρέπει να παίρνει τη θέση της τάξης (στ. 1-2)

Βέβαια, «όταν μιλάει η αταξία» της συγκίνησης και των συναισθημάτων —έστω κι αν είναι ανώφελη—, πρέπει, «η τάξη» της λογικής «να σωπαίνει». Έτσι ορίζει η δεύτερη, εξίσου αποφθεγματική φράση που ακολουθεί, γιατί, όταν στη ζωή εισβάλλει η απώλεια, τότε η λογική και τακτική συνέχεια της καθημερινότητας διακόπτεται, αφού το βάρος της θλίψης αποδιοργανώνει τον άνθρωπο. Τότε δεν υπάρχει καμιά άλλη διέξοδος εκτός από την ελεύθερη έκφραση του πόνου.

Η συμφιλίωση με την απώλεια: Σε τέτοιες στιγμές πρέπει να δέχεται και να καταφεύγει κανείς ακόμα και σε εκδηλώσεις ανώφελες, όπως τα δάκρυα, που, αν και δεν μπορούν ν' αλλάξουν τις συνθήκες, όμως τις αποφορτίζουν, επιτρέποντας έτσι και στο χρόνο να θεραπεύσει τις πληγές. Πρέπει να συμφιλιώνεται κανείς με το πένθος της απώλειας, μέχρι ν' αρχίσει να τροφοδοτείται πάλι από τη μνήμη, που έχει τη δύναμη να ξαναφέρνει στη ζωή, να αναπλάθει και να εξασφαλίζει, με την κινητοποίηση των αναμνήσεων, τη μακροβιότητα σε ό,τι έχει πεθάνει και, επομένως, να αίρει σε κάποιο βαθμό τη θλίψη.

Ενότητα Β'

Το καταφύγιο της μνήμης Στίχοι 9-16: «Ας σταθούμε στο πλευρό… και που δεν ήταν τότε θάλασσα»

Η φωτογραφία (στ. 9-12): Μια τέτοια ανατροφοδότηση της μνήμης θα μπορούσε να γίνει π.χ. μέσα από μια φωτογραφία απ' τα παλιά, που μπορεί να παγώσει τις στιγμές και τα χαμόγελα στο χρόνο. Αν σταθεί λίγο κανείς και την κοιτάξει, θα παρατηρήσει τα δυο νέα παιδιά, το ζευγάρι, στην αρχή της σχέσης τους και της κοινής ζωής τους, όταν ακόμα τίποτα δεν προοιωνίζεται το τέλος, να στέκονται αγκαλιασμένοι, με μια σχέση που όμως είναι ανώφελη, αφού, παρά τη δύναμη της, δε θα μπορέσει ούτε να διατηρήσει τη νεότητα ούτε να αποσοβήσει το χαμό και την απώλεια που θα έρθει αργότερα.

Η παραλία (στ. 13-16): Στέκονται αγκαλιά ελπίζοντας ότι η σχέση τους θα κρατήσει αιώνια, θα νικήσει το χρόνο. Όμως η ζωή μοιάζει να ειρωνεύεται αυτή τους τη βεβαιότητα και να τους θυμίζει πόσο ρευστό είναι αυτό το «πάντα» των μεγάλων ερώτων, που νομίζουμε ότι θα κρατήσει αιώνια. Στέκονται μπροστά σε μια παραλία και η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστη, σχεδόν εύθυμη. Ποια είναι η παραλία δεν έχει ίσως καθόλου σημασία: Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε απ' αυτές όπου οι δυο νέοι συνήθιζαν να συχνάζουν όταν ακόμη η ζωή τούς χαμογελούσε ευοίωνα και αισιόδοξα: Το Ναύπλιο, η Εύβοια ή η Σκόπελος… Σ' αυτές τις ηλικίες ο τόπος λειτουργεί απλά σαν ένα σκηνικό, που στεγάζει τις μεγάλες στιγμές του χρόνου, γι' αυτό και η φωτογραφία δε δίνει αυτές τις λεπτομέρειες. Άλλωστε, ακόμα κι αν υπήρχε η δυνατότητα να αναγνωρίσει κανείς την εικονιζόμενη περιοχή, θα ήταν άχρηστο, γιατί τότε, για δύο ερωτευμένους που ένιωθαν τη ζωή ν' ανοίγεται μπροστά τους για πάντα, όλα ήταν σαν τη θάλασσα, απέραντα, γαλάζια και ευχάριστα και, κυρίως, δεν προοιωνίζονταν τίποτα σκληρό και καμιά βεβιασμένη διακοπή της ροής και της συνέχειας.

Η μνήμη πρέπει να τροφοδοτείται: Όμως, για να θυμηθεί κανείς «και πού δεν ήταν τότε θάλασσα», για να ξυπνήσει, να τονώσει και να συντηρήσει τη μνήμη, πρέπει να θέλει να θυμάται, να σκύψει πάνω απ' την ανάμνηση, να σταθεί και να σκεφτεί, («Τώρα πρέπει να σταθούμε», «Ας σταθούμε»), να κάνει «μια στάση σκέψης» «στο πλευρό της φωτογραφίας» και να τη δει στοργικά, όπως σκύβει κανείς πάνω από ένα πρόσωπο που αγαπά ή πάνω από ένα λουλούδι και το φροντίζει· φροντίδα χρειάζεται και η μνήμη, για να μπορέσει να διασώσει στιγμές από τη λήθη, και με τη βοήθεια μιας φωτογραφίας να την ανασύρει από την αφάνεια. Μόνο έτσι μπορεί να διαφυλάξει όσα έχουν πεθάνει, πράγμα που είναι απαραίτητο για τη συνέχεια της ζωής: «Φύλαγε μου, Θε μου, τουλάχιστον / όσα έχουν πεθάνει» λέει αλλού η ποιήτρια. («Σύνδρομο», Το τελευταίο σώμα μου).

Αφηγηματικές τεχνικές

Η ποιητική αφήγηση: Το πρόσωπο που αφηγείται ξεκινά την ποιητική αφήγηση με εσωτερικό μονόλογο, σε γ' πρόσωπο, ή σχεδόν απρόσωπα, με ύφος θυμόσοφο και αποφθεγματικό. Συνεχίζει σε α' πληθυντικό πρόσωπο, που κάνει την αφήγηση πιο ζωντανή και θυμίζει ότι το θέμα δεν αφορά μόνο έναν, τον αφηγητή, αλλά δύο ή και περισσότερους, με τους οποίους θα ήθελε ίσιος να μιλήσει. Τέλος, κλείνει με β' ενικό πρόσωπο και με μια «δικανική» ερώτηση που δεν περιμένει απάντηση, θυμίζει όμως με τον καλύτερο δυνατό τρόπο πώς ήταν η ζωή πριν τα γκρεμίσει όλα ο χαμός. Έτσι, ενώ αρχικά υπάρχει η αίσθηση ότι το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται μονολογώντας στον εαυτό του, στη συνέχεια, όταν αναδύεται στην αφήγηση ένα δεύτερο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ο αφηγητής, ο αρχικός μονόλογος μετατρέπεται σε διάλογο, μόνο που ο ένας από τους δύο ομιλητές μένει βουβός και τα όσα θα μπορούσε να πει τα λέει στη θέση του ο πρώτος.

Ο χρόνος, ο ρυθμιστικός άξονας των σχέσεων, είναι παντού παρών στο ποίημα, και μάλιστα και στις τρεις του φάσεις: ως παρόν («τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό του ανώφελου»), ως μέλλον και μάλιστα «εξακολουθητικό» («που είναι ακόμα στον ανθό τον μέλλοντος της») και ως παρελθόν («και πού δεν ήταν τότε θάλασσα»), που στο ποίημα δίνονται μάλιστα με μια σειρά αντίθετη απ' αυτή με την οποία τα πράγματα συνέβησαν: η αφήγηση ξεκινά από το σκληρό «τώρα», στη συνέχεια, μέσα από τη φωτογραφία, που παγώνει τις σκηνές και τις κρατάει σχεδόν για πάντα, υπάρχει η αίσθηση της διάρκειας, η αίσθηση ότι τα πράγματα θ' αντέξουν στο χρόνο, αφού το μέλλον τους ακόμα ανθοφορεί, και τελειώνει με την ανάμνηση του παρελθόντος, όταν «τότε» όλα ήταν θάλασσα. Οι τρεις αυτές φάσεις του χρόνου, αν και ο χαμός και ο θάνατος θα μπορούσαν να τις έχουν απόλυτα αποσυνδέσει, συνδέονται τελικά στο ποίημα, με τη βοήθεια της μνήμης, που πυροδοτείται και συντηρείται από μια μικρή φωτογραφία.

Ο χρόνος και η φωτογραφία: «Ετούτη η μικρή φωτογραφία» μπορεί να σώσει από τη λήθη «ό,τι έχει πεθάνει», γιατί η φωτογραφία, απαθανατίζοντας τις μορφές και τις στιγμές, μπορεί να σταματήσει τον προσωπικό μας ημερολογιακό χρόνο και να κρατήσει, με τη βοήθεια της μνήμης, στη ζωή όσους κι όσα χάθηκαν πρόωρα.

Ο χώρος: Αν και γενικά ο χώρος είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς άξονες οργάνωσης του ποιητικού υλικού της Δημουλά —είτε ως κεντρικό θέμα, είτε ως δύναμη κινητοποίησης των συναισθημάτων, είτε ως σκηνικό—, είναι εμφανές ότι στο συγκεκριμένο ποίημα ο χώρος είναι ελάχιστα σημαντικός, γι' αυτό και μένει τελικά απροσδιόριστος. Ο μόνος τρόπος να προσδιοριστεί σε κάποιο βαθμό και να γίνει μια ανώνυμη έστω, αλλά ευχάριστη παραλία-σκηνικό, που ίσως να βρίσκεται στο Ναύπλιο, στην Εύβοια ή τη Σκόπελο, είναι με τη βοήθεια της φωτογραφίας. Αμέσως μετά όμως γίνεται πάλι κάτι συγκεκριμένο: μια θάλασσα που απλωνόταν παντού και, κυρίως, λειτουργούσε ως συνώνυμο της ευτυχίας.

Η ατμόσφαιρα: Στην πρώτη ενότητα του ποιήματος κυριαρχεί μια ατμόσφαιρα βαριά, μια ατμόσφαιρα πένθους και θανάτου, όπως συμβαίνει συνήθως όταν συναισθανόμαστε ότι αυτά με τα οποία έχουμε για χρόνια συνδέσει τη ζωή μας έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί. Στη δεύτερη ενότητα αυτή η ατμόσφαιρα του θανάτου μετατρέπεται, με τη βοήθεια της φωτογραφίας, σε μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας, που μας ταξιδεύει σ' ένα περιβάλλον νεανικό, ανάλαφρο και, κυρίως, αισιόδοξο.

Εκφραστικοί τρόποι /μέσα

Σχήματα λόγου • προσωποποιήσεις: «τα λόγια των δακρύων», «το πλευρό του ανώφελου», «να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη», «να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας σε ό,τι έχει πεθάνει» (οξύμωρο)· • μεταφορές-προσωποποιήσεις: «Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει», «έχει μεγάλη πείρα ο χαμός»· • μεταφορές: «στον ανθό του μέλλοντος της»· • εικόνα: της φωτογραφίας που εικονίζει το ζευγάρι των νεαρών ερωτευμένων και στο βάθος μια γραφική παραλία, που θα μπορούσε να έχει κάτι από το τοπίο της Σκοπέλου, της Εύβοιας ή του Ναυπλίου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, εξάλλου, είναι και οι αντιθέσεις επάνω στις οποίες δομείται το ποίημα: δάκρυα - ευθυμία, τάξη - αταξία, παρελθόν - παρόν (τότε - τώρα), νεότητα - μέση ηλικία, ζωή - θάνατος.

Γλώσσα – Ύφος: Η γλώσσα του ποιήματος είναι η συνήθης της Δημουλά, με λιγότερες όμως ιδιαιτερότητες απ' ό,τι συνήθως. Στο ποίημα επικρατεί, σε γενικές γραμμές, η δημοτική, με εξαίρεση τις φράσεις της καθαρεύουσας «το λέγειν της» και «ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας». Ως προς τους απροσδόκητους λεκτικούς ή φραστικούς συνδυασμούς, το ποίημα αυτό δε διαφέρει από τα περισσότερα της ποιήτριας, που διακρίνονται από ποικίλες λεκτικές απροσδοκίες [«Η συχνή χρήση του ουσιαστικού στη θέση επιθέτου, ρήματα με αιφνιδιαστικό αντικείμενο, μεταφορές που ξαφνιάζουν κι αστραπιαία σε συνεπαίρνουν σε απόγειες τροχιές, ιδού τα ποιητικά εργαλεία της Κ. Δημουλά. Το αποτέλεσμα είναι δραστικό. Επικοινωνείς άμεσα με το προσωπικό της άλγος, που σου υποβάλλεται υπόγεια. Ο τρόπος, ιδιότυπος και απόλυτα δικός της, αναπαλαιώνει τη φθαρμένη θεματική του πένθους…» (Ρούσος Τ., εφ. Το Βήμα, 12-3-1989)]. Χαρακτηριστικότερες στο ποίημα είναι: «έχει μεγάλη πείρα ο χαμός», «στο πλευρό του ανώφελου», «στο πλευρό ετούτης της μικρής / φωτογραφίας… ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας».

Το ύφος, στο μεγαλύτερο τμήμα του ποιήματος, είναι απλό, χωρίς τη συνήθη αιχμηρότητα που χαρακτηρίζει την ποιητική γραφή της Δημουλά. Αντίθετα μάλιστα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ακολουθεί μια κλιμάκωση, αφού το ύφος αυστηρής δήλωσης του πρώτου στίχου εξελίσσεται σε αποφθεγματικό στο δεύτερο («Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει») και στη συνέχεια γίνεται σταδιακά συμβουλευτικό («Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό / του ανώφελου»), προτρεπτικό («Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής / φωτογραφίας»), ανεπιτήδευτο και κουβεντιαστό («θα πεις…») και, τέλος, νοσταλγικό και μελαγχολικό («και πού δεν ήταν τότε θάλασσα»), όχι όμως και μελοδραματικό, παρά το ότι το θέμα θα μπορούσε να ευνοήσει κάτι τέτοιο.

5 Συνολική θεώρηση του ποιήματος

Σύμβολα: Η φωτογραφία και η θάλασσα, δυο από τα ουσιαστικότερα ποιητικά σύμβολα της Δημουλά, έχουν καίριο ρόλο στο «Κονιάκ Μηδέν Αστέρων», αφού το πρώτο είναι ένας από τους καλυτέρους τρόπους για να μείνουν ζωντανές οι στιγμές και το δεύτερο είναι το συνώνυμο της αλλοτινής ευτυχίας.

Η φωτογραφία: Πιο συγκεκριμένα: «Η φωτογραφία είναι από τα κύρια θέματα της Κικής Δημουλά. […] Κάθε φωτογραφία, και η πιο ταπεινή, είναι η παρουσία μιας απουσίας. Και η ποίηση της Δημουλά, ως ποίηση του μη όντος, όλο γύρω στην απουσία τριγυρίζει. Τα "όσα έχουν πεθάνει" μπορεί να μην υπάρχουν όλα σε φωτογραφία, αλλά όσα υπάρχουν σε φωτογραφία έχουν σίγουρα πεθάνει. Η στιγμή πεθαίνει στο στιγμιότυπο. […] Η φωτογραφία είναι παγωμένο παρελθόν. Σύμβολο μνήμης — παραπάνω: η ίδια η μνήμη τυπωμένη στο χαρτί. […] Στα ποιήματα της Κικής Δημουλά οι φωτογραφίες δεν είναι πάντα "στάσιμες". Συνήθως ζούνε μια ζωή δική τους, αυτόνομη. Σαν φυτά, έχουν ανάγκη από τη φροντίδα των ανθρώπων. Για τη Δημουλά οι φωτογραφίες είναι το νερό της μνήμης, αντίδοτο του νερού της Άρνας, του νερού της λησμονιάς. Άλλες φορές η φωτογραφία γίνεται μαγικό alter ego, είδωλο που υποκαθιστά το πρόσωπο. […] Ιδιαίτερα στο Χαίρε ποτέ, βιβλίο μεγάλου αποχαιρετισμού, η φωτογραφία μοιάζει να είναι ένα από τα ελάχιστα σωσίβια στον ωκεανό του Τίποτα»6.

Η θάλασσα, εξάλλου, στην ποίηση της Δημουλά είναι ένα μοτίβο συχνό, που έχει άλλοτε απλώς το ρόλο του σκηνικού και άλλοτε πολυδιάστατη συμβολική σημασία. Έτσι, στα ποιήματα της η θάλασσα γίνεται, κατά περίσταση, συνώνυμη της απεραντοσύνης του χρόνου, της ταραγμένης ψυχής, της ανεμπόδιστης λύσης στα προβλήματα, της ευτυχίας χωρίς όρια («Μίλα. / Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας»), αλλά και του φευγαλέου, του ασταθούς, του απροσδιόριστου, του αστάθμητου («Στην ψυχή σου δεν φθάνει κανείς / ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης»), ακόμα και της επίπονης διαδικασίας της ωρίμανσης («Ντύσου και κολύμπα» / «Απαγορεύεται η ρίψις δακρύων / Είναι που είναι από μόνη της αλμυρή / λύσσα η ωριμότης»).

Βιωματικά στοιχεία: Το «Κονιάκ μηδέν αστέρων», όπως άλλωστε και ολόκληρο το Χαίρε ποτέ, που γράφτηκε μετά το θάνατο του Άθου Δημουλά, στον οποίο και αφιερώνεται, θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ένα βιωματικό ποίημα, αφού η ποιήτρια, συντετριμμένη από το θάνατο του συζύγου της, αναφέρεται, αν και έμμεσα, συχνά σ' αυτόν και προσπαθεί να αναστήσει και να ανασυστήσει το κοινό τους παρελθόν μέσα από τα υπολείμματα της μνήμης και απ' οτιδήποτε θα μπορούσε να την τροφοδοτήσει. Εξάλλου, ολόκληρο το έργο της Δημουλά έχει τις ρίζες του σε βιωματικό υλικό, το οποίο η ίδια αξιοποιεί έτσι ώστε μια προσωπική υπόθεση να μετουσιώνεται σε θέμα που αφορά κάθε άνθρωπο.

Γεωγραφικό υλικό: Το μόνο γεωγραφικό υλικό στο ποίημα είναι η αναφορά στις παραλίες του Ναυπλίου, της Εύβοιας και της Σκοπέλου. Είναι ενδιαφέρον ότι, παρά το γεγονός ότι ο τόπος δεν είναι καθοριστικός στην προκειμένη περίπτωση, η απαρίθμηση τριών διαφορετικών τοπωνυμίων, αφενός αφήνει τον αναγνώστη να εννοήσει ότι οι πρωταγωνιστές είχαν ταξιδέψει πολύ στα πρώτα χρόνια της κοινής τους ζωής, αφετέρου ζωντανεύει τρία εντελώς διαφορετικά ελληνικά τοπία, που λειτουργούν ως σκηνικά της ποιητικής αφήγησης.