Γιώργος Ιωάννου, «Στου Κεμάλ το σπίτι»
Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευση μιας κρίσης με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου (υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες, επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης):
1. Ποιος είναι ο χώρος (στενότερος – ευρύτερος) στον οποίο εξελίσσεται η δράση; Ποια είναι οπτική γωνία της αφήγησης;
Ο ευρύτερος χώρος στον οποίο εξελίσσεται η δράση του διηγήματος είναι η Θεσσαλονίκη, η πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο συγγραφέας. Αν θέλουμε όμως να περιορίσουμε σε στενότερα και πιο συγκεκριμένα όρια το χώρο της δράσης τότε μπορούμε να δούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων διαδραματίζεται στο κατώφλι της αυλής του σπιτιού όπου διέμενε η οικογένεια του συγγραφέα προτού ξεσπάσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ο χώρος σταδιακά διευρύνεται για να συμπεριλάβει και το πλαϊνό σπίτι, το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ, ενώ κατά την τελευταία επίσκεψη της Τουρκάλας έχουμε μια ακόμη διεύρυνση του χώρου ώστε να συμπεριληφθεί και το νέο σπίτι διαμονής της οικογένειας του συγγραφέα, το οποίο βρισκόταν στον ίδιο δρόμο με το παλιό, αλλά λίγο παραπάνω.
Η οπτική γωνία της αφήγησης είναι αυτή του αφηγητή-συγγραφέα, ο οποίος μας μεταφέρει τις μνήμες του από τις επισκέψεις της μυστηριώδους Τουρκάλας. Μνήμες που ξεκινούν από το 1936 όταν η Τουρκάλα ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι τους και ο συγγραφέας ήταν τότε μόλις εννέα ετών και συνεχίζουν μέχρι μετά το τέλος του πολέμου, όπου ο αφηγητής με αφορμή την καταστροφή του παλιού τους σπιτιού συνεχίζει την αφήγηση μέχρι το παρόν του και την προεκτείνει στο μέλλον αναφέροντας πως είναι αποφασισμένος να εμποδίσει τα σχέδια των εργολάβων. Ο Ιωάννου μας δίνει τις περισσότερες διηγήσεις του με εσωτερική εστίαση, παρουσιάζοντας τα γεγονότα όπως τα βίωσε και τα θυμάται ο ίδιος, μέσα από πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις που δίνουν την αίσθηση της προσωπικής εξομολόγησης και ενισχύουν την οικειότητα που αποπνέουν τα πεζογραφήματά του.
2. Η αφήγηση οργανώνεται με βάση το χρόνο. Μπορείτε να εντοπίσετε τα διαφορετικά επίπεδά του; Σε ποια σημεία της αφήγησης χρησιμοποιείται η τεχνική της επιβράδυνσης και σε ποια η τεχνική της επιτάχυνσης;
Η αφήγηση έχει οργανωθεί σε τρία βασικά επίπεδα χρόνου: παρόν, παρελθόν και μέλλον. Το παρόν της αφήγησης δίνεται φευγαλέα όταν έχουν πια δοθεί τα βασικά σημεία της ιστορίας και ο αφηγητής μας έχει ήδη παρουσιάσει τις επισκέψεις της Τουρκάλας. «Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ’ τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τί μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους». Το παρόν της αφήγησης τοποθετείται αρκετό καιρό μετά το τέλος του πολέμου, όταν πια η πόλη βρίσκεται σε μια περίοδο εκσυγχρονισμού που δημιουργεί μεγάλη ενόχληση στο συγγραφέα. Μάλιστα, μπορούμε να εντοπίσουμε το παρόν της αφήγησης, χωρίς και πάλι να προσδιορίζεται χρονικά, στην αρχή της διήγησης «Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα…». Όταν ο Ιωάννου ξεκινά την αφήγηση της ιστορίας καθετί που σχετίζεται με τις επισκέψεις της Τουρκάλας αποτελεί παρελθόν.
Επομένως, παρελθόν της αφήγησης αποτελούν τα γεγονότα που αφορούν τις επισκέψεις της Τουρκάλας, οι οποίες ξεκινούν το 1936 και ολοκληρώνονται λίγο μετά το τέλος του πολέμου, οπότε η Τουρκάλα έρχεται στη Θεσσαλονίκη -απ’ όσο γνωρίζει ο αφηγητής- για τελευταία φορά. Στο παρελθόν επίσης τοποθετείται και η αναφορά με την οποία κλείνει το διήγημα, όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα θυμάται τον έντονο πόνο που βίωσε η κόρη του μπέη, που έμενε στο παλιό σπίτι του συγγραφέα, όταν η οικογένειά της είχε αναγκαστεί να φύγει από κει. Η αναφορά της γριάς γυναίκας μας γυρίζει πίσω στα γεγονότα που συνέβησαν όταν προφανώς με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 η οικογένεια της Τουρκάλας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη.
Ενώ, η αφήγηση επεκτείνεται στο μέλλον με την αναφορά του Ιωάννου ότι σκοπεύει να παραφυλάει νύχτα μέρα για να εμποδίσει τους εργολάβους να χτίσουν ένα νέο εξάμβλωμα εκεί που κάποτε βρισκόταν το σπίτι της οικογένειάς του.
Η τεχνική της επιβράδυνσης χρησιμοποιείται από τον Ιωάννου όταν αναφέρεται στις επισκέψεις της Τουρκάλας, μιας και αυτές αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της αφήγησής του και ο συγγραφέας επιθυμεί να μας μεταφέρει με αρκετές λεπτομέρειες τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα της γυναίκας αυτής. Επιβράδυνση, επομένως, έχουμε όταν ο συγγραφέας παρουσιάζει αναλυτικά τη συμπεριφορά της γυναίκας, όταν μας δίνει στοιχεία για την εμφάνισή της αλλά και για την αρχοντιά που χαρακτήριζε τις κινήσεις της και φυσικά επιβράδυνση έχουμε όταν ο Ιωάννου στρέφει την προσοχή του στη μουριά που είχαν στο σπίτι τους και μας μιλά τόσο για το δέντρο όσο και για τον καρπό του. Τα στοιχεία, δηλαδή, που θεωρούνται σημαντικά από τον συγγραφέα για την κατανόηση της ψυχολογικής κατάστασης της ηρωίδας, δίνονται αναλυτικά κι αυτό επιβραδύνει αναγκαστικά το ρυθμό της αφήγησης. Από την άλλη, όταν έχουν ολοκληρωθεί οι επισκέψεις της Τουρκάλας, ο Ιωάννου προσπερνά με δυο φράσεις αρκετά χρόνια και φτάνει στο παρόν της αφήγησης. «Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε – δεν ήρθε, άγνωστο.» Στο σημείο αυτό, επομένως, ο αφηγητής χρησιμοποιεί την τεχνική της επιτάχυνσης καθώς θεωρεί ότι τα χρόνια που μεσολάβησαν από το 1945, χρονιά της τελευταίας επίσκεψης της Τουρκάλας, μέχρι το παρόν της αφήγησης, ίσως και δύο δεκαετίες μετά, δεν έχουν ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ιστορία που μας αφηγείται γι’ αυτό και τα προσπερνά.
3. Να χαρακτηρίσετε την ξένη από την περιγραφή της μορφής και της συμπεριφοράς της.
Η άγνωστη γυναίκα που έρχεται ανά διαστήματα στο σπίτι του συγγραφέα είναι μαυροφορεμένη, γεγονός που σημαίνει πως έχει κάποιο πένθος στην οικογένειά της και φαίνεται πολύ κουρασμένη, αποτέλεσμα είτε κάποιου μακρινού ταξιδιού είτε εν γένει δυσκολιών στη ζωή της που την έχουν καταβάλει. Ο συγγραφέας μας επισημαίνει ότι η γυναίκα αυτή διατηρούσε ακόμη στοιχεία μιας αρχοντικής ομορφιάς, κάτι που μας υποδεικνύει πως δεν βρίσκεται πια στα χρόνια της νεότητάς της. Η αρχοντική ομορφιά της, πάντως, σε συνδυασμό με την ευγένεια στη συμπεριφορά και τους τρόπους της, υποδηλώνουν πως η γυναίκα αυτή ανήκε σε κάποια καλή οικογένεια και πως είχε μεγαλώσει σε κάποιο αρχοντικό σπίτι. Επρόκειτο, επομένως για μια γυναίκα που έχει ανατραφεί με καλούς τρόπους από κάποια πλούσια οικογένεια και έχει διατηρήσει την ευγενική της συμπεριφορά. Το γεγονός, επίσης, ότι μιλάει τούρκικα σημαίνει πως είτε ήταν Τουρκάλα είτε ήταν μια από τις Ελληνίδες που είχαν μεγαλώσει στην Ανατολική Θράκη και είχε φύγει από τα μέρη εκείνα λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι κάθεται πάντοτε στο κατώφλι της αυλής και κοιτάζει το σπίτι του συγγραφέα με εμφανή συναισθηματική ένταση, παραμιλώντας σιγανά και επαναλαμβάνοντας διάφορα ονόματα. Η συγκεκριμένη αυτή διαδικασία που επαναλαμβάνονταν κάθε φορά που η άγνωστη γυναίκα ερχόταν στο σπίτι του Ιωάννου δείχνει πως η γυναίκα βρισκόταν εκεί για κάποιον ιδιαίτερο λόγο, σαν να έχει κάποιο ψυχικό δεσμό με το σπίτι αυτό και βρίσκεται εκεί για να αποδώσει φόρο τιμής σε ανθρώπους και γεγονότα του παρελθόντος. Άλλωστε, τόσο η εμφανής ευχαρίστηση που έχει κάθε φορά που τρώει μούρα από το δέντρο που υπήρχε στο σπίτι, όσο και η ευχή που έδινε στην οικογένεια του Ιωάννου όταν της προσέφεραν νερό από το πηγάδι του σπιτιού, καθιστά εμφανές το γεγονός πως η γυναίκα αυτή εκτιμούσε σε μεγάλο βαθμό τις στιγμές που βρισκόταν στο χώρο εκείνο.
4. Ο αφηγητής φαίνεται να μην εκτιμά καθόλου ούτε τον τρόπο με τον οποίο εκσυγχρονίζεται η πόλη ούτε τους φορείς που έχουν αναλάβει τον εκσυγχρονισμό της. Σε ποια σημεία του κειμένου και με ποια εκφραστικά μέσα / τρόπους προβάλλεται αυτή η θέση του;
Ο Ιωάννου αγαπά ιδιαίτερα τη Θεσσαλονίκη και θεωρεί πολύ άσχημο τον τρόπο με τον οποίο οι διάφοροι εργολάβοι, προκειμένου να κερδίσουν χρήματα, χτίζουν ολοένα και μεγαλύτερα κτίρια, τα οποία αλλοιώνουν την αισθητική της πόλης. Εκεί που κάποτε βρίσκονταν παραδοσιακά και καλαίσθητα σπίτια, χτίζουν πλέον πολυκατοικίες, χωρίς καμία μέριμνα για την εικόνα της πόλης. Ο Ιωάννου αγανακτεί με την τσιμεντοποίηση της Θεσσαλονίκης και τη βίαιη απομάκρυνση κάθε στοιχείου γραφικότητας, από την κάποτε υπέροχη πόλη του. Για το συγγραφέα που έχει μεγαλώσει στη Θεσσαλονίκη κι είχε την ευκαιρία να γνωρίσει την πόλη αυτή με την παραδοσιακή της αρχιτεκτονική και την γοητεία που απέπνεαν τα παλιά αρχοντικά, είναι σημαντικό πλήγμα να τη βλέπει ξαφνικά να μετατρέπεται σε μια απρόσωπη μεγαλούπολη με γκρίζες πολυκατοικίες και καμία ομορφιά.
Στο πεζογράφημα «Στου Κεμάλ το Σπίτι» η αγανάκτηση του συγγραφέα είναι εμφανής, καθώς δε διστάζει να χρησιμοποιήσει έντονα αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τα πρόσωπα που δε σέβονται τα παραδοσιακά στοιχεία της πόλης και επιμένουν στον άναρχο εκσυγχρονισμό της. Για παράδειγμα, όταν η Τουρκάλα αρνείται να πιει νερό από τη βρύση, ο συγγραφέας μας εξηγεί: «Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι». Ο Ιωάννου με τη χρήση του επιθέτου «σιχαμένος» εκφράζει με τον πλέον σαφή τρόπο την αγανάκτηση που του προκαλεί η πρωτοβουλία του ιδιοκτήτη του σπιτιού να καταστρέψει το πηγάδι, από το οποίο η οικογένεια προμηθευόταν νερό. Παρά την ευκολία που επιφέρει η ύπαρξη των εσωτερικών σωλήνων και της βρύσης, ο συγγραφέας μοιάζει να προτιμά την κούραση του πηγαδιού, αλλά και το σαφώς πιο αγνό νερό που αντλούσαν από αυτό. Η καταστροφή του πηγαδιού, πάντως, μας προετοιμάζει για τη γενικότερη καταστροφή του σπιτιού, ενώ παράλληλα σηματοδοτεί την έλευση του εκσυγχρονισμού που είχε ξεκινήσει στη χώρα λίγο προτού ξεκινήσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.
Η αρνητική στάση του Ιωάννου απέναντι στον εκσυγχρονισμό της πόλης γίνεται πιο έκδηλη όταν ο συγγραφέας αναφέρεται στην πολυκατοικία που χτίστηκε στη θέση του παλιού τους σπιτιού, το οποίο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών της Θεσσαλονίκης από τους Ιταλούς τον πρώτο χρόνο του πολέμου. «Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία από τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους. Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος». Παρατηρούμε πως ο Ιωάννου αντιμετωπίζει με καθαρά υποτιμητικό τρόπο τους εργολάβους, οι οποίοι κατά την άποψή του αποτελούν σημαντικούς φορείς του εκσυγχρονισμού της πόλης, υπό την έννοια πως αυτοί αναλαμβάνουν το χτίσιμο των πολυκατοικιών που τόσο επιβαρύνουν την εικόνα της πόλης. Ο συγγραφέας αποκαλεί τους εργολάβους συμμορία, θέλοντας να τονίσει πως η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και χαρακτηρίζει τα έργα τους, τις πολυκατοικίες δηλαδή, φρικαλέες και εξαμβλώματα. Με τα επίθετα αυτά ο συγγραφέας επιχειρεί να εκφράσει με έμφαση την πλήρη απαξίωση που έχει για τα δημιουργήματα των εργολάβων. Επιπλέον, ο συγγραφέας αποκαλεί τους εργολάβους γελοίους και τους ειρωνεύεται όταν αναφέρεται στο πονηρό μυαλό τους, αλλά και στο μεγαλεπήβολο σχέδιό τους, μιας και το μόνο που απασχολεί τους εργολάβους είναι πως θα χτίσουν ακόμη μεγαλύτερα κτίρια, για να διασφαλίσουν έτσι περισσότερο κέρδος.
Ο Ιωάννου, επομένως, στα πλαίσια ενός εσωτερικού μονολόγου καταθέτει τις σκέψεις του για την επιζήμια δράση των εργολάβων και φροντίζει με μια σειρά επιθέτων να εκφράσει την απαρέσκειά του για τα έργα τους. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί επομένως τη λεκτική ειρωνεία για να αποτυπώσει εναργέστερα την αντίθεσή του στον εκσυγχρονισμό της πόλης.
5. Σε ποιο σημείο του αφηγήματος χρησιμοποιεί ο συγγραφέας την τεχνική της προοικονομίας και τι πετυχαίνει μ’ αυτήν; Πώς συνδέονται οι τελευταίες φράσεις: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης … Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα» με το υπόλοιπο πεζογράφημα;
Προοικονομία στο πεζογράφημα «Στου Κεμάλ το Σπίτι» έχουμε ήδη από την αρχική περιγραφή της Τουρκάλας, η οποία παρουσιάζεται να έχει αρχοντική ομορφιά και τόσο ευγενικούς τρόπους που δεν μπορούσε παρά να είναι αρχόντισσα. Ο συγγραφέας δεν μας αποκαλύπτει αμέσως την ταυτότητα της άγνωστης γυναίκας, αλλά μας δίνει κάποιες ενδείξεις για την αρχοντική της καταγωγή, έτσι ώστε όταν φτάνουμε στη διήγηση της γριάς γυναίκας που κλείνει το διήγημα και γίνεται λόγος για την κόρη του Τούρκου μπέη να μπορέσουμε ευκολότερα να ταυτίσουμε την άγνωστη μαυροφορεμένη Τουρκάλα με την κόρη του μπέη που σπάραζε όταν αναγκάστηκε η οικογένειά της να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και το σπίτι τους. Η τελευταία αυτή διήγηση δημιουργεί το σχήμα κύκλου που κλείνει το πεζογράφημα επαναφέροντας την αφήγηση στην Τουρκάλα, η οποία αποτελεί άλλωστε και το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας.
Πέρα, πάντως, από την αρχική αυτή προοικονομία μπορούμε να εντοπίσουμε δύο ακόμη, καθώς αφενός η καταστροφή του πηγαδιού μας προετοιμάζει για τη γενικότερη καταστροφή του σπιτιού που θα ακολουθήσει, κι αφετέρου η έντονη θλίψη της Τουρκάλας όταν έρχεται αντιμέτωπη με την καταστροφή του σπιτιού αποτελεί σαφή ένδειξη πως η γυναίκα αυτή δεν έχει πια λόγους να επιστρέψει ξανά στη Θεσσαλονίκη.
Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου:
1. Πώς σχετίζεται ο τίτλος του αφηγήματος με το περιεχόμενό του;
Η αναφορά που γίνεται στον τίτλο του πεζογραφήματος στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ αποτελεί ένα στοιχείο που προετοιμάζει (προϊδεάζει) τον αναγνώστη για την εθνικότητα της κεντρικής ηρωίδας, καθώς και για τις αναφορές στους Τούρκους που θα υπάρξουν στο κείμενο. Η επίσκεψη, άλλωστε, στο σπίτι του Κεμάλ αποτελεί την αποφασιστική ένδειξη για να συνειδητοποιήσει η οικογένεια του συγγραφέα πως η άγνωστη γυναίκα δεν είναι μια τουρκόφωνη ελληνίδα από την Ανατολική Θράκη, αλλά μια Τουρκάλα. Παράλληλα, το σπίτι του Κεμάλ όντας το σημαντικότερο αναγνωριστικό στοιχείο της περιοχής στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα της ιστορίας, αποτελεί μια λογική επιλογή τίτλου, καθώς ενημερώνει τον αναγνώστη για τον τόπο της ιστορίας.
2. Η κεντρική μορφή του πεζογραφήματος, η γυναίκα, κυριαρχείται από έντονη νοσταλγία. Ποια σημεία στη στάση της φανερώνουν αυτή τη νοσταλγική της διάθεση;
Η επιθυμία της Τουρκάλας να βρεθεί ξανά στο χώρο που μεγάλωσε, η νοσταλγία της δηλαδή, γίνεται κατ’ αρχάς εμφανής από το γεγονός ότι ανά διαστήματα ταξιδεύει ως τη Θεσσαλονίκη για να μπορέσει να περάσει λίγη ώρα στο κατώφλι του πατρικού της σπιτιού. Έπειτα ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιεί τις πολύτιμες στιγμές που περνά κοντά στο παλιό της σπίτι δείχνει ότι έχει δημιουργήσει μια μορφή ιεροτελεστίας κατά την οποία ανακαλεί στη σκέψη της τα πρόσωπα που κυριαρχούσαν στα χρόνια της παιδικής της ηλικίας, πρόσωπα που ίσως να μην υπάρχουν πια, καθώς τα μαύρα ρούχα που φορά αποτελούν ένδειξη πένθους. «Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα.» Η Τουρκάλα αποτίνει φόρο τιμής στα μέλη της οικογένειάς της, μιας και η παρουσία της στο κατώφλι του σπιτιού δεν αρκεί να αναβιώσει τις περασμένες μέρες της ευτυχίας της, χρειάζεται να έχει κοντά της και τα πρόσωπα που πλούτισαν με τη ζεστασιά και την αγάπη τους τη ζωή της κι αυτό δεν μπορεί παρά να γίνει νοητά με την αναφορά των ονομάτων τους.
Η Τουρκάλα, παράλληλα, επιχειρεί να επαναφέρει τις μνήμες του παρελθόντος γευόμενη τα μούρα από το δέντρο του σπιτιού, που με τη γεύση τους την γυρίζουν χρόνια πίσω και της προσφέρουν μια πιο απτή υπενθύμιση των χρόνων της ευτυχίας. «Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση»: η Τουρκάλα απολαμβάνει τα φρούτα που έτρωγε όταν ήταν μικρή κι αφήνεται σ’ ένα ταξίδι νόστου στα περασμένα. Τα μούρα, όπως και το νερό από το πηγάδι του σπιτιού, αποτελούν τα πιο απτά μέσα για να μπορέσει η γυναίκα αυτή να έρθει σ’ επαφή με τα παιδικά της χρόνια, γι’ αυτό και εκτιμά πάρα πολύ το γεγονός ότι η οικογένεια των Ελλήνων που μένουν τώρα στο σπίτι που εκείνη μεγάλωσε, της τα προσφέρουν με προθυμία. «Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: “Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό”.
3. «Ποιο ήταν το «μεγάλο καλό» που ευχόταν η ξένη να ανταποδώσει ο Θεός τον αφηγητή και στους δικούς του;»
Το γεγονός ότι η οικογένεια του αφηγητή επιτρέπει στη γυναίκα να κάθεται στο κατώφλι του σπιτιού τους και το κυριότερο το ότι της προσφέρουν νερό από το πηγάδι τους, αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για την Τουρκάλα να βρεθεί κοντά στο χώρο όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια και να γευτεί ξανά την αίσθηση του νερού που συνόδευε τα χρόνια του παρελθόντος. Η προσφορά του νερού από το πηγάδι που βρισκόταν στο σπίτι δίνει στην ξένη γυναίκα τη δυνατότητα να έχει μια πιο απτή επαφή με ένα βασικό στοιχείο του παρελθόντος της. Το νερό εδώ λειτουργεί περισσότερο ως ένας συνεκτικός δεσμός με το παρελθόν, που επιτρέπει στην Τουρκάλα να έρθει πιο κοντά σε μια από τις καθημερινές συνήθειες των παιδικών της χρόνων.
Η Τουρκάλα έχοντας στερηθεί για πολλά χρόνια την επαφή με το πατρικό της σπίτι εκτιμά πλέον κάθε τι που σχετίζεται με αυτό, από την ευκαιρία να καθίσει ξανά στο κατώφλι του σπιτιού μέχρι τη δυνατότητα να πιει ξανά νερό από το παλιό τους πηγάδι. Συνήθειες που παλιότερα ήταν τόσο δεδομένες ώστε ίσως δεν είχαν καμία ιδιαίτερη αξία, ξαφνικά αποκτούν απόλυτη σημασία, καθώς επαναφέρουν και διατηρούν μια αίσθηση επαφής με το πολύτιμο παρελθόν. Το νερό, μάλιστα, ως πηγή ζωής, λειτουργεί για την Τουρκάλα ως ζωοποιό στοιχείο για τις μνήμες του παρελθόντος.
4. Πού αποδίδει αρχικά ο αφηγητής το γεγονός ότι η ξένη έμοιαζε να απολαμβάνει τα μούρα; Γιατί επεκτείνεται, κατά την άποψή σας, στην αναλυτική περιγραφή του δέντρου τους και του καρπού του;
Ο αφηγητής μη γνωρίζοντας τη σχέση που είχε η ξένη γυναίκα με το σπίτι της οικογένειάς του αποδίδει την ευχαρίστηση που της προσέφεραν τα μούρα, από το δέντρο που υπήρχε στην αυλή του σπιτιού, στο γεγονός ότι δεν ήταν από τα συνηθισμένα άγευστα μούρα, καθώς επρόκειτο για μεγάλα, κόκκινα μούρα, ξινά σα βύσσινα. Η ιδιαίτερη γεύση επομένως που είχαν τα μούρα αυτά καθιστούσε απόλυτα λογικό το γεγονός ότι η ξένη γυναίκα τα απολάμβανε με μεγάλη ευχαρίστηση. Η εκτεταμένη περιγραφή της μουριάς λειτουργεί αφενός ως στοιχείο επιβράδυνσης στα πλαίσια της αφήγησης, καθώς ο χρόνος της αφήγησης επεκτείνεται και ξεπερνά το χρόνο της ιστορίας και αφετέρου λειτουργεί ως έμμεσος προϊδεασμός για τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην Τουρκάλα και το σπίτι του αφηγητή. Το γεγονός ότι το δέντρο αυτό ήταν παλιό και τεράστιο, όπως μας λέει ο αφηγητής, σημαίνει ότι βρίσκεται εκεί πάρα πολλά χρόνια και άρα βρισκόταν εκεί πολύ προτού πάρει το σπίτι η προσφυγική οικογένεια του συγγραφέα. Είναι λογικό επομένως ότι το δέντρο κατά την πολύχρονη ύπαρξή του έχει προσφέρει τους καρπούς του σε πολλούς ανθρώπους. Εφόσον η πρώτη επίσκεψη της Τουρκάλας έγινε το 1936 και με δεδομένο ότι η Θεσσαλονίκη απελευθερώθηκε από τους Έλληνες το 1912, είναι λογικό ένα τόσο μεγάλο και παλιό δέντρο να βρίσκεται εκεί περισσότερα από 24 χρόνια που μεσολάβησαν από την απελευθέρωση της πόλης. Η μουριά επομένως λειτουργεί ως συνεκτικός δεσμός ανάμεσα στην παρούσα κατάσταση της πόλης και την περίοδο που η πόλη ήταν τουρκοκρατούμενη. Παρά την πληθυσμιακή αλλαγή της πόλης, η μουριά αποτελεί συνεκτικό δεσμό που διατρέχει την ιστορία της περιοχής και ενώνει τους Τούρκους κατοίκους με τους Έλληνες.
5. Για ποιο λόγο, κατά τη γνώμη σας, η γυναίκα ζητά να φυτέψει το σπόρο της μουριάς και στο δικό της περιβόλι;
Η μουριά αποτελεί έναν από τους ισχυρούς δεσμούς με το παρελθόν της Τουρκάλας, καθώς γύρω από αυτό το δέντρο θα έπαιζε ως παιδί και οι καρποί του δέντρου με την ιδιαίτερη γεύση τους θα είχαν σίγουρα σημαδέψει τα παιδικά της χρόνια. Οι γεύσεις, όπως τα αρώματα και οι ήχοι, βοηθούν τη διαδικασία της μνήμης και είναι προφανές πως η ξένη γυναίκα κάθε φορά που έτρωγε μούρα γύριζε νοητά στο παρελθόν και αναβίωνε στιγμές από τα χρόνια που πέρασε σ’ εκείνο το σπίτι. Η επιθυμία επομένως της γυναίκας να πάρει μαζί της σπόρους από τη μουριά του παλιού της σπιτιού για να τους φυτέψει στο περιβόλι του νέου της σπιτιού, δεν είναι παρά μια επιθυμία να μεταφέρει στη νέα της πατρίδα ένα πολύτιμο κομμάτι από το παρελθόν της. Εφόσον η γυναίκα αυτή δεν έχει πια τη δυνατότητα να επισκέπτεται συχνά το πατρικό της σπίτι, είναι πολύ λογικό να θέλει να έχει μια μουριά στο καινούριο της σπίτι που θα της θυμίζει τα παιδικά της χρόνια και πολύ περισσότερο τα ευτυχισμένα παιδικά της χρόνια, μιας και όπως γνωρίζουμε η ίδια είχε θρηνήσει έντονα την απομάκρυνσή της από το σπίτι που μεγάλωσε.
Μια γυναίκα που ήρθε αντιμέτωπη με τον αναγκαστικό εκπατρισμό της και συνεχίζει να συγκλονίζεται από συναισθήματα νοσταλγίας για την πατρίδα και την πόλη όπου μεγάλωσε, θέλει με κάθε τρόπο να έχει ένα μέσο επαφής με το παρελθόν της, έστω κι αν αυτό είναι απλώς ένα δέντρο. Η Τουρκάλα αισθάνεται πως βλέποντας στον κήπο της να μεγαλώνει η νέα μουριά θα έχει μια υπενθύμιση, ένα μέσο επαφής, με τα γεμάτα ευδαιμονία χρόνια του παρελθόντος που πέρασε στην αγαπημένη της Θεσσαλονίκη.
6. Γιατί η ξένη αρνείται να πιεί το νερό της βρύσης;
«Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι.» Η Τουρκάλα μόλις αντιλαμβάνεται πως το νερό που της προσέφεραν δεν είναι από το πηγάδι του σπιτιού αρνείται να το πιει και δείχνει να ταράζεται από το γεγονός ότι το νερό που της έδωσαν είναι από τη βρύση. Όταν, μάλιστα, της εξηγούν πως ο σπιτονοικοκύρης έχει καταστρέψει το πηγάδι, διοχετεύοντας σε αυτό το βόθρο του σπιτιού, η γυναίκα βουρκώνει, δεχόμενη την εξέλιξη αυτή ως ένα σημαντικό πλήγμα. Η καταστροφή του πηγαδιού σημαίνει πως δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να πιει το νερό που έπινε κατά τη διάρκεια των παιδικών της χρόνων κι αυτό την πληγώνει. Η γυναίκα έχει συνδυάσει το σπίτι, το πηγάδι, αλλά και τη μουριά, με τα παιδικά της χρόνια κι αισθάνεται τα στοιχεία αυτά ως πολύτιμα τμήματα του παρελθόντος της. Η καταστροφή του πηγαδιού επομένως αποτελεί για τη γυναίκα μια απώλεια που δεν μπορεί να αναπληρωθεί με τίποτα, ενώ σ’ ένα δεύτερο επίπεδο λειτουργεί ως μια ανησυχητική προσήμανση για το μέλλον του σπιτιού. Η Τουρκάλα βιώνει την καταστροφή του πηγαδιού ως την αρχή του τέλους για τα μοναδικά στοιχεία που έχουν απομείνει ως συνεκτικοί δεσμοί με το παρελθόν της. Αν καταστραφεί στην πορεία και το σπίτι, δεν θα έχει απομείνει τίποτα πια που να την ενώνει με τα ευτυχισμένα χρόνια που έζησε εκεί.
7. Πώς αποκαλύφθηκε η τουρκική καταγωγή της γυναίκας; Επέδρασε αυτή η αποκάλυψη στα συναισθήματα που έτρεφαν γι αυτήν ο αφηγητής και οι δικοί του; Πώς δικαιολογούνται;
Η Τουρκάλα μόλις ολοκλήρωνε την «τελετουργική» επίσκεψη στο σπίτι που κάποτε ήταν το πατρικό της και τώρα διέμενε σε αυτό η οικογένεια του Ιωάννου, πήγαινε δίπλα στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ κι έβρισκε μια ομάδα Τούρκων προσκυνητών, με τους οποίους ερχόταν η γυναίκα αυτή στην Ελλάδα. Η Τουρκάλα, επομένως, ερχόταν μαζί με όσους ήθελαν να επισκεφτούν το σπίτι του Κεμάλ για να αποδώσουν τιμές στο δημιουργό του τουρκικού κράτους κι έβρισκε την ευκαιρία να επισκεφτεί το παλιό της σπίτι. Οι εκδρομές αυτές που διοργανώνονταν ως προσκυνήματα για το σπίτι του Κεμάλ αποτελούσαν ιδανική ευκαιρία για την Τουρκάλα να πραγματοποιήσει το δικό της ιδιαίτερο προσκύνημα.
Η ταυτότητα της Τουρκάλας αποκαλύφθηκε ήδη μόλις ολοκληρώθηκε η δεύτερη επίσκεψή της στο σπίτι της οικογένειας του αφηγητή, το 1938. [Συνολικά ο αφηγητής μας μιλά για τέσσερις επισκέψεις της γυναίκας: Η πρώτη έγινε το 1936, η δεύτερη το 1938, η τρίτη το 1939 λίγο προτού ξεσπάσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και η τέταρτη και τελευταία έγινε λίγο μετά το τέλος του πολέμου, οπότε κάποια στιγμή στις αρχές του 1945. Ο αφηγητής στα πλαίσια της τρίτης επίσκεψης της Τουρκάλας, το 1939, μας εξηγεί πως κατάλαβαν για την καταγωγή της γυναίκας όταν είχε έρθει τον προηγούμενο χρόνο, το 1938: «Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: “Θα σου τα έβαζα σ’ ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά”. Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά, είδαμε πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από Τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο». Είναι προφανές, επομένως, πως όταν η γιαγιά του αφηγητή, κατά την τρίτη επίσκεψη της γυναίκας, της λέει πως θα σου έβαζα του μούρα σ’ ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά, γνωρίζει ήδη πως η ξένη γυναίκα είναι Τουρκάλα.]
Η αρχική αντίδραση της οικογένειας του αφηγητή, μόλις αντιλήφθηκαν την τουρκική καταγωγή της γυναίκας, ήταν αρνητική, καθώς θεώρησαν πως το γεγονός ότι το σπίτι του Κεμάλ ήταν δίπλα τους αποτελούσε ήδη μια αρκετά ενοχλητική καθημερινή υπενθύμιση της καταστροφής που είχαν επιφέρει οι Τούρκοι στη ζωή τους, οπότε το να έχουν και μια Τουρκάλα να τους επισκέπτεται ήταν πια υπερβολικό. Τους αρκούσε το σπίτι του Κεμάλ για να θυμούνται τους Τούρκους και τα καταστροφικά τους έργα, δε χρειάζονταν και την Τουρκάλα στη ζωή τους.
Οι γονείς του Ιωάννου ήταν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την περιουσία τους και τον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εξαιτίας των Τούρκων, γι’ αυτό και δεν ήθελαν να έχουν επαφές μαζί τους. Βέβαια, ακριβώς το γεγονός ότι ήταν πρόσφυγες αποτέλεσε τελικά και την αιτία που κατάφεραν πολύ γρήγορα να καταλάβουν το λόγο που τους επισκεπτόταν η Τουρκάλα και να κατανοήσουν τα συναισθήματα νοσταλγίας που έφερναν τη γυναίκα αυτή ως τη Θεσσαλονίκη. Όπως οι γονείς του Ιωάννου είχαν εγκαταλείψει τα πατρικά τους σπίτια στην Ανατολική Θράκη και είχαν πάντοτε στο νου τους τον πόνο που τους είχε προκαλέσει η ξαφνική φυγή από τα πατρογονικά τους εδάφη, έτσι και η γυναίκα αυτή είχε προφανώς εκδιωχθεί από τη Θεσσαλονίκη και ήθελε να δει ξανά το σπίτι που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει. Με τη σκέψη αυτή η οικογένεια του Ιωάννου κατόρθωσε να κατανοήσει τον πόνο και τη νοσταλγία της Τουρκάλας, καθώς πέρα από τις διαφορές που χώριζαν τις δύο χώρες, ο πόνος της προσφυγιάς είναι κοινός και το ίδιο δυσβάστακτος και για τους δύο λαούς. Είναι, βέβαιο, πως και οι ίδιοι αν μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ανατολική Θράκη για να δουν ξανά τα μέρη όπου μεγάλωσαν και είχαν τόσες αναμνήσεις, θα το έκαναν, οπότε μπορούσαν να νιώσουν τα δυνατά συναισθήματα που παρακινούσαν την Τουρκάλα να φτάνει ως το κατώφλι του σπιτιού τους.
8. Τι έκανε την τουρκάλα να καταρρεύσει όταν επισκέφθηκε το σπίτι λίγο μετά τον πόλεμο;
Κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου του πολέμου οι Ιταλοί είχαν βομβαρδίσει τη Θεσσαλονίκη και μια βόμβα είχε πέσει στο σπίτι της οικογένειας του αφηγητή. Όταν η Τουρκάλα ήρθε ξανά στην πόλη λίγο μετά το τέλος του πολέμου και αντίκρισε το κατεστραμμένο σπίτι, είχε μείνει ακίνητη να κοιτάζει τα ερείπια. Η καταστροφή του πατρικού της σπιτιού ήταν για τη γυναίκα αυτή ένα μεγάλο χτύπημα, καθώς το σπίτι αυτό αποτελούσε ένα σταθερό σημείο επαφής με το παρελθόν και της προσέφερε δύναμη και χαρά να το επισκέπτεται και να αναβιώνει τις ευτυχισμένες στιγμές των παιδικών της χρόνων.
Για την Τουρκάλα που είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την πόλη όπου μεγάλωσε, το παλιό της σπίτι ήταν κάτι πολύ σημαντικότερο από μια απλή πηγή αναμνήσεων, ήταν το μοναδικό σταθερό σημείο του παρελθόντος της που είχε μείνει ανέπαφο και διατηρούσε ακόμη την εικόνα που είχε τα χρόνια που εκείνη ζούσε εκεί. Ενώ, οι δικοί της άνθρωποι έφευγαν σταδιακά από τη ζωή -η γυναίκα ήταν μαυροφορεμένη- το σπίτι έμενε σταθερά εκεί, ως ένδειξη πως σ’ αυτή τη ζωή όπου όλα αλλάζουν είτε το θέλουμε είτε όχι, υπάρχουν ακόμη στοιχεία που παραμένουν αναλλοίωτα. Η γυναίκα αντλούσε δύναμη από το σπίτι αυτό, καθώς της προσέφερε μια διαβεβαίωση πως δεν έχουν διαλυθεί όλα όσα αποτελούσαν κάποτε τη ζωή της. Η καταστροφή, επομένως, του σπιτιού ήταν παράλληλα η καταστροφή και του τελευταίου στοιχείου της παλιάς της ζωής που παρέμενε ακόμη ανάλλαχτο. Ο βομβαρδισμός του σπιτιού σήμαινε το τέλος και του ύστατου συνεκτικού δεσμού με όσα η γυναίκα αυτή γνώριζε και αγαπούσε. Όπως γράφει και ο Ιωάννου στο διήγημα «Η αποζημίωση» μιλώντας για τα συναισθήματά της δικής του οικογένειας όταν έμαθαν για το βομβαρδισμό του σπιτιού: «Ένας γείτονας μας πληροφορούσε πως είχε πέσει μπόμπα στο σπίτι… Νιώσαμε εντελώς ξεριζωμένοι». Παρόμοια θα ήταν και τα συναισθήματα της Τουρκάλας, η οποία θα ένιωσε τελείως ξεριζωμένη από τη Θεσσαλονίκη, αφού το τελευταίο κομμάτι της ζωής της στην πόλη αυτή είχε πια καταστραφεί.
9. Πώς ερμηνεύετε τη στάση της γυναίκας στο αφήγημα; Με ποιο τρόπο επηρέασαν οι ιστορικές συνθήκες την εξέλιξη της προσωπικής ζωής της γυναίκας;
Η ηρωίδα του διηγήματος είναι κυριευμένη από συναισθήματα νοσταλγίας και πόνου για τη ζωή που έχασε, όταν η οικογένειά της αναγκάστηκε, στα πλαίσια της ανταλλαγής πληθυσμών, να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη. Εγκλωβισμένη από την εθνική της ταυτότητα αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πόλη που αναγνωρίζει ως πατρίδα της για να πάει σε μια πατρίδα που μοιάζει με ξενιτιά ή εξορία και δεν κατορθώνει ποτέ να ξεχάσει όλες τις ευτυχισμένες στιγμές που έζησε στη Θεσσαλονίκη στα παιδικά της χρόνια, γι’ αυτό και επιστρέφει ξανά και ξανά στην πόλη που γεννήθηκε και στο σπίτι που μεγάλωσε.
Η νοσταλγία που αισθάνεται η γυναίκα αυτή ίσως επιτάθηκε από τις απώλειες αγαπημένων της προσώπων κι αυτό την έκανε να θέλει ακόμη περισσότερο να έρθει σε επαφή με το παρελθόν της, με το πατρικό της σπίτι και όλες εκείνες τις αναμνήσεις των χρόνων που η ζωή της ήταν πραγματικά ευτυχισμένη. Είναι, άλλωστε, λογικό για κάθε άνθρωπο να θέλει να διατηρεί μια συνεχή επαφή με τον τόπο που γεννήθηκε, με τα μέρη στα οποία μεγάλωσε και έζησε πολλές και σημαντικές εμπειρίες για τη διαμόρφωσή του.
Η Τουρκάλα ζει πλέον στα πλαίσια του τουρκικού κράτους, αλλά η ίδια αισθάνεται πως είναι στην πραγματικότητα εξορισμένη από την πατρίδα της, από την πόλη της κι αυτό την ωθεί σε μια συνεχή διάθεση επιστροφής στα μέρη που η ίδια αντιλαμβάνεται ως πατρογονικά. Παρά τη συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών για την ανταλλαγή των πληθυσμών και το μοίρασμα των εδαφών, οι άνθρωποι που αναγκάστηκαν να εκπατριστούν δεν μπορούσαν έτσι απλά με μία συμφωνία να ξεχάσουν το παρελθόν τους, να ξεχάσουν τον τόπο που γεννήθηκαν και να ξεκινήσουν από την αρχή σ’ ένα καινούριο τόπο, χωρίς να αισθάνονται πόνο για την πατρίδα που μόλις εγκατέλειψαν.
Η γυναίκα αυτή αποτελεί ένα από τα εκατομμύρια πρόσωπα που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά τους εδάφη, και το γεγονός ότι δεν είναι μια Ελληνίδα, αλλά μια Τουρκάλα, έρχεται απλώς να επισημάνει το αυτονόητο. Ο πόνος της προσφυγιάς είναι ίδιος για όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους. Μπορεί σε ιστορικό επίπεδο η ανταλλαγή των πληθυσμών να έφερε μια ισορροπία στην εθνολογική σύσταση των περιοχών που επιδικάστηκαν σε κάθε κράτος, αλλά σε προσωπικό επίπεδο αποτέλεσε μια τραυματική εμπειρία για όλους αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι μέχρι το τέλος της ζωής τους δεν έπαψαν να θυμούνται με πόνο την πατρίδα που άφησαν πίσω.
Στο διήγημα «Η μόνη κληρονομιά», μάλιστα, ο Ιωάννου μας περιγράφει πως η γιαγιά του, που είχε έρθει ως πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη από την Ανατολική Θράκη, ξεκίνησε κάποια στιγμή με τα πόδια και γύρισε στο σπίτι της στη Θράκη, γιατί δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από την πατρίδα της. Το ίδιο ισχυρό αίσθημα νοσταλγίας που ώθησε τη γιαγιά του συγγραφέα να περπατήσει ως την Ανατολική Θράκη, είναι που ωθούσε και την Τουρκάλα να έρχεται ανά διαστήματα στη Θεσσαλονίκη για να περάσει λίγες στιγμές στο κατώφλι του παλιού της σπιτιού, να πιει νερό από το πηγάδι και να γευτεί μούρα από το δέντρο του σπιτιού.
Παραδείγματα εργασιών για το σπίτι
1. Πώς συμπεριφέρεται η γυναίκα σε κάθε μία από τις επισκέψεις της; Πώς συνδέεται η αλλαγή της διάθεσής της με τις αλλαγές του τοπίου και της πόλης;
Οι δύο πρώτες επισκέψεις της μαυροφορεμένης γυναίκας, το 1936 και το 1938, ενέχουν κοινά στοιχεία, καθώς χαρακτηρίζονται από την ευλαβική παρατήρηση του σπιτιού, την ευδαιμονική απόλαυση του νερού από το πηγάδι και την ιδιαίτερη ευχαρίστηση με την οποία απολαμβάνει τα μούρα. Η «ιεροτελεστία» των πρώτων επισκέψεων δεν διαταράσσεται και η Τουρκάλα, κατορθώνει να γευτεί απρόσκοπτα την επαφή με το παρελθόν της. Κατά την πρώτη της επίσκεψη, μάλιστα, παίρνει την πρωτοβουλία και ζητά από την οικογένεια του αφηγητή να της δώσουν λίγα μούρα, για να μπορέσει να φυτέψει το σπόρο και στο δικό της περιβόλι.
Η τρίτη επίσκεψη της γυναίκας, το 1939, της επιφυλάσσει μια πρώτη μεγάλη στεναχώρια, καθώς μαθαίνει ότι το πηγάδι που για χρόνια αποτελούσε την πηγή υδροδότησης του σπιτιού έχει πλέον καταστραφεί. Η Τουρκάλα αναστατώνεται και βουρκώνει στο άκουσμα αυτής της πληροφορίας, εφόσον ένας από τους βασικούς συνεκτικούς δεσμούς με το παρελθόν της -το νερό του πηγαδιού- δεν υπάρχει πια. Η γυναίκα βιώνει έντονα την απώλεια αυτή και παράλληλα έρχεται αντιμέτωπη με το γεγονός ότι η οικογένεια των Ελλήνων έχει αντιληφθεί την εθνικότητά της. Ήδη από την προηγούμενη επίσκεψή της, οι οικογένεια του αφηγητή την είχε δει να επιστρέφει στην ομάδα των Τούρκων προσκυνητών που την περίμενε έξω από το σπίτι του Κεμάλ.
Η τέταρτη επίσκεψη της Τουρκάλας, πιθανότατα κατά το 1945, -όπως σχολιάζει ο αφηγητής λίγο μετά το τέλος του πολέμου-, της προκαλεί ανείπωτο πόνο, καθώς μια ιταλιάνικη βόμβα έχει τσακίσει τη μουριά (ντουτιά) κι έχει προκαλέσει μεγάλες ζημιές στο σπίτι, χωρίς βέβαια να το έχει γκρεμίσει τελείως. Η γυναίκα κάθεται συγκλονισμένη στο κατώφλι του σπιτιού και κοιτάζει ό,τι απέμεινε από το σαρωτικό χτύπημα της βόμβας. Έχοντας ήδη χάσει το νερό του πηγαδιού, τώρα βλέπει τσακισμένη τη μουριά και σχεδόν κατεστραμμένο το πατρικό της σπίτι. Τα μοναδικά στοιχεία που της προσέφεραν μια αίσθηση επαφής με το παρελθόν της, έχουν πλέον χαθεί και η γυναίκα θρηνεί τη μεγάλη αυτή απώλεια, όπως τότε που την ανάγκασαν για πρώτη φορά να εγκαταλείψει το σπίτι της. Μόνο που τώρα ο πόνος είναι ακόμη μεγαλύτερος, αφού τώρα δεν θα έχει πια ούτε καν τη δυνατότητα να επισκεφτεί το σπίτι της και να αναβιώσει μνήμες του παρελθόντος πίνοντας νερό από το πηγάδι και γευόμενοι τα μούρα.
2. Να συγκρίνετε το εξεταζόμενο πεζογράφημα με τα υπόλοιπα των Σελίδων ως προς την οργάνωση του υλικού της αφήγησης.
Ο Γιώργος Ιωάννου έχει την τάση στα πεζογραφήματά του να καθοδηγείται από τους συνειρμούς του, γεγονός που διανθίζει τη ροή της αφήγησης με συχνές αναχρονίες και παρένθετες αφηγήσεις. Ο συγγραφέας δε διστάζει να παρεκκλίνει από τη χρονική σειρά των γεγονότων, προκειμένου να μας θυμίσει κάποιο παλαιότερο γεγονός που φωτίζει καλύτερα όσα τώρα περιγράφει ή μια δευτερεύουσα ιστορία που ήρθε συνειρμικά στη σκέψη του. Ο ιδιαίτερος αυτός τρόπος οργάνωσης του υλικού της αφήγησης αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του αφηγητή Ιωάννου και συμβάλλει στην πρωτοτυπία των κειμένων του.
Σε ό,τι αφορά το πεζογράφημα «Στου Κεμάλ το σπίτι» θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Ιωάννου, βασίζοντας την αφήγησή του στις επισκέψεις της Τουρκάλας, κατορθώνει να μας παρουσιάσει τα γεγονότα με μια ευθύγραμμη αφήγηση, χωρίς εμβόλιμες αφηγήσεις και δευτερεύοντα περιστατικά. Η εστίαση στην Τουρκάλα και στο πατρικό της σπίτι διατηρεί την εσωτερική συνοχή της ιστορίας, περιλαμβάνοντας ομαλά ακόμη και το σημείο που ο αφηγητής με αφορμή το γκρεμισμένο σπίτι επιστρέφει στο παρόν και καυτηριάζει τη διάθεση των εργολάβων να αλλοιώνουν την εικόνα της πόλης με τις φρικαλέες πολυκατοικίες τους. Η αναφορά, πάντως, στο σχόλιο της γερόντισσας που μιλούσε για τη νεαρή κοπέλα που θρηνούσε για την εξαναγκαστική της απομάκρυνση από το σπίτι, επαναφέρει την ιστορία στην Τουρκάλα και χάρη στο σχήμα κύκλου δίνει στο αφήγημα την απαιτούμενη αίσθηση της ολοκλήρωσης.
3. Τι συμβολίζουν για την ξένη τα μούρα, το νερό απ’ το πηγάδι της αυλής και το κατώφλι;
Τα στοιχεία που συνθέτουν το περιβάλλον στο οποίο η γυναίκα γεννήθηκε και μεγάλωσε, αποτελούν επί της ουσίας το συνεκτικό δεσμό με το παρελθόν της και τη ζωή της στη Θεσσαλονίκη, την πατρική της γη, από την οποία εκδιώχθηκε βίαια. Το νερό και τα μούρα λειτουργούν παράλληλα και ως ενισχυτικά μέσα της μνημονικής ανάκλησης, επιτρέποντας στην Τουρκάλα να επιστρέψει έστω και νοητά στα ευδαιμονικά χρόνια της παιδικής της ηλικίας. Η αίσθηση του δροσερού νερού και η γεύση από τα μούρα, βοηθούν τη γυναίκα να έρθει πιο κοντά στις μνήμες της παιδικής ηλικίας και να αισθανθεί, έστω και προσωρινά, μια εναργέστερη επαφή με ό,τι αποτελούσε για χρόνια το κέντρο της ύπαρξής της.
Το κατώφλι του σπιτιού στο οποίο η γυναίκα κάθεται σε κάθε της επίσκεψη -ακόμη κι όταν αντικρίζει το σπίτι κατεστραμμένο- και το οποίο δεν τολμά να διαβεί για να περάσει στο εσωτερικό του πατρικού της σπιτιού, λειτουργεί σαν ένα σύνορο, πέρα από το οποίο δεν θα πρέπει να περάσει, από τη στιγμή που το σπίτι ανήκει πια σε μια άλλη οικογένεια. Το κατώφλι είναι το όριο ανάμεσα στην διακαή επιθυμία της να βρεθεί ξανά στο χώρο που έζησε τόσο σημαντικές εμπειρίες της ζωής της και στην επίγνωση ότι το σπίτι αυτό δεν της ανήκει πια. Η ηρωίδα θα θρηνήσει στο σημείο αυτό την καταστροφή του σπιτιού, όπως άλλοτε θρήνησε με σπαραγμό τον εξαναγκαστικό διωγμό της από το χώρο στον οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε.
4. Πώς παρουσιάζονται στο πεζογράφημα η παλιά και πώς η μοντέρνα πόλη; Ποια είναι η βασική διαφορά τους, κατά τον αφηγητή;
Οι αλλαγές που συντελούνται στη Θεσσαλονίκη, ο εκσυγχρονισμός της που λειτουργεί αρνητικά για την εικόνα της πόλης είναι στοιχεία που ενοχλούν τον Ιωάννου. Εκεί που η πόλη κοσμούνταν με όμορφα παραδοσιακά σπίτια, όπως το «καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι» στο οποίο κατοικούσε η οικογένειά του, στη θέση τους οικοδομούνται πολυκατοικίες «φρικαλέες», που αλλοιώνουν την εικόνα της και της δίνουν τη δυσάρεστη όψη μιας μεγαλούπολης.
Η ομορφιά της πόλης πλήττεται από την παρέμβαση των εργολάβων, που με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το κέρδος, επιχειρούν να χτίσουν ολοένα και μεγαλύτερες πολυκατοικίες, αδιαφορώντας πλήρως για την αισθητική της πόλης. Η κάποτε αρμονική και παραδοσιακή εικόνα της Θεσσαλονίκης, που αποτελούσε πηγή περηφάνιας για τους κατοίκους της, χάνεται και στη θέση της δημιουργείται μια πόλη απρόσωπη και ακαλαίσθητη, προκαλώντας μεγάλη απογοήτευση στους ανθρώπους που δεν παύουν να φέρνουν στη μνήμη τους το ιδιαίτερο χρώμα της αγαπημένης τους πόλης.
Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου
1. Γιατί τα αρχικώς αρνητικά συναισθήματα του αφηγητή απέναντι στη γυναίκα μετατρέπονται εντέλει σε θετικά; Τι έχει μεσολαβήσει; Είναι δικαιολογημένη μια τέτοια μεταστροφή;
Η αρχική αντίδραση του αφηγητή και της οικογένειάς τους, όταν συνειδητοποίησαν ότι η μαυροφορεμένη γυναίκα είναι Τουρκάλα, υπήρξε αρνητική καθώς είχαν ζήσει πολλές πίκρες και απώλειες εξαιτίας των Τούρκων και δεν ήθελαν να έχουν καμία επαφή μαζί τους. Ήδη το γεγονός ότι ζούσαν κοντά στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ αποτελούσε ικανή υπενθύμιση της τουρκικής σκληρότητας, δεν χρειάζονταν και την Τουρκάλα να κάθεται στο κατώφλι τους. Εντούτοις, καθώς σκέφτονται τα δεινά που τους έχουν προκαλέσει οι Τούρκοι, θυμούνται πως εξαιτίας τους έφυγαν από την πατρογονική τους γη, την Ανατολική Θράκη και ήρθαν πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη. Η σκέψη αυτή και η νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, λειτουργεί τελικά ως συνδετικός δεσμός με τα συναισθήματα της Τουρκάλας, καθώς κατανοούν πως και η ίδια υπήρξε πρόσφυγας και εκδιώχθηκε από τον τόπο που γεννήθηκε, και τώρα υποφέρει όπως και αυτοί κι έρχεται για να δει ξανά το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε. Η προσφυγιά, η κοινή τους δηλαδή μοίρα, λειτουργεί ισχυρότερα από τη διαφορετική τους εθνικότητα και η οικογένεια του αφηγητή αισθάνεται συμπάθεια για την πικραμένη γυναίκα. Όταν, μάλιστα, τη βλέπουν να επιστρέφει μετά το τέλος του πολέμου ξανά στο σπίτι, το οποίο έχει σχεδόν καταστραφεί, αισθάνονται ακόμη πιο έντονα τον πόνο της και συγκινούνται από την επίμονη νοσταλγία της. Η Τουρκάλα παρά το πέρασμα των χρόνων, παρά την καταστροφική επέλαση του πολέμου συνεχίζει να νοσταλγεί το σπίτι της, συνεχίζει να ποθεί την επιστροφή στον τόπο που πέρασε τα παιδικά της χρόνια.
Ο πόνος της προσφυγιάς λειτουργεί ως ισχυρός κώδικας επικοινωνίας μεταξύ του αφηγητή και της Τουρκάλας, δικαιολογώντας απόλυτα τη μεταστροφή των συναισθημάτων του. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ήταν Τουρκάλα, στην πραγματικότητα ήταν απλώς μια γυναίκα που πονούσε για τον τόπο της και ήθελε να επιστρέψει ξανά στις ρίζες της, αίσθημα κοινό και για την οικογένεια του αφηγητή που με πίκρα είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια και την περιουσία τους στην Ανατολική Θράκη.
2. Μέσα στο διήγημα συνυπάρχουν, αλλά και συγκρούονται δύο κόσμοι, δύο διαφορετικές εποχές. Πώς καταγράφεται στη συνείδηση του αφηγητή η εισβολή του νέου κόσμου; Είναι δικαιολογημένα τα συναισθήματα που του προκαλεί;
Μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του εμφυλίου, η Θεσσαλονίκη, όπως και άλλες μεγάλες πόλεις τη χώρας, περνά με γρήγορους ρυθμούς στον εκσυγχρονισμό της. Η πόλη χάνει την παραδοσιακή της εικόνα και μεταβάλλεται σε μία μεγαλούπολη, καθώς τα όμορφα σπίτια του παρελθόντος γκρεμίζονται και στη θέση τους αναγείρονται μεγάλες και ακαλαίσθητες πολυκατοικίες που εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο πρακτικούς λόγους.
Η εποχή όπου τα σπίτια είχαν το πηγάδι τους, δέντρα στην αυλή κι ένα κατώφλι στην είσοδο για να κάθονται οι άνθρωποι τα απογεύματα, έχει παρέλθει. Όπως παρήλθε και η εποχή όπου τα κτίσματα κοσμούνταν με υπέροχα ψηφιδωτά, όπως αυτό που είχαν βρει οι εργάτες όταν έσκαβαν, εκεί που κάποτε βρισκόταν το σπίτι της οικογένειας του αφηγητή, για να ρίξουν τα θεμέλια μιας πολυκατοικίας. Τώρα, τα κτίσματα δεν διακρίνονται για την ομορφιά τους, τώρα η πόλη έχει γεμίσει με ακαλαίσθητες πολυκατοικίες που έρχονται να εξυπηρετήσουν τις αυξημένες ανάγκες για στέγαση, καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται. Η παλιά εικόνα της πόλης με την ομορφιά και την αρμονία, όπως την έχει κρατήσει στη μνήμη του ο αφηγητής, αλλοιώνεται με γοργούς ρυθμούς, στοιχείο που του προκαλεί αγανάκτηση και τον κάνει να θέλει να αντιδράσει σε αυτή την ασέβεια απέναντι στην πόλη του. Θα παραφυλάει νύχτα μέρα, σχολιάζει ο αφηγητής, προκειμένου να εμποδίσει τα νέα μεγαλεπήβολα σχέδια των εργολάβων, εκφράζοντας τη δίκαιη οργή του.
Παρόλο που στο όνομα της ανάπτυξης πολλές πόλης της Ελλάδας υπέστησαν τρομερή αλλοίωση και μετατράπηκαν σε μεγαλουπόλεις άναρχα δομημένες, εντούτοις η σκέψη του Ιωάννου είναι σωστή. Η αισθητική των πόλεων θα έπρεπε να έχει προφυλαχθεί, με κατάλληλο σχεδιασμό και όχι με βιαστικές, πρόχειρες και συχνά παράνομες κατασκευές, που στέρησαν διαπαντός την ιδιαίτερη ομορφιά και τον ξεχωριστό χαρακτήρα πολλών ελληνικών πόλεων.
3. Η απουσία μελοδραματισμού και η ποιητική ελλειπτικότητα χαρακτηρίζουν τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την εσωτερική φόρτιση και τη συγκίνησή του ο πεζογράφος. Ποια στοιχεία του κειμένου δικαιολογούν αυτή την άποψη;
Ένα από τα χαρακτηριστικά της γραφής του Ιωάννου είναι ο τρόπος που κατορθώνει να αποστασιοποιείται ακόμη κι από πολύ προσωπικά του βιώματα, δίνοντάς τα αφηγηματικά με τρόπο ελλειπτικό και απομακρύνοντας τα στοιχεία που θα μπορούσαν να δώσουν στην αφήγησή του μια μελοδραματική διάσταση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ως προς αυτό, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το διήγημα «Η μόνη κληρονομιά» στο οποίο ο αφηγητής αναφέρεται στο θάνατο του πατέρα του: «Δεν πρόκειται να εξιστορήσω πώς πέθανε ο πατέρας μου. Πέθανε, βέβαια, νέος κι αυτός, αλλά στα ξαφνικά, πράγμα που είναι κάτι για μένα.» Ο Ιωάννου σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε να παρασύρει τον αναγνώστη σε μια σειρά συναισθημάτων, μιας και τα θέματα που πραγματεύεται είναι πολύ συχνά επώδυνα και αφορούν την κοινή μοίρα πολλών ανθρώπων. Εντούτοις, ο συγγραφέας προτιμά να αφήνει τον αναγνώστη ελεύθερο στο να διαμορφώσει τη στάση του, παρουσιάζοντάς του τα γεγονότα, ως έχουν, χωρίς περιττές περιγραφές και μακροσκελείς αναφορές επί του θέματος. Με σύντομες προτάσεις και λιτό τρόπο, ο συγγραφέας δίνει το γεγονός και αφήνει τον αναγνώστη να κρίνει ανεπηρέαστος. Όταν η Τουρκάλα, λίγο μετά τον πόλεμο, επισκέπτεται ξανά τη Θεσσαλονίκη και βρίσκει σχεδόν κατεστραμμένο το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε, ο συγγραφέας δεν δημιουργεί μια εντυπωσιακή σκηνή θρήνου, με την ηρωίδα του να ξεσπά σε μια θύελλα συναισθημάτων. Παρουσιάζει με τον πιο διακριτικό τρόπο την εικόνα της θλιμμένης γυναίκας και αφήνει τον αναγνώστη να σκεφτεί ποια θα ήταν τα συναισθήματα και οι σκέψεις της: «… όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας.», «Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι».
Ο Ιωάννου δεν αντιμετωπίζει το αφηγηματικό του υλικό ως ευκαιρία να παρασύρει τον αναγνώστη σε μια πορεία συγκίνησης και γι’ αυτό το λόγο ακόμη και σημεία που θα μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί αφηγηματικά, τα δίνει με τον πιο απλό και λιτό τρόπο, καθώς θεωρεί ότι το σημαντικό είναι να καταγραφούν οι εμπειρίες του ως μέρος της ιστορικής μνήμης κι όχι να αποτελέσουν αντικείμενο λογοτεχνικής υπερβολής.
Η ποιητική ελλειπτικότητα, επομένως, συνίσταται στην τάση του αφηγητή να παρουσιάζει τα γεγονότα με περιεκτικό και σύντομο τρόπο, χωρίς να τις διανθίζει με εκτενείς περιγραφές των αντιδράσεων και των συναισθημάτων των ηρώων του. Όπως, για παράδειγμα, όταν η Τουρκάλα μαθαίνει για την καταστροφή του πηγαδιού, η αντίδρασή της δίνεται ως εξής: «Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της.» Το γεγονός αυτό, η πρώτη αυτή απώλεια σε ό,τι αφορά το πατρικό της σπίτι, θα μπορούσε στα χέρια κάποιου άλλου πεζογράφου να δοθεί με μεγαλύτερη ένταση και με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες, δημιουργώντας έντονη συγκίνηση στον αναγνώστη. Ο Ιωάννου, όμως, μένει πάντοτε πιστός στη βασική αφηγηματική του αρχή, να δίνει τα γεγονότα, χωρίς μελοδραματισμούς.
Σχολιασμός Αδίδακτου Κειμένου
Γιώργος Ιωάννου «Σ’ ένα παλιό τούρκικο σπίτι»
Σ’ ένα παλιό τούρκικο σπίτι
κλείστηκα μέρες και παλεύω
με τους λεκέδες του ασβέστη.
Μετρώ τα ξύλα στο ταβάνι, βρίσκω τα νερά·
δίνω ονόματα, τους δίνω την καρδιά μου.
Ύστερα παίρνει και φυσά.
Σαρώνονται χαρές και γνωριμίες.
Ξανά μονάχος με τα ξύλα και τις πέτρες.
Ίσως στεριώσω τώρα· πάλι απ’ την αρχή.
Ίσως προφτάσω να σκαλώσω τους χαμένους.
Πώς συμπεριφέρεται ο ήρωας του ποιήματος; Σας θυμίζει η στάση του τη γυναίκα του πεζογραφήματος;
Ο ήρωας του ποιήματος αποκτά μια ξεχωριστή σχέση με το τούρκικο σπίτι στο οποίο βρίσκεται -το πατρικό σπίτι του Ιωάννου ήταν ένα από τα τούρκικα σπίτια- και φροντίζει να μάθει κάθε λεπτομέρεια του σπιτιού και να δεθεί μαζί του, καθιστώντας το αναπόσπαστο τμήμα της ζωής του. Η σχέση που περιγράφει ο Ιωάννου, η γνωριμία με το χώρο στον οποίο κατοικούμε και μεγαλώνουμε και το συναισθηματικό δέσιμο με το χώρο στον οποίο βιώνουμε σημαντικές εμπειρίες, είναι μια κατάσταση γνώριμη σε πολλούς ανθρώπους, μιας και το πατρικό μας σπίτι, συνδέεται αξεχώριστα με πολύτιμες αναμνήσεις και συναισθήματα.
Ο ήρωας, μάλιστα, έρχεται αντιμέτωπος με περιόδους της ζωής του, όπου χάνει ανθρώπους δικούς του και ευτυχισμένες στιγμές, στοιχεία που τα δίνει ποιητικά με τον δυνατό αέρα που παρασέρνει ανθρώπους και χαρές. Έτσι, το μόνο που απομένει στον ήρωα είναι το σπίτι, είναι τα δομικά στοιχεία του σπιτιού, τα ξύλα και οι πέτρες, με τα οποία θα προσπαθήσει να φτιάξει ξανά τη ζωή του κι εύχεται να μπορέσει να στεριώσει επιτέλους και παράλληλα να επαναφέρει και να κρατήσει κοντά του, τους ανθρώπους που έχασε.
Οι ξαφνικές αλλαγές της ζωής, αποτελούν σημαντικό βίωμα για τον Ιωάννου, ο οποίος εξαιτίας των πολέμων αρχικά και αργότερα για επαγγελματικούς λόγους αναγκάστηκε πολλές φορές να εγκαταλείψει το σπίτι του και να επιχειρήσει να φτιάξει τη ζωή του σε καινούριους τόπους. Ενώ ισχυρό είναι και το αίσθημα της προσφυγιάς που διατρέχει την ιστορία της οικογένειάς του. Η ανάγκη επομένως του ποιητικού υποκειμένου να δημιουργήσει με επίκεντρο το σπίτι του μια ζωή με στερεές βάσεις, προκύπτει από τις αλλεπάλληλες ανατροπές που βίωσε στη ζωή του. Η συμπεριφορά του ήρωα και το δυνατό συναισθηματικό του δέσιμο με το σπίτι του, μας παραπέμπει στην Τουρκάλα του διηγήματος «Στου Κεμάλ το σπίτι», που με τόση αγάπη παρατηρεί το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε και με μεγάλη ευχαρίστηση πίνει νερό από το πηγάδι και τρώει τα μούρα από το δέντρο της αυλής. Η Τουρκάλα ξεριζωμένη από την πόλη που μεγάλωσε, έχοντας βιώσει πένθη και πόνους, επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι σε μια προσπάθεια να έρθει σ’ επαφή με το παρελθόν της και με τις στιγμές ευτυχίες που γνώρισε όταν ήταν ακόμη παιδί. Το σπίτι αποτελεί τόσο για τον ήρωα του ποιήματος όσο και για την Τουρκάλα, το κεντρικό σημείο αναφοράς της ζωής τους, καθώς σε αυτό βίωσαν ευδαιμονικές στιγμές, το γνώρισαν στην παραμικρή του λεπτομέρεια και το αγάπησαν.
Παράλληλα Κείμενα
Γιώργος Ιωάννου «Η αποζημίωση»
«Όταν σηκώθηκα να φύγω, ο καταφερτζής εκείνος μου έκανε τη μόνη σωστή ερώτηση: «Που ήσασταν, όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι;» «Δεν ήμασταν εκεί», είπα περίτρομος και το ‘βαλα στα πόδια. Δε θέλησα να διακινδυνέψω κι εκείνες τις αναμνήσεις. Αυτές ήταν το μόνο δροσερό καταφύγιό μου, όταν καιγόμουνα. … Ξαφνικά εκρήξεις απανωτές ακούστηκαν απ’ τη μεριά της Σαλονίκης. Το κάρο πήγαινε προς την ανατολή, αλλά εμείς κοιτάζαμε πίσω με δέος. Κι όταν υψώθηκαν κάτι αραιοί καπνοί στον ορίζοντα, πήραμε να κλαίμε πικρά. «Βαβυλώνα, ω Βαβυλώνα…», ψιθύρισε η γιαγιά μου, ανακαλώντας ποιος ξέρει ποια προφητική φυλλάδα. Πολλές φορές έχουμε κλάψει γι’ αυτή την πόλη. Αργότερα, όταν την κυρίεψαν σε τρεις μέρες οι γερμανοί, μάθαμε τη συμφορά σε ώρα συναγερμού μέσα στο τούνελ του Ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι, που είχε μετατραπεί σε καταφύγιο. Σαν ήρθαν οι πρωινές εφημερίδες και είδαμε την είδηση, κλαίγαμε τόσο πολύ που μαζεύτηκε γύρω μας κόσμος. Απ’ τη Γαλάτιστα πήραμε μουλάρια και φτάσαμε απόβραδα στο ορεινό χωριό. … Αναπάντεχα λάβαμε κι εμείς ένα γράμμα. Ένας γείτονας μας πληροφορούσε πως είχε πέσει μπόμπα στο σπίτι. Αυτό πρέπει να είχε γίνει την ώρα που εμείς λιαζόμασταν και αχνίζαμε πάνω στο κάρο. Νιώσαμε εντελώς ξεριζωμένοι. …»
«Στου Κεμάλ το σπίτι»
«Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: «η τουρκάλα!» Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι – τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει την ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει.»
Το σπίτι της οικογένειας του Ιωάννου, το οποίο καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς που έκαναν οι Ιταλοί στη Θεσσαλονίκη με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ήταν παράλληλα το σπίτι στο οποίο η ανώνυμη τουρκάλα είχε περάσει τα παιδικά της χρόνια. Το ίδιο σπίτι σε διαφορετικές περιόδους είχε αποτελέσει την πατρική εστία για δύο διαφορετικές οικογένειες, που έχουν αποκτήσει παρόμοια έντονους συναισθηματικούς δεσμούς με το χώρο αυτό όπου πέρασαν σημαντικά χρόνια της ζωής τους.
Στο διήγημα «Η αποζημίωση» ο Ιωάννου μας παρουσιάζει τον πόνο που αισθάνθηκε η οικογένειά του όταν λόγω του πολέμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους -με προορισμό αρχικά ένα χωριό στη Χαλκιδική και ύστερα την Αθήνα- και στη συνέχεια όταν πληροφορήθηκαν ότι αφενός οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη κι αφετέρου ότι οι βομβαρδισμοί των Ιταλών είχαν καταστρέψει το σπίτι τους. Η οικογένεια του συγγραφέα αισθάνεται ξεριζωμένη, από τη στιγμή που μαθαίνει για την καταστροφή του σπιτιού τους, μιας και στο σπίτι αυτό είχαν μεγαλώσει τα παιδιά τους και αποτελούσε ουσιαστικά το κέντρο της ζωής τους. Με παρόμοιο τρόπο, στο διήγημα «Στου Κεμάλ το σπίτι», βλέπουμε ότι η τουρκάλα παραμένει «κατατσακισμένη» στο κατώφλι του κατεστραμμένου σπιτιού, μη μπορώντας προφανώς να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της καταστροφής. Το σπίτι στο οποίο είχε μεγαλώσει, το σπίτι που περιφρουρούσε όλες τις πολύτιμες αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια και που παράλληλα αποτελούσε τον πλέον ισχυρό δεσμό με την πατρική της πόλη -τη Θεσσαλονίκη- είχε πλέον διαλυθεί. Ο πόνος που αισθάνεται η τουρκάλα είναι φυσικά ίδιος με τον πόνο που αισθάνθηκε η οικογένεια του Ιωάννου, με τη διαφορά βέβαια ότι η τουρκάλα δεν έχει πια κάποιον άλλο δεσμό με τη Θεσσαλονίκη, το σπίτι αυτό ήταν ό,τι τη συνέδεε με την πόλη που είχε περάσει τα παιδικά της χρόνια, ενώ αντίθετα η οικογένεια του Ιωάννου μπορούσε να συνεχίσει να ζει στην πόλη αυτή δημιουργώντας νέους δεσμούς.
Γιώργος Ιωάννου «Η μόνη κληρονομιά»
Απόσπασμα Α
«Τώρα που έχουν πεθάνει όλες οι γριές, γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν μέσα μου ένα σωρό απορίες βαθιές για πρόσωπα και πράγματα παλιά και για πάντα σβησμένα. Όσο ζούσαν εκείνες, δεν ξέρω γιατί, σχεδόν τίποτα δεν ήθελα να ρωτήσω. Η αλήθεια είναι πως κι οι ίδιες δεν έδειχναν προθυμία να μου τα πουν. Τυχαία μόνο τις άκουγα να λένε μεταξύ τους για τους προγόνους και τα παλιά, σαν τις κυρίευε η νοσταλγία και το παράπονο για τη βασανισμένη ζωή, που τους ήταν γραμμένο να κάνουνε στα στερνά τους στην προσφυγιά. Αυτό σχεδόν με εξόργιζε. Θαρρούσα πως κατηγορούσαν πλάγια τις συνθήκες ζωής που είχαμε εξασφαλίσει. Άνοιγα τότε το στόμα μου κι εγώ κι αράδιαζα αστόχαστα διάφορα πράγματα πικρά και περιγελαστικά για τα πρωτόγονα, όπως νόμιζα, μέρη απ’ όπου είχαμε ξεριζωθεί άγρια. Εκείνες όμως διαμαρτύρονταν σφοδρά, φέρνοντας στο φως, απάνω στην αγανάκτησή τους, περιγραφές που έδειχναν μια ζωή πολύ ανώτερη, και προπαντός ευγενικότερη, απ’ αυτήν της ρωμέικιας κοινωνίας, όπου βουρλιζόμαστε ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, όλοι.»
Στο κείμενο αυτό βλέπουμε ότι ο Ιωάννου αν και δεν υπήρξε ποτέ ο ίδιος πρόσφυγας, προέρχεται όμως από οικογένεια προσφύγων, γι’ αυτό κι έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα της προσφυγιάς. Παρόλο που όταν ήταν μικρότερος δεν μπορούσε να αισθανθεί πλήρως τον πόνο και τη νοσταλγία που αισθάνονταν οι γιαγιάδες του, στην πορεία έμαθε να εκτιμά και να αγαπά με ξεχωριστό σεβασμό την προγονική γη της Ανατολικής Θράκης. Το σεβασμό του, άλλωστε, για τον πόνο των προσφύγων τον βλέπουμε καθαρά στο διήγημα «Στου Κεμάλ το σπίτι», όπου όχι μόνο δείχνει να αισθάνεται τον πόνο γενικότερα των προσφύγων αλλά και να υιοθετεί μια στάση πλήρους κατανόησης ακόμη και απέναντι στην Τουρκάλα πρόσφυγα, που επιστρέφει ανά διαστήματα στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που αισθάνεται ως πατρίδα της.
Η διαδικασία ωρίμανσης που χρειάστηκε να περάσει ο Ιωάννου για να αισθανθεί πλήρως την πίκρα της προσφυγιάς δείχνει με σαφή τρόπο πως ο συγγραφέας παρόλο που δεν έζησε ο ίδιος την τραυματική εμπειρία της προσφυγιάς, έμαθε εν τέλει να ζει ως πρόσφυγας, με τον καημό της χαμένης πατρίδας, όπως ακριβώς και οι δικοί του. Η αίσθησή του αυτή μάλιστα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο διήγημα «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς», όπου νιώθει ότι υπάρχει ένας ισχυρός δεσμός ανάμεσα σε αυτόν και στους υπόλοιπους πρόσφυγες της Θεσσαλονίκης.
Απόσπασμα Β
«Ο παππούς πήρε να καταρρέει. Απόφευγε, φαίνεται, και να τρώει, για να ’χουν κάτι παραπάνω τα παιδιά. Βγήκε κι εκείνη η πούντα της Σαμοθράκης κι έγινε γερός συνδυασμός. Έγειρε σε λίγο ο τσέλιγκας. Και πρέπει να τέλειωσε με τρόπο φριχτό, μα την περιγραφή αυτή ποτέ μου δεν την έχω ακούσει. Κι όμως λίγον καιρό πιο ύστερα τα πράγματα πήραν ν’ αλλάζουν. Οι Βούλγαροι έγιναν μαλακότεροι και τέλος, μια ωραία πρωία, χάθηκαν μαζί με τους συμμάχους τους από προσώπου γης. Είχε γίνει ανακωχή κι οι εχθροί μας διασκορπίστηκαν νικημένοι. Η χήρα ανάπτυξε τότε όλη της τη δραστηριότητα. Αποδείχτηκε πως κάτω από κείνο το φακιόλι κρυβόταν πολλή τόλμη και εξυπνάδα. Πήρε πρώτα τα κορίτσια της και τα πήγε στη Σαλονίκη. Αφού τα ταχτοποίησε κοντά σε πατριώτες, κίνησε με τα πόδια για την απελευθερωμένη πατρίδα. Φτάνοντας, βρήκε ευτυχώς, το σπίτι απείραχτο. Μια γειτόνισσα Τουρκάλα το προστάτευε. Δούλεψε εκεί για μήνες παλικαρίσια. Συμμάζεψε το σπιτικό, έκανε σοδειά, έβγαλε πουλιά και παπιά, ετοίμασε τραχανάδες, γιουφκάδες, ρετσέλια – χαμπάρι δεν είχε για τον κόσμο ούτε και την ένοιαζε. Πάει μια μέρα ένας ξάδερφός της και της λέει: «Γρήγορα, ξαδέρφη, έρχονται οι τσέτες». Δεν τον ρώτησε τίποτα. Φόρεσε τα ρούχα της τα καλά, έβαλε στις κότες νερό, έριξε μια ματιά στο στάρι και στο καλαμπόκι, που ανέβαινε ως το ταβάνι στα κάτω δωμάτια, και τράβηξε οριστικά την πόρτα. Ούτε ένα σπυρί δεν μπόρεσε να πάρει από κείνα τα αλησμόνητα πλούτη. Ήταν σπουδαία η σοδειά τη χρονιά της Καταστροφής.
Έφερε το κλειδί του σπιτιού και το ’χουμε ακόμα κρεμασμένο στον τοίχο. Έζησε χρόνια και χρόνια, χωρίς να παραδεχτεί ποτέ της την εξαθλίωση.» Η ιστορία της γιαγιάς του Ιωάννου παρουσιάζει ενδιαφέρουσες παραλληλίες με την ιστορία της Τουρκάλας, καθώς όπως η ηρωίδα του διηγήματος «Στου Κεμάλ το σπίτι» επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για να δει το πατρικό της σπίτι, έτσι και η γιαγιά του συγγραφέα, μόλις πέθανε ο άντρας της και απέκτησε τον έλεγχο της ζωής της, ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής στην Ανατολική Θράκη. Η γιαγιά του Ιωάννου, βέβαια, υπήρξε σαφώς πιο τολμηρή μιας και πραγματοποίησε το ταξίδι της επιστροφής με τα πόδια, εκφράζοντας έτσι την απίστευτη ένταση της επιθυμίας που ένιωθε να επιστρέψει στο σπίτι της. Σημαντική είναι επίσης η αναφορά ότι μια Τουρκάλα γειτόνισσα πρόσεχε το σπίτι των παππούδων του συγγραφέα όσο καιρό εκείνοι έλειπαν, γεγονός που δείχνει την αρμονική συνύπαρξη των απλών ανθρώπων που δεν έδειχναν να ακολουθούν την εχθρότητα που προωθούσαν μεταξύ τους τα δύο γειτονικά κράτη.
Η γιαγιά του Ιωάννου είχε την τύχη να βρει το σπίτι της, όπως το άφησε χωρίς να έχει κατοικηθεί από Τούρκους, σε αντίθεση με την Τουρκάλα, η οποία βρίσκει στο δική της πατρικό σπίτι μια οικογένεια Ελλήνων. Έτσι, ενώ η γιαγιά του συγγραφέα επανέρχεται αμέσως στις παλιές της συνήθειες, τακτοποιεί το σπίτι, ξεκινά τις καλλιέργειες κι ετοιμάζει τα φαγητά για το χειμώνα, όπως έκανε πάντοτε, η Τουρκάλα αναγκάζεται να παραμένει στο κατώφλι του σπιτιού της, που λειτουργεί σαν όριο ανάμεσα στην επιθυμία της να μπει στο σπίτι της και στην επίγνωση πως το σπίτι αυτό ανήκει πια σε μια άλλη οικογένεια.
Κι οι δυο γυναίκες έχουν εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, βιώνουν τον πόνο της προσφυγιάς και καταφεύγουν σε μια ύστατη προσπάθεια επιστροφής στην πατρίδα τους. Είναι, μάλιστα, τέτοια η ένταση της επιθυμίας τους να ζήσουν και πάλι στα πατρογονικά τους εδάφη, ώστε σταδιακά απογυμνώνονται στα μάτια του αναγνώστη από την ιδιαίτερη εθνικότητά τους και γίνονται απλώς άνθρωποι που πονούν και νοσταλγούν το σπίτι τους.