Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948»
Στοιχεία που αφορούν στο συγγραφέα, λογοτεχνικό περιβάλλον και λοιπά γραμματολογικά στοιχεία:
1. Ο Ν. Εγγονόπουλος έχει θητεύσει, ως γνωστόν, στον Υπερρεαλισμό. Θεωρείτε ότι αυτή η θητεία βρίσκει έκφραση στο συγκεκριμένο ποίημα; Να απαντήσετε σε αναφορά με το περιεχόμενο και τη μορφή του ποιήματος.
Ο Εγγονόπουλος στις πρώτες του ποιητικές συλλογές ακολούθησε πιστά τα κηρύγματα του υπερρεαλισμού συνθέτοντας ποιήματα με αυτόματη γραφή και επιχειρώντας να εκφράσει τις ασυνείδητες σκέψεις και διαθέσεις του, χωρίς τον παρεμβατικό έλεγχο της λογικής. Στην πορεία, όμως, κράτησε από τον υπερρεαλισμό μόνο τα στοιχεία εκείνα που έφερναν μια αναγκαία ανανέωση στον ποιητικό λόγο και τα οποία είχαν να κάνουν κυρίως με τη μορφή του στίχου, αλλά και την ειλικρινή αποτύπωση των σκέψεων του δημιουργού. Στο ποίημα «Ποίηση 1948» μπορούμε να εντοπίσουμε την επίδραση του υπερρεαλισμού στην ελλειπτική διατύπωση του ποιητικού λόγου, ο οποίος δίνεται τεμαχισμένος, σε στίχους μονολεκτικούς (κάποτε και μονοσύλλαβους) που περισσότερο θυμίζουν θραύσματα ενός λόγου που δε θέλει ή δε μπορεί να οδηγηθεί στην ολοκλήρωση. Ο ποιητής καταγράφει τις σκέψεις του σε τόσο σύντομους στίχους που μας δημιουργεί την αίσθηση μιας διστακτικής εξομολόγησης που γίνεται υπό το καθεστώς φόβου ή τόσο έντονης συναισθηματικής φόρτισης που καθιστά το λόγο του σχεδόν ασθματικό. Η απουσία στίξης και κεφαλαίων αρχικών γραμμάτων θα μπορούσε να αφήσει το λόγο να ρέει χωρίς κατευθυνόμενες διακοπές, αλλά ο ποιητής φροντίζει να θρυμματίσει τους στίχους του δίνοντάς μας έτσι το ρυθμό ανάγνωσης κι ενισχύοντας παράλληλα την αίσθηση της βαρύτητας του μηνύματος, το οποίο διατυπώνεται λέξη - λέξη. Η μορφή του στίχου εξυπηρετεί κατ’ αυτόν τον τρόπο το περιεχόμενο του ποιήματος, στο οποίο ο Εγγονόπουλος προχωρά σε μια ειλικρινή έκφραση των συναισθημάτων του. Ο ποιητής είναι συγκλονισμένος από τη σκληρότητα και την απανθρωπιά του εμφυλίου πολέμου και θεωρεί πως δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να προσφέρει με την ποίησή του. Η εξομολόγηση του ποιητή αποτυπώνει, κατά τη διάρκεια ενός φονικού και αδελφοκτόνου πολέμου, τη βαθύτατη λύπη και τον πόνο που βιώνει ο ποιητής, συναισθήματα τόσο δυνατά που δύσκολα θα μπορούσαν να αποδοθούν μ’ έναν συμβατικό ποιητικό λόγο.
Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευσης μιας κρίσης με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου (υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες, επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης):
1. Ποια στοιχεία της ποιητικής γραφής υποστηρίζουν το χαμηλόφωνο και εξομολογητικό ύφος του ποιήματος;
Στο ποίημα αυτό ο Εγγονόπουλος προσεγγίζει ένα θέμα που τον πληγώνει και τον ωθεί σε σκέψεις αμφισβήτησης του ρόλου του, καθώς του προκαλεί την αίσθηση ότι η προσφορά του ως ποιητή είναι, αν όχι μάταια, τουλάχιστον ελάχιστα εποικοδομητική. Σε τι μπορεί να συνεισφέρει η ποίηση, αναρωτιέται ο Εγγονόπουλος, όταν παντού γύρω του επικρατεί ο θάνατος και το μίσος. Η αίσθηση αυτής της αδυναμίας μετουσιώνεται σε ποιητικό λόγο χαμηλόφωνο, όπου καμία λέξη δεν αποκτά την ηχητική δύναμη του αρχικού κεφαλαίου γράμματος, σα να διστάζει ο ποιητής να δηλώσει το ξεκίνημα του λόγου του. Οι στίχοι είναι τόσο σύντομοι που κάποτε αποτελούνται από μια μονοσύλλαβη λέξη, κι ακούγονται σαν ψίθυρος του ποιητή, που μας δίνει τις σκέψεις του λέξη – λέξη, σα να προχωρά σε μια διστακτική εξομολόγηση. Ο Εγγονόπουλος θα μπορούσε να έχει συνθέσει το ποίημά του σε μια μόνο στροφή, απλώνει όμως τις λέξεις του για να καθοδηγήσει τον αναγνώστη σε μια αργή ανάγνωση, σε μια εμφατική ανάγνωση που δίνει σε κάθε λέξη ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς όσα έχει να πει ο ποιητής είναι πολύ σημαντικά για εκείνον και για την προσωπική του θέση. Η παραδοχή άλλωστε του Εγγονόπουλου ότι αισθάνεται τόσο αδύναμος -σχεδόν περιττός- απέναντι στην τόση σκληρότητα αποτελεί το δίχως άλλο έκφραση πολύ προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων.
2. «Είναι ως αν να γράφονταν…. »: Να αναλύσετε την παρομοίωση και να σχολιάσετε το ρόλο της στη δομή του ποιήματος.
… σαν πάει κάτι να γραφεί είναι ως αν γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου οι αντιμαχόμενες πλευρές προχώρησαν σε ακραίες βιαιότητες και σε πολλαπλές δολοφονίες, συχνά μάλιστα και αμάχων. Ήταν ένας πόλεμος εκδίκησης και τυφλού μίσους, όπου πολλοί βρήκαν την ευκαιρία να λύσουν ακόμη και προσωπικές τους διαφορές με πρόσχημα τη σύγκρουση που μαινόταν. Οι θάνατοι της εποχής του εμφυλίου ήταν διπλά επίπονοι καθώς ήταν απόρροια ενός αδελφοκτόνου πολέμου -η διαπίστωση αυτή μπορεί να ληφθεί κυριολεκτικά- κι αποκάλυπταν την ένταση του μίσους που είχε κατακλύσει την ελληνική κοινωνία. Όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια μιλούν για μια πρωτόφαντη και ωμή βιαιότητα, η οποία κατέληγε σε απάνθρωπα εγκλήματα που προκαλούσαν φρίκη και αποτροπιασμό. Η παρομοίωση του Εγγονόπουλου γίνεται κατανοητή με μεγάλη ένταση απ’ όσους γνωρίζουν την κατάσταση που επικρατούσε στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, καθώς κάθε αγγελτήριο θανάτου σήμαινε ότι άλλος ένας Έλληνας σκοτώθηκε από Έλληνα και πως άλλος ένας φρικτός θάνατος γέμισε μια οικογένεια με πόνο και βάθυνε ακόμη περισσότερο την απόσταση ανάμεσα στις δύο παρατάξεις. Όταν ο ποιητής δηλώνει ότι η ποίησή του είναι προφανώς περιττή σ’ αυτή την εποχή πολέμου, δεν κάνει μια θεωρητική δήλωση. Έχει βιώσει τη φρίκη ενός πολέμου που χωρίζει στα δύο ακόμη και τα μέλη μιας οικογένειας, έχει δει το μίσος που υποκινεί τις πλέον αιμοσταγείς δολοφονίες που έχουν γίνει ποτέ επί ελληνικού εδάφους κι έχει αντιληφθεί το μέγεθος των τραυμάτων που θα αφήσει αυτός ο πόλεμος στην ελληνική κοινωνία.
Η παρομοίωση που χρησιμοποιεί ο ποιητής δίνει με έμφαση την έντονη παρουσία του θανάτου εκείνη την εποχή, καθώς οι θάνατοι δεν ήταν μόνο συχνοί ήταν και πολλαπλά επώδυνοι για κάθε Έλληνα. Κάθε στίχος, κάθε ποίημα που επιχειρεί να γράψει είναι σα να γράφεται στην πίσω μεριά ενός ακόμη αγγελτηρίου θανάτου. Κάθε προσπάθεια του ποιητή να συνθέσει ένα ποίημα προσκρούει στην σκληρή πραγματικότητα των πολλαπλών και άγριων δολοφονιών που μάστιζαν και πλήγωναν ανεπανόρθωτα την ελληνική κοινωνία.
Η παρομοίωση έχει παράλληλα κι έναν ιδιαίτερο δομικό χαρακτήρα στα πλαίσια του ποιήματος καθώς συνδέει την πρώτη με τη δεύτερη ενότητα. Η παρομοίωση αποτελεί την παραστατική αιτιολόγηση του ποιητή για το γεγονός ότι τα ποιήματά του είναι τόσο πικραμένα και τόσο λίγα. Η δυνατή εικόνα που δημιουργεί ο ποιητής για το πώς αισθάνεται την ποιητική δημιουργία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αποτελεί έναν αποτελεσματικό τρόπο για να διατυπώσει με συντομία τις σκέψεις και τα συναισθήματά του.
3. Να αναφερθείτε στον στίχο: «(και πότε - άλλωστε - δεν ήσαν;)». Τι νομίζετε ότι υποδηλώνει η τοποθέτησή του μέσα σε παρένθεση;
Ο Εγγονόπουλος λέγοντας ότι τα ποιήματά του είναι τόσο πικραμένα, αισθάνεται την ανάγκη να προλάβει τις τυχόν αντιρρήσεις των αναγνωστών του αποδεχόμενος ότι πάντοτε η ποίησή του κινείται σε μονοπάτια θλίψης. Ο στίχος τοποθετείται σε παρένθεση καθώς αποτελεί ένα σχόλιο, μια προσωπική σκέψη του ποιητή για το ίδιο του το έργο. Παρεμβάλλεται κατά κάποιο τρόπο στη ροή της διατύπωσης που τον πλαισιώνει, μιας και ο ποιητής επιχειρεί να συνδέσει τις πικρίες της εποχής του με όσα έχουν περάσει οι Έλληνες τα αμέσως προηγούμενα χρόνια. Ο Εγγονόπουλος καταγράφει τον πόνο που του προκαλεί ο εμφύλιος αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει ότι τα γεγονότα αυτού του πολέμου έρχονται ως συνέχεια μια σειράς δύσκολων εποχών για τη χώρα. Είχαν προηγηθεί: η πολιτική και οικονομική αστάθεια που κατέληξε στη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (1936), ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος στον οποίο η Ελλάδα είχε εμπλακεί από το 1940 λόγω της επίθεσης που δέχτηκε από την Ιταλία και φυσικά ο κύκλος αυτών των γεγονότων ολοκληρώθηκε με την Κατοχή της Ελλάδας από στρατιωτικές δυνάμεις της Γερμανίας, της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Ο ποιητής γνωρίζει ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι η πρώτη συμφορά που πλήττει την Ελλάδα, γνωρίζει όμως παράλληλα ότι ο πόνος που προκαλεί ο πόλεμος αυτός είναι σαφώς σημαντικότερος, μιας και προέρχεται από τα σπλάχνα της ίδιας της χώρας. Έλληνες επαναστατούν εναντίον Ελλήνων και το αποτέλεσμα είναι μια φονικότατη και βιαιότατη σύγκρουση. Ο ποιητής επομένως είναι σα να μας λέει ότι και παλιότερα τα ποιήματά του ήταν γεμάτα πίκρα, αλλά τώρα πια, τώρα που έρχεται αντιμέτωπος με τον παραλογισμό και τη σκληρότητα ενός τέτοιου πολέμου, δεν είναι μόνο γεμάτα πικρία είναι κι ελάχιστα. Πώς να γράψει κανείς ποίηση, όταν αδέλφια σκοτώνουν αδέλφια κι όταν το κακό μοιάζει διαρκώς να χειροτερεύει; Ας μην ξεχνάμε πως όταν ο Εγγονόπουλος συνέθετε αυτό το ποίημα ο εμφύλιος βρισκόταν στην κορύφωσή του.
Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου:
1. Γιατί η εποχή του εμφύλιου σπαραγμού αναστέλλει την ποιητική δημιουργία;
Μπροστά σ’ έναν φονικότατο, αδελφοκτόνο κι ανηλεή πόλεμο ο Εγγονόπουλος αισθάνεται αδυναμία να εκφραστεί ποιητικά. Ποιο μπορεί να είναι άλλωστε το όφελος της ποίησης όταν ο κόσμος γύρω του έχει χάσει έστω και την παραμικρή αίσθηση λογικής κι έχει καταφύγει σε μια παράλογη βιαιότητα; Ο ποιητής δεν είναι σε θέση ούτε καν να εκλογικεύσει την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί από τη στιγμή που το έθνος χωρίστηκε στα δύο και ξεκίνησε ο αδυσώπητος αγώνας για το ποια μερίδα θα διασφαλίσει την εξουσία. Ίσως είναι δύσκολο να νιώσουμε πόσο πραγματικά έντονο είναι το αίσθημα απογοήτευσης και παραίτησης που έχει κυριεύσει τον ποιητή, αλλά η αλήθεια είναι ότι την εποχή εκείνη διαπράχθηκαν εγκλήματα τέτοιας σκληρότητας ώστε ακόμη και οι ιστορικοί διστάζουν να τα καταγράψουν σε όλη τους την έκταση. Ο ποιητής δεν φτάνει στο σημείο να αποποιηθεί την ευθύνη που συνοδεύει την τέχνη του, μόνο και μόνο γιατί η χώρα βρίσκεται σε μια εμπόλεμη περίοδο –αυτό άλλωστε ήταν κάτι συνηθισμένο για την Ελλάδα-. Είναι η φύση του πολέμου που ωθεί τον ποιητή στην απελπισία, είναι το γεγονός ότι οι Έλληνες πολεμούν και σκοτώνονται μεταξύ τους -χωρίς μάλιστα το τέλος του πολέμου να είναι ακόμη ορατό- που φέρνει τον ποιητή στην παραίτηση.
Το 1948 ο εμφύλιος είχε φτάσει στην κορύφωσή του και η αγριότητα των δυο παρατάξεων είχε πια ξεπεράσει τα όρια. Ο ποιητής βλέπει τα θύματα του πολέμου να πληθαίνουν με ταχύτατους ρυθμούς, βλέπει το μίσος να αυξάνεται και να βαθαίνει κι αισθάνεται πλέον πως η τέχνη του δεν μπορεί παρά να είναι περιττή σ’ έναν τέτοιο κόσμο. Αν θα έπρεπε με την ποίησή του να νουθετήσει τους αντιμαχόμενους, γνωρίζει εκ των προτέρων πως κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο κι αν η αποστολή του θα ήταν να αποτυπώσει στους στίχους του την σκληρότητα και τον παραλογισμό της εποχής, αισθάνεται πως κάτι τέτοιο μόνο θα τον πλήγωνε. Τι να γράψει λοιπόν ο ποιητής όταν παντού γύρω του κυριαρχεί ο θάνατος και το μίσος, τι να αποτυπώσει απ’ όλα αυτά στην ποίησή του και σε τι θα ωφελούσε μια καταγραφή της φρίκης και του σπαραγμού, την ώρα που όλοι γύρω του τα βλέπουν και τα ζουν καθημερινά;
2. Κι άλλα παρόμοια: Ποιες μπορεί να είναι, κατά τη γνώμη σας, οι συναφείς με την ποίηση ενασχολήσεις;
Η φράση αυτά του Εγγονόπουλου μας παραπέμπει στο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου»: Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη / η καλλονή του θα διαρκούσεν. Έπειτα – / ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε. / Κι αν εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος / πήγαινε σ’ άλλου φιλοσόφου ή σοφιστού / πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς. / Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά / να επέστρεφεν – αξιεπαίνως ενθυμούμενος / τες οικογενειακές του παραδόσεις, / το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.
Ο Εγγονόπουλος μας λέει ότι η εποχή του εμφυλίου δεν είναι εποχή για ποίηση, θέλοντας να δηλώσει πως όταν το έθνος συνταράζεται από μια τέτοια διαμάχη δεν μπορούμε να ασχολούμαστε με κάτι τόσο θεωρητικό κι εκλεπτυσμένο, όπως είναι η τέχνη του λόγου. Παράλληλα, όμως, ο ποιητής κρίνει πως όχι μόνο δεν είναι εποχή για ποίηση αλλά και για οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Την ώρα που μαίνεται ο αδελφοκτόνος πόλεμος, δε θα πρέπει η απάντηση των καλλιτεχνών και των πνευματικών ανθρώπων να είναι η καλλιτεχνική δημιουργία ή οι θεωρητικές συζητήσεις που δεν έχουν τίποτε το ουσιαστικό να προσφέρουν. Ο ποιητής ερχόμενος αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα του μίσους, κατανοεί ότι η ποίηση αλλά και οι υπόλοιπες μορφές τέχνης, μοιάζουν ανώφελες και περιττές.
Ο Καβάφης εντάσσει τη φράση «κι άλλα ηχηρά παρόμοια» στις σκέψεις που διατυπώνει ένας νεαρός για το μέλλον του. Τώρα που είναι νέος προτιμά να διασκεδάσει και να χαρεί τη ζωή του κι αργότερα θα επιστρέψει στα ουσιώδη και σημαντικά, όπως είναι οι οικογενειακές παραδόσεις, το χρέος για την πατρίδα και τα άλλα ηχηρά παρόμοια. Ο νεαρός προφανώς χρησιμοποιεί αυτή τη φράση με περιφρονητική διάθεση, καθώς όλα αυτά, τώρα που ακόμη μπορεί να χαίρεται τη νεότητά του, του φαίνονται αδιάφορα. Ο Εγγονόπουλος, επομένως, μας παραπέμπει στο ποίημα αυτό του Καβάφη για να διακρίνουμε στο στίχο του την περιφρονητική χροιά που έχει η φράση και να κατανοήσουμε καλύτερα πώς αισθάνεται κι ο ίδιος την ενασχόλησή του με την ποίηση όταν κάθε τι γύρω του καταρρέει.
3. Ποια επίδραση έχει στο έργο του ποιητή η ζοφερή πραγματικότητα του Εμφυλίου; Πώς την κρίνετε;
Ο Εγγονόπουλος μπροστά στη σκληρότητα και τον παραλογισμό του εμφυλίου πολέμου αισθάνεται πικραμένος και αδυνατεί να εκφραστεί ποιητικά. Κάθε φορά που επιχειρεί να γράψει κάτι είναι να σα να το γράφει στην άλλη μεριά του αγγελτηρίου ενός ακόμη θανάτου, που έρχεται να προστεθεί στη μακρά λίστα θανάτων του πολέμου αυτού. Ο ποιητής νιώθει ότι μια τόσο άσχημη περίοδος για τη χώρα του δεν είναι κατάλληλη για ποίηση και οποιαδήποτε άλλη θεωρητική ενασχόληση, μιας και κάθε τέτοια δραστηριότητα μοιάζει ανώφελη και περιττή όταν αντιπαραβάλλεται με την αδυσώπητη πραγματικότητα του εμφυλίου. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, τα ποιήματά του είναι γεμάτα πικρία και είναι ελάχιστα σε σχέση με το παρελθόν. Θα μπορούσαμε ίσως να εξετάσουμε τη στάση του Εγγονόπουλου, ρωτώντας όπως κάνει ο Αναγνωστάκης, «Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;», αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν προφανώς άτοπο. Δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση να αισθάνονται και να αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο κι εφόσον ο ποιητής νιώθει ότι δεν μπορεί να εκφραστεί απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση, δεν έχουμε παρά να σεβαστούμε τη στάση του. Άλλωστε, ο Εγγονόπουλος δεν καταφεύγει στη σιωπή, συνεχίζει να καταγράφει τις σκέψεις του σχετικά με τη δραματική κατάσταση που δημιουργεί ο εμφύλιος, απλώς περιορίζει σημαντικά την ποιητική του δραστηριότητα. Ο Εγγονόπουλος δεν έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί με την ποίησή του να ανατρέψει τη δραματική κατάσταση που έχει επικρατήσει στη χώρα και δεν αισθάνεται παράλληλα ότι υπάρχει λόγος να καταγράψει όλες τις φρικτές προεκτάσεις του εμφυλίου, από τη στιγμή που όλοι γύρω του βλέπουν και βιώνουν την άσχημη τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα. Επιπλέον, η αντίρρηση που προβάλλει ο Αναγνωστάκης δεν έχει να κάνει εν γένει με τον εμφύλιο, έχει να κάνει με την αποτύπωση της πραγματικότητας όπως τη βιώνει η μια μόνο παράταξη. Ενώ, ο Εγγονόπουλος αντικρίζει συνολικά την αποτρόπαιη εξέλιξη του εμφυλίου και δηλώνει την απόγνωση που του δημιουργείται, χωρίς να παίρνει το μέρος κάποιας παράταξης.
4. Σε ποια σημεία του ποιήματος εκφράζεται εναργέστερα η θλίψη του ποιητή;
Ο ποιητής δηλώνει ότι η εποχή του εμφυλίου σπαραγμού είναι η αιτία που τα ποιήματά του είναι τόσο πικραμένα και προπάντων τόσο λίγα. Μια δήλωση που για να γίνει κατανοητή σε όλη της την ένταση, ο ποιητής χρησιμοποιεί μια δυνατή παρομοίωση στην οποία εκφράζει με ιδιαίτερη ενάργεια τη θλίψη και την απόγνωση που του προκαλεί ο εμφύλιος πόλεμος. Κάθε φορά, μας λέει, που πηγαίνει να γράψει κάτι είναι σα να γράφει στην άλλη μεριά ενός αγγελτηρίου θανάτου. Σ’ ένα τόσο σύντομο ποίημα ο Εγγονόπουλος κατορθώνει με αυτή την παρομοίωση να μας μεταδώσει τα συναισθήματα που τον κατακλύζουν και που εν τέλει τον αδρανοποιούν, καθώς έρχεται αντιμέτωπος μ’ έναν φονικό και κυρίως αδελφοκτόνο πόλεμο. Ο θάνατος κυριαρχεί κι ο ποιητής νιώθει αδύναμος να αντιδράσει αλλά και να εκφραστεί, μιας και δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν να ειπωθούν όταν παντού πρυτανεύει ο παραλογισμός.
Παράλληλα, τα συναισθήματα του ποιητή γίνονται σαφή κι από τον τρόπο που καταγράφει τις σκέψεις του. Ο λόγος του δίνεται διστακτικά, σχεδόν λέξη – λέξη ξεδιπλώνει ο ποιητής του συλλογισμούς του, γιατί όσα έχει να πει προφανώς είναι ιδιαιτέρως σημαντικά γι’ αυτόν κι αποτυπώνουν τη συναισθηματική του κατάσταση. Η εξομολογητική αυτή έκφανση του ποιητικού λόγου αποκαλύπτει αρκετά εύλογα τη συναισθηματική ένταση του ποιητή και τη θλίψη που τον έχει κυριεύσει.
Παραδείγματα εργασιών για το σπίτι:
1. «Τι χρειάζονται οι ποιητές σε μίζερους καιρούς;» Να αναπτύξετε τις σκέψεις σας με αφορμή το παραπάνω ερώτημα του ποιητή Χαίλντερλιν.
Η συνεισφορά των ποιητών δεν θα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της πρακτικής χρησιμότητας, υπό την έννοια πως η τέχνη δεν υπάρχει για να εξυπηρετεί πρακτικές ανάγκες, εντούτοις η προσφορά της είναι ιδιαίτερα σημαντική σε κάθε εποχή και ιδίως όταν οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες είναι δυσμενείς. Η τέχνη γενικότερα, και η ποίηση ειδικότερα, αποτελεί μέσο έκφρασης των ανθρώπινων συναισθημάτων, ιδεών και εμπειριών, στοιχείο που την καθιστά επίκαιρη και απαραίτητη, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές συνθήκες. Η ποίηση καλύπτει την εσώτερη ανάγκη των ανθρώπων να εκφράσουν και να καταγράψουν τα βιώματα και τις σκέψεις τους, προσφέροντας αφενός μια απαραίτητη εκτόνωση στον ίδιο το δημιουργό κι αφετέρου ένα πολύτιμο μοίρασμα των εμπειριών.
Σε περιόδους, μάλιστα, που οι ιστορικές συγκυρίες είναι δύσκολες, οι ποιητές έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη συλλογική διάθεση των ανθρώπων, να καταγγείλουν τις αρνητικές πτυχές των γεγονότων και να ενθαρρύνουν με το λόγο τους, τους συνανθρώπους τους. Οι ποιητές μπορούν να εντοπίσουν και να αναδείξουν τους βασικούς προβληματισμούς της εποχής τους, όχι απαραίτητα γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να επιφέρουν την επίλυση των προβλημάτων, αλλά γιατί με το λόγο τους κατορθώνουν να βοηθήσουν και τους συνανθρώπους τους να εστιάσουν στην ουσία των ζητημάτων.
Το ποιητικό έργο, άλλωστε, δεν έχει αναγκαία επικαιρικό χαρακτήρα, μιας και λειτουργεί ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, που μπορούν μέσα από τους στίχους των ποιητών να γνωρίσουν και να αναβιώσουν τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στα χρόνια που ο ποιητής συνέθετε το έργο του. Ακόμη, δηλαδή, κι αν οι ποιητές δεν μπορούν να συνεισφέρουν άμεσα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, το έργο τους συμπληρώνει την ιστορική μνήμη.
Παράλληλα, ο περιεκτικός και σύντομος χαρακτήρας του ποιητικού λόγου, επιτρέπει την καίρια καταγραφή των ιστορικών γεγονότων και των ειδικών συνθηκών, καθιστώντας το λόγο του ποιητή αποτελεσματικότερο μέσο για τη διακίνηση των διαπιστώσεών του. Η ποίηση, δηλαδή, επιτρέπει την επιγραμματική διατύπωση των ιδεών του ποιητή και άρα την ευκολότερη μετάδοσή τους. Γεγονός που γίνεται συχνά εμφανές, καθώς σε διάφορες ιστορικές εποχές οι άνθρωποι χρησιμοποιούν στίχους ποιημάτων για να εκφράσουν τις εμπειρίες και τα συναισθήματά τους.
Το ερώτημα, πάντως, του Χαίλντερλιν βρίσκεται στο επίκεντρο της διαφοροποίησης που εντοπίζουμε ανάμεσα στη στάση που επιλέγει ο Εγγονόπουλος και στη στάση που διακηρύττει ο Αναγνωστάκης. Από τη μία έχουμε τη διαφαινόμενη στάση παραίτησης του Εγγονόπουλου, ο οποίος αισθάνεται πως σε μια περίοδο που η χώρα ταλανίζεται από έναν φονικό εμφύλιο πόλεμο, ο ίδιος δεν έχει κανένα λόγο να συνθέτει ποιήματα. Ενώ, από την άλλη, έχουμε την πιο ενεργητική θέση του Αναγνωστάκη, ο οποίος θεωρεί ότι όλες αυτές οι εικόνες φρίκης, όλη αυτή η σκληρότητα, ο πόνος και η διάψευση των προσδοκιών, θα πρέπει από κάποιον να αναδειχτούν, κάποιος δηλαδή θα πρέπει να μιλήσει -με πόνο- για όλα αυτά.
Σχολιασμός Αδίδακτου Κειμένου
Μίλτος Σαχτούρης «Χριστούγεννα 1948»
Σημαία
ακόμη
τα δόκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου
Η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη μας δίνεται με ελλειπτικούς στίχους, που δημιουργούν εικόνες τρομακτικές, επώδυνες, κάποτε ασυνάρτητες, μα πάντοτε τόσο έντονες που κατορθώνουν να μεταδώσουν με εξαιρετική ενάργεια του κλίμα φόβου και οδύνης που επικρατούσε στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Ο ποιητής δε θέλει ή δε μπορεί να μας διηγηθεί με τους στίχους του μια πλήρη ιστορία, προτιμά να μας δίνει θρυμματισμένο το σύνολο, αφήνοντας τον αναγνώστη να επιχειρήσει μόνος του μια επανασύνδεση των επιμέρους κομματιών, καταλήγοντας έτσι σε μια διαφορετική κάθε φορά ιστορία, που είτε αντανακλά είτε όχι τη σκέψη του ποιητή, παραμένει πάντως στα πλαίσια ενός εφιαλτικού σκηνικού κι αυτό είναι αρκετό για τον ποιητή.
Κινούμενος σε χρόνια φρίκης, επιχειρεί να μεταδώσει με τους στίχους του κάτι από αυτόν τον παραλογισμό που έφερε τους Έλληνες να αιματοκυλιστούν μεταξύ τους, προβαίνοντας σε πράξεις αλόγιστης βίας κι ανείπωτης σκληρότητας. Ακόμη κι αν ο Σαχτούρης επιχειρούσε να μας δώσει τις εικόνες που αντίκρισε στην πληρότητά τους, με ειρμό και συνέχεια, ίσως να μην κατόρθωνε να μας μεταφέρει ακέραιο το αίσθημα παραλογισμού που έπνεε εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Επιλέγει τον κατακερματισμό της εικόνας, προτιμά την αινιγματική διατύπωση που δύσκολα φτάνει σε μια σαφή ολότητα, ώστε να έρθει έστω και για λίγο ο αναγνώστης του αντιμέτωπος με όσα έζησε ο ποιητής: παντού σκοτωμένοι άνθρωποι, αίμα, φρίκη και απάνθρωπη σκληρότητα, χωρίς εξηγήσεις και χωρίς λόγο. Πώς θα μπορούσε να μεταφέρει καλύτερα στους στίχους του αυτό το αίσθημα πλήρους αδυναμίας να κατανοήσει γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, γιατί παντού οι άνθρωποι έχουν αποκτηνωθεί και γιατί παντού ρέει άφθονο το αίμα των συμπατριωτών του;
Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά ποιήματα του Σαχτούρη, όπου η εικόνα μας δίνεται με σύντομες φράσεις ή απλές λέξεις, που δύσκολα συνδέονται μεταξύ τους κι ακόμη πιο δύσκολα φτάνει κανείς στην ανασύνθεση της συνολικής εικόνας, είναι το «Χριστούγεννα 1948». Το μόνο βέβαιο είναι το κλίμα αποτροπιασμού που αποπνέουν οι στίχοι αυτοί κι ίσως είναι αρκετό να μένει κανείς σ’ αυτό το αίσθημα φρίκης που μεταδίδει τόσο αποτελεσματικά ο ποιητής. Ίσως πάλι μια απόπειρα σύνδεσης της θρυμματισμένης εικόνας να μην είναι εντελώς άτοπη, με την προϋπόθεση πάντοτε ότι είναι απλώς μια απόπειρα και πως κάθε νέα απόπειρα οδηγεί αναγκαστικά σε μια διαφορετική ανασύνθεση της ιστορίας εκείνων των Χριστουγέννων.
Σημαία/ακόμη…: Η σημαία ως το κατεξοχήν σύμβολο πολεμικής δραστηριότητας, στέκει ακόμη, υποδηλώνοντας ότι ο «πόλεμος» ή έστω η αδελφοκτόνος μανία, συνεχίζει ακάθεκτη. Είναι Χριστούγεννα του 1948 κι ο πόλεμος συνεχίζεται αδιάκοπος και μάλιστα καθώς φτάνει στην κορύφωσή του, μαίνεται σκληρότερος από ποτέ.
τα δόκανα στημένα στους δρόμους / τα μαγικά σύρματα / τα σταυρωτά….: Η πόλη είναι ακόμη χωρισμένη με οδοφράγματα, η επικοινωνία μεταξύ των δύο πλευρών μοιάζει αδύνατη, καθώς ανάμεσά τους βρίσκονται στημένα εμπόδια, παγίδες και τίποτα δε μοιάζει ικανό να φέρει τη σωτήρια μεσολάβηση. Με την εικόνα αυτή ο ποιητής μας μεταδίδει την αίσθηση ότι όλοι οι μαχητές βρίσκονται στις θέσεις τους και πως μια ακόμη σύγκρουση δεν μπορεί να απέχει πολύ.
και τα σπίρτα καμένα…: Με το στίχο αυτό, παρόλο που δε μας ξεκαθαρίζει για ποιο σκοπό χρησιμοποιήθηκαν τα σπίρτα, πάντως μας δημιουργεί την αίσθηση ότι οι πολεμιστές έχουν μείνει για ώρα σε θέση μάχης και κατά την αναμονή έχουν κάψει όλα τους τα σπίρτα, ίσως για να ανάψουν τα τσιγάρα τους. Σε κάθε περίπτωση ο στίχος υποδηλώνει πολύωρη αναμονή.
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη / του μικρού Χριστού / το αίμα το αίμα το αίμα…: Κι αμέσως μετά την εικόνα της πόλης που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τους μαχητές να βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής, μια οβίδα καταλήγει μέσα στη φάτνη του μικρού Χριστού. Το σύμβολο των Χριστουγέννων, το σύμβολο της ειρήνης και της ελπίδας, πέφτει θύμα μιας πράξης πολέμου. Με την εικόνα αυτή έρχεται με απόλυτο τρόπο η διάψευση κάθε ελπίδας και η επιβεβαίωση ότι αυτός ο πόλεμος είναι ανελέητος και χωρίς να δείχνει σημάδια μείωσης της έντασής του. Ακόμη και το ύψιστο σύμβολο αγάπης αποτελεί στόχο των πολεμιστών ή ίσως το σύμβολο της αγάπης αποτελεί το βασικό στόχο, σ’ έναν πόλεμο μέχρι τελικής πτώσεως όπου δε σέβεται απολύτως τίποτε και οι αντίπαλου ενδέχεται να είναι αδέρφια ή πατέρας και γιος.
Η οβίδα πέφτει και το αίμα έρχεται να γεμίσει τα πάντα. Το αίμα απλώνεται παντού και μαζί του ο θάνατος κυριαρχεί. Σ’ αυτόν τον πόλεμο που δεν έχει απλώς σκοπό τη νίκη, έχει κυρίως σκοπό να σκοτώσει. Ο εμφύλιος πέρα από την αντιπαλότητα για τη διεκδίκηση της εξουσίας, υπήρξε ένας πόλεμος μίσους, όπου κάθε είδους προσωπική διαφορά και αντιδικία ήρθε στο φως κι οι άνθρωποι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν ο ένας τον άλλο, σε προσωπικό επίπεδο και για λόγους που δεν είχαν ιδεολογικό περιεχόμενο. Για λόγους που οδηγούσαν σε μία μόνο επιδίωξη, στο να σκοτώσουν.
εφιαλτικές γυναίκες / με τρυφερά κέρινα / χέρια / απεγνωσμένα χαϊδεύουν…: Στα πλαίσια της εικόνας που μας έχει δώσει προηγουμένως με τη φάτνη, ο ποιητής συνδυάζει στοιχεία από τη φάτνη, τις κέρινες μορφές με πραγματικά πρόσωπα, δημιουργώντας γυναίκες που έχουν κέρινα χέρια, σα να είναι μέρος του διακόσμου της φάτνης.
Τα κέρινα χέρια, μια εικόνα που τόσο μαγνητίζει τη φαντασία του αναγνώστη, δίνουν την εντύπωση ότι ακυρώνουν την προσπάθεια του χαδιού. Πώς μπορεί ένα κέρινο, ένα άψυχο χέρι να μεταδώσει συναίσθημα με το χάδι του, πώς μπορεί μια γυναίκα με άψυχα χέρια να μεταδώσει τρυφερότητα με το άγγιγμά της; Οι γυναίκες αυτές είναι άλλωστε εφιαλτικές και πέρα από την εξ ορισμού μάταιης προσπάθειάς τους να χαϊδέψουν.
Βόσκουν / στην παγωνιά / καταραμένα πρόβατα…: Οι εφιαλτικές γυναίκες συνδυάζονται κι εδώ με την εικόνα τη φάτνης, όπου ακινητοποιημένες μέσα στο κρύο στέκουν πλάι στα πρόβατα της φάτνης, αλλά σε συμβολικό επίπεδο, μπορούν να είναι οι γυναίκες – μανάδες που βόσκουν, τρέφουν, μεγαλώνουν, διαπαιδαγωγούν, καταραμένα πρόβατα, καταραμένα παιδιά, ίσα για να εμπλακούν σ’ έναν αδυσώπητο πόλεμο. Εφιαλτικές γυναίκες, που δεν έχουν την ικανότητα να μεταδώσουν πλέον συναίσθημα με τα χέρια τους και να ζεστάνουν την καρδιά όσων δέχονται το άγγιγμά τους, καταλήγουν να τρέφουν καταραμένα παιδιά, που χωρίς συναίσθημα βγαίνουν για να σκοτώσουν.
Κι είναι εφιαλτικές αυτές οι γυναίκες γιατί παρά την προσπάθειά τους να μεταδώσουν τρυφερότητα, το συνειδητοποιούν ότι αδυνατούν, κι είναι εφιαλτικές γιατί τα παιδιά τους έτυχε να είναι οι καταραμένοι αυτοί στρατιώτες ενός πολέμου που έχει γεμίσει τα πάντα με αίμα, άδικα χαμένο αίμα, αίμα αδελφών και πατεράδων. με το σταυρό
στα χέρια / και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς…: Το μπλέξιμο των εννοιών λειτουργεί εξαιρετικά εδώ, μεταδίδοντας την παρανόηση των επιδιώξεων, την παράλογη μετουσίωση των αγαθών προθέσεων σε πράξεις φονικές. Ο σταυρός της πρωτοχρονιάς και το τουφέκι, διαπλέκονται και οι άνθρωποι συμμετέχουν τυφλωμένοι σ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλοιώνοντας τις αντιλήψεις του και φτάνοντας να δικαιώνουν έναν μάταιο πόλεμο, σκοτώνοντας για σκοπούς που δε θα έπρεπε να αρκούν για να οπλίσουν το χέρι τους, ακυρώνοντας κάθε έννοια ηθικότητας και αμαυρώνοντας κάθε έννοια καλού. Είναι μοναδικός ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής μεταδίδει τη σύγχυση που επικρατούσε στη σκέψη των περισσότερων ανθρώπων, που είχαν καταλήξει να πολεμούν μέχρι θανάτου, χωρίς ίσως να μπορούν να εξηγήσουν γιατί τους έχει τυφλώσει το μίσος, γιατί φτάνουν στα άκρα και πώς θα μπορούσαν να εξηγήσουν την εμπλοκή τους σ’ έναν πόλεμο που αποφασίστηκε ερήμην τους κι εκείνοι συμμετείχαν σ’ αυτόν με την ελπίδα ότι ο Θεός θα τους προστατέψει, από τον αδερφό τους και θα τους δώσει δύναμη, να σκοτώσουν τον… αδερφό τους.
το τόπι / ο σιδερόδρομος της λησμονιάς / το τόπι του θανάτου.: Ένας πόλεμος που καταλήγει παρά τις προθέσεις των συμμετεχόντων να γίνει το παιχνίδι του θανάτου, καθώς ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις τους, εκείνο που χωρίς αμφιβολία κατάφεραν να προκαλέσουν ήταν πληθώρα θανάτων. Έγιναν το μέσο επιβολής του θανάτου, έγιναν το παιχνίδι του θανάτου, οδηγώντας στη λήθη ο ένας τον άλλο, οδηγώντας στο θάνατο ο ένας τον άλλο. Μια εμφύλια διαμάχη, χωρίς αξίες που να δικαιολογούν τη μανία που επικράτησε, χωρίς σκοπό που να δικαιώνει τόσους θανάτους. Μια εμφύλια διαμάχη που κατέληξε να γίνει ένα παιχνίδι με κερδισμένο το θάνατο και τους ανθρώπους να οδηγούνται σ’ ένα ταξίδι λησμονιάς, κατά εκατοντάδες, νεκροί, χωρίς μνήμες, χωρίς να έχουν κι ίδιοι κατανοήσει γιατί ακριβώς έχασαν τη ζωής τους. Κι η μόνη εξήγηση που μπορεί να σταθεί ήταν πως τελικά έγιναν απλώς τα παιχνίδια του θανάτου.
Οι ποιητές Μ. Σαχτούρης και Ν. Εγγονόπουλος έχουν βιώσει στη διάρκεια του εμφυλίου κοινές εμπειρίες. Εξετάζοντας συγκριτικά τα δύο ποιήματα να απαντήσετε στο ερώτημα: Πώς μετουσιώνεται σε ποίηση η εμπειρία ζωής;
Οι κοινές εμπειρίες των δυο ποιητών τους ωθούν σε παραπλήσιο τρόπο ποιητικής έκφρασης, με το λόγο τους να θρυμματίζεται σε στίχους αποσπασματικούς –κάποτε μονολεκτικούς- που βασίζονται στη δύναμη της εικόνας για να μεταδώσουν ισχυρότερα το μήνυμά τους. Απουσία σημείων στίξης, με την ανάγνωση να υπαγορεύεται από το σπάσιμο των στίχων, κατευθύνοντας τον αναγνώστη σε μια αργή προσέγγιση του ποιήματος λέξη προς λέξη, ώστε να προσλαμβάνει εναργέστερα τον πόνο που κρύβεται σε κάθε στίχο και σε κάθε λέξη. Η σχεδόν πλήρης απουσία κεφαλαίων γραμμάτων δίνει στα ποιήματά τους την αίσθηση της χαμηλόφωνης και διστακτικής εξομολόγησης όσων είδαν και έζησαν.
Είναι, μάλιστα, τέτοια η πικρή αίσθηση των βιωμάτων τους, ώστε ο Εγγονόπουλος να δηλώνει πως αυτή η εποχή δεν είναι κατάλληλη για ποίηση, ενώ ο Σαχτούρης να περνά τα δικά του βιώματα μέσα από μια σειρά εφιαλτικών εικόνων. Ο θάνατος κυριαρχεί παντού και οι ποιητές καθιστούν σαφές πως τίποτε δεν μένει ανεπηρέαστο από το ολέθριο πέρασμά του. Ο αδελφοκτόνος πόλεμος που βρίσκεται στην κορύφωσή του το 1948, αισθητοποιείται και στα δύο ποιήματα μέσα από την εναργή δήλωση της παρουσίας του θανάτου. Ο Εγγονόπουλος επιλέγει μια ισχυρή παρομοίωση για να τονίσει την παρουσία του, ενώ ο Σαχτούρης δηλώνει την παρουσία του δημιουργώντας εικόνες ανείπωτης φρίκης (το αίμα το αίμα το αίμα).
Τάκης Βαρβιτσιώτης «Όταν ο ποιητής…»
Όταν ο ποιητής
Ανοίγει τα μάτια του
Στο καθημερινό θαύμα
Εμφανίζονται σιγά - σιγά
298
Όλα τα πένθιμα φαντάσματα
Όλα τα όνειρα τα λυπητερά
Σαν κεριά που καπνίζουν
Τότε με το χλωμό του δάκτυλο
Χαράζει τ’ αρχικά της αστραπής
Πάνω στη στιβαγμένη σκόνη
Πάνω στο πρόσωπο της χρονιάς
Που γέρνει
Μαστιγωμένο απ’ όλους τους ανέμους
Αλλάζει τη λάσπη
Σε κρουνούς από φωτεινό αίμα
Μεταμορφώνει το θάνατο
Σ’ ερωτικό τραγούδι
Ω ποίηση αναμάρτητη
Εμπιστευμένη στη δροσιά της θύελλας
Ω ποίηση ατελεύτητη
Φτεροκόπημα χελιδονιών.
Ποια άποψη εκφράζει ο Τάκης Βαρβιτσιώτης για την ποίηση και σε τι διαφοροποιείται από τον Εγγονόπουλο;
Ο Εγγονόπουλος στο Ποίηση 1948, μιλώντας για την εποχή του εμφυλίου, για την απάνθρωπη εποχή του εμφύλιου σπαραγμού, δηλώνει πως δεν είναι κατάλληλη εποχή για ποίηση. Τη στιγμή που οι Έλληνες σκοτώνονται μεταξύ τους, ο ποιητής θεωρεί πως μια ενασχόληση τόσο θεωρητική, όπως είναι η ποίηση, μοιάζει το λιγότερο περιττή. Στα χρόνια του εμφυλίου και ιδίως όταν η αναμέτρηση όδευε σταδιακά προς την κορύφωσή της, ο θάνατος κυριαρχούσε παντού και τα θύματα διαρκώς αυξάνονταν, γεγονός που αποθάρρυνε τον ποιητή και του δημιουργούσε την αίσθηση πως η ποίηση, η θεωρητική ενασχόληση, η εκ του ασφαλούς θέαση της κατάστασης ήταν μάλλον αταίριαστη, γι’ αυτό και η ποιητική του παραγωγή μειώνεται και γεμίζει με ακόμη περισσότερη θλίψη και απόγνωση.
Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, στο ποίημα «Όταν ο ποιητής…», διατυπώνει μια διαφορετική άποψη, καθώς θεωρεί πως η ποίηση μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζει και τις πλέον δύσκολες καταστάσεις, προσφέροντας μια νέα δυναμική και αποκαλύπτοντας μια αισιόδοξη ματιά στα δεδομένα της πραγματικότητας. Όταν ο ποιητής αντικρίζει το καθημερινό θαύμα -κάθε νέα ημέρα είναι κι ένα νέο θαύμα, εμφανής εδώ η αισιόδοξη στάση του ποιητή-, βλέπει παράλληλα και όλες τις δυσκολίες που υπάρχουν. Ο ποιητής δεν είναι αποστασιοποιημένος από την πραγματικότητα, συνειδητοποιεί πόσο άσχημες καταστάσεις υπάρχουν, και δεν μπορεί να μένει αμέτοχος, οφείλει να προσφέρει τη βοήθειά του. Με το χλωμό του δάχτυλο -χλωμό, υπό την έννοια πως οι ποιητές βρίσκονται στην εκούσια απομόνωση του γραφείου και της μελέτης-, χαράζει τα αρχικά της αστραπής πάνω στη σκόνη. Ο ποιητής πρέπει να ωθεί σε δράση τους ανθρώπους, εκεί που τα πράγματα έχουν αδρανοποιηθεί. Η σκόνη, ως σύμβολο της αδράνειας και της στασιμότητας, αποτελεί ένδειξη πως σε κάποια ουσιώδη ζητήματα οι άνθρωποι παραμένουν κάποτε άτολμοι και αναποφάσιστοι. Ο ποιητής επομένως οφείλει να τους δώσει το κίνητρο να δραστηριοποιηθούν, όπως ακριβώς, οφείλει να δώσει το παράγγελμα για μια εναργή αντιμετώπιση των προβλημάτων όταν συνειδητοποιεί πως «το πρόσωπο της χρονιάς γέρνει» υπό το βάρος των δυσκολιών. Όταν, δηλαδή, η κοινωνία μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στις αντίξοες συνθήκες και στα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, ο ποιητής πρέπει να καλεί τους ανθρώπους σε δράση, ή καλύτερα σε αντίδραση.
Ο ποιητής είναι αυτός που πρέπει να αλλάζει τη λάσπη, το προϊόν της αποτελμάτωσης και της φθοράς, σε φωτεινό αίμα, σε ζωοποιό δύναμη που μέσα από τις δυσκολίες θα φέρει την αναγέννηση. Ο ποιητής θα πρέπει να παίρνει το θάνατο, τη θυσία των συνανθρώπων του και να την κάνει ερωτικό τραγούδι, έκφραση ευγνωμοσύνης και κίνητρο για μια εντονότερη προσπάθεια. Ο ποιητής δεν μπορεί να πτοείται από το θάνατο ή τη στασιμότητα, ο ποιητής πρέπει να αξιοποιεί τις θυσίες και να αντιστέκεται στο συμβιβασμό και την υποχώρηση. Η ζωή δεν κερδίζεται με την απάθεια και την αδράνεια, η ζωή θέλει τη θυσία, θέλει το θάνατο για να συνεχίσει ακόμη ισχυρότερη.
Το μέσο για την επίτευξη του πολύτιμου έργου του ποιητή είναι φυσικά η ποίηση, την οποία ο Βαρβιτσιώτης εξυμνεί στο κλείσιμο του ποιήματός του. Η ποίηση είναι αναμάρτητη, -αναφορά που έμμεσα της αποδίδει θεϊκές ιδιότητες-. Η ποίηση αντλεί τη δροσιά της από τη θύελλα, από ένα φαινόμενο τόσο ισχυρό που μπορεί να ανατρέψει τα πάντα, η ποίηση, η θεϊκή αυτή τέχνη παίρνει απλώς τη δροσιά της. Η ποίηση είναι ατελεύτητη, κάτι που μπορεί να σημαίνει πως είτε είναι χωρίς τέλος είτε πως δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Σε κάθε περίπτωση, η τέχνη αυτή που έχει να προσφέρει πολλά είναι σαν φτεροκόπημα χελιδονιών, είναι ο ερχομός της άνοιξης που φέρνει μαζί του την αναγέννηση, την αλλαγή και την προοπτική μιας νέας αρχής.
Παράλληλα Κείμενα
Ο Νίκος Εγγονόπουλος, στο ποίημά του «Ποίηση 1948», και ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στο ποίημά του «Σέ ονειρευόμουνα ποίηση» που ακολουθεί, διατυπώνουν τη θέση τους απέναντι στη σχέση της ποιητικής δημιουργίας με την εποχή της. Να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές στο περιεχόμενο των δύο ποιημάτων.
Σε ονειρευόμουνα ποίηση
Σέ ονειρευόμουνα δέντρο - ένα πρωί
μυριάδες ιβίσκοι ν’ ανάβουνε πάνω σου.
Σέ ονειρευόμουνα μήτρα.
Αλλά νά:
μέρες παράξενες, καιροί σκοτεινοί,
σέ πάλευαν όλα. Κι όμως, ποίηση εσύ,
αμετάπειστο ρεύμα τ’ ουρανού, επιμένεις.
Ένα κύμα από κόκκινα παράξενα φώτα,
ένα κύμα πληγές, πού ξεσπώντας φωτάει
τά χαρτιά μου τή νύχτα.
Νικηφόρου Βρεττάκου, «Τό βάθος του Κόσμου» (1961), από το βιβλίο Τά ποιήματα, εκδ. Τρία Φύλλα, 1981.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος μας δίνει αρχικά δύο εικόνες με τις οποίες ορίζει πώς ονειρευόταν την ποίηση, πώς φανταζόταν ότι θα παρουσιαζόταν η ποίηση στη ζωή του. Την ονειρευόταν σαν δέντρο, υποδηλώνοντας έτσι το στοιχείο της επιβλητικής μεγαλοπρέπειας και προσθέτει την εμφάνιση των ιβίσκων για να προσδώσει στην εικόνα της ποίησης και το στοιχείο της ομορφιάς. Το δέντρο, βέβαια, μπορεί να συμβολίζει για τον ποιητή μια σειρά θετικών όψεων της ποίησης, μιας και η ερμηνεία ενός συμβολισμού διατηρεί πάντοτε μια υποκειμενική χροιά.
Ο ποιητής ονειρευόταν την ποίηση σαν μήτρα, σαν ζωοποιό στοιχείο δηλαδή, που θα μπορούσε να δίνει ζωή σε νέες ιδέες, σε καινούριες εικόνες και να λειτουργεί ως πηγή νέων αισθητικών απολαύσεων.
Παρά τις θετικές όψεις όμως που απέδιδε ο ποιητής στην ιδανική έκφανση της τέχνης του, η πραγματικότητα έμοιαζε να τίθεται ως απροσπέλαστο εμπόδιο, καθώς στη ζωή του ήρθαν σκοτεινοί καιροί και παράξενες μέρες. Οι αντίξοες αυτές συνθήκες έκαναν τον ποιητή να πιστέψει για μια στιγμή ότι η τέχνη του δε θα μπορέσει να βρει την έκφρασή της και πως οι αντιποιητικοί καιροί θα έμπαιναν εμπόδιο στη δημιουργία ποιητικού έργου. Εντούτοις, η ποίηση, σαν αμετάπειστο ρεύμα, σαν επίμονη πνευματική ανησυχία, συνέχισε να επιμένει, συνέχισε να κυριαρχεί στη σκέψη του ποιητή. Σαν ένα κύμα από κόκκινα φώτα, σαν ένα κύμα πληγές, φωτίζει τις νύχτες τα χαρτιά του και τον καθοδηγεί στην αποτύπωση των σκέψεων και των βιωμάτων του. Η παρομοίωση της ποίησης με κόκκινο φως, μας παραπέμπει έμμεσα στην έννοια του αίματος και του θανάτου, εκφράζοντας έτσι την αίσθηση του ποιητή πως ακόμη και σ’ εποχές όπου επικρατεί η παρουσία του θανάτου, ο ίδιος βρίσκει τον εαυτό του ικανό να εκφράσει τον πόνο και τις ανησυχίες του ποιητικά.
Οι σκοτεινοί καιροί, το αίμα και οι πληγές δεν κατορθώνουν να σωπάσουν τη φωνή του ποιητή, αντιθέτως του φωτίζουν τις νύχτες τα χαρτιά του, τον καθοδηγούν στην ποιητική δημιουργία, καθώς πρέπει τα γεγονότα και τα συναισθήματα αυτών των δύσκολων εποχών να καταγραφούν.
Σε αντίθεση με το Βρεττάκο που αντιλαμβάνεται τις αντιξοότητες ως κίνητρο για να επιτείνει την ποιητική του δημιουργία, ο Εγγονόπουλος μπροστά στην αγριότητα του εμφυλίου πολέμου και στην κυριαρχία του θανάτου, θεωρεί πως δεν έχει κάτι να προσφέρει με την ποίησή του. Ο Εγγονόπουλος αισθάνεται πως η ενασχόληση με την ποίηση είναι σχεδόν περιττή, τη στιγμή που γύρω του οι άνθρωποι σκοτώνονται με διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό, γι’ αυτό και γράφει όλο και λιγότερα ποιήματα.
Η αντίθεση επομένως ανάμεσα στις σκέψεις που εκφράζουν οι δύο ποιητές έγκειται στο πως αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες της εποχής τους. Ο Βρεττάκος βιώνει τις δυσκολίες ως έναν ακόμη λόγο για ποιητική δημιουργία, ενώ ο Εγγονόπουλος ως ανασταλτικό παράγοντα στην ποιητική του έκφραση.
Οι ομοιότητες στο περιεχόμενο έχουν να κάνουν με τη δυσκολία που παρουσιάζει η εποχή που ζουν οι ποιητές (εποχή του εμφύλιου σπαραγμού – μέρες παράξενες, καιροί σκοτεινοί), τα έντονα συναισθήματα πόνου (τόσο πικραμένα – ένα κύμα πληγές), αλλά και την παρουσία του θανάτου, η οποία διατυπώνεται με σαφήνεια από τον Εγγονόπουλο, ενώ δίνεται μέσω συμβολισμών από το Βρεττάκο.
Άρης Αλεξάνδρου «Η αναμμένη λάμπα»
Εσείς που υπακούτε σε κυβερνήσεις και Π.Γ.
σαν τους νεοσύλλεκτους στο σιωπητήριο
θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως η ποσότητα της πίκρας
έτσι που νότιζε τους τοίχους του κελιού
ήταν αναπόφευκτο να φτάσει στην ποιοτική μεταβολή της
και ν’ ακουστεί
σαν ουρλιαχτό
σαν εκπυρσοκρότηση.
Εσείς που άλλα λέγατε στους φίλους σας κι άλλα στην
καθοδήγηση
θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως εγώ
ήμουνα μονάχα παραλήπτης
των όσων μου ‘στελναν γραμμένα με λεμόνι
οι φυλακισμένοι
και των δυο ημισφαιρίων.
Αν μου πρέπει τιμή
είναι που είχα πάντοτε τη λάμπα αναμμένη μέσα στην
κάμαρά μου
κι έκανα την εμφάνιση των μυστικών τους μηνυμάτων
κρατώντας τις λογοκριμένες τους γραφές πάνω από τη
φλόγα.
Ο Άρης Αλεξάνδρου στο ποίημά του επικρίνει την υποτακτική και κάποτε υποκριτική στάση των ομοτέχνων και ομοϊδεατών του, οι οποίοι είτε ακολουθούν τις εντολές που λαμβάνουν από την εκάστοτε κυβέρνηση και τα πολιτικά γραφεία είτε εμφανίζονται να εκφράζουν άλλες απόψεις στους φίλους τους και άλλες στα πλαίσια της κομματικής καθοδήγησης. Ο Αλεξάνδρου δηλώνει ότι ο ίδιος δεν τέθηκε ούτε στην υπηρεσία κάποιας κομματικής σκοπιμότητας ούτε ποτέ φάνηκε διπρόσωπος, όπως έκαναν πολλοί άλλοι. Η δική του υπηρεσία υπήρξε πάντοτε η πρόθεσή του να αναδείξει τον πόνο των αγωνιστών, τον πόνο των φυλακισμένων, ανεξάρτητα από την παράταξη στην οποία ανήκαν.
Αναλυτικότερα: Ο ποιητής απευθυνόμενος σε όσους κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ακολουθούσαν με τυφλή υποταγή τις διαταγές της κυβέρνησης ή των πολιτικών γραφείων, τους επισημαίνει πως κάποια στιγμή θα αντιληφθούν ότι οι επιπτώσεις του πολέμου, οι επιπτώσεις που είχαν οι σχεδιασμοί και οι επιδιώξεις των κρατούντων, ήταν κυρίως εμφανείς στον πόνο των φυλακισμένων. Οι απλοί άνθρωποι που πίστεψαν στις ιδέες της μίας ή της άλλης παράταξης και οι οποίοι κατέληξαν σε κάποιο κελί περιμένοντας πιθανότατα την εκτέλεσή τους, είναι εκείνοι που βίωσαν όσο κανείς τη σημασία του πολέμου. Οι άνθρωποι αυτοί υπέφεραν για τα ιδανικά τους και ο πόνος τους, ο οποίος για καιρό εγκλωβιζόταν στα στενά όρια του κελιού τους, δεν μπορούσε παρά να μετουσιωθεί κάποια στιγμή σε κραυγή, σε ουρλιαχτό τόσο δυνατό όσο ένας πυροβολισμός. Ο πόνος των ανθρώπων αυτών ήταν αναπόφευκτο να βγει στην επιφάνεια και να ακουστεί, -σ’ αυτό συνέβαλαν φυσικά και οι ποιητές, όπως ο Αλεξάνδρου και ο Αναγνωστάκης, που θεώρησαν χρέος τους να αναδείξουν τον πόνο των απλών αγωνιστών.
Επιπλέον, ο ποιητής απευθύνεται σε όσους με υποκριτικό τρόπο εξέφραζαν διαφορετικές απόψεις στις συζητήσεις με τους φίλους τους και διαφορετικές απόψεις εμφανίζονταν να έχουν στα πλαίσια της κομματικής καθοδήγησης, δείχνοντας σαφώς πως δεν είναι δοσμένοι πραγματικά στην ιδεολογία που υποτίθεται ότι υπηρετούσαν, αλλά ότι επί της ουσίας επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν μία κατάσταση. Σ’ αυτούς, λοιπόν, ο Αλεξάνδρου τονίζει πως κάποτε θα κατανοήσουν ότι ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ διπρόσωπος ή υποκριτής όπως εκείνοι, αλλά ότι ήταν απλώς έτοιμος να ακούσει και να γνωρίσει τον πόνο και τις πικρές εμπειρίες των ανθρώπων που αγωνίζονταν, ανεξάρτητα από την παράταξη στην οποία ανήκαν (και των δύο ημισφαιρίων). Ο ποιητής αντιλαμβανόταν πως ο πόλεμος αυτός αποτελούσε πηγή δεινών για τους ανθρώπους και των δύο παρατάξεων και γι’ αυτό ήταν έτοιμος να λάβει τα μηνύματά τους, χωρίς να λογαριάζει σε ποια παράταξη ήταν ταγμένος ο καθένας. Εκείνο που ενδιέφερε τον ποιητή ήταν η ανάδειξη του πόνου αυτού, γι’ αυτό και δηλώνει πως του αξίζει τιμή για τη διαρκή ετοιμότητά του να αναγνώσει τα μυστικά μηνύματα που του έστελναν οι φυλακισμένοι. Μηνύματα που έγραφαν στο χαρτί με το χυμό του λεμονιού για να είναι ορατά μόνο σε όποιον έμπαινε στη διαδικασία να θέσει το χαρτί κοντά στη θερμότητα της φλόγας.
Ο Αλεξάνδρου ήταν πάντοτε με τη λάμπα του γραφείου του αναμμένη, έτοιμος να δεχτεί τα μηνύματα των φυλακισμένων, τα μηνύματα που αποκάλυπταν τον πόνο των ανθρώπων που τιμωρούνταν για τη διάθεσή τους να υπηρετήσουν τις ιδέες και τις ελπίδες τους για μια ουσιαστική αλλαγή. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο ποιητής δε διακρίνει τους αγωνιζόμενους ανάλογα με τις ιδεολογίες τους, αλλά είναι πρόθυμος να ακούσει και στη συνέχεια να γνωστοποιήσει τις πικρές εμπειρίες όλων ανεξαιρέτως των αγωνιστών.
Εγγονόπουλος – Αλεξάνδρου
Η διάθεση του Αλεξάνδρου να γνωρίσει τον πόνο των φυλακισμένων και η επιθυμία του να γνωστοποιήσει τις εικόνες αυτές του πολέμου, έρχονται σε αντίθεση με τη στάση που τηρεί ο Εγγονόπουλος, ο οποίος μπροστά στον παραλογισμό του πολέμου αισθάνεται πως η ποιητική τέχνη καθίσταται περιττή. Ο Εγγονόπουλος στο ποίημα «Ποίηση 1948» εκφράζει την άποψη πως η εποχή του εμφύλιου σπαραγμού δεν είναι κατάλληλη για τη δημιουργία ποίησης, υπό την έννοια πως η καλλιτεχνική δημιουργία δεν έχει θέση σε μια περίοδο που οι Έλληνες βιώνουν έναν αμείλικτο αδελφοκτόνο πόλεμο. Ο ποιητής εδώ αναφέρεται στην ποίηση ως έκφανση της τέχνης γενικότερα και όχι της ποίησης ως μέσο καταγγελίας των δραματικών στιγμών του πολέμου, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον Αλεξάνδρου. Ενώ, δηλαδή, ο Αλεξάνδρου θεωρεί πως υπήρξε χρέος του να αφουγκραστεί τον πόνο των ανθρώπων και να τον αναδείξει μέσα από την ποίησή του, ο Εγγονόπουλος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αρθρώσει ποιητικό λόγο τη στιγμή που παντού γύρω του κυριαρχεί ο θάνατος -και ιδίως τώρα που ο θάνατος υπηρετείται από έναν εμφύλιο πόλεμο.
Σε αντίθεση με τον Αλεξάνδρου που πιστεύει ότι με την τέχνη του μπορεί και πρέπει να εκφράσει τον πόνο και την απελπισία των ανθρώπων, ο Εγγονόπουλος νιώθει πως όλος αυτός ο σπαραγμός που κυριαρχεί γύρω του, αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη δημιουργία ποίησης. Η αίσθηση του Εγγονόπουλου είναι πως η τέχνη του δεν μπορεί να προσφέρει κάτι το ουσιαστικό τη στιγμή που οι Έλληνες βρίσκονται στη πιο φονική περίοδο του εμφυλίου.
Αναγνωστάκης – Αλεξάνδρου
Η προσπάθεια του Αλεξάνδρου να εκφράσει μέσα από την ποίησή του τον πόνο των αγωνιζόμενων Ελλήνων βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με το κάλεσμα του Αναγνωστάκη (Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;), καθώς και οι δύο αυτοί ποιητές θεώρησαν σωστό να χρησιμοποιήσουν την τέχνη τους ως μέσο έκφρασης και γνωστοποίησης των άσχημων πτυχών του εμφυλίου. Το ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949» παρουσιάζει, μάλιστα, ιδιαίτερες παραλληλίες με το ποίημα του Αλεξάνδρου, καθώς πέρα από τη διάθεση και των δύο ποιητών να αναδείξουν μέσω της τέχνης τους τις πικρές εμπειρίες των αγωνιστών, τα δύο ποιήματα συναντώνται και σε επιμέρους σημεία. Ο πόνος των φυλακισμένων που αποτελεί βασική θεματική στο «Η αναμμένη λάμπα» του Αλεξάνδρου, αντικατοπτρίζει την εμπειρία της φυλάκισης που έχει βιώσει και καταγράφει ο Αναγνωστάκης στο δικό του ποίημα. Ενώ, οι εφιάλτες που καταδυναστεύουν τους φυλακισμένους, στο ποίημα του Αναγνωστάκη, βρίσκουν την αντιστοιχία τους στην ποσότητα της πίκρα που νοτίζει τους τοίχους των κελιών, στο ποίημα του Αλεξάνδρου.
Ντίνος Χριστιανόπουλος «Εγκαταλείπω την ποίηση»
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία,
δε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο για τη συναλλαγή.
Τέλειωσαν πια τα πρελούδια, ήρθε η ώρα του κατακλυσμού∙
όσοι δεν είναι αρκετά κολασμένοι πρέπει επιτέλους να σωπάσουν,
να δουν με τι καινούριους τρόπους μπορούν να απαυδήσουν στη ζωή.
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Να μη με κατηγορήσουν για ευκολία, πως δεν έσκαψα βαθιά,
πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκαλα∙
όμως είμαι άνθρωπος και γω, επιτέλους κουράστηκα, πώς το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία∙
βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος με τον εύγλωττο τίτλο του ποιήματός του, δηλώνει πως δεν μπορεί πια να παλεύει με την τέχνη αυτή που απαιτεί από το δημιουργό της, συνεχή προσπάθεια κι επώδυνες διαδρομές στα ενδότερα της ψυχής του. Ο ποιητής θέλει να εγκαταλείψει την ποίηση, μα δεν το κάνει αυτό γιατί είναι έτοιμος να προδώσει την τέχνη του, ούτε για λόγους ευκολίας.
Η ώρα για τις προκαταρκτικές προσπάθειες έχει παρέλθει και είναι στιγμή πια για τον κατακλυσμό, είναι στιγμή για μια πλήρη αποκάλυψη, που δεν μπορεί να γίνει από εκείνους που δεν είναι αρκετά κολασμένοι, από εκείνους που δεν έχουν γευτεί άφοβα τις εμπειρίες της ζωής, αφήνοντας στην άκρη τις αρχές και τις αναστολές τους. Εκείνοι που δεν είναι αρκετά κολασμένοι θα πρέπει να σωπάσουν, θα πρέπει να δώσουν το λόγο σ’ εκείνους που μπορούν να προχωρήσουν την ποίηση ακόμη παραπέρα, και ίδιοι θα πρέπει να βρουν άλλες ασχολίες για να κουράζουν τη ζωή τους.
Ο ποιητής εγκαταλείπει την ποίηση, αλλά δεν θεωρεί πως αυτό συνιστά προδοσία της τέχνης του, ούτε μπορεί να δεχτεί ότι επιχειρεί να αποφύγει τις δύσκολες πτυχές της. Προσπάθησε όσο περισσότερο μπορούσε, αναζήτησε βαθιά στην ψυχή του και τόλμησε να ελέγξει ακόμη και τις πιο επώδυνες πληγές του, στην προσπάθειά του να αντλήσει γνήσιο υλικό για τα ποιήματά του. Η συνεχής όμως αναμέτρηση με την αλήθεια του, η συνεχής ανασκόπηση της ζωής και των βιωμάτων του, τον κούρασε. Η ποίηση απαιτεί πολλά από τους δημιουργούς της, απαιτεί μια γύμνωση του εαυτού τους και μια ανηλεή εξέταση και της παραμικρής έκφανση του ψυχισμού τους, στοιχείο που προκάλεσε στο Χριστιανόπουλο μια ανεξέλεγκτη κόπωση.
Ο ποιητής κλείνοντας το ποίημά του δηλώνει πως το να εγκαταλείψει την ποίηση δεν αποτελεί προδοσία, μιας και μπορεί κάποιος να βρει πολλούς τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του, υπονοώντας πως ακόμη κι αν δεν ασχολείται με την ποίηση, δε σημαίνει πως θα μπορέσει να αποφύγει τις υπόλοιπες ψυχοφθόρες καταστάσεις που μας επιφυλάσσει η ζωή.
Η σκέψη που διατυπώνει ο Χριστιανόπουλος, η πρόθεσή του δηλαδή να εγκαταλείψει την ποίηση, μας παραπέμπει στους στίχους του Εγγονόπουλου: «τούτη η εποχή / του εμφύλιου σπαραγμού / δεν είναι εποχή / για ποίηση / κι άλλα παρόμοια», όπου ο ποιητής κοινοποιεί την αίσθησή του πως σε μια περίοδο εμφυλίου πολέμου, με το θάνατο να κυριαρχεί, δεν μπορεί πλέον να συνθέτει ποιήματα. Παρατηρούμε ότι και οι δύο ποιητές καταλήγουν σε μια διάθεση εγκατάλειψης της ποιητικής δημιουργίας, παρόλο που οι συνθήκες που τους ωθούν σ’ αυτό το σημείο είναι διαφορετικές. Για τον Εγγονόπουλο ως αποτρεπτικός παράγοντας λειτουργεί η ιστορική συγκυρία και η αίσθηση του ποιητή πως η ποιητική δημιουργία δεν έχει ουσιαστικό νόημα τη στιγμή που τα πάντα κινούνται υπό καθεστώς μίσους και ο θάνατος πρυτανεύει. Ενώ, για τον Χριστιανόπουλο, η ανάγκη να απομακρυνθεί από την ποίηση προέρχεται από μια εσωτερική αίσθηση κόπωσης, που έχει προκύψει από την αδυναμία του ποιητή να συνεχίσει την κοπιώδη προσπάθεια αυτοελέγχου και συνεχούς έκθεσης της ψυχής του, για χάρη της τέχνης του.
Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί πως, αν και κανένας από τους δύο ποιητές δεν εγκατέλειψε την ποιητική δημιουργία, οι σκέψεις που κατέγραψαν στους στίχους τους διατηρούν την αλήθεια τους, καθώς τόσο η αίσθηση του Εγγονόπουλου ότι η ποίηση δεν μπορεί να γεννιέται στα πλαίσια ενός πολέμου, όσο και η διαπίστωση του Χριστιανόπουλου ότι η ποίηση απαιτεί πολλά από τον δημιουργό και συχνά τον εξαντλεί συναισθηματικά, εκφράζουν την αίσθηση που είχαν οι ποιητές τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.