Κική Δημουλά

Το έργο της ποιήτριας

Οι περίοδοι της ποίησης της: Η ποίηση της Κικής Δημουλά καλύπτει σχεδόν μισό αιώνα και μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις μεγάλες περιόδους: Η πρώτη περιλαμβάνει τις συλλογές: Ποιήματα (1952), Έρεβος (1956), Ερήμην (1958), Επί τα ίχνη (1963)· η δεύτερη: Το Λίγο του κόσμου (1971), Το τελευταίο σώμα μου (1981)· και η τρίτη: Χαίρε ποτέ (1988), Η εφηβεία της λήθης (1994), Ενός λεπτού μαζί (1998), Ήχος απομακρύνσεων (2001).

Η α’ ποιητική περίοδος(-1963): Η πρώτη περίοδος είναι η πορεία προς την ωριμότητα και τη δημιουργία ενός προσωπικού ύφους. Στα ποιήματα αυτής της περιόδου μπορεί να διακρίνει κανείς καβαφικές και καρυωτακικές επιδράσεις. Ο μελαγχολικός, παραπονιάρικος τόνος τους απηχεί ακόμα το κλίμα της ποίησης της Μαρίας Πολυδούρη. Ένας διάχυτος ερωτισμός, ασαφής και ακαθόριστος, διέπει τη γραφή της. Τα θέματά της, που θα γίνουν σχεδόν μόνιμα στις επόμενες συλλογές, είναι: ο χρόνος, η φθορά, η μοναξιά, η ανία, η λήθη, τα όνειρα. Στην πρώτη αυτή περίοδο αρχίζει να διαμορφώνεται και η τεχνική της: ένα εγκεφαλικό παιχνίδι εκφραστικών αναζητήσεων και λεκτικών πειραματισμών, που συνυφαίνονται με τα πάθη, τις γνήσιες ευαισθησίες και τους υπαρξιακούς προβληματισμούς της. Διάχυτο είναι και το αίσθημα της ειρωνείας, που γίνεται συχνά σαρκασμός. Η ειρωνεία αυτή δε στρέφεται όμως ενάντια σε κανέναν, όπως συμβαίνει με την ποίηση του Καρυωτάκη, αλλά ξαναγυρίζει μαλακά, ήρεμα, στην ίδια την ποιήτρια, «αποκαλύπτοντας» ανησυχίες και σκέψεις που δεν πήραν ακόμα οριστικό σχήμα, αλλά βρίσκονται σε μια φάση αναζήτησης. Χαρακτηριστικό των ποιημάτων αυτής της περιόδου είναι η συναισθηματική αποστασιοποίηση από τα πρόσωπα και τα πράγματα.

Η β’ ποιητική περίοδος (-1981): Στη δεύτερη φάση ο «πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων» αρχίζει να συγκεκριμενοποιείται και η τεχνική της να αποκρυσταλλώνεται σε ένα προσωπικό ύφος. Τα θέματά της παίρνουν πια τη μορφή μοτίβων που εμφανίζονται σε πολλά ποιήματα: η μνήμη, η φωτογραφία, το φθινόπωρο, τα αγάλματα. Η επιμελημένη —συχνά μέχρι εκζήτησης— γλώσσα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια χαρακτηρίζεται από λεξιλογική ευρηματικότητα, η οποία αποτυπώνεται μέσα από πολυάριθμους νεολογισμούς. Το παράδοξο είναι όμως ότι ταυτόχρονα διατηρεί τη δροσερότητα και την ευλυγισία του άμεσου, αυθόρμητου καθημερινού λόγου.

Η γ’ ποιητική περίοδος (1988-): Στην τρίτη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας της, η οποία σηματοδοτείται από το θάνατο του συζύγου της, ποιητή Άθου Δημουλά, η τεχνική της παγιώνεται και η γραφή της ωριμάζει μαζί με τη δική της εσωτερική ωρίμαση. Οι αναφορές στο «εσύ» πληθαίνουν και η θλίψη της ποιήτριας οριστικοποιείται, χωρίς όμως να διολισθαίνει σε απαισιοδοξία, γιατί η ποίηση της Κικής Δημουλά αποτελεί κατάφαση απέναντι στη ζωή και στον έρωτα.

Τα μορφικά γνωρίσματα της ποίησης της

Η Δημουλά ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά Ελλήνων ποιητών και η ποίηση της συγκεντρώνει μερικά από τα βασικά γνωρίσματα της ποίησης αυτής της γενιάς, τόσο σε γλωσσικό όσο και σε θεματικό επίπεδο: ο έρωτας, η εσωστρέφεια κι ο υπαρξιακός προβληματισμός, που ντύνονται με ένα λόγο λιτό, καθημερινό και επικαιρικό. Διάχυτο είναι ακόμα το ειρωνικό στοιχείο. Η Δημουλά έχει βέβαια και το δικό της, προσωπικό, ποιητικό ιδίωμα, με ιδιαίτερο γνώρισμα την επαναστατική χρήση λέξεων και φράσεων. Κοινές εκφράσεις, που συνήθως αποτελούνται από συγκεκριμένες λέξεις, ανασυντάσσονται, για να μεταδώσουν μεταφορικά μια άλλη ιδέα. Λέξεις συνήθως κοινότυπες, κατασκευασμένες με ευτελή και καθημερινά υλικά, επιστρατεύονται για να μεταδώσουν συνειρμικά, με τη χρήση του υπερρεαλισμού, δυνατές εντυπώσεις και συναισθήματα. Απροσδόκητοι συνδυασμοί λέξεων ή φράσεων, λεκτικά παιχνίδια, νεολογισμοί, σχήματα οξύμωρα και παρά προσδοκίαν φορτίζουν το ποίημα με ιδιαίτερο νοηματικό βάρος. Το λεξιλόγιό της είναι απλό, σχεδόν λαϊκό, η γλώσσα πεζολογική, ευέλικτη, παιγνιώδης, αποφθεγματική. Οι στίχοι μονολεκτικοί, διάστικτοι με λόγιες και εκκλησιαστικές εκφράσεις. Οι στροφές άνισες, η δομή του ποιήματος εντελώς προσωπική, η σύνταξη επαναστατική: τα άψυχα υποκείμενα συνδυάζονται με έμψυχα, οι αφηρημένες έννοιες γίνονται υποκείμενα ενεργειών.

Τα θέματα της ποίησης της

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που απασχολούν την ποίηση της Κικής Δημουλά είναι η μνήμη, που είναι συνυφασμένη με τη λήθη και την απουσία. Το θέμα αυτό υπάρχει και στις πρώτες συλλογές της ποιήτριας, με την έννοια της νοσταλγίας του παρελθόντος, συνδέεται όμως κυρίως με το θάνατο του συζύγου της, στον οποίο και αφιερώνει τρεις ποιητικές συλλογές (Χαίρε ποτέ, Η εφηβεία της λήθης, Ενός λεπτού μαζί). Στις αφιερώσεις παρατηρείται κάποια κλιμάκωση ανάλογη με το χρόνο που παρέρχεται: Μνήμη Άθου Δημουλά, Στον Άθω πάλι, Προς Άθω αντίστοιχα, με την τελευταία μάλιστα να έχει μια σκόπιμη αμφισημία. Στη συλλογή Ήχος απομακρύνσεων δεν υπάρχει αφιέρωση, πράγμα που μπορεί να σημαίνει απομάκρυνση από τον πόνο της απουσίας του. Η ποίησή της στις συλλογές αυτές μοιάζει με μια διαρκή συνομιλία της ποιήτριας με τον απόντα σύζυγο, άλλοτε τρυφερή και γλυκιά και άλλοτε οργισμένη και πικραμένη, εξαιτίας της απόλυτης σιωπής του. Τα αντικείμενα που αυτός κάποτε άγγιξε, οι τόποι που τους ένωσαν ή θα μπορούσαν να τους ενώσουν έρχονται συνεχώς στη μνήμη της. Η απώλεια κλονίζει την ευαίσθητη σχέση της με τα πρόσωπα και τα πράγματα και ανατρέπει την επιφανειακή ισορροπία που διατηρούσε κάποτε με τους άλλους. Η θλίψη και η μελαγχολία, που είναι διάχυτη στις πρώτες συλλογές της, γίνεται συγκρατημένη οδύνη στις τελευταίες, ενώ η μοναξιά μετατρέπεται σε δεύτερο σώμα, κυριαρχεί απόλυτα. Η λήθη ωριμάζει κι αυτή μαζί με το χρόνο που παρέρχεται. Ιδιαίτερα έντονη στην ποίηση της Δημουλά είναι η αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων, που συνδέεται με τους υπαρξιακούς προβληματισμούς της ποιήτριας. Η «διόγκωση της ματαιότητας», «το μεσίστιο μέλλον», «ο αμεταχείριστος χρόνος», «το Αδιέξοδον» και πάνω από όλα η μοναξιά («μόνη, εντελώς μόνη») είναι φράσεις που διανθίζουν ακόμα και τις συλλογές της νεότητας, προβάλλοντας την ευαισθησία και την αγωνία της ποιήτριας για το τι μένει μετά το θάνατο. Βασικό θέμα της Δημουλά, άμεσα συνδεδεμένο με τη μνήμη και τη λήθη, είναι ο χρόνος, που νοείται ως το σύνολο των στιγμών της ζωής του ανθρώπου, οι οποίες μεταμορφώνουν τα πρόσωπα και τα πράγματα και που τελικά καταλήγουν στο «έλεος της μνήμης». Βασικό γνώρισμα του χρόνου στα ποιήματα της Δημουλά είναι η βραχύτητα και η βιασύνη του να προσγειώσει τους ανθρώπους στη ρεαλιστική πλευρά της ζωής, καταργώντας «τις μακρηγορίες των ονείρων». Κάθε δευτερόλεπτο του ταυτίζεται με το «αβέβαιο» και το «ανεπίστρεπτο». Η ροή του είναι άλλοτε ανυπόφορα στατική και άλλοτε έντονα κινητική, συνεχής και τελεσίδικη, όπως οι δυνάμεις της ζωής και η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος. Ευτυχώς που υπάρχουν και τα όνειρα, που ασκούν παρηγορητική επίδραση στην ποιήτρια, γιατί τη βοηθούν να πιστεύει χωρίς λογική και να ελπίζει χωρίς όρια.