Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου
- Γιατί τα αρχικώς αρνητικά συναισθήματα του αφηγητή απέναντι στη γυναίκα μετατρέπονται εντέλει σε θετικά; Τι έχει μεσολαβήσει; Είναι δικαιολογημένη μια τέτοια μεταστροφή;
Τα συναισθήματα του αφηγητή απέναντι στη γυναίκα αρχικά είναι θετικά, γιατί είχαν την εντύπωση ότι η γυναίκα ήταν μια τουρκομερίτισσα, δηλαδή μια Ελληνίδα που ζούσε σε τουρκόφωνη περιοχή και επομένως δεν ήξερε καθόλου ελληνικά. Πίστευαν λοιπόν ότι για κάποιο λόγο που δε γνώριζαν αυτή αγαπούσε το σπίτι τους, τα φρούτα του δέντρου τους και το νερό του πηγαδιού τους κι έτσι της φέρονταν με ευγένεια, της πρόσφεραν νερό και μούρα και σχεδόν περίμεναν την επίσκεψή της.
Όμως, όταν σιγά σιγά κατάλαβαν ότι η γυναίκα δεν ήταν Ελληνίδα αλλά ξένη, και μάλιστα «Τουρκάλα», τα συναισθήματά τους άλλαξαν. Η εθνικότητά της τους έκανε να ταραχτούν, να υποψιαστούν, ακόμα και να θυμώσουν, γιατί οι Τούρκοι ήταν υπεύθυνοι για την καταστροφή της ηρεμίας τους, της καθημερινής ζωής τους, των περιουσιών τους. Οι εμπειρίες τους απ' αυτούς ήταν ολέθριες· οι μνήμες ζοφερές· εξαιτίας τους είχαν ζήσει αρπαγές, γενοκτονίες, σφαγές και θάνατο κι έτσι πύρα, δικαιολογημένα, οτιδήποτε σχετικό με τους Τούρκους, μια ανάμνηση, ένα σπίτι, όπως αυτό του Κεμάλ, ακόμα και μια άκακη Τουρκάλα, όπως η γυναίκα της αφήγησης, θα μπορούσε να τους κάνει να νιώσουν ότι βρίσκονται σε κίνδυνο.
Όταν όμως μαζί με τις άσχημες μνήμες των καταστροφών έρχεται στο νου τους και η τραγωδία του ξεριζωμού, η εγκατάλειψη, ο σπαραγμός, ο πόνος και η νοσταλγία του πρόσφυγα, όταν καταλαβαίνουν ότι η μοίρα τους είναι κοινή, παρά το ότι η εθνικότητά τους διαφέρει, τότε αρχίζουν να την κατανοούν τη συμμερίζονται, σχεδόν συμπάσχουν μαζί της και λίγο απέχουν από το να δημιουργήσουν και κάποια βαθύτερη σχέση μ' αυτήν, κάνοντας έτσι σαφές ότι ο πόνος και τα βάσανα συνδέουν μερικές φορές τους ανθρώπους δυναμικά και ανεξάρτητα από τις διαφορές εθνικότητας, γλώσσας, θρησκείας και φυλής που τους χωρίζουν.
- Μέσα στο διήγημα συνυπάρχουν, αλλά και συγκρούονται δύο κόσμοι, δύο διαφορετικές εποχές. Πώς καταγράφεται στη συνείδηση του αφηγητή η εισβολή του νέου κόσμου; Είναι δικαιολογημένα τα συναισθήματα που του προκαλεί;
Στο πεζογράφημα, όπως και στην πραγματική ζωή, συνυπάρχουν και σταδιακά συγκρούονται δύο κόσμοι, ο παραδοσιακός κόσμος του παλαιού και των παραδεδεγμένων αξιών και ο κόσμος του παρόντος με τα νέα δεδομένα και τις αδοκίμαστες προτάσεις ζωής.
Ο πρώτος, που είναι ο κόσμος που αγαπούν ο αφηγητής, η οικογένεια του, η γειτονιά και φυσικά η γυναίκα, χαρακτηρίζεται από:
-
γραφικότητα, ομορφιά, καλαισθησία και ευρυχωρία στα κτίρια,
-
αγάπη για τα πρωταρχικά υλικά της ζωής: τη γη, το νερό, τα δέντρα, τα φρούτα, την πέτρα, το ξύλο και την αξιοποίηση τους στη διατροφή, τις κατασκευές και τη λειτουργική επιβίωση γενικότερα,
-
ζεστασιά στις ανθρώπινες σχέσεις (η γειτονιά γνωρίζεται, ο ένας φιλεύει τον άλλο, οι ξένοι γίνονται εύκολα δεκτοί και φιλοξενούνται…),
ενώ ο δεύτερος, που εκφράζεται με τη συμπεριφορά του σπιτονοικοκύρη και των εργολάβων, χαρακτηρίζεται από:
-
αστικοποίηση,
-
ακαλαίσθητα κτίρια («εξαμβλώματα», «φρικαλέες πολυκατοικίες»),
-
καταστροφή των ζωτικών πηγών ενέργειας (το πηγάδι με το δροσερό νερό γίνεται βόθρος για τα λύματα),
-
καταστροφή του παλαιού για να εξασφαλιστεί κέρδος από το νέο,
-
καθημερινές παρανομίες.
Για τον αφηγητή, η εισβολή του νέου κόσμου στον παλαιό είναι ραγδαία, προκλητική και κυρίως καταστροφική, αφού με την ορμητικότητά της, όπως τουλάχιστον την προσλαμβάνει εκείνος, κλονίζει κάθε παραδοσιακή αρχή και αξία, ανατρέπει, τις από αιώνες παραδεκτές μορφές της ζωής, της αρχιτεκτονικής και γενικότερα του πολιτισμού και κόβει βίαια τους δεσμούς με το παρελθόν και την ιστορία. Η άποψη του αφηγητή για μια τέτοιας ποιότητας ανανέωση, που άλλωστε τον κάνει να εκφράζεται αυστηρότατα, είναι απόλυτα αρνητική. Κάτι τέτοιο είναι, κατά την άποψή μας, απόλυτα δικαιολογημένο, στο βαθμό βέβαια που η εισβολή του νέου κόσμου στον παλαιό είναι μόνο της μορφής και του μεγέθους που παρουσιάζει ο αφηγητής.
- Η απουσία μελοδραματισμού και η ποιητική ελλειπτικότατα χαρακτηρίζουν τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την εσωτερική φόρτιση και τη συγκίνηση του ο πεζογράφος. Ποια στοιχεία του κείμενου δικαιολογούν αυτή την άποψη;
Πράγματι, αν και ο Ιωάννου ήταν ένας πεζογράφος που δεν έγραφε σχεδόν ποτέ' για πράγματα που δεν τον συγκινούσαν και δεν τον φόρτιζαν, παρ' όλα αυτά η γραφή του δεν είναι μελοδραματική και χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από μια ελλειπτικότητα στην έκφραση των συναισθημάτων που συνηθίζεται περισσότερο στην ποίηση.
Στο εξεταζόμενο πεζογράφημα το στοιχείο αυτό διαπιστώνεται κυρίως στη συμπεριφορά της γυναίκας, που, αν και πλημμυρίζει από αναμνήσεις και έντονα συναισθήματα νοσταλγίας, συγκίνησης και. πόνου, εντούτοις είναι ιδιαίτερα συγκρατημένη και εκφράζεται με αξιοπρέπεια και μέτρο, χωρίς θρήνους, φωνές, κινήσεις και ένταση. Ακόμα κι όταν βλέπει το σπίτι της ρημαγμένο από τις βόμβες των Ιταλών, η βαθιά θλίψη της και ο σπαραγμός της ψυχής της βιώνονται εσωτερικά, χωρίς οξύτητες. Ακόμα κι όταν κάποιες στιγμές η ψυχική της κατάσταση (έντονη ευχαρίστηση, χαρά, ταραχή, λύπη, απελπισία, νοσταλγία) δικαιολογεί έναν άλλο τρόπο έκφρασης, εκείνη και πάλι ξεφεύγει ελάχιστα από τα όρια που της επιτρέπονται.
Με τον ίδιο συγκρατημένο τρόπο εκφράζονται και ο αφηγητής με την οικογένειά του, που, αν και περνάνε διαδοχικά από διάφορα στάδια ψυχολογικής διάθεσης (αρχικά είναι καλοπροαίρετοι απέναντι στη γυναίκα, σταδιακά ταράζονται, υποψιάζονται και θυμώνουν, αλλά τελικά νιώθουν ζεστασιά και συμπάθεια γι' αυτήν), παρ' όλα αυτά εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους ήπια, χωρίς μελοδραματισμούς και εντάσεις. Εξαίρεση βέβαια αποτελεί μόνο η (πάση του αφηγητή απέναντι στους νεωτερισμούς του σπιτονοικοκύρη και των εργολάβων. Στις περιπτώσεις αυτές ο αφηγητής, ξεφεύγοντας από τα όρια που τηρεί στην υπόλοιπη αφήγηση, εκφράζεται με έντονους ειρωνικούς χαρακτηρισμούς.
Πρόσθετες ερωτήσεις
Α. Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευση μιας κρίσης με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου (υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες, επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης)
- Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για την εξέλιξη του μύθου και την τεχνική της προοικονομίας. Σε ποια σημεία του πεζογραφήματος τη χρησιμοποιεί και τι επιτυγχάνει μ' αυτήν;
Ο συγγραφέας, προβάλλοντας σε διάφορα σημεία του πεζογραφήματος μικρές λεπτομέρειες σχετικές με τη γυναίκα, προοικονομεί σε γενικές γραμμές την εξέλιξη του πεζογραφήματος. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει τη σταδιακή αποκάλυψη της προσωπικότητας της γυναίκας, προωθεί τη λύση του αινίγματος που δημιουργεί η παράξενη συμπεριφορά της και προετοιμάζει γι' αυτή τη λύση τον αναγνώστη, κρατούντος αμείωτο το ενδιαφέρον του. Τέτοια σημεία είναι:
-
η αναφορά στο κατώφλι στην αρχή του πεζογραφήματος, αναφορά που προοικονομεί την πληροφορία που δίνει στο τέλος η γριά για το σπαραγμό της κόρης στο κατώφλι
-
το γεγονός ότι η γυναίκα παρουσιάζεται μαυροφορεμένη και κουρασμένη, που προοικονομεί τον πόνο της και το δεδομένο ότι έρχεται από μακριά-
-
το στοιχείο ότι τους μιλούσε τουρκικά και ίσιος και ο ίδιος ο τίτλος του πεζογραφήματος, που προοικονομούν την τουρκική καταγωγή της γυναίκας
-
το στοιχείο ότι μοιάζει να είναι αρχοντικής καταγωγής, που προοικονομεί την πληροφορία της γριάς ότι ήταν κόρη του μπέη.
Β. Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου
- Πώς σχετίζεται η εξέλιξη της προσωπικής ζωής της γυναίκας με τη ροή των ιστορικών γεγονότων;
Η εξέλιξη της προσωπικής ζωής της γυναίκας σχετίζεται άμεσα με τις ιστορικές εξελίξεις, ίσως μάλιστα πολύ περισσότερο απ' όσο εξαρτάται η ζωή του καθενός μας απ' αυτές. Η νεαρή κόρη του μπέη δε θα είχε ίσως ποτέ φύγει από το σπίτι της, δίπλα στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ, τουλάχιστον μέχρι το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, αν η μικρασιατική καταστροφή δεν είχε οδηγήσει στη Συνθήκη της Λοζάννης και στην ανταλλαγή πληθυσμών. Θα έπινε νερό απ' το πηγάδι της, θα έτρωγε μούρα απ' την «ντουτιά» και θα καθόταν τα απογεύματα στο «αφράτο μάρμαρο» του κατωφλιού, αν η ιστορία κυλούσε διαφορετικά.
Όμως η γυναίκα, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι άλλωστε σε κάποια εποχή της ζωής τους, υπήρξε θύμα των ιδιοτροπιών της ιστορίας, που ήθελε τα πράγματα διαφορετικά. Έτσι, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, βρέθηκε σ' έναν τόπο που, σύμφωνα και πάλι με την ιστορία, θα 'πρεπε να είναι ο τόπος της· και ήταν, αλλά η γυναίκα δεν τον ένιωσε ποτέ έτσι. Αναζητούσε λοιπόν επίμονα την επιστροφή στο σπίτι όπου έζησε και αγάπησε και. το επιχειρούσε συχνά, μέχρι που και πάλι μια ιδιοτροπία της ιστορίας της στέρησε το λόγο που είχε για να επιστρέφει. Το σπίτι και το δέντρο καταστράφηκαν με τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο. Έτσι η γυναίκα δε θα είχε να βλέπει παρά ερείπια σε κάθε της επιστροφή. Αν μάλιστα σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και τις ιδιοτροπίες των ανθρώπων (σπιτονοικοκύρη, εργολάβων), που κατέστρεψαν ό,τι είχε απομείνει από το σπίτι, τότε διαπιστώνει εύκολα πόσο πολύ σχετίζεται και καθορίζεται από την ιστορική ροή η εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής.
ΚΕΙΜΕΝΟ
Ισμήνη Καπάνταη, Επτά φορές το δαχτυλίδι
I. Καπάνταη. Επτά φορές το δαχτυλίδι, εκδ. Εστία, Αθήνα 1995, α. 131. Η Τούλια, η ηρωίδα της ιστορίας που είναι τουρκοελληνικής καταγωγής, ταξιδεύει με το πλοίο «Θησέας» από το Αϊβαλί στην Ύδρα για να παντρευτεί το Γιωργή, γιο καπεταναίων. Το ταξίδι της γίνεται τη νύχτα της καταστροφής του Αϊβαλιού από τους Τούρκους.
…Το σκλαβωμένο γένος τον, το γένος το δικό τους και η Τούλια ανάμεσα στα όνο ώσπου ήρθε η ώρα η δική της να διαλέξει και πέρασε οριστικά από τη δική τους μεριά.
Η Τούλια η λινοβάμβακη (λέξη που υποδηλώνει τους μισούς μισούς, όσους δηλαδή είχαν δυο θρησκεύματα), με μάνα χριστιανή, μα από πατέρα Τούρκο, η μοσχαναθρεμμένη Τούλια, η ελπίδα και η χαρά του Εμίν Αγά, μισή από δω, μισή από κει, τη διάβηκε τη διαχωριστική γραμμή, όχι όταν τον ακολούθησε στο πλοίο επάνω τον «Θησέα», όχι, μόνο τη διάβαινε σιγά σιγά την ώρα που τα τουμπελέκια ακούγονταν « ντουμπ ντουμπ» μέσα στη νύχτα να χτυπούν από τα στρατόπεδα των Τούρκοι και ακόμα όταν διάβαζε το φόβο μέσα στα μάτια της θειας της, της αδελφής της μάνας της, σαν άκουσε πως έφθασαν τα ταγκαλάκια έξω από το Αϊβαλί, τη διάβαινε την ώρα που από μπρος τους πέρναγαν τα τρομαγμένα καραβάνια από τα γυναικόπαιδα που έφευγαν μακριά από τα σπίτια τους, μακριά από τον τρόμο του Τούρκου, του Τούρκου, όχι, δεν ήταν Τουρκάλα η Τούλια, το διάλεξε όταν έφυγε μαζί τον, το διάλεξε για μια ζωή. Καίγεται το Αϊβαλί, ακόμα τον μυρίζει τον καπνό, έκλαιγε η Τούλια όταν μπάρκαρε και κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της την καλάθα της με τη Λαϊλά, την άσπρη γάτα της, δεν έφευγε δίχως τη γάτα της η Τούλια, […] και έτσι συμφώνησε αναγκαστικά ο Γιωργής —να δούμε τι θα έλεγε άμα έβλεπε και τη γάτα η καπετάνισσα «και η γάτα ακόμα τούρκισσα;»— και έδεσαν πάνω από την καλάθα ένα μαντίλι και πέρασε οριστικά η Τούλια από τη δική τους τη μεριά.
- Πώς επηρεάζουν οι ιστορικές εξελίξεις τη ζωή της Τούλιας και πώς της ηρωίδας του εξεταζόμενου πεζογραφήματος; Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, κοινά σημεία στη στάση ζωής που επιλέγουν;
Αν και η περίπτωση των δυο ηρωίδων δημιουργεί αρχικά την εντύπωση ότι είναι παρόμοια, στην πραγματικότητα υπάρχουν διαφορές, γιατί στην περίπτωση της γυναίκας του εξεταζόμενου πεζογραφήματος οι ιστορικές συνθήκες υπήρξαν καθοριστικές, αφού αυτή υπέστη την ειδική σύμβαση της Συνθήκης της Λοζάννης, που προέβλεπε την ανταλλαγή πληθυσμών, αναγκάστηκε να αφήσει το πατρικό της σπίτι και ξεριζώθηκε από τον τύπο που αγάπησε. Αντίθετα, στην περίπτωση της Τούλιας οι ιστορικές εξελίξεις φαίνεται ότι ελάχιστα επηρέασαν τη ζωή της, αφού η Τούλια επέλεξε μόνη της την τύχη της, ακολουθώντας —αν και είχε πατέρα Τούρκο— τον Έλληνα Γιωργή, το γιο των καπεταναίων, στην Ύδρα, άσχετα από τις αντιρρήσεις της Υδραίας καπετάνισσας μητέρας του. Το γεγονός μάλιστα ότι η Τούλια έφυγε, αφήνοντας πίσω μια σίγουρη ζωή, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η καταστροφή του Αϊβαλιού από τους Τούρκους, μοιάζει σχεδόν συμβολικό και τονίζει ακόμα περισσότερο την αμετάκλητη και οριστική της απόφαση. Βέβαια, όπως η Τούλια επέλεξε τη μελλοντική ζωή της και πέρασε μόνη της τη διαχωριστική γραμμή, έτσι και η κόρη του μπέη, αν και δεν επέλεξε αυτή τον ξεριζωμό της, τουλάχιστον αποφάσισε, όσο τις επέτρεπαν οι όροι της συνθήκης, τις συχνές νοσταλγικές επιστροφές στον τόπο και στο σπίτι όπου μεγάλωσε και την επανατροφοδότηση της μνήμης της με εικόνες και αναμνήσεις από το παρελθόν.