Σεναριακές προσεγγίσεις λογοτεχνικών κειμένων

Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου «Ο μοτοσικλετιστής» (ΚΝΛ Γ Λυκείου)

Δε μιλώ για να μιλήσω Μιλώ για να μ' ακούσεις (Τα επακόλουθα, 1978)

Α. Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Από τον αναίμακτο λόγο στο λόγο του σώματος

Α’. Εργοβιογραφικά σημείωμα

  • Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου γεννήθηκε το 1930 από γονείς Μικρασιάτες στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Στην ίδια πόλη έκανε τις εγκύκλιες σπουδές της.
  • Εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1961 με την ποιητική συλλογή Ψυχή και τέχνη.
  • Ασχολείται με την ποίηση, την πεζογραφία και την κριτική, ενώ συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά: Γράμματα και τέχνες, Διαβάζω, Διαγώνιος, Εντευκτήριο, Λέξη, Νέα Πορεία, Οδός Πάνος, Παρατηρητής, Παραφυάδα, Ρεύματα, Τραμ.
  • Ποιήματά της βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες, ελληνικές και ξένες. Μεταφράσεις ποιημάτων της έχουν γίνει στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, πολωνικά, ρουμανικά, ισπανικά, σερβικά, ενώ διηγήματά της ανθολογήθηκαν σε γερμανικές εκδόσεις.
  • Ποιητικές συλλογές
    • 1961 Ψυχή και τέχνη
    • 1965 Διασταυρώσεις (Βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης)
    • 1968 Περίπτωση σιωπής
    • 1971 Μεγεθύνσεις
    • 1973 Αρμιλλάρια
    • 1975 Τα τοπία που είδα
    • 1978 Τα επακόλουθα
    • 1981 Θαλασσινό ημερολόγιο
    • 1985 Μετανάστες τον εσωτερικού νερού
    • 1993 Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών (Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου)
    • 1997 Το οκτασέλιδο τον Μπιλιέτον
    • 2001 Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995)
    • 2001 Σαλκίμ
    • 2006 Σεντόνια της αγρύπνιας
  • Πεζογραφήματα
    • 1998 Συνοικισμός σιδηροδρομικών
    • 1999 Στο δωμάτιο
    • 2002 Η παραίτηση (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών του Ιδρ. Πέτρου Χάρη)
    • 2005 Οι μικρές χαρές
  • Κείμενα κριτικής
    • 1999 Δοκίμια και δοκιμασίες

Α2. Η ενασχόληση με την πεζογραφία

«Κάποια στιγμή, προκειμένου να μιλήσω για βιωματικά πράγματα και γεγονότα, δε μου έφτανε ο τρόπος με τον οποίο τα εξέφραζε όλα αυτά η ποίηση και θέλησα να δώσω ευρύτερη μορφή στο γεγονός μέσα από την πεζογραφία. Ήταν κάτι αυθόρμητο, κάτι φυσιολογικό και μη σας φανεί παράξενο, αφού είναι πολλοί οι ποιητές που στρέφονται στην πεζογραφία" (από συνέντευξη της ποιήτριας στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος», 14-11- 2005) [βλ. και τους Θεσσαλονικείς ποιητές της ίδιας γενιάς Ντίνο Χριστιανόπουλο, Μάρκο Μέσκο, Ανέστη Ευαγγέλου, Πρόδρομο Μάρκογλου, Τόλη Νικηφόρου].

A3. Φιλολογική διευκρίνιση για τη συγκεντρωτική έκδοση Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995) (2001)

  • Έκδοση ιδιότυπη
  • Επιλέγει από ορισμένες συλλογές, ενο5 άλλες τις παραθέτει ολόκληρες. Αγνοεί ολότελα την πρώτη συλλογή.
  • Κρατάει 45 ποιήματα από ένα σύνολο 148 των επόμενων πέντε συλλογών της περιόδου 1965-1975.
  • Παραθέτει ολόκληρες τις συλλογές των χρόνων 1978-1993. S Καινούρια μορφή των επιλεγμένων κειμένων: Τάση σμίκρυνσης. Περικοπή μεγάλων ενίοτε, έως και των μεγαλύτερων, περιοχών του ποιήματος.
  • Παράλειψη και αναδιάταξη στίχων, φράσεων και λέξεων, δημιουργία ενοτήτων. Π.χ. (με πλάγια όσα παραλείπονται ή διαφοροποιούνται στην επανέκδοση):

Δεσμός

Σ' ανταμώνω φωνή που υπάρχεις

Πάνω απ' τη σιωπή τη μεγάλη

Καθώς από τη ρίζα σου φυτρώνεις

Ανθείς σε ξαφνικά καλοκαίρια

Σ' ανταμώνω φωνή που ευωδιάζεις.

Ανάμεσά μας κοιμάται ένας άγγελος

Με πρόσωπο ανθρωπινά ωραίο.

Δεν είμαστε μεις από τούτη τη γη

Από τούτη τη λύπη

Έχουμε τη δική μας χειρονομία

Που πάει με τα πουλιά

Με τα ουράνια νερά

Και διώχνει τα περιπλανώμενα

Αστροπελέκια.

(Περίπτωση σιωπής)

Δεσμός

Σ' ανταμώνω φωνή που υπάρχεις

Πάνω απ' τη σιωπή τη μεγάλη

Ανθείς σε ξαφνικά καλοκαίρια

Σ' ανταμώνω φωνή που ευωδιάζεις

Ανάμεσά μας κοιμάται ένας άγγελος

Με πρόσωπο ανθρωπινά ωραίο

Δεν είμαστε 'μεις απ' αυτή τη γη

Απ' αυτή τη λύπη

(Επιλογές και σύνολα 1965-1995)

Α4. Γραμματολογική ένταξη

  • Δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά («χαμένη», «γενιά του άγχους», «πολυφωνική», «απολιτική»):
  • Οι εν λόγω ποιητές γεννιούνται στα χρόνια (1930-1940/42) και δημοσιεύουν ανάμεσα στα 1950 και 1970 (κυρίως 1955-1965).
  • Ζουν κατά βάση την παιδική τους ηλικία στον καιρό της Κατοχής και της Αντίστασης και την εφηβική στον καιρό του Εμφυλίου.
  • Ανδρώνονται στη δεκαετία του 1950 (ανάπηρη δημοκρατία, ψυχρός πόλεμος).
  • Ανακόπτονται από τη δικτατορία του 1967 και την εμφάνιση της γενιάς του 1970.
  • Δεν έχουν ιδεολογικό πυρήνα που να τους συνέχει, όπως το κοινωνικό όραμα της προηγούμενης γενιάς («σκόρπια κατηγορία», κατά τον Αλέξανδρο Αργυρίου).
  • Ταξινόμηση θεματική: κοινωνική, ερωτική και φιλοσοφικο-υπαρξιακή,
  • Μαθητεία: Καρυωτάκης, Σεφέρης, Αναγνωστάκης.
  • Λόγος αντιλυρικός, που χαρακτηρίζεται από την αιχμηρότητα της έκφρασης.

Α5. Οι ποιητικές φάσεις της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Η κριτική επισημαίνει τη μαθητεία της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου στους ποιητές Γιώργο Σαραντάρη, Νίκο Καρούζο (Αντρέας Καραντώνης), Γιώργο Θέμελη (Κώστας Στεργιόπουλος, Ανέστης Ευαγγέλου) και Ζωή Καρέλλη (Ανέστης Ευαγγέλου), ενώ μοιράζει την ποιητική της δημιουργία σε δύο φάσεις/περιόδους: α. 1965-1975, β. 1978 κ.ε.

Πρώτη περίοδος: 1965-1975

  • (Διασταυρώσεις, Περίπτωση σιωπής, Μεγεθύνσεις, Αρμιλλάρια, Τα τοπία που είδα)
  • Χώρος υπαρξιακός εν γένει - νύχτα και σιωπή.
  • Η διαρκής αναζήτηση του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και η αντιμετώπιση του σώματος ως χώρου φιλοξενίας του πνεύματος.
  • Η πίστη στο φιλοσοφικό δυϊσμό οδηγεί στην προτεραιότητα του πνεύματος και κατά συνέπεια στην αγνόηση και. την υποβάθμιση των αναγκών του σώματος.
  • Αγωνίες, αμφιβολίες και ανησυχίες μεταφυσικές, ψυχικές διαθέσεις και καταστάσεις αντιφατικές. Ερωτισμός αόριστος, αναζήτηση του προσώπου, μοναξιά, θάνατος, οδύνη της ύπαρξης.
  • Έγκλειστη στο ατομικό της περίβλημα η ποιήτρια, σαν να φοβάται την έξω από το σπίτι ζωή, μονίμως απούσα από το βλέμμα του άλλου.
  • Προέχει «το ατομικό, η εξομολόγηση μιας προσωπικής αγωνίας και η ενδοσκόπηση» (Βάσος Βαρίκας, εφ. «Το Βήμα», 20-6-1971).

Δεύτερη περίοδος: 1978 κ.ε.

(7α επακόλουθα, Θαλασσινό ημερολόγιο, Μετανάστες τον εσωτερικού νερού, Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών, Το οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, Σαλκίμ, Σεντόνια της αγρύπνιας). Τα επακόλουθα: μεταιχμιακή συλλογή

  • Τηλέμαχος Αλαβέρας: «η θητεία της [Κέντρου-Αγαθοπούλου] στο υπαρκτικό και το όποιο μεταφυσικό ξεδίνει και σ' άλλες «όψεις», ανοίγοντας χαραματιές στο περιβάλλον, την κοινωνική συνθήκη, η οποία βέβαια πάντοτε την ενδιέφερε, αλλά σκιάζονταν από τις τόσες γεύσεις που της χαρίζονταν από εκείνες τις τότε «κατευθύνσεις» […] Τα επακόλουθα θα πρέπει να θεωρηθούν μάλλον σαν αφετηρία παρά σαν κλείσιμο- αφετηρία για ανοίγματα προς τα κοινωνικότερα και τα πιο συγκεκριμένα» [εφ. «Ελληνικός Βορράς» (20-9-1979)].
  • Τον οριακό χαρακτήρα της συλλογής, που συνίσταται στο πέρασμα από τη μεταφυσική στην εμπειρία, επισημαίνουν και οι Ανέστης Ευαγγέλου (1993-1994) και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (1999).
  • Η ποίηση δεν αντιμετωπίζεται μονάχα ως προσωπική υπόθεση αλλά και ως κοινωνική. Υπάρχει, για να εκφραζόμαστε αλλά και να επικοινωνούμε με τους άλλους:

Απ' την αρχή

Δε μιλώ για να μιλήσω

Να πω τη λέξη που δρόμο δεν έχει κανένα

Όπως τα παγωμένα βουνά

Που δεν κατέβηκαν ποτέ

Σε ζεστό περιβόλι

Να σπάσουν τη σιωπή τους

Βγάζοντας αίμα από την πέτρα τους

Δε μιλώ για να μιλήσω

Μιλώ για να μ' ακούσεις

  • Πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από το μεταφυσικό στο εμπειρικό πεδίο.
  • Τώρα υπάρχει γη και νερό, πρόσωπα και πράγματα απτά, έρωτας και θάνατος ένσαρκος.
  • Οι κοινές εμπειρίες και η καθημερινότητα. Πράγματα κοντινά, οικεία, «γυναικείου» ενδιαφέροντος, όπως τα κουμπιά, η μπουγάδα, η απόψυξη, γεύσεις, ήχοι, μυρουδιές.
  • Μνήμες της θάλασσας: Θλίψη γι' αυτό που τέλειωσε, για κείνους που χάθηκαν, για τις οριστικές ματαιώσεις. Η θάλασσα σαν κίνδυνος και απειλή παρά σαν κάθαρση και λύτρωση.
  • Το μακρινό παρελθόν: Εικόνες-μνήμες του μηχανοδηγού πατέρα, της μητέρας, του παππού, των παιδικών φιλενάδων.
  • Το κοντινό παρόν: Οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας, οι εργάτες των οδικών έργων, η κίνηση στο ταχυδρομείο, ο νεκρός μοτοσικλετιστής, οι τυφλοί στην παραλία.
  • Φθορά του έρωτα και φθορά του χρόνου, ο ίδιος ο θάνατος: Η ερωτική μοναξιά και η ερωτική αδυναμία λόγω ηλικίας, ο πεθαμένος γείτονας, η επίσκεψη στον τάφο της γιαγιάς, το εργατικό ατύχημα.
  • Εκσυγχρονισμός της σκηνοθεσίας στις τελευταίες συλλογές: To cafe- bar, στο οποίο η μουσική κι ο νεαρός σερβιτόρος δεν μπορούν να αλλάξουν την κακή διάθεση της ποιήτριας' η κινηματογραφική τεχνική της αργής κίνησης (slow motion), για να καθυστερήσει περισσότερο το τέλος της νιότης· η εξέταση από τον οφθαλμίατρο, που μπορεί να διερευνά το μάτι αλλά όχι και το βλέμμα της αλήθειας ή του ψεύδους· η επίσκεψη στο οδοντιατρείο, που γίνεται αφορμή για σκέψεις φιλοσοφικές.
  • Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου παρακολουθεί και σχολιάζει πιο πολύ το παρόν παρά το παρελθόν.

Α6. Η τεχνική

  • Το ποίημα, σύντομο, λιγότερο από μια σελίδα.
  • Συνειρμική ανάπτυξη (η διάθεση, το κλίμα, όχι το θέμα).
  • Στίχος ολιγοσύλλαβος.
  • Ρυθμός ομαλός και αβίαστος.
  • Κάθε στίχος αρχίζει με κεφαλαίο γράμμα, για να υπογραμμιστεί η αυτοτέλειά του.
  • Προτάσεις μικρές, ασύνδετα εκφερόμενες.
  • Απουσία στίξης.

Στη δεύτερη φάση:

  • Ισχυρότερη προφορικότητα.
  • Υψηλότερη συσπείρωση γύρω από το θέμα.

Β. ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ο μοτοσικλετιστής

Τι ν' απόγινε άραγε

Εκείνος ο θορυβοποιός

Της νύχτας

Καβάλα στο μηχανικό τον ζώο

Να κραδαίνει την άσφαλτο

Χωρίς φρένο

Να παίζει ώρα ύπνου

Με τις φρένες μας

Εδώ μέσα

Στο σακατεμένο κρανίο

 

Προχτές το μεσονύχτι

Που κοίταζα απ' το παράθυρο μου

Το νέο φεγγάρι

Άκουσα θόρυβο παράξενο

Να 'ρχεται από ψηλά

Και μου φάνηκε πως τον είδα

Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα

Να διασχίζει τους δρόμους τ' ουρανού

Κι απ' το σπασμένο καθρεφτάκι του

Να με κοιτάζει περίλυπος

 

Βγάλε μου σε παρακαλώ

Μια ωραία φωτογραφία

Να τη στείλω στο κορίτσι μου

Έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου

Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο

Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου

Θέλω να φαίνεται καλά

Το καινούργιο μου πέτσινο

Το σιδερένιο κράνος

Να διακρίνεται προπάντων

Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου

Και κείνο τον θανάτου

Το αναπόφευκτο

(Θαλασσινό ημερολόγιο, 1981)

Β1. Ενότητες Τρεις

1η ενότητα

Η αρχή του ποιήματος: Το ποίημα αρχίζει με μια απορία: Τι ν' απόγινε άραγε.

Τα πρόσωπα: Ο μοτοσικλετιστής και το συλλογικό «μας». Το πρώτο: θορυβοποιός της νύχτας, καβάλα στο μηχανικό τον ζώο, να κραδαίνει την άσφαλτο, Να παίζει ώρα ύπνου με τις φρένες μας. Το δεύτερο: Οι άνθρωποι της συνοικίας (ώρα ύπνου, σακατεμένο κρανίο). Θέλουν να ησυχάσουν, κουρασμένοι προφανώς από τη βιοπάλη.

Η πραγματικότητα: Τα παιδιά με τα μηχανάκια: μαρσαρίσματα, σούζες, φασαρία.

Η σχέση των προσώπων: Επίδειξη κάποιου ενδιαφέροντος από τη μεριά των ενοίκων προς το μοτοσικλετιστή μέσω της απορίας-έγνοιας για την τύχη του, ενώ έμμεσα δηλώνεται η σχέση ενόχλησης που προϋπήρχε ανάμεσα τους.

Ο χαρακτήρας της εικόνας: Η εικόνα είναι πραγματική, μια ανάμνηση, που συμπτύσσει πολλές τέτοιες νύχτες. Οπτική και ακουστική (θορυβοποιός, κραδαίνει).

2η ενότητα

Τα στοιχεία του σκηνικού: Προχτές το μεσονύχτι, παράθυρο, νέο φεγγάρι, θόρυβος παράξενος, άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα, ουρανός, σπασμένο καθρεφτάκι.

Τα πρόσωπα: Ο ποιητικός αφηγητής και ο μοτοσικλετιστής

Ο πρώτος: Ξεχωρίζει τώρα από το πλήθος (μας): κοίταξα, μου, άκουσα, μου φάνηκε, να με κοιτάζει.

Ο δεύτερος: Άγγελος στον ουρανό. Αντικατοπτρισμός της επίγειας εικόνας στον ουρανό. Άλλωστε οι ψυχές των νεκρών, κατά τη χριστιανική αντί- ληχμη, πηγαίνουν στον ουρανό. Περίλυπος, καθότι νεκρός,

Η εξέλιξη της σχέσης: Αναπτύσσεται μια διακριτική σχέση συμπάθειας ανάμεσά τους.

Ο χαρακτήρας της εικόνας: Εικόνα φανταστική (άγγελος με τη μοτοσικλέτα στον ουρανό). Στην αφετηρία της πραγματική (Προχτές το μεσονύχτι, παράθυρο, φεγγάρι). Οπτική και ακουστική (θόρυβο, διασχίζει).

3η ενότητα

Αιφνιδιασμός-έκπληξη: Ο λόγος εισάγεται αιφνιδιαστικά, διακόπτοντας την αφήγηση. Η εισαγωγή αυτή ανατρέπει καταρχήν τις αναγνωστικές προσδοκίες, προκαλώντας έκπληξη, δημιουργεί ένα κλίμα οικειότητας ανάμεσα στον ποιητικό αφηγητή και τον ήρωα και ζωντανεύει τον τελευταίο στα μάτια του αναγνώστη. Οφείλεται προφανώς στη ζωηρή συγκίνηση που νιώθει ο ποιητικός αφηγητής από το θάνατο του παλικαριού και γι' αυτό θέλει να το επαναφέρει στη ζωή.

Το αίτημα του μοτοσικλετιστή: Να τον βγάλει ο ποιητικός αφηγητής μια φωτογραφία, για να τη στείλει στο κορίτσι του.

Η αυτο-περιγραφή του ήρωα: Έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου / Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο / Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου / Θέλω να φαίνεται καλά / Το καινούργιο μου πέτσινο / Το σιδερένιο κράνος / Να διακρίνεται προπάντων / Ο ίλιγγος στο πρόσωπο μου / Κι εκείνο του θανάτου / Το αναπόφευκτο

Περιγράφει τον εαυτό του γενναίο και ωραίο, έτσι όπως θέλει να τον θυμάται το κορίτσι του, γι' αυτό και την περιγραφή διακρίνει ένας ερωτισμός (φωτογραφία για το κορίτσι, σγουρά μαλλιά), ενώ στο πρόσωπο του θέλει να φαίνεται κυρίως η ψυχική αναταραχή και η προσήμανση του με βεβαιότητα επερχόμενου θανάτου.

Η προσήμανση εξηγείται, μονάχα αν σκεφτούμε ότι μιλάει ο νέος, αλλά υπαγορεύει το λόγο ο αφηγητής. Με άλλα λόγια, στη σύνθεση του πορτρέτου παρεμβαίνει ο ποιητικός αφηγητής, ο οποίος, ωριμότερος από το νέο λόγω ηλικίας, δεν μπορεί να μην υποδείξει στον αναγνώστη και ειδικά στον αναγνώστη-νέο τον κίνδυνο που απειλεί τον απερίσκεπτο μοτοσικλετιστή.

Το τρίτο πρόσωπο: Το κορίτσι: Όλα γίνονται, για χάρη του -όχι μονάχα η φωτογραφία αλλά πιθανότατα και η άτακτη οδήγηση, που φέρνει το θάνατο. Το αρσενικό κάνει τα πάντα, για να κερδίσει το θηλυκό, ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνει. Ουσιαστικά το απόν πρόσωπο κινεί το μύθο.

Η εικόνα: Οπτική και φανταστική, μια ψευδαίσθηση.

Β2. Παρατηρήσεις σε ολόκληρο το ποίημα

  • Στίχος ελεύθερος, ολιγοσύλλαβος.
  • Λόγος μακροπερίοδος, άστικτος.
  • Ισχυρή εικονοποιία: Οπτικές και ακουστικές εικόνες, πραγματικές και φανταστικές.
  • Ενδιαφέρουσες φραστικές συνάψεις / μεταφορές: μηχανικό ζώο (= μοτοσικλέτα), να κραδαίνει την άσφαλτο (να σείει, μαρσάροντας εκκωφαντικά), σακατεμένο κρανίο (από την κόπωση της μέρας).
  • Παιχνίδι με τις λέξεις: φρένο-φρένες (παρήχηση) [frenum-I = χαλινάρι, ιταλ. freno - (Η φρην -ενός) φρένες (φράσεις-απολιθώματα: έξω φρενών, έχει σώας τας φρένας)].
  • Κοινό λεξιλόγιο και πράγματα απλά, καθημερινά: απόγινε, καβάλα, μεσονύχτι, μοτοσικλέτα, καθρεφτάκι, βγάλε μου, χειρόφρενο, πέτσινο, κράνος.
  • Περιστατικό συνηθισμένο, με θλιβερή κατάληξη, που αφορά πολλά παιδιά των ημερών μας.

Β3. Ερωτήσεις

  • Το ποίημα αποτελείται από τρεις εικόνες. Ποιες είναι αυτές, τι απεικονίζει η καθεμιά και σε ποιο επίπεδο συμβαίνουν (στο πραγματικό, στο φανταστικό και στα δύο αυτά);
  • Ποιες διαστάσεις παίρνει ο μοτοσικλετιστής στη φαντασία της ποιήτριας;
  • Ποιο συναίσθημα διακατέχει την ποιήτρια, πώς το εκφράζει και πώς κατορθώνει να μας συγκινήσει; (Οι ερωτήσεις 1-3 είναι του σχολικού βιβλίου)
  • «Η ποιήτρια δεν έχει -και δεν προσποιείται ότι έχει- να ανακοινώσει συγκλονιστικά βιώματα ή να μιλήσει για σπάνιες, μοναδικές, έξω απ' τα κοινά μέτρα καταστάσεις», γράφει ο Σπύρος Τσακνιάς. Επιβεβαιώνεται η άποψη αυτή στο συγκεκριμένο ποίημα;
  • Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου διακρίνεται για τα ταπεινά πράγματα που εισάγει στο ποίημα, για την ακρίβεια της έκφρασης και την απλότητα της ωριμότητας. Να δείξετε τα χαρακτηριστικά αυτά με δύο παραδείγματα για το καθένα.
  • Να σχολιάσετε σε δύο παραγράφους την τελευταία ενότητα του κειμένου («Βγάλε μου… το αναπόφευκτο»).
  • Να σχολιάσετε τις μεταφορές: «μηχανικό ζώο», «να κραδαίνει την άσφαλτο», «σακατεμένο κρανίο».
  • Να συγκρίνετε τους κεντρικούς ήρωες στα ποιήματα της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου «Ο μοτοσικλετιστής» και «Πετάει πετάει ο ποδηλάτης».
  • Πώς βλέπουν οι αφηγητές τους μοτοσικλετιστές στο ποίημα «Ο μοτοσικλετιστής», στο τραγούδι «Κουρσάρος» και στο απόσπασμα από το πεζογράφημα του Γιώργου Ιωάννου «Μοτοσικλέτας εγκώμιο»;
  • Να γίνει συγκριτικός σχολιασμός του ποιήματος «Ο μοτοσικλετιστής» με αυτό του Μίλτου Σαχτούρη «Ο βυθός».
  • Με ποιο τρόπο συμπεριφέρονται οι μοτοσικλετιστές στο ποίημα της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου «Ο μοτοσικλετιστής» και στο απόσπασμα από το διήγημα του Τάσου Καλούτσα «Οι σούζες»;

Αδίδακτα κείμενα

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, «Πετάει πετάει ο ποδηλάτης»

Πατάει πεντάλι ο νεαρός

Ήλιοι φεγγάρια πίσω του τον γαβγίζουν

Λαμπερό κατρακύλι ο μπαγάσας

Και μέριασε πέτρα να διαβώ

Κυλούν τρελά οι ακτίνες τυφλώνουν τα πέριξ

Οι τυφλοί τον βλέπουν οι έρμοι

Τον ακούνε οι κουφοί το μάγκα

Ντριν ντριν μέριασε κόσμε

Σκορπάει τη σκόνη απ' το μαύρο σύννεφο

Ο μέγας ποδηλάτης στον ίλιγγο μετράει – χα

Ζήτω χαρές και να βρέχει τον κερατά

Σούζα το φίδι το άλογο

Σούζα το δέντρο ο περιπτεράς

Πού σκόνταψε άξαφνα ο θρίαμβος

Πώς γλίστρησε το πέδιλο στα νερά

Στην έρημη πλατεία μια σιωπή γυαλιστερή

Τέρμα τα κόλπα οι επιδείξεις θαυματοποιέ

Τέρμα τα δίφραγκα μεγάλε

Αύριο χειρουργείο συνεργείο αύριο τίποτε

«Κουρσάρος»

Στην άσφαλτο κουρσάρος

με καράβι τη μοτοσικλέτα,

παντιέρα το μπουφάν το πλαστικό.

Στα δεκαοχτώ σου έσπασες τα φρένα,

ταξιδεύεις για ταξίδια άλλα.

Κυκλοφοράς μονάχα φτιαγμένος,

ο κόσμος όλος χίλια κυβικά.

Είσαι αγριεμένος,

είσαι κουρασμένος,

έχεις τη ζωή στη σέλα σου γραμμένη.

Για κάποιο φόνο είσαι γεννημένος.

Από παρέες τριγυρισμένος,

δεν τους φοβάσαι, δε σ' αγαπούν.

Και η ζωή να περνάει λαθραία,

μα εσύ φοβάσαι,

φοβάσαι να κοιμηθείς

και το ταξίδι ξαναρχίζεις.

Το δάχτυλο στο φρένο κοκαλωμένο,

μια στάλα αίμα στο μπουφάν σου,

πλάι στα χίλια,

στα χίλια κυβικά σου,

πλάι στα χίλια κυβικά σου.

Μονάχος χάραμα,

χάραμα στη λεωφόρο

και περιμένεις ασθενοφόρο

από τις τρεις και δέκα σκοτωμένος.

Μίλτος Σαχτούρης, «Ο βυθός»

Ένας ναύτης ψηλά

στα κάτασπρα ντυμένος

τρέχει μες στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ' τη γης

με τα κόκκινα μάτια

λέει ένα τραγούδι

που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι

φτάνει ως το καράβι

φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

Γιώργος Ιωάννου, «Μοτοσικλέτας εγκώμιο»

Περπατώ στους δρόμους και κάθε τόσο ενθουσιάζομαι, «Θεέ μου» λέω «γιατί να μη μας δίνεις περισσότερη ζωή και νιάτα;» Όσο βαριά στεναχώρια κι αν έχω, μ' ένα καλό περπάτημα σε δρόμους εγγυημένους αλαφρώνει. Προσπαθώ, συνήθως, να κλείσω το βράδυ μου γυρνώντας στο σπίτι από την Εγνατία. Πολλές φορές, κι όταν ακόμα δε μου ταιριάζει το δρομολόγιο, λοξοδρομώ προκειμένου να περάσω από κει. Και γιατί τάχατες να βιάζομαι να φτάσω στο σπίτι; Τι το σπουδαίο έχω να κάνω; Εκείνη την ώρα, βέβαια, πολλή κίνηση σε πεζούς ο δρόμος δεν έχει. Εκτός κι αν συμβαίνει κανένα έκτακτο γεγονός: ματς ή κινητοποίηση. Κάτι άλλο υπάρχει όμως που μου παίρνει την ψυχή. Είναι οι πολλές μοτοσικλέτες που περνούν τρέχοντας αστραπιαία, ιδίως προς τα δυτικά, θαρρείς για να προλάβουν αυτοί που τις κυβερνούν τον έρωτα ή τον ύπνο. Κοντοστέκομαι στο πεζοδρόμιο θαυμάζοντας. «Όπου και να χτυπήσουν, θα τραυματιστούν», συλλογιέμαι. Κι αυτό δεν το λέω ούτε με φόβο, ούτε, φυσικά, με οίκτο, αλλά σχεδόν με βαθύ σεβασμό. Άλλωστε, κι αυτοί καλά ξέρουν τους κινδύνους. Πιάνω θέση δίπλα σε φανάρι της τροχαίας, περιμένοντας δήθεν για να περάσω. Όταν ανάβει το κόκκινο, όλοι μαζί σταματούν, ακόμα και μπροστά μου. Είναι συνήθως συμπαθέστατοι και πάντα γεροδεμένοι. Άλλοι είναι χωρικοί, κι άλλοι δικά μας σαΐνια, εργάτες. Ξέρω καλά τι έκαναν και πού τώρα πηγαίνουν. Γι' αυτό γυρνούν στα σπίτια τους σα μεθυσμένοι, κρατώντας γερά στα σκέλια τους τις μηχανές. Δεν τους περιμένει εκεί ούτε ξεραΐλα ούτε και μοναξιά.

Αυτό το πράγμα, μάλιστα - πολύ θα το 'θελα. Αυτό τ' αλλάζω με την τωρινή μου μοίρα. Με μια βαριά μοτοσικλέτα ν' αλωνίζω πόλη και προάστια. Να περνώ σαν τη σαΐτα και να σταυροκοπιούνται με δέος όλοι οι νοικοκυράκηδες. Κι από πίσω να 'ρχεται μ' ορυμαγδό όλη η παρέα. Να ξεπεζεύουμε όπου μας κάνει κέφι, είτε στα πάρκα είτε στα σκυλάδικα, παραμερίζοντας σκληρά καθετί που εμποδίζει και πνίγει τους ανθρώπους που έχουν δυνάμεις για ξόδεμα.

Τάσος Καλούτσας, «Οι σούζες»

Κόντευε τους δεκαπέντε γύρους. Κατέβασε το φερμουάρ της φόρμας του. Η φανέλα του μούσκεμα, κολλημένη πάνω στο πετσί του. Όταν πλησίαζε στο αυτοκίνητο, η γυναίκα του έκανε μια ανυπόμονη χειρονομία. Στα μάτια της διάβασε φόβο. Ωστόσο επέμενε. Διασταυρώθηκε πάλι με το νεαρό, που επιχειρούσε σούζα με ανατριχιαστικό σκορτσάρισμα. Τον κατάπιε ένα σύννεφο σκόνης. Έπειτα τον είδε που πήρε παραμάζωμα διαγώνια το γήπεδο και τινάχτηκε ψηλά στο ανάχωμα. Η μοτοσικλέτα γλίστρησε μέσα από μια στενή λουρίδα γης, διέγραψε μια θεαματική καμπύλη και προσγειώθηκε χοροπηδώντας στ' αγριόχορτα. Οι άλλοι ζητωκραύγασαν. Αυτός αρκέστηκε να σαλέψει το κεφάλι του.

Το επανέλαβε άλλες δύο φορές. Ο άντρας σκεφτόταν με θλίψη το μικρό κοριτσάκι, που τα μάτια του έδειχναν απογοητευμένα. Της είχε υποσχεθεί ένα ευχάριστο απόγευμα, θα ήταν προτιμότερο ίσως να φεύγανε. Το φως αδυνάτιζε στη θαμπή ατμόσφαιρα. Συμπλήρωνε όμως δεκαεφτά γύρους -το ατομικό ρεκόρ, να πούμε, είχε καταρριφθεί πια- κι είχε ακόμη απόθεμα δυνάμεων. Υπολόγιζε άλλους δυο, έτσι μαλακά, στο ρελαντί. Όμως αυτό που ξαφνικά μεγάλωνε την κακοκεφιά του, όσο κι αν φανεί παράξενο, ήταν που εκείνο το αγόρι το φώναζαν Στηβ. Ωραίο και ψηλόκορμο παλικάρι, λεβεντόπαιδο, σκέφτηκε ο άντρας, και το φώναζαν Στηβ. Ίσως ήταν λάθος να κρίνει απ' την εμφάνιση, αλλά του φάνηκε πως αρκούσε αυτό, για να καταλάβει τι κρυβόταν πίσω από τούτο το άχαρο, ξενικό όνομα. Και τι κινδύνευε σχεδόν οριστικά να χαθεί.

Την τέταρτη φορά, με ξέφρενο σπινιάρισμα, χίμηξε καταπάνω του και τον

ανάγκασε να τραβηχτεί, έκπληκτος, στα πλάγια. Καλπάζοντας, σαν άλογο αφηνιασμένο, η μηχανή κατευθυνόταν προς το ανάχωμα. Ο άντρας στάθηκε ασάλευτος· τον κόπηκε κάθε διάθεση και, χαμηλώνοντας το βλέμμα του, προχώρησε μουδιασμένα προς το αυτοκίνητο. Μπήκε μέσα, βρόντηξε την πόρτα κι έβαλε μπρος. Ο άλλος πραγματοποιούσε πέρα μακριά το ριψοκίνδυνο σάλτο τον, παραλίγο όμως να φάει τα μούτρα τον. Ο άντρας είχε επισημάνει σ' εκείνο το σημείο την άκρη ενός θαμμένον σωλήνα να προεξέχει και υπέθεσε πως είχε σκοντάψει πάνω του. Τη γλίτωσε κι αυτή τη φορά, σκέφτηκε.

Συναντήθηκαν εκεί που το μονοπάτι έπαιρνε ν' ανηφορίζει. Κόβοντας ταχύτητα, του δόθηκε η ευκαιρία να παρατηρήσει από κοντά τα μάτια τον: γυάλιζαν από σκληρότητα· και, φυσικά, ο νεαρός δεν θα τον άφηνε να διαβεί πρώτος απ' το στενό πέρασμα. Μ' ένα απότομο τίναγμα, πέρασε σύρριζα από το αυτοκίνητο, βγάζοντας ξαφνικά -αυτός ο τόσο μουλωχτός μέχρι τώρα- μιαν άγρια πολεμική κραυγή, που απλώθηκε στον αέρα σαν παράξενη ιαχή θριάμβου. Προσέχοντας σε πρώτο πλάνο, μέσα απ' τον καθρέφτη τον αυτοκινήτου, το μελαγχολικό προσωπάκι του παιδιού, τον παρακολουθούσε να ξεχύνεται ολοταχώς, αλαλάζοντας, κατευθείαν προς την ομάδα των άλλων, που χοροπηδούσαν σαν νευρόσπαστα στο βάθος.

Καθώς απομακρυνόταν πια ο άντρας, μισόκλεισε τα μάτια, ενώ η εικόνα ολοκληρωνόταν στη φαντασία τον: συνεχίζοντας το δρόμο της η μαινόμενη ανθρώπινη βολίδα, έβρισκε το στόχο της κι έσκαγε, σαν πραγματικός καμικάζι, στο μουντό ξεψυχισμένο απόγευμα.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ

  • Αλαβέρας Τηλέμαχος, εφ. «Ελληνικός Βορράς» (11-3-1971) [Μεγεθύνσεις].
  • Αλαβέρας Τηλέμαχος, εφ. «Ελληνικός Βορράς» (2-5-1974) [Αρμυλλάρια].
  • Αλαβέρας Τηλέμαχος, εφ. «Ελληνικός Βορράς» (20-9-1979) [Τα επακόλουθα].
  • Βαρίκας Βάσος, εφ. «Το Βήμα» (20-6-1971) [Μεγεθύνσεις].
  • Γεωργιάδης Θανάσης, περ. Νέα Πορεία (Λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης), εκτός σειράς, 3 (Ιούνιος 1988) 203.
  • Ευαγγέλου Ανέστης, περ. Εντευκτήριο 25 (Χειμώνας 1993-1994) 106-109 [Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών],
  • Ηλιόπουλος Χρίστος, περ. Μανδραγόρας 6-7 (Ιανουάριος-Ιούνιος 1995) 84-85 [Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών].
  • Καλαμαράς Βασίλης, περ. Διαβάζω 55 (Αύγουστος 1982) 93-94 [Θαλασσινό ημερολόγιο].
  • Καλαμαράς Βασίλης, περ. Διαβάζω 328 (2-2-1994) 108 [Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών].
  • Καραβασίλης Γιοίργος Κ., περ. Διαβάζω 149 (31-7-1986) 61, 63 [Μετανάστες του εσωτερικού νερού],
  • Καραντώνης Αντρέας, περ. Νέα Εστία 1011 (15-8-1969) 1198-1199 [Περίπτωση σιω-πής]
  • Καραντώνης Αντρέας, περ. Ραδιοπρόγραμμα 174 (Απρίλιος 1966) 17-23 [Διασταυρώσεις],
  • Καραντώνης Αντρέας, περ. Ραδιοτηλεόραση 84 (9/25-9-1971) 88 [Μεγεθύνσεις].
  • Καρατζόγλου Γιάννης, Η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Σχέδιο μελέτης, Ανάτυπο του περιοδικού Νέα Εποχή, Λευκωσία 1978, σ. 34.
  • Κοσματόπουλος Αλέξανδρος, περ. Εντευκτήριο 53 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2001) 29- 31.
  • Κουβαράς Γιάννης, εφ. «Η Κυριακάτικη Αυγή» (15-10-2006) [Σεντόνια της αγρύπνιας].
  • Κουγιουμτζή Μαρία, περ. Εντευκτήριο 4 (Σεπτέμβριος 1988) 111-113 [Μετανάστες του εσωτερικού νερού].
  • Κουγιουμτζή Μαρία, περ. Εντευκτήριο 56 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2002) 114-116 [Σαλ κίμ]
  • Λαζαρίδης Σπύρος, Η μοτοσικλέτα στην ελληνική λογοτεχνία, 1998 (1987).
  • Λαμπρινός Χρ., εφ. «Μακεδονία» (28-11-1981) [Θαλασσινό ημερολόγιο].
  • Μανουσάκης Γιοίργης, περ. Νέα Εστία 1760 (Οκτώβριος 2003) 492-395 [Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995)].
  • Ορφανίδης Κώστας, εφ. «Πρωινή» [Καβάλα] (27-3-1966) [Διασταυρώσεις].
  • Παντελιά Στυλιανή, περ. Πόρφυρας 104 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002) 303-306 [Σαλ- κίμ].
  • Παπαγεωργίου Κώστας Γ., περ. Γράμματα και Τέχνες 85 (Οκτώβριος-Φεβρουάριος 1999) 4-6.
  • Παπακωνσταντίνου Δημήτρης Κ., εφ. «Τα Σημερινά» (11-9-1971) [Μεγεθύνσεις],
  • Παυλάκου Δήμητρα, εφ. «Η Αυγή» (20-3-1994) [Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών].
  • ΓΙετρόπουλος Γιώργος, περ. Διαβάζω 347 (30-11-1994) 24 [Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών].
  • Σ.[οφιανός] Κ.[ώστας], περ. Πλανόδιον 21 (Δεκέμβριος 1994) 596-597 [Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών].
  • Σοφιανός Κώστας, περ. Πλανόδιον 35 (Δεκέμβριος 2002) 413-422.
  • Σταματίου Κώστας, εφ. «Τα Νέα» (2-6-1979) [Τα επακόλουθα].
  • Στεργιόπουλος Κώστας, περ. Εποχές 38 (Ιούνιος 1966) 62 [Διασταυρώσεις],
  • Τσακνιάς Σπύρος, περ. Γράμματα και Τέχνες 2 (Φεβρουάριος 1982) 23 [Θαλασσινό ημερολόγιο],
  • Φραντζή Άντεια («Ο Χαρτοκόπτης»), περ. Αντί 739 (1-6-2001) 62-63 [Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995)].
  • Φωστιέρης Αντώνης, περ. Τομές 1 (Ιούνιος 1976) 59 [Τα τοπία που είδα],
  • Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, εφ. «Η Αυγή» (8-6-1986) [Μετανάστες του εσωτερικού νερού].
  • Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, περ. Αντί 324 (15-8-1986) 31.