Γιώργος Ιωάννου

Γραμματολογικά στοιχεία

Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας του Ιωάννης είχε γεννηθεί στη Ραιδεστό της Προποντίδας, ενώ η μητέρα του Αθανασία στην Κεσσάνη, μια κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης.

Από τους γονείς του, ο μεν πατέρας του ήταν αστικής καταγωγής, η μητέρα του όμως καταγόταν από οικογένεια αγροτική. Ο Ιωάννου ήταν ο πρωτότοκος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειάς του.

Το οικογενειακό του όνομα ήταν Σορολόπης. Επειδή όμως έγινε αφορμή για πολλά περιπαιχτικά σχόλια, ο συγγραφέας αναγκάστηκε να το αλλάξει, με δικαστική απόφαση.

Σε συνάρτηση με την προσφυγική καταγωγή της οικογένειας του ήταν και η οικονομική τους κατάσταση, η μεσαία πολιτική τους στάση και οι λαϊκές, παραδοσιακές θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Ο πατέρας του ήταν τεχνίτης από μικρό παιδί, θερμαστής στο  σιδηρόδρομο, και δούλευε σκληρά για να εξασφαλίσει στην οικογένεια του τα προς το ζην.

Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο Ιωάννου τα έζησε στη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση το διάστημα της Κατοχής, όταν, για να προστατευτούν από τους βομβαρδισμούς, κατέφυγαν αυτός με τα αδέλφια του και τη γιαγιά του στη Χαλκιδική και. στη συνέχεια στην Αθήνα. Αυτή η τραγική περίοδος της Κατοχής, έχει σημαδέψει έντονα την ψυχή ταυ έφηβου τότε Ιωάννου και επανέρχεται πολύ συχνά στο μετέπειτα συγγραφικό του έργο.

Την ίδια περίοδο η πείνα έγινε η αφορμή που ο Ιωάννου προσέγγισε τους εκκλησιαστικούς χώρους, για να εξασφαλίζει τη διατροφή του στα εκκλησιαστικά κατοχικά συσσίτια. Τότε άρχισε και η σχέση του πρώτα με τα κατηχητικά σχολεία και αργότερα με τις χριστιανικές ομάδες όπου παρέμεινε μέχρι και το 1948.

Λογοτεχνικές περίοδοι

Γενικότερα, ο Ιωάννου στα τριάντα χρόνια της λογοτεχνικής του πορείας είχε μια πλούσια παραγωγή 15 βιβλίων και πολλών ακόμη συγγραφικών εργασιών. Η πρώτη δεκαετία του στα γράμματα (1954-1963), η του Ιωάννου νεανική και ποιητική συνάμα, χαρακτηρίζεται από μια διάθεση αναζητήσεων. Τότε ο Ιωάννου, αφού προηγουμένως είχε προσπαθήσει να γράψει διηγήματα συνηθισμένης μορφής, εξέδωσε τις δύο πρώτες του ποιητικές συλλογές και άρχισε τις πρώτες του δημοσιεύσεις. Η δεύτερη λογοτεχνική δεκαετία του Ιωάννου (1964-1974) ήταν η περίοδος που ο συγγραφέας στράφηκε στο πεζογράφημα και διαμόρφωσε την ιδιαίτερα χαρακτηριστική γραφή του· εξέδωσε τρία βιβλία με πεζογραφήματα, αλλά παράλληλα στράφηκε και προς τις άλλες φιλολογικές εργασίες που τον ενδιέφεραν κατά καιρούς. Η τρίτη περίοδος (1975-1984) ήταν η τελευταία και πιο δημιουργική του συγγραφέα, αφού εξέδωσε εννέα βιβλία με πεζογραφήματα κάθε είδους, ασχολήθηκε με μεταφράσεις, φιλολογικές μελέτες και θεατρικές παραστάσεις, ενώ παράλληλα συμμετείχε με διάφορους τρόπους στα καθημερινά δρώμενα2 (εκπομπές στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, συνεντεύξεις, μελοποιήσεις ποιημάτων του κτλ.).

Χαρακτηριστικό πάντως είναι ότι το έργο του Ιωάννου, αν και είναι κυρίως πεζογραφικό, διακρίνεται από ποιητική διάθεση και ρυθμό, ενώ συχνά μερικά θέματα της ποίησης του συναντώνται και στη θεματολογία της πεζογραφίας του (π.χ. το άγχος του έρωτα ή της αμαρτίας, η μνήμη, η κοινωνική ειρωνεία, η σύγκριση παραδοσιακού και μοντέρνου κτλ.).

 Οι παράγοντες που διαμόρφωσαν το πεζογραφικό έργο του

Το έργο του Ιωάννου, έχοντας σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά υπόβαθρο, δέχθηκε έντονη τη διαμορφωτική επίδραση μερικών σημαντικών κοινωνικών και πνευματικών παραγόντων, από τους οποίους σημαντικότεροι είναι: Η οικογένεια, ο κοινωνικός περίγυρος, τα κατηχητικά σχολεία, οι χριστιανικές ομάδες, η Θεσσαλονίκη ως πόλη, οι δάσκαλοι και οι σπουδές του, το λογοτεχνικό κλίμα / περιβάλλον της Θεσσαλονίκης, τα λογοτεχνικά του διαβάσματα, ο κινηματογράφος, η επικαιρότητα, η δουλειά του και η δημοσιοϋπαλληλική του ιδιότητα.

Τα αφηγήματα του Ιωάννου έχουν ως πρώτη ύλη καταρχήν τα κάθε είδους βιώματά του (βιώματα εμπειρικά, συναισθηματικά ή και έντονες φαντασιώσεις), χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το έργο του είναι αυτοβιογραφικό. Ο ίδιος ο Ιωάννου το θεωρεί —ως προς τη σχέση που αυτό έχει με τη ζωή του— βιωματικό, κάπου δηλαδή στη μέση ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό και το φανταστικό, με στοιχεία βιωματικά που προέρχονται από τις εμπειρίες του και τον εσωτερικό του κόσμο. Το υλικό αυτό συχνά λειτουργεί ως μια νύξη που στην πορεία ολοκληρώνεται, μεταμορφώνεται ή ακόμα και μεγεθύνεται με τη «σκηνοθετική» και σκηνογραφική παρέμβαση του Ιωάννου.

Εκτός από τα βιώματα, άλλες πηγές απ' όπου αντλεί αφηγηματικό υλικό ο Ιωάννου είναι ο λαϊκός πολιτισμός σε κάθε μορφή του (λαϊκή τέχνη, ήθη, έθιμα, δημοτικά τραγούδια, παραδόσεις, θρύλοι κτλ.), το παρελθόν και οι ιστορικές μνήμες, στιγμές από την καθημερινότητα και τις αναμνήσεις των απλών ανθρώπων, αποσπάσματα από τις διηγήσεις τους, εικόνες και σχόλια από και για την επικαιρότητα, στιγμές από τη νεοελληνική πραγματικότητα με όλα τα θετικά, τα αρνητικά και τα ευτράπελα που συχνά τη χαρακτηρίζουν κτλ.

Τεχνικές οργάνωσης της αφηγηματικής ύλης

Αφηγηματικές τεχνικές

Εκτός από τα προηγούμενα όμως, αυτό που κάνει ακόμα πιο ιδιότυπο το έργο του Ιωάννου είναι η τεχνική με την οποία οργανώνει την παρουσίαση του αφηγηματικού υλικού, η οποία συνοψίζεται στα εξής επιμέρους σημεία: μονοεστιακή ή μονομερής αφήγηση, τεχνική των συνειρμών, τεχνική του εγκιβωτισμού, τεχνική της κυκλικής δομής και διάσπαση του αφηγηματικού θέματος.

Γλώσσα -Ύφος

Δυο τελευταία σημεία που κάνουν ιδιαίτερο το έργο του Ιωάννου είναι η γλώσσα και το ύφος των πεζογραφημάτων του. Ως προς το πρώτο, χαρακτηριστική είναι η ακριβής, απλή και καθημερινή γλώσσα που χρησιμοποιεί, μια γλώσσα εμποτισμένη από τα βιώματά του, που κατευθύνεται προς τον εσωτερικό κόσμο του αναγνώστη· μια γλώσσα πηγαία, απλή δημοτική, που γίνεται καθαρεύουσα —ή ακόμα και αρχαία ελληνική— μόνο όταν χρειάζεται να παρουσιαστεί ή να σχολιαστεί μια συμπεριφορά ή ένα γεγονός για το οποίο είναι κατάλληλη μια τέτοια γλώσσα (π.χ. η υπηρεσιακή συμπεριφορά ενός δημοσίου υπαλλήλου, τα λόγια ενός κατηχητή κτλ.). Ο λόγος του είναι γενικά, χαρακτηριστικά μικροπερίοδος, χωρίς πολλές δευτερεύουσες προτάσεις, ή και ελλειπτικός κάποιες φορές, και σε μερικά μόνο έργα μακροπερίοδος. Ακόμα και τότε όμως είναι ένας λόγος εκφραστικά ακριβής, στρωτός, άνετος και εύκολα κατανοητός στον αναγνώστη, ένας λόγος που προκαλεί σκέψεις, «αισθήματα, ιδέες, παρορμήσεις, στοχασμούς». Άμεσα σχετικό μ' αυτόν το λόγο είναι και το γενικότερο ύφος των πεζογραφημάτων του Ιωάννου, που χαρακτηρίζεται από εξομολογητικό τόνο, αμφίθυμη διάθεση, αυτοσαρκασμό και αυτοειρωνεία, τάση για διαμαρτυρία, κριτική και ειρωνεία και διδακτικό τόνο. Η στάση του Ιωάννου απέναντι σε πρόσωπα και πράγματα χαρακτηρίζεται αμφίθυμη, γιατί, παρά τη φόρτιση και την ευαισθησία που εμπερικλείουν τα πεζογραφήματά του, κατορθώνει να χαλιναγωγεί το συναίσθημα, να διατηρεί το χιούμορ του, να αναμειγνύει το κωμικό με το τραγικό, την πικρή με τη γλυκιά του ανάμνηση (Α. Κοτζιάς).

Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς

Θεματικός πυρήνας

Θεματικός πυρήνας της αφήγησης είναι η σύνδεση και η σύμπνοια που έχουν οι πρόσφυγες κάθε φυλής μεταξύ τους, αλλά και με τον τόπο καταγωγής τους. Το στοιχείο αυτό κινεί και την οργάνωση της αφήγησης σε δύο αντίθετους θεματικούς άξονες που ο αφηγητής παρουσιάζει συγκριτικά, οι οποίοι είναι: α)Η βαθιά σύνδεση του αφηγητή με τους πρόσφυγες και η άνεση που νιώθει ανάμεσά τους. β)Η σκληρή απομόνωση που αισθάνεται ο αφηγητής ζώντας σε μια μεγαλούπολη, αποκομμένος από τον τόπο και το περιβάλλον καταγωγής του.

Κάτι παρόμοιο συνέβαινε και με την οικογένεια του Ιωάννου, η οποία, αν και αγροτικής και προσφυγικής καταγωγής, στοχεύοντας σε μια κοινωνική αναβάθμιση επιδίωξε την αστικοποίηση. Ο ίδιος ο Ιωάννου άλλωστε, όσο κι αν λαχταρούσε το συγχρωτισμό με τους ανθρώπους του τόπου τον και διψούσε για την καταγωγή του —όπως έλεγε ο ίδιος—, παρ' όλα αυτά δύσκολα θα μπορούσε να ενσωματωθεί στις παρέες τους, γιατί αρχικά η αυστηρή ανατροφή του και στη συνέχεια η επαγγελματική και η επιστημονική του εξέλιξη μάλλον τον απομάκρυναν απ' αυτές.

Αφηγηματικές τεχνικές

Η πλοκή: Όπως στα περισσότερα πεζογραφήματα του Ιωάννου, έτσι και στο συγκεκριμένο η πλοκή είναι σε γενικές γραμμές χαλαρή και οργανώνεται κυρίως με βάση τους συνειρμούς και τις σκέψεις που κάνει ο αφηγητής κατά τη διάρκεια μιας απογευματινής βόλτας. Η υπόθεση ξεκινάει από τη σκηνή στο καφενείο και ξεδιπλώνεται ευθύγραμμα, καθώς ο αφηγητής κάνει συνεχώς παρατηρήσεις και σκέψεις ή και μικρές παρεκβάσεις, που σχετίζονται, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με τους πρόσφυγες. Με τον ίδιο τρόπο εξελίσσεται η αφήγηση και στη συνέχεια, όταν ο αφηγητής φεύγει από το καφενείο και χάνεται στη μεγάλη πόλη. Ωστόσο, με την τελευταία πρόταση της αφήγησης (ο αφηγητής) επανέρχεται στην υπόθεση, κυκλικά, εκεί περίπου απ' όπου ξεκίνησε: στους προσφυγικούς συνοικισμούς.

Ο χρόνος: Η αφήγηση επομένως είναι ευθύγραμμη, χωρίς αναχρονίες. Ο αφηγητής αρχίζει την αφήγηση μπροστά στο καφενείο, στο παρόν, την ίδια ώρα που κι ο ίδιος βιώνει αυτά στα οποία αναφέρεται (αφήγηση σε χρόνο ενεστώτα). Συνεχίζει ενώ ακόμα βρίσκεται στο καφενείο και ολοκληρώνει κατεβαίνοντας στην πόλη. Επομένως, ο αφηγηματικός χρόνος εκτείνεται όσο και μια απογευματινή βόλτα· ο αφηγημένος χρόνος ωστόσο —που προκύπτει από όσα υπονοούνται ή συνεπάγονται των όσων αφηγείται—, αν και παρουσιάζεται με έντονη συμπύκνωση, εκτείνεται από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '60 (περιορισμένη αφήγηση σε χρόνο αόριστο).

Η εστίαση: Η εστίαση, όπως συνήθως συμβαίνει στο έργο του Ιωάννου, είναι κι εδώ εσωτερική (μονοεστιακή, μονομερής αφήγηση): τα πάντα μάς δίνονται, δηλαδή, από μία οπτική γωνία, εκείνη του αφηγητή, μέσα από τη δική του όραση, τις δικές του σκέψεις και τα δικά του συναισθήματα. Στο συγκεκριμένο μάλιστα πεζογράφημα, ο αφηγητής δεν παρακολουθεί μόνο από κοντά όσα εξιστορεί («Στέκομαι και κοιτάζω…»), αλλά μετέχει και ο ίδιος σε όσα αφηγείται (εξωδιηγητικός-ομοδιηγητικός και δραματοποιημένος), άλλοτε δρώντας μέσα στο ίδιο χρονικό πλαίσιο και μαζί με τα υπόλοιπα πρόσωπα της αφήγησης και άλλοτε παρουσιαζόμενος να έχει κοινά βιώματα μ' αυτά («κάθομαι», «γυρνώ», «φεύγω», «χάνομαι», «όπως κι εγώ»).

Σχεδόν όλη η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη (στοιχείο συνηθισμένο σ' αυτού του είδους την αφήγηση αλλά όχι απαραίτητο). Εξαίρεση αποτελεί ένα μικρό τμήμα της αφήγησης που διατυπώνεται σε δεύτερο πρόσωπο («να κοιτάζεις», «να συζητάς», «να διαισθάνεσαι»), χωρίς να αλλάζει όμως η οπτική γωνία του αφηγητή ούτε και η μορφή εξομολογητικού μονολόγου που χαρακτηρίζει το κείμενο. Τέλος, χαρακτηριστικές είναι, και οι λεπτομερειακές, αλλά όχι κουραστικές, περιγραφές (προσώπων, σκηνών από την καθημερινή ζωή και από τη ζωή της πόλης), που ζωντανεύουν σε μεγάλο βαθμό την αφήγηση, αφού τη διανθίζουν και εναλλάσσουν το σκηνικό, η παρέκβαση που αναφέρεται στους «εγκληματίες των γραφείων» και κυρίως οι πολλές αντιθέσεις (παιδιά - μεγάλοι, παιχνίδι - κούραση, συνοικισμοί - πόλη, αρχαίοι λαοί - σύγχρονος πολιτισμός, παρόν - παρελθόν, παρέες - μοναξιά, «τίμιες φυσιογνωμίες» - «εκμεταλλευτές των γραφείων») πάνω στις οποίες οργανώνεται ολόκληρη η αφήγηση.

Εκφραστικοί τρόποι /μέσα

Στο πεζογράφημα αυτό τα σχήματα λόγου δεν είναι λίγα, είναι όμως κατεξοχήν λειτουργικά και προσεκτικά επιλεγμένα, γιατί, όπου μπαίνουν, αποσκοπούν στη λεπτομερειακή παρουσίαση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε ομάδας προσφύγων ή στην απόδοση των βαθύτερων συναισθημάτων του αφηγητή. (Επίθετα, επιρρήματα, μεταφορές, παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις…)

Εικόνες: Είναι χαρακτηριστικό ότι ολόκληρο το πεζογράφημα είναι διάσπαρτο από εικόνες (οπτικές και ακουστικές) (ή καλύτερα είναι ολόκληρο μια εικόνα), που εναλλάσσονται συμφωνά με την εναλλαγή των σκέψεων και των συνειρμών του αφηγητή· απ' αυτές, άλλες είναι εικόνες της καθημερινής ζωής (τα παιδιά που παίζουν μπάλα, το καφενείο, οι φυσιογνωμίες των προσφυγών, οι προσφυγικοί συνοικισμοί, οι μεγάλες κυκλοφοριακές αρτηρίες) και άλλες είναι εικόνες από το παρελθόν, την ιστορία και τη φαντασία (οι λαοί κι οι τόποι που χάθηκαν, το ποτάμι των προγόνων, το πέρασμα των ψυχών, το γονάτισμα στα καρυδόφυλλα).

Το αφηγηματικό υλικό

Το πεζογράφημα αυτό αναφέρεται σε τέσσερα βασικά θέματα, τα οποία παρουσιάζουν πολλές επιμέρους παραμέτρους. Τα βασικά αυτά θέματα είναι: α)η προσφυγιά (ξεριζωμός, οργάνωση της ζωής στο νέο τόπο, δυσκολίες, μνήμες), β)η μετανάστευση, γ)η βιολογική και πολιτιστική καταγωγή του ανθρώπου (αίμα, πρόγονοι, ράτσα, φυλή, πατρίδα), δ)η ζωή στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις (απαράδεκτες περιβαλλοντικές συνθήκες, ανωνυμία, μαζικότητα, φόβος, επίπλαστες κοινωνικές σχέσεις).

Το βιωματικό υλικό

Πέρα από το βιωματικό υλικό, παρέχονται επιπλέον και μερικά ίσως αυτοβιογραφικά στοιχεία, που όμως, όπως συνήθως, ο συγγραφέας ενσωματώνει άνετα στο μύθο της αφήγησης. Έτσι, στο συγκεκριμένο πεζογράφημα, βιωματικό και, ως ένα βαθμό, αυτοβιογραφικό υλικό θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα εξής στοιχεία: Ως προς το περιεχόμενο: α)Η προσφυγική καταγωγή του αφηγητή (και ο Ιωάννου ήταν απόγονος προσφύγων. Η καταγωγή του αφηγητή από τη Θράκη συνάγεται έμμεσα στο σημείο όπου ο αφηγητής λέει ότι μπερδεύεται στην αναγνώριση των Θρακιωτών, γιατί αυτοί είναι σαν να έχουν χάσει την ιδιαίτερη προφορά τους ή ίσως αυτός να την έχει συνηθίσει. Η δεύτερη πιθανότητα είναι φυσικό να ισχύει ή στην περίπτωση που είναι κι ο ίδιος Θρακιώτης ή στην περίπτωση που έχει πολλές επαφές με Θρακιώτες). β)Η καταγωγή του αφηγητή από τη Θράκη. γ)Η γέννηση του αφηγητή στην ίδια πόλη (Θεσσαλονίκη) με τα παιδιά των προσφύγων (και ο Ιωάννου, παιδί προσφυγών, γεννήθηκε στην πόλη όπου κατέφυγαν οι γονείς του). δ)Η μοναχική ζωή του αφηγητή σ' αυτή την πόλη (και ο Ιωάννου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μόνος). ε)Το γεγονός ότι ο αφηγητής παρουσιάζεται γνώστης θρησκευτικών εθίμων και λαϊκών δοξασιών αλλά και μυημένος σ' αυτά (η μελέτη της λαογραφίας και η καταγραφή λαογραφικού υλικού απασχόλησαν γενικά και ερευνητικά σε μεγάλο βαθμό τον Ιωάννου). στ)Η ιστορική κατάρτιση του αφηγητή (ο Ιωάννου, και λόγω σπουδών και λόγω προσωπικών ενδιαφερόντων, κατείχε πολύ καλά την ιστορία του τόπου του).

Ως προς τη μορφή: α)Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση. β)Η έντονη χρήση προσωπικών αντωνυμιών α' προσώπου («…όπως κι εγώ», «…ή ίσως εγώ να την έχω συνηθίσει», «…από μας τους διεσπαρμένους» κτλ.) γ)Ο εξομολογητικός τόνος, η έντονη έκφραση προσωπικών συναισθημάτων και η γενικότερη αμεσότητα της αφήγησης.

Του Κεμάλ το σπίτι

Ελληνικά Γράμματα

Το πεζογράφημα αυτό ανήκει στη συλλογή Η μόνη κληρονομιά. Είναι η τρίτη συλλογή του συγγραφέα που κυκλοφόρησε το 1974, τρία χρόνια μετά τη Σαρκοφάγο και ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του έργου τα Παραμύθια τον λαού μας και τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του συγγραφέα. Η συλλογή αυτή δε διαφέρει πολύ από την προηγούμενη, χαρακτηρίζεται όμως από μια συγγραφική και ανθρώπινη ωριμότητα που προέρχεται από πείρα ζωής και εκδηλώνεται με μια μεγάλη αφηγηματική απλότητα, με κτίρια χαρακτηριστικά της τη λιτότητα των αφηγηματικών μέσων και τον περιορισμό της επιτήδευσης. Στη Μόνη κληρονομιά η αφήγηση, με το χιούμορ και τη συγκίνηση που τη χαρακτηρίζει, αποκτά αυτοδύναμη αξία, ενώ η ουσία των αφηγημάτων είναι η αγάπη και η κατανόηση των καημών και των βασάνων του ανθρώπου. Μ' αυτό τον τρόπο ο Ιωάννου μετουσιώνει και τα πιο ασήμαντα προσωπικά περιστατικά και με συγκρατημένη συγκίνηση τα μετατρέπει σε γνήσια τέχνη.

Δομή

Θεματικός πυρήνας του πεζογραφήματος είναι η αγάπη και η νοσταλγία της γυναίκας για το σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Θεματικοί άξονες: α)Οι δεσμοί που ανέπτυξε η γυναίκα με τα λειτουργικά σημεία-σύμβολα του σπιτιού. β)Η μεταβολή των αισθημάτων απέναντι στη γυναίκα, μετά τη διαπίστωση της εθνικότητάς της. γ)Η αντικατάσταση του παλιού αρχοντικού από την τερατώδη πολυκατοικία. δ)Η άποψη του αφηγητή για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική αισθητική.

Η λύση του αινίγματος

Όσο χρόνο το ψηφιδωτό έμεινε ξεσκέπαστο να το λούζει ο ήλιος, ο αφηγητής θυμάται ότι η γειτονιά, όπως ο χορός μιας αρχαίας τραγωδίας, σχολίαζε τη δόξα και την ομορφιά που χαρακτήριζε παλιά τον τόπο. Θυμάται ακόμα και τα λόγια μιας γριάς, που σαν πρωτοκορυφαία έλυσε και το αίνιγμα της έντονης νοσταλγίας της Τουρκάλας: η γριά είπε πως κάποτε στο σπίτι αυτό, δίπλα στου Κεμάλ, καθόταν ένας μπέης που είχε μια πανέμορφη κόρη. Το κορίτσι αυτό, συνέχιζε η γριά, όταν έφευγαν κυλιόταν κάτω και φιλούσε το κατώφλι, σπαράζοντας από το κλάμα, σαν να ήταν το κατώφλι αυτό που την έδενε με το σπίτι και τη γη. Τα λόγια της γριάς έλυσαν, επομένως, και το μυστήριο: η μαυροφορεμένη άγνωστη της αφήγησης αποκαλύπτεται ότι ήταν η κόρη του μπέη. Έτσι δικαιολογείται άλλωστε και η αρχοντιά στη συμπεριφορά της. Το κορίτσι αυτό, που κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών αποσπάστηκε βίαια από τον τόπο όπου γεννήθηκε, ζούσε στο σπίτι δίπλα στου Κεμάλ και ο πατέρας της ίσως να ήταν και αξιωματούχος του. Το σπίτι αυτό έγινε έτσι το παρελθόν της, εκπροσωπούσε γι' αυτήν τον τόπο όπου έζησε τα παιδικά και τα νεανικά της χρόνια, τις αναμνήσεις και τα βιώματα της, και το πηγάδι, το δέντρο και το κατώφλι του αντιπροσώπευαν τα τρία σύμβολά του. Όσο μακριά κι αν υποχρεώθηκε να πάει, όσο δύσκολη κι αν ήταν η επάνοδος, το σπίτι ήταν γι' αυτήν ο μαγνήτης που την τραβούσε πάντα στον ίδιο τόπο. Όταν ο πόλεμος και η αστικοποίηση το κατέστρεψαν, τότε κι αυτή δεν είχε πια λόγο επιστροφής.

Χρόνος

Το πεζογράφημα χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες χρονικές αναφορές, που ευνοούν την παρακολούθηση των γεγονότων της αφήγησης. Από τα δεδομένα του κειμένου συνάγεται ότι η γυναίκα έφυγε από τη Θεσσαλονίκη το 1923, τότε δηλαδή που με ειδική σύμβαση της συνθήκης της Λοζάννης αποφασίστηκε η ανταλλαγή των ελληνικών πληθυσμών της Τουρκίας με τους μουσουλμάνους της Ελλάδας. Η πρώτη της επίσκεψη έγινε δύο χρόνια πριν τη δεύτερη, για την οποία ο συγγραφέας μάς ενημερώνει ότι έγινε το 1938. Επομένως, η πρώτη ήταν το 1936, δεκατρία δηλαδή χρόνια μετά τον ξεριζωμό. Η τρίτη επίσκεψη πρέπει να έγινε γύρω στο 1939, αφού τοποθετείται μετά τη δεύτερη και πριν τον πόλεμο. Για την τέταρτη δεν υπάρχουν στοιχεία, αλλά πιθανότατα τοποθετείται πάλι κατά τη διάρκεια του 1939 ή και στις αρχές του 1940, ενώ η πέμπτη έγινε λίγο μετά τον πόλεμο, χωρίς όμως να δίνονται στοιχεία για την ακριβή χρονολογία.

Γενικότερα, το πεζογράφημα ξεκινάει από το παρόν —ή έστω το πρόσφατο παρελθόν— στο οποίο δεν ξαναφάνηκε η γυναίκα («Λεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα…») και με αναδρομική αφήγηση μετακινείται σταδιακά προς το παρελθόν, παρουσιάζοντας καταρχήν μια οποιαδήποτε επίσκεψη της γυναίκας και στη συνέχεια, τη μία μετά την άλλη, όλες τις επισκέψεις της, από την πρώτη το 1936 μέχρι και την τελευταία λίγο μετά τον πόλεμο. Καταλήγει στο παρόν, όπου ο αφηγητής θα «παραφυλάει» νυχθημερόν για να εμποδίσει το χτίσιμο «νέου εξαμβλώματος» και κλείνει με αναδρομική αφήγηση με τη διήγηση για το ψηφιδωτό και τα λόγια της γριάς.

Σε γενικές γραμμές, η αφήγηση χαρακτηρίζεται από αραίωση, με εξαίρεση το σημείο που αναφέρεται στον πόλεμο και στην καταστροφή που υπέστη το σπίτι, σημείο το οποίο διακρίνεται από έντονη πύκνωση.

Η εστίαση

Η αφήγηση είναι κι εδώ μονομερής ή μονοεστιακή (εσωτερική αφήγηση), αφού και πάλι η ιστορία μάς δίνεται μέσα από την οπτική γωνία ενός προσώπου, του αφηγητή, ο οποίος είναι κι εδώ δραματοποιημένος, συμμετέχει δηλαδή στα δρώμενα, όχι όμως ως πρωταγωνιστής, όπως στα προηγούμενα έργα, αλλά ως δευτεραγωνιστής. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική μάλιστα στο συγκεκριμένο πεζογράφημα είναι η ευθύγραμμη ροή της αφήγησης, αφού τα γεγονότα παρουσιάζονται με τη φυσιολογική σχεδόν χρονική τους αλληλουχία, χωρίς να τη διακόπτουν δευτερεύοντα περιστατικά ή μακροσκελείς εμβόλιμες αφηγήσεις.

Στην αφήγηση χρησιμοποιείται επίσης σε τρία σημεία —σχετικά με το δέντρο, το κτίσιμο της πολυκατοικίας και το ψηφιδωτό— η τεχνική των παρεκβάσεων, που όμως, όπως συνήθως στον Ιωάννου, είναι απόλυτα συνδεδεμένες με την κεντρική ιστορία, γι' αυτό περνούν σχεδόν απαρατήρητες. Τέλος, χρησιμοποιείται και ο συνειρμός, στο σημείο όπου ο αφηγητής από το κτίσιμο του νέου κτιρίου, θυμάται το κτίσιμο του παλιότερου και την εύρεση του ψηφιδωτού.

Το αφηγηματικό υλικό

Βασικό θέμα του πεζογραφήματος είναι η αγάπη και η νοσταλγία που νιώθουν οι άνθρωποι, κάθε εθνικότητας, για τον τόπο και το σπίτι όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Άλλα θέματα: α)Ο πόνος του ξεριζωμού και της προσφυγιάς. β)Η αντικατάσταση του παλιού και καλαίσθητου από το ακαλαίσθητο νέο. γ)Οι δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλονται οι ανθρώπινες σχέσεις κάτω από την πίεση των εθνικών τους διαφορών.

 

 

 

 

 

Ερωτήσεις

  1. Το έργο του Ιωάννου αποπνέει την έντονη αίσθηση μιας χαμένης ζωής μέσα σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη με μεγάλη ιστορία. Ποια βιώματα του συγγραφέα μπορεί να συνέβαλαν, κατά τη γνώμη σας, σ’ αυτή την αίσθηση;
  2. Ποιες εικόνες της καθημερινής ζωής αποτελούν την αφόρμηση του πεζογραφήματος; Ποιο είναι το θεματικό του κέντρο;
  3. Στο κείμενο ο αφηγητής κινείται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ανθρώπινες κοινότητες: τους ανθρώπους της πόλης και τους πρόσφυγες. Πώς αντιμετωπίζει τους κόσμους αυτούς; (α. Ποια είναι εκείνα τα σημεία όπου αυτοβιογραφείται; β. Τι τον ωθεί να μιλά με συγκίνηση για επιστροφή «επιτέλους στην πατρίδα», ενώ βρίσκεται ήδη στον τόπο που γεννήθηκε;)
  4. Να αποδώσετε σύντομα με δικά σας λόγια τη βασική εικόνα της παραγράφου: «Ολομόναχος, ξένος παντάξενος … παραπονιάρικο βόμβο». Πώς συνδέεται με το υπόλοιπο πεζογράφημα;
  5. Ποιες αναλογίες περιεχομένου διακρίνετε ανάμεσα στο παραπάνω απόσπασμα και στο εξεταζόμενο πεζογράφημα;

Γ. Ιωάννου, «Ο Ξενιτεμένος»

Πάντως οι επιτροπές μεταναστεύσεως γνωρίζουν τη δουλειά τους. Όλα τα έχουν μελετήσει, κανείς καλός δεν πρόκειται να τους ξεφύγει. Σιγά σιγά θα μείνουν στην πατρίδα μόνο τα αποπλύματα και οι ωχρές περιφερόμενες φυσιογνωμίες. Όλοι πρέπει να είναι πρώτης ποιότητας, όπως και τα ροδάκινα, άθικτα και βελουδένια. Όλες οι μάνες, που είχαν γιους, τους έχασαν ή θα τους χάσουν. Το μάθαν όλοι και συνωμοτούνε για το σώμα τους, τους ξεπλανεύουν, μεταχειρίζονται μεγάλες πανουργίες. Κι εγώ ακόμα συνωμότησα για να φθάσω ως εδώ, κι ας είχα αμέσως μετανιώσει. Ούτε με διάλεξε ούτε με παρεκάλεσε κανένας.

Φυσικά, αφότου έφτασα, σφαδάζω πάλι για το γυρισμό, χωρίς ν' ακούω τους πεπειραμένους. Δε με πειράζει που με περιμένουν τα ίδια πράγματα εκεί. Πάντως με περιμένουν κι εκείνοι οι δρόμοι, τα χώματα κι η θάλασσα. Όταν ακούω για θάλασσα βουρκώνω, όπως όταν σπανίως μου λένε λόγο στοργικό. Ο φίλος που μου λείπει πιο πολύ είναι θαλασσινός· είναι μακριά μου.

 

 

Απάντηση

Το απόσπασμα προβάλλει το θέμα της μετανάστευσης και των επιτροπών μετανα-στεύσεως από την ίδια οπτική που προβάλλεται και στο εξεταζόμενο πεζογράφημα. Έτσι, για τον αφηγητή η μετάναστευση είναι μία από τις χειρότερες αναγκαστικές ε¬πιλογές που μπορεί να έχει κάποιος για να λύσει το πρόβλημα της επιβίωσης, αφού τον απομακρύνει από τον τόπο που γεννήθηκε, απ' όλες τις ομορφιές που ο τόπος αυ¬τός του έδωσε αλλά και από τους αγαπημένους φίλους. Ως προς τις επιτροπές μετα¬ναστεύσεως, άλλωστε, η θέση του αφηγητή είναι παρόμοια με αυτήν του αφηγητή στο εξεταζόμενο πεζογράφημα. Και στα δύο αποσπάσματα ο αφηγητής θεωρεί ότι αυτές αποτελούνται από ανθρώπους σκληρούς και εκμεταλλευτές, που επιδιώκουν να επι-λέξουν τους πιο ζωηρούς, εύρρωστους και δυνατούς για να εξασφαλίσουν καλύτερα r.^m-ei c'niinm νια το vie εονοδότες τους.