Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»

Στοιχεία που αφορούν στο συγγραφέα, λογοτεχνικό περιβάλλον και λοιπά γραμματολογικά στοιχεία:

1. Ποιες αντιλήψεις του ποιητή για την Ποίηση εκφράζονται στο ποίημα;

Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο της ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι, να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας. Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος, τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να την φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν μια πόρτα ανοιχτή.

«Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλάει για την ποίηση και το έργο του», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ-Μάιος 1998, σ.24-26

Ο Παυλόπουλος έχοντας υπηρετήσει για χρόνια την ποίηση κατανοεί τη δυσκολία που υπάρχει αφενός στο να οριστεί η τέχνη αυτή κι αφετέρου στο να δημιουργηθεί ένα αξιόλογο ποιητικό έργο. Παρά την προσπάθεια του ποιητή, κάθε ποιητή, κάποιες φορές το έργο που προκύπτει δεν είναι παρά μια ατελής απόπειρα ή όπως θα το αποκαλούσε ο Παυλόπουλος, ένα Αντικλείδι. Η ουσία της ποίησης συχνά διαφεύγει, παρά την ύπαρξη καλών προθέσεων από τη μεριά του δημιουργού ή του απλού αναγνώστη. Ο Παυλόπουλος διακρίνει αυτούς που προσεγγίζουν την ποίηση σ’ εκείνους που κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν και σ’ εκείνους που βλέπουν μα συνειδητοποιούν ότι η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι άνθρωποι που δεν μπορούν να κατανοήσουν τη μαγεία της ποίησης και που ποτέ δεν ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή, ενώ στη δεύτερη ανήκουν εκείνοι που νιώθουν την αξία της ποίησης και που επιχειρούν να εκφραστούν μέσω αυτής.

Η πόρτα της ποίησης επομένως είναι ανοιχτή, καθώς η ποίηση είναι πάντοτε εκεί για να μας προσφέρει την αισθητική απόλαυση, τον προβληματισμό και τη χαρά της δημιουργίας. Η πόρτα της ποίησης, παράλληλα, είναι κλειστή καθώς τα μυστικά της ποιητικής δημιουργίας δεν μπορούν να αποκαλυφθούν όσο κι αν προσπαθεί κανείς. Η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιος εύκολος τρόπος για να μπορέσει κάποιος να φτάσει στα ύψη αυτής της τέχνης ή έστω να φτάσει στο σημείο να μπορεί να δηλώνει ποιητής.

Όπως ο Καβάφης δηλώνει «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως» θέλοντας να τιμήσει την τέχνη του και να εκφράσει την ιδιαίτερη αξία που έχει η ποίηση στη ζωή του, έτσι και ο Παυλόπουλος με τα Αντικλείδια έρχεται να αποδώσει φόρο τιμής στην τέχνη του και να εκφράσει τις δυσκολίες που βίωσε ως τεχνίτης του λόγου στην προσπάθειά του να κατακτήσει την τέχνη του.

2. Ποια γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του Γιώργη Παυλόπουλου προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποίημα;

Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου είναι φτιαγμένη με απλά υλικά, ο ποιητής αυτός δεν επιδίδεται σε λυρικά λεκτικά παιχνίδια, προτιμά να περάσει με τους στίχους του ένα μήνυμα, όσο απλό κι αν είναι αυτό ή να δημιουργήσει ένα μικρό αίνιγμα για τον αναγνώστη. Ο Παυλόπουλος είναι λιτός στη γραφή του καθώς γνωρίζει καλά πως ακόμη και με τις πιο απλές λέξεις μπορούν δημιουργηθούν αξιόλογα ποιήματα, αρκεί το περιεχόμενο του ποιήματος να είναι ικανό να διεγείρει τη φαντασία και τη σκέψη του αναγνώστη.

Στα Αντικλείδια ο Παυλόπουλος μας προσφέρει τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της γραφής του, λιτότητα στην έκφραση, φυσικότητα του ποιητικού λόγου, κυριαρχία του πεζολογικού τόνου και μια παραστατική απόδοση της σκέψης του που επιτυγχάνεται μέσω του συμβολισμού. Παράλληλα, ο ποιητής επιδίδεται σε μια αγαπημένη του τακτική η οποία συνίσταται στη δημιουργία ενός αντιφατικού συνδυασμού που παγιδεύει τη σκέψη του αναγνώστη σε μια κυκλική πορεία όπου δεν υπάρχει μια σαφής διέξοδος. Η πόρτα της ποίησης είναι ανοιχτή, αλλά μάταια θα επιχειρήσει κανείς να τη διαβεί καθώς τελικά είναι -και πάντοτε ήταν- κλειστή. Ο ποιητής αρέσκεται στο να προβάλλει τις εύλογες αντιφάσεις της ζωής και τη τέχνης μέσα από τέτοιους παράδοξους συνδυασμούς. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό το στοιχείο είναι και το υπέροχο ποίημά του «Το παιδί και οι ληστές»:

Το παιδί και οι ληστές

Ήταν ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του/πλαγιάζανε τις νύχτες δύο ληστές./Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους/άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια./Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε να τον κάνουμε ληστή./Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια/να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή./Κάθε νύχτα το παιδί τρελό απ’ το φόβο του/μες από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους/τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της./Κι εκείνη το ‘παιρνε και το χάιδευε./το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι:/Ήταν ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του/πλαγιάζανε τις νύχτες δύο ληστές./Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους/άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια./Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε να τον κάνουμε ληστή./Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια/να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή./Κάθε νύχτα το παιδί τρελό απ’ το φόβο του/μες από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους/τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της./Κι εκείνη το ‘παιρνε και το χάιδευε./το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι:/Ήταν ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του/πλαγιάζανε τις νύχτες δύο ληστές…

Ο ποιητής παγιδεύει τον αναγνώστη του σ’ έναν αέναο κύκλο όπου η αρχή συμπίπτει με το τέλος και το τέλος με την αρχή, θέλοντας να δηλώσει την άρρηκτη σχέση μεταξύ των πραγμάτων αλλά και τη συνύπαρξη αντιφάσεων σε κάθε κατάσταση της ζωής.

Στα Αντικλείδια γίνεται σαφής η πρόθεση του ποιητή να προβληματίσει τον αναγνώστη επισημαίνοντας τη διττή φύση της ποίησης, η οποία αν και είναι πάντοτε διαθέσιμη ως μέσο έκφρασης δεν είναι ποτέ προσβάσιμη, υπό την έννοια ότι είναι δύσκολο να κατακτηθεί η τέχνη αυτή.

Πέρα πάντως από την ειδικότερη νοηματική διάσταση του ποιήματος, μπορούμε να διακρίνουμε την ιδιαίτερη χρήση του συμβόλου της πόρτας, στο οποίο ο ποιητής παίζει με την παράλληλη δυνατότητα μιας πόρτας να ανοίγει και να κλείνει. Το σύμβολο αυτό βοηθά τον ποιητή να εκφράσει την άποψή του για την ποίηση με τρόπο παραστατικό και σαφή.

Εύκολα διακρίνει κανείς στην ποίηση του Παυλόπουλου την επίδραση του καβαφικού κόσμου, τόσο στη χρήση των συμβόλων όσο και στην πεζολογική έκφανση του ποιητικού λόγου. Ο Παυλόπουλος δημιουργεί, όπως και ο Καβάφης, ποίηση με πεζολογικά εκφραστικά μέσα, καθώς σκοπός του ποιητή δεν είναι η δημιουργία λυρικών εικόνων ή η απόλαυση του λεκτικού πλούτου και των ηχητικά καλαίσθητων συνδυασμών, σκοπός του είναι η απόδοση ενός μηνύματος που ο ποιητής θεωρεί σημαντικό για τον αναγνώστη. Διαβάζοντας τα Αντικλείδια έχουμε την αίσθηση πως ακούμε τον ποιητή να μας απευθύνει το λόγο, να μας εξηγεί τις θέσεις του σχετικά με την ποίηση και να μοιράζεται μαζί μας τους προβληματισμούς του. Το ποίημα αυτό του Παυλόπουλου κινείται στα όρια του καθημερινού λόγο, όχι γιατί ο ποιητής δεν μπορεί να στηρίξει μια λυρικότερη έκφραση, αλλά γιατί επιθυμεί κυρίως να ακουστεί η σκέψη του χωρίς να καλύπτεται από περιττούς λεκτικούς ακκισμούς. Η ποίηση, άλλωστε, όπως μας έχει διδάξει και ο Καβάφης μπορεί να γεννηθεί ακόμη και μέσα από μια διατύπωση σχεδόν αντιποιητική. Η απλότητα άλλωστε στο λόγο του Παυλόπουλου δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απλότητα του μεταδιδόμενου μηνύματος, καθώς οι προβληματισμοί του Παυλόπουλου συχνά προχωρούν πέρα από το προφανές και το εύλογο, δυσκολεύοντας έτσι τις επιφανειακές προσεγγίσεις.

Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευσης μιας κρίσης με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου (υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες, επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης):

1. Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που «αφηγείται»;

Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου είναι κυρίως αφηγηματική καθώς η συνήθης τάση του ποιητή είναι να περνά το μήνυμά του μέσα από την οπτική γωνία ενός αφηγητή που μας διηγείται την ιστορία του ή μια ιστορία. Τα ποιήματά του, επομένως, αποτελούν σύντομες διηγήσεις, όπου συναντάει κανείς μια υποτυπώδη πλοκή και αρκετά ενδιαφέρουσες ανατροπές. Τις ιστορίες του μάλιστα ο ποιητής της παρουσιάζει συνήθως υπό τη μορφή εικόνων ή κινηματογραφικών πλάνων, φροντίζοντας να μας καθοδηγεί κάθε φορά στη δημιουργία της κατάλληλης εικόνας, ώστε να δούμε το ξεδίπλωμα της ιστορίας όπως ο ίδιος το έχει πλάσει στη σκέψη του. Είναι ενδιαφέρον παράλληλα το γεγονός ότι ο Παυλόπουλος δεν επιδιώκει να μεταφέρει την ιστορία του με τη χρήση ενός αμιγώς λυρικού λεξιλογίου, απεναντίας προτιμά τις απλές καθημερινές λέξεις, δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση οικειότητας στον αναγνώστη. Στα Αντικλείδια συναντάμε στίχους όπως: «κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι», στους οποίους κυριαρχεί η καθημερινή φράση και το ύφος είναι περισσότερο πεζολογικό παρά ποιητικό. Σημασία, άλλωστε, για τον ποιητή έχει να περάσει το μήνυμά του και όχι να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με τη λεξιλογική του εμβρίθεια και τη δυνατότητά του να χειρίζεται τον ποιητικό λόγο. Ο Παυλόπουλος ανήκει στους ποιητές που δε νιώθουν την ανάγκη να μεγαλουργήσουν σε λυρικό επίπεδο, καθώς πιστεύουν ότι εκείνο που έχουν να μοιραστούν με τους αναγνώστες τους, σε επίπεδο περιεχομένου, είναι σαφώς σημαντικότερο. Για το λόγο αυτό η ιστορία του ποιήματος μας δίνεται με λιτό τρόπο, σχεδόν σαν να μας μιλά ο ποιητής και επικεντρώνεται περισσότερο στην ουσία του μεταφερόμενου μηνύματος.

Στο συγκεκριμένο ποίημα η ιστορία που μας παρουσιάζεται αναφέρεται στις προσπάθειες που γίνονται διαχρονικά από τους ποιητές να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης για να μπορέσουν να εισέλθουν στον ποιητικό κόσμο που τόση μαγεία έχει να προσφέρει στους μυημένους. Οι προσπάθειες αυτές έχουν ξεκινήσει από τότε που υπάρχει ο κόσμος μα δεν είναι επιτυχείς καθώς η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή. Η ιστορία αυτή μας δίνεται από έναν αφηγητή που έχει συνολική εποπτεία τόσο του χώρου όσο και του χρόνου των προσπαθειών που έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται για να ανοιχτεί η πόρτα της ποίησης. Η γνώση του αφηγητή σχετικά με την αξία της ποίησης και τις τόσες προσπάθειες που γίνονται από τους ποιητές για να μπορέσουν να κατακτήσουν τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που αφηγείται δεν μπορεί παρά να έχει ασχοληθεί σε μεγάλο βαθμό με την ποίηση και πιθανότατα να είναι και ο ίδιος ένας ποιητής.

Ενδεικτικό, ως προς την άμεση σχέση του αφηγητή με την ποιητική δημιουργία, είναι το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του σε αυτούς που προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης: «Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.» Ο αφηγητής μιλώντας για τις διαχρονικές προσπάθειες των ποιητών δε λέει για να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης, αλλά επιλέγει να πει για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης, εντάσσοντας και τον εαυτό του σε αυτούς που επιχειρούν ή έστω ενδιαφέρονται πάρα πολύ για το άνοιγμα της σημαντικής αυτής πόρτας. Άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο μιλά για τις αγωνιώδεις προσπάθειες των ποιητών να δημιουργήσουν το κατάλληλο αντικλείδι, αποκαλύπτει μια εναργέστερη εμπλοκή με την προσπάθεια αυτή και μια ιδιαίτερη γνώση της αφοσίωσης και της αποφασιστικότητας που χαρακτηρίζει όσους υπηρετούν την ποιητική τέχνη.

«Το ποίημα είναι αφήγηση ενός προσώπου - δεν ενδιαφέρει νομίζω αν ταυτίζεται ή όχι με τον ποιητή∙ η αφήγηση δεν αφορά ένα συγκεκριμένο συμβάν, αλλά μια επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες διαδικασία απόπειρας να παραβιασθεί η ανοιχτή πόρτα της ποίησης. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν εμφανίζεται στο ποίημα ως υποκείμενο ενός άμεσου πρώτου ρηματικού προσώπου∙ τα όσα λέγει διεκδικούν την εγκυρότητα του αντικειμενικού, αυτού που αορίστως επαναλαμβανόμενο συμβαίνει και που περιγράφεται στο ποίημα από ένα πρόσωπο που διαθέτει μία συνολική εποπτεία στον χώρο - που είναι ο κόσμος -το σύμπαν- και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος.» (Τασούλα Καραγεωργίου, «Τα αντικλείδια του Γιώργη Παυλόπουλου μια διδακτική δοκιμή», Γράμματα και Τέχνες.

2. Στο ποίημα αυτό κυριαρχούν οι κύριες προτάσεις. Ποια είναι η αισθητική τους λειτουργία;

Ο ποιητικός λόγος του Παυλόπουλου στα Αντικλείδια χαρακτηρίζεται από μια συνεχή εναλλαγή αυτοτελών νοημάτων που του προσδίδουν ένα γοργό ρυθμό αφήγησης. Η κυριαρχία των κύριων προτάσεων, επομένως, ενισχύει την προσπάθεια του ποιητή να διατυπώσει με σαφήνεια και απλότητα το μήνυμά του. Ο ποιητής δεν επιθυμεί να αποκρύψει τη σκέψη του ούτε να δυσκολέψει τον αναγνώστη μέσα από δυσνόητες κι ελλειπτικές διατυπώσεις, γι’ αυτό και επιλέγει την εκφραστική καθαρότητα που του προσφέρουν οι κύριες προτάσεις. Άλλωστε, η απλότητα του ποιητικού του λόγου δε σημαίνει παράλληλα και απλότητα στις σκέψεις που διατυπώνει κι αυτό είναι που κάνει τα ποιήματά του τόσο ενδιαφέροντα. Ο Παυλόπουλος δημιουργεί με λιτά εκφραστικά μέσα τα ποιητικά του αινίγματα που καλούν τον αναγνώστη σε μια καίρια πνευματική αναζήτηση απαντήσεων. Οι κύριες προτάσεις με τη νοηματική τους σαφήνεια επιτρέπουν στον αναγνώστη να εισχωρήσει στο αφηγηματικό ξεδίπλωμα του ποιήματος και να εμπλακεί στην αναζήτηση του ποιητή. Δημιουργούν, παράλληλα, μια αίσθηση οικειότητας καθώς ο λόγος του ποιητή ακούγεται απλός και καθημερινός, χωρίς την ποιητικότητα εκείνη που κάποτε δυσχεραίνει την κατανόηση του νοήματος και αποθαρρύνει τους αναγνώστες.

3. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από γλωσσική απλότητα και σαφήνεια, παρά το «φευγαλέο» νόημά του. Ποιοι εκφραστικοί τρόποι δημιουργούν αυτή την εντύπωση;

Ο Παυλόπουλος επιλέγει τη διαμόρφωση του ποιητικού του λόγου με τα πλέον σαφή και λιτά εκφραστικά μέσα. Η κυριαρχία των κύριων προτάσεων, η χρήση καθημερινών εκφράσεων και παράλληλα η -σχεδόν πλήρης- έλλειψη επιθέτων και σχημάτων λόγου προσφέρουν στην ποίηση του Παυλόπουλου μια εκπληκτική σαφήνεια. Ο αναγνώστης έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα λόγο πολύ κοντά στην καθημερινή ομιλία που του επιτρέπει την άμεση πρόσληψη του μεταφερόμενου μηνύματος, παρά το γεγονός ότι στην πραγματικότητα η προσέγγιση του ποιητικού νοήματος προσκρούει στην αινιγματική παρουσίαση της ποίησης. Ο Παυλόπουλος συχνά στην ποίησή του αναδεικνύει τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν ακόμη και σε έννοιες ή καταστάσεις που φαινομενικά δείχνουν ξεκάθαρες, ενώ παράλληλα αρέσκεται στην παρουσίαση δραματοποιημένων ιστοριών που καταλήγουν σε μια διλημματική ή και αινιγματική προσέγγιση.

Στα Αντικλείδια η πόρτα της ποίησης είναι ανοιχτή μα παράλληλα απροσπέλαστη καθώς στην πραγματικότητα δεν άνοιξε ποτέ. Ο βασικός προβληματισμός του ποιήματος, παρά το γεγονός ότι παρέχεται στον αναγνώστη με σαφή και λιτό τρόπο, παραμένει δυσεπίλυτος, καθώς πράγματι η πόρτα της ποίησης, δηλαδή η γνώση της ποιητικής τέχνης δεν είναι εύκολο να κατακτηθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ποίηση δεν είναι πάντοτε διαθέσιμη ως μέσο έκφρασης για κάθε πιθανό ενδιαφερόμενο. Η αντίφαση, άλλωστε, που δημιουργείται στα πλαίσια της αλληγορικής παρουσίασης της Ποίησης -μια πόρτα που μένει πάντοτε κλειστή, ενώ είναι πάντοτε ανοιχτή-, δημιουργεί την αίσθηση πως το νόημα του ποιήματος παραμένει «φευγαλέο».

4. Στο ποίημα χρησιμοποιείται το σχήμα του κύκλου: ο πρώτος στίχος κλείνει και το ποίημα. Πώς συμβάλλει το σχήμα αυτό στη μετάδοση της βασικής ιδέας του ποιήματος;

Ο ποιητής ξεκινά με την παραδοχή ότι η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, θέλοντας να δηλώσει τη διαρκή παρουσία της στη ζωή μας. Η ποίηση είναι πάντοτε στη διάθεσή μας είτε για να μας συγκινήσει μέσω της δημιουργίας κάποιου άλλου ανθρώπου είτε για να αποτελέσει το δικό μας μέσο έκφρασης. Βέβαια, όπως μας εξηγεί ο ποιητής, λίγοι είναι αυτοί που θα κοιτάξουν μέσα από την πόρτα της ποίησης και πραγματικά θα δουν τι έχει να τους προσφέρει. Όσοι όμως αντικρίσουν τα θέλγητρα της ποίησης θα συνειδητοποιήσουν ότι η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή και δεν μπορεί να ανοίξει, καθώς κανείς δε γνωρίζει που βρίσκεται το κλειδί. Όσοι πραγματικά νιώσουν τη δύναμη και την αξία της ποίησης, συνειδητοποιούν παράλληλα το πόσο δύσκολο είναι να κατακτήσει κανείς την τέχνη αυτή και παρόλο που πολλοί από αυτούς αφιερώνουν ολόκληρη τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν το ιδανικό ποίημα που θα αποτελέσει το αντικλείδι που θα τους επιτρέψει να εισέλθουν στον κόσμο της ποίησης, τελικά αντιλαμβάνονται ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.

Ο αρχικός στίχος του ποιήματος με το κάλεσμα της ανοιχτής πόρτας δίνει την ευκαιρία στους ανθρώπους να δουν τη μαγεία της ποίησης, ενώ το κλείσιμο της πόρτας στη συνέχεια τους ωθεί σε μια διαρκή προσπάθεια ποιητικής δημιουργίας ώστε να ανοίξουν εκ νέου τη μαγική αυτή πόρτα. Η διαπίστωση ότι κανείς δεν κατόρθωσε να φτιάξει το αντικλείδι που θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα, παρά τις προσπάθειες των ποιητών από την αρχή του κόσμου, οδηγεί σε μια ματαίωση του διαχρονικού αυτού δημιουργικού ταξιδιού και θέτει ένα τέλος που μοιάζει αμετάκλητο. Ο ποιητής όμως επανέρχεται στο τέλος του ποιήματος με το ίδιο κάλεσμα: «Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή», για να δώσει το κέλευσμα μιας νέας αρχής. Η ποιητική δημιουργία είναι μια αέναη διαδικασία που δεν μπορεί να παύσει ή να ματαιωθεί, καθώς η ποίηση δεν είναι παρά το συνονθύλευμα όλων εκείνων των ποιητικών προσπαθειών που γίνονται ανά τα χρόνια από τους επίδοξους δημιουργούς.

Το σχήμα κύκλου επομένως λειτουργεί ως έναυσμα για την εκκίνηση ή τη συνέχιση της προσπάθειας, μιας και η ποίηση μπορεί να αποτελεί έναν δύσκολο ή σχεδόν απίθανο στόχο, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει οι ποιητές να εγκαταλείπουν τις προσπάθειές τους. Ο Παυλόπουλος άλλωστε αναφέρει: «Δεν μπορείς να εξηγήσεις πώς γίνεται ένα ποίημα. Ένα ποίημα προετοιμάζεται μέσα σου από τα παιδικά σου ακόμα χρόνια. Ένα άλλο προαισθάνεσαι να σε περιμένει στο στρίψιμο του δρόμου. Και πράγματι σε περιμένει. Ένα άλλο που δεν θα το γράψεις ποτέ, ξέρεις ότι θα το σκέφτεσαι ως την ώρα του θανάτου σου. Το ποίημα έρχεται και φεύγει, ξαναγυρίζει, ξαναφεύγει, ξαναγυρίζει. Μπορεί να περάσουν χρόνια ή μια ολόκληρη ζωή, παλεύοντας να πιάσεις τον ίσκιο ενός πουλιού». Για τον πραγματικό ποιητή η ενασχόληση με την ποίηση είναι μια διαδικασία χωρίς τέλος, που μπορεί να καταλήξει στη δημιουργία λίγων ή πολλών ποιημάτων, αλλά πάντοτε θα σημαδεύεται από την αδυναμία του ποιητή να φτάσει στην αποτύπωση εκείνου του ποιήματος που τον κατατρέχει για χρόνια και το οποίο θα αποτελούσε την ιδανική αποτύπωση των σκέψεών του. Η πόρτα της ποίησης είναι άλλωστε κλειστή.

5. Η ποιητική δημιουργία παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο ποίημα ως μια ατέρμονη προσπάθεια να συλλάβει κανείς την «αλήθεια» της Ποίησης. Πώς αισθητοποιείται στο ποίημα αυτή η διαδικασία;

Ο Παυλόπουλος κατανοεί ότι η ενασχόληση με την ποίηση δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στη δημιουργία αξιόλογου ποιητικού έργου και δε διασφαλίζει την κατάκτηση των μυστικών της ποιητικής τέχνης. Για κάθε ποιητή η αναμέτρηση με την τέχνη του είναι ένας δύσκολος και αδιάκοπος αγώνας που συνήθως απαιτεί την πλήρη αφοσίωσή του, χωρίς ποτέ να είναι εγγυημένο το θετικό αποτέλεσμα. Ακόμη κι αν ένας ποιητής κατορθώσει να καθιερωθεί ως άξιος τεχνίτης του λόγου, αυτό δε σημαίνει ότι μπορεί ποτέ να πάψει η συνεχής προσπάθειά του να οδηγήσει την τέχνη του σε υψηλότερα επίπεδα. Είναι, άλλωστε, δύσκολο για έναν ποιητή να θεωρήσει ότι έχει πραγματικά κατακτήσει την ποιητική τέχνη, καθώς πάντοτε θα έχει την αίσθηση ότι υπάρχει κάποια διάσταση της ποίησης που του διαφεύγει. Η αλήθεια της ποίησης γίνεται αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο από κάθε ποιητή αλλά και από κάθε αναγνώστη, γεγονός που καθιστά τη δημιουργία ουσιαστικής και διαχρονικής ποίησης ακόμη δυσκολότερη. Οι ποιητές επομένως μπαίνουν σε μια αέναη διαδικασία δοκιμών, ίσως και απογοητεύσεων, προσπαθώντας να αποτυπώσουν με λέξεις ένα όραμα, ένα συναίσθημα, μια ιδέα, που αισθάνονται ότι θα τους χαρίσει την ποιητική δικαίωση που αποζητούν. Ο ίδιος ο Παυλόπουλος πίστευε ότι πάντοτε θα υπάρχει το ιδανικό εκείνο ποίημα που δε θα κατορθώσει ποτέ να το γράψει έστω κι αν προσπαθεί μια ολόκληρη ζωή. Η αγωνία μάλιστα αυτή του ποιητή είναι διατυπωμένη σε διάφορα ποιήματά του.

Στα Αντικλείδια ο Παυλόπουλος ασχολείται με αυτή ακριβώς την ιδέα, ότι οι ποιητές ακόμη κι αν πασχίζουν μια ολόκληρη ζωή, δε θα μπορέσουν ποτέ να κατακτήσουν πραγματικά την αληθινή ουσία της ποίησης. Μπορεί να έχουν ήδη γραφτεί άπειρα ποιήματα, αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά προσπάθειες, ατελείς δοκιμές, των ποιητών να προσεγγίσουν μία τέχνη που παραμένει πάντοτε φευγαλέα και απρόσιτη. Για να αποδώσει μάλιστα την αγωνία του ο ποιητής συνθέτει μια ευφάνταστη αλληγορία, στην οποία η ποίηση παρουσιάζεται ως μια πόρτα, που είναι ανοιχτή για όσους θέλουν να δουν τη μαγεία της ποίησης, μα κλείνει για όσους πραγματικά νιώσουν τη δύναμη της ποίησης και θελήσουν να μπουν μέσα. Η απουσία του κλειδιού της πόρτας της ποίησης και οι μάταιες προσπάθειες των ποιητών να δημιουργήσουν ένα αντικλείδι που θα τους επιτρέψει να την ανοίξουν, δίνουν τη συνέχεια της αλληγορίας, η οποία καταλήγει στην απροσδόκητη ανατροπή ότι εν τέλει η πόρτα της ποίησης είναι ανοιχτή. Η αινιγματική κατάληξη του ποιήματος έρχεται να αναθαρρήσει τους επίδοξους ποιητές, οι οποίοι δε θα πρέπει να απογοητεύονται από την αδυναμία των προκατόχων τους να δημιουργήσουν το μαγικό αντικλείδι, καθώς η πόρτα της ποίησης παραμένει ανοιχτή. Με την αλληγορία αυτή όπου η αλήθεια της ποίησης παρομοιάζεται με μία πόρτα, ο Παυλόπουλος αισθητοποιεί την εναγώνια και διαχρονική προσπάθεια των ποιητών να κατακτήσουν την ποιητική τέχνη.

Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου:

1. Ποιοι είναι, κατά την άποψή σας, οι πολλοί που προσπερνούνε και ποιοι οι μερικοί που το μάτι τους κάτι αρπάζει (στ.2-3);

Η διάκριση που κάνει ο ποιητής ανάμεσα σε αυτούς που κοιτάζουν και αυτούς που πραγματικά βλέπουν, έχει να κάνει με την ιδιαίτερη φύση της ποιητικής τέχνης, η οποία απαιτεί από τον αναγνώστη μια αυξημένη ευαισθησία κι ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για να μπορέσει πραγματικά να εκτιμήσει όσα έχει να του προσφέρει μια τόσο εκλεπτυσμένη μορφή τέχνης. Η ποίηση δεν είναι προσιτή σε όλους, υπό την έννοια ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο σ’ έναν αμύητο αναγνώστη να κατανοήσει και να αισθανθεί πλήρως την ομορφιά του ποιητικού λόγου αλλά και τις πνευματικές ανησυχίες που επιχειρεί να εκφράσει ο ποιητής. Είναι άλλωστε σύνηθες για κάποιους ποιητές να διατυπώνουν κεκαλυμμένα τα μηνύματα του ποιητικού τους λόγου, γεγονός που δυσχεραίνει την κατανόηση του έργου τους και αποθαρρύνει τους αναγνώστες που δεν είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν χρόνο στην πρόσληψη της ποίησης. Επομένως, εκείνοι που προσπερνούν χωρίς να δουν κάτι είναι οι άνθρωποι που δεν εκτιμούν τη μαγεία της ποιητικής τέχνης, καθώς δεν έχουν τη διάθεση ή τη δυνατότητα να ασχοληθούν σε βάθος με μια τέχνη που συχνά αντιστέκεται στην επιφανειακή προσέγγιση και δε χαρίζει εύκολα τα μυστικά της δώρα. Ενώ, οι μερικοί, οι λίγοι που νιώθουν τη δύναμη του ποιητικού λόγου είναι είτε οι αναγνώστες που αγαπούν την τέχνη αυτή είτε οι ίδιοι οι υπηρέτες της ποιητικής τέχνης, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να αφιερώσουν τη ζωή τους σε μια προσπάθεια να κατακτήσουν τα μυστικά της τέχνης τους. Και είναι λίγοι εκείνοι που πραγματικά βλέπουν μέσα από την πόρτα της ποίησης, καθώς πρόκειται για μια τέχνη που απαιτεί πολύ χρόνο και πολλή προσπάθεια για να μπορέσει κάποιος να εξοικειωθεί με τις ιδιαίτερες εκφάνσεις της και να εκτιμήσει πλήρως την αξία της. Και είναι ακόμη λιγότεροι εκείνοι που θα επιλέξουν να την υπηρετήσουν ως δημιουργοί, καθώς είναι μια τέχνη που δύσκολα θα προσφέρει στον θεράποντά της την αίσθηση της επιτυχίας και της δικαίωσης, μιας και ο δρόμος που οδηγεί στην αλήθεια της είναι απαιτητικός και απρόσιτος.

2. Πότε η προσπάθεια του ανθρώπου να ανοίξει την πόρτα της Ποίησης αποκτά δραματική διάσταση;

Ακόμη / και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια / γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.

Η προσπάθεια των επίδοξων ποιητών να δημιουργήσουν το αντικλείδι που θα ανοίξει την πόρτα της ποίησης, μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή και να μη φτάσει ποτέ στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Παρά την αφοσίωση κάποιων ανθρώπων στην τέχνη της ποιήσεως και παρά το γεγονός ότι έχουν τις καλύτερες των προθέσεων, είναι πιθανό να μην μπορέσουν ποτέ να δημιουργήσουν αξιόλογα ποιήματα. Παρόλο που η ποιητική τέχνη απαιτεί αφοσίωση και συχνά άφθονο χρόνο για να οδηγηθεί σε αξιοθαύμαστα επίπεδα, αυτό δε σημαίνει ότι όποιος είναι διατεθειμένος να αφιερώσει χρόνο από τη ζωή του θα φτάσει την τέχνη του σε ικανοποιητικά επίπεδα. Είναι πολλοί οι ποιητές που παρά τις προσπάθειές τους δεν μπόρεσαν ποτέ να γράψουν κάποιο αξιόλογο ποίημα και δεν κατόρθωσαν ποτέ να ξεφύγουν από τη μετριότητα, γεγονός που ωθεί τον Παυλόπουλο να σχολιάσει ότι κάποτε κάποιοι χαλάνε μάταια τη ζωή τους γυρεύοντας το μυστικό που θα τους επιτρέψει να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης.

Είναι σίγουρα απίστευτη η απογοήτευση ενός ανθρώπου που έχει δαπανήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σ’ ένα σκοπό, χωρίς να τον κατακτά ποτέ, αλλά αυτό είναι και το στοιχείο που καθιστά την ποιητική τέχνη -την τέχνη εν γένει- τόσο ιδιαίτερη. Δεν υπάρχει ποτέ καμία εγγύηση και καμία διαβεβαίωση ότι θα επιβραβευτεί κάποιος για τις προσπάθειές του. Είναι πάντοτε ανοικτό το ενδεχόμενο να παραμείνει στο επίπεδο της μετριότητας και να μη γευτεί ποτέ τη χαρά της επίτευξης και της αξιόλογης δημιουργίας.

3. «Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος»: Πώς ερμηνεύετε την «αντίφαση» που φαίνεται να υπάρχει στους στίχους αυτούς;

Στους στίχους αυτούς η αντίφαση είναι καθαρά φαινομενική, καθώς επί της ουσίας η πόρτα είναι κλειστή κυρίως για τους ανθρώπους που μπορούν να δουν στο βάθος και μπορούν να αντιληφθούν την αξία της ποιητικής τέχνης, μιας και οι άνθρωποι αυτοί μπορούν παράλληλα να κατανοήσουν τη δυσκολία που υπάρχει στο να δημιουργήσει κανείς ένα αξιόλογο ποιητικό έργο. Όσοι κοιτάζουν μέσα από την πόρτα της ποίησης και δε βλέπουν τίποτα, δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν τη μαγεία της ποίησης και τη δυσκολία που υπάρχει στο να μπορέσει κάποιος να συνθέσει ένα πραγματικά αξιόλογο ποιητικό έργο. Όσοι κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν, δεν πρόκειται καν να συνειδητοποιήσουν ότι στην πραγματικότητα η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή γιατί δεν πρόκειται ποτέ να επιχειρήσουν να την ανοίξουν, δεν πρόκειται δηλαδή ποτέ να επιχειρήσουν να γράψουν ποίηση. Όσοι όμως βλέπουν μέσα από την πόρτα της ποίησης και κατανοούν την αξία της, το πιθανότερο είναι ότι θα προσπαθήσουν να εισαχθούν βαθύτερα στον κόσμο της ποίησης δημιουργώντας και οι ίδιοι ποιητικό έργο και τότε θα αντιληφθούν ακόμη καλύτερα την αξία της ποίησης καθώς θα διαπιστώσουν ότι η ποιητική δημιουργία δεν είναι εύκολη ούτε και δεδομένη. Για κάποιους μάλιστα ακόμη και το γεγονός ότι θα αφιερώσουν όλη τους τη ζωή στην ποίηση δε θα σταθεί αρκετό να τους επιτρέψει να ανοίξουν την πόρτα της τέχνης αυτής.

4. Μπορεί τελικά να βρεθεί, σύμφωνα με το ποίημα, το κλειδί για την πόρτα της Ποίησης; Αν όχι, τότε τι εκπροσωπούν τα αντικλείδια;

Το κλειδί για την πόρτα της ποίησης, σύμφωνα με τον Παυλόπουλο, δεν μπορεί να βρεθεί μιας και κανείς δε γνωρίζει ποιος το έχει. Η εύρεση του κλειδιού, άλλωστε, θα σήμαινε ότι κάποιος θα μπορούσε να κατακτήσει πλήρως την τέχνη της ποιήσεως, κάτι που προφανώς δεν μπορεί να συμβεί. Ο Παυλόπουλος εκφράζει την άποψη ότι είναι αδύνατο να γνωρίσει κάποιος τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, υπό την έννοια ότι η ποίηση είναι στην ουσία μια τέχνη που δεν μπορεί να προσδιοριστεί και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στην ολότητά της. Η ποίηση ήταν και παραμένει μια απρόσιτη μορφή δημιουργίας, που ενώ έχει την ικανότητα να μαγεύει τους ανθρώπους με την αρμονία της, δεν επιτρέπει εντούτοις την οριοθέτηση και την κατάκτησή της.

Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι επίδοξοι ποιητές είναι να δημιουργούν τις ποιητικές του απόπειρες με την ελπίδα ότι κάποιο από τα έργα τους θα κριθεί αρκετά αξιόλογο. Τα αντικλείδια, επομένως, αποτελούν τις προσπάθειες των ποιητών ή επίδοξων ποιητών να προσεγγίσουν την ποίηση, ανάλογα με το πώς ο καθένας την αντιλαμβάνεται και ανάλογα πάντα με τις δυνατότητές του. Τα αντικλείδια είναι τα ποιήματα που έχουν κατά καιρούς γραφτεί, είναι παράλληλα οι ποιητικές προσπάθειες που δεν απέδωσαν, είναι τελικά ο κορμός του ποιητικού έργου. Η ποίηση είναι άλλωστε απρόσιτη, σε όποιον θεωρήσει ότι μπορεί να γνωρίσει σε βάθος τα μυστικά της, αλλά είναι παράλληλα προσιτή σε όλους. Ο Παυλόπουλος δηλαδή παρόλο που αρνείται τη δυνατότητα σε κάποιον να κατακτήσει απόλυτα την ποίηση, δεν αρνείται εν γένει τη δημιουργία της ποίησης. Τα αντικλείδια είναι η προσφορά όλων των ποιητών που έχουν κατά καιρούς ασχοληθεί με την τέχνη αυτή κι ενώ κανείς από αυτούς δεν έφτασε στο σημείο να αποκτήσει το κλειδί, εντούτοις ο καθένας προσέφερε και κάτι στη συλλογική γνώση της ποίησης. Ίσως η προσφορά κάθε ποιητή να ήταν μόλις ένα ακέραιο ποίημα, ίσως πάλι να ήταν μόνο μερικοί άρτιοι στίχοι, σε κάθε περίπτωση πάντως το ποιητικό έργο που βρίσκεται πίσω από την πόρτα της ποίησης δημιουργήθηκε σταδιακά από όλους εκείνους που ο καθένας μόνος του απέτυχε να ανοίξει την πόρτα, αλλά όλοι μαζί κατόρθωσαν να δώσουν ζωή σε ό,τι σήμερα εμείς αποκαλούμε ποίηση.

5. Αν «τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι «μια αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης» τι είναι τότε η Ποίηση, κατά τη γνώμη σας;

Η ποίηση μπορεί να γίνει αντιληπτή είτε από την οπτική των αναγνωστών είτε από την οπτική των ποιητών. Για τους αναγνώστες ποίηση είναι το σύνολο του ποιητικού έργου που έχει δημιουργηθεί, από τις πρώτες κιόλας ποιητικές προσπάθειες, μέχρι σήμερα. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να κατανοήσει την ποίηση πέρα από τις υπάρχουσες διατυπώσεις, πέρα από το υπάρχον δηλαδή ποιητικό έργο. Τα αντικλείδια, τα ποιήματα που «γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι το πεδίο στο οποίο κινούνται όσοι αγαπούν την ποίηση, όσοι τη μελετούν και τη σπουδάζουν.

Οι ποιητές, όμως, οι υπηρέτες της ποιητικής τέχνης, την κατανοούν τελείως διαφορετικά, καθώς για εκείνους τα αντικλείδια, τα ποιήματα που έχουν ήδη γραφτεί δεν είναι παρά προσπάθειες προσέγγισης της ποίησης. Τα αντικλείδια για τους ποιητές δεν είναι η ποίηση, ποίηση είναι το μοναδικό εκείνο ποίημα, η τέλεια εκείνη διατύπωση που τόσο επίμονα αρνείται να γίνει κτήμα τους. Οι αναγνώστες γνωρίζουν την ποίηση με βάση τα όσα έχουν ήδη γραφτεί, οι ποιητές όμως γνωρίζουν ότι μπορεί να υπάρξει ποιητικός λόγος ασύλληπτα καλύτερος, ποιητικός λόγος τόσο τέλειος που θα τους οδηγήσει κατευθείαν στην ουσία της ποίησης. Οι ποιητές παλεύουν με τις λέξεις, δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ να μένουν ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα γιατί ξέρουν ότι κάθε σκέψη και κάθε στίχος μπορεί να διατυπωθεί καλύτερα. Οι ποιητές φτάνουν στο τέλος της διαδρομής τους γνωρίζοντας ότι τελικά δεν κατόρθωσαν να πετύχουν την ιδανική εκείνη έκφραση, που θα τους επέτρεπε να διαμορφώσουν τον ποιητικό λόγο στην καλύτερή του μορφή.

Η ποίηση μας έχει δοθεί κατά καιρούς με διάφορους τρόπους και συχνά έχουν υπάρξει ποιητές που με το έργο τους έχουν κατορθώσει να συγκινήσουν τους αναγνώστες κι έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης για άλλους ποιητές. Παραμένει, όμως, πάντοτε το ερώτημα μήπως υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος διαμόρφωσης του ποιητικού λόγου, κάποιος τρόπος που θα μας προσέφερε την ποίηση όπως δεν την έχουμε ποτέ γνωρίσει ή σκεφτεί μέχρι τώρα. Ίσως η ουσία της ποίησης να συνεχίζει να μας διαφεύγει και όσα βρίσκονται πίσω από την πόρτα της ποίησης να είναι κατά πολύ ανώτερα απ’ ό,τι έχουν κατορθώσει μέχρι τώρα να αποδώσουν οι ποιητές.

Παραδείγματα εργασιών για το σπίτι

1. Συμφωνείτε με την άποψη ότι «Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή», αν και είναι απροσπέλαστη στη βαθύτερη ουσία της;

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, είναι ένα διαρκές κάλεσμα προς τους τεχνίτες του λόγου να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, χωρίς όμως αυτό να  σημαίνει πως θα κατορθώσουν ποτέ να γνωρίσουν, αλλά και να κατακτήσουν τη βαθύτερη ουσία της τέχνης τους. Οι ποιητές είναι ελεύθεροι να δώσουν τη δική τους έκφανση του ποιητικού λόγου, παρουσιάζοντας την ποίηση όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται, αλλά στην πραγματικότητα η Ποίηση παραμένει πάντοτε απρόσιτη και δεν ταυτίζεται με τις επιμέρους απόπειρες των ποιητών. Η αληθινή ποίηση παραμένει απροσέγγιστη και παρά τις συνεχείς προσπάθειες των ποιητών, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα λάβει ποτέ υπόσταση. Η ποίηση υπάρχει ως ιδέα, ως το πολύτιμο δώρο του λόγου, αλλά δεν μπορεί επί της ουσίας να υλοποιηθεί.

Κάθε ποιητής έχει κατά νου την εξιδανικευμένη μορφή που θα ήθελε να δώσει στα ποιήματά του, έχει μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει την Ποίηση, μα οι προθέσεις των ποιητών δεν αρκούν για να συλλάβουν τη βαθύτερη ουσία της ποίησης. Η Ποίηση, επομένως, είναι το ιδανικό που θα μείνει σταθερά ανέκφραστο, μα πάντοτε ποθητό και επιδιωκόμενο από τους ποιητές. Η αδυναμία, άλλωστε, των ποιητών να οριοθετήσουν την τέχνη τους και να της δώσουν την ιδανική της έκφραση, δεν τους αποτρέπει από το να συνεχίζουν τις προσπάθειές τους, κι αυτό καθιστά την Ποίηση μια πόρτα ανοιχτή. Οι ποιητές δημιουργούν συνεχώς αντικλείδια, έστω κι αν κατά βάθος γνωρίζουν ότι ποτέ δεν θα μπορέσουν να συνθέσουν το ιδανικό εκείνο ποίημα που επίμονα τους διαφεύγει, κι αυτό γιατί αισθάνονται πως εκείνο που δίνει στην Ποιητική Τέχνη την ιδιαίτερη μαγεία της είναι ακριβώς η αδυναμία τους να την κατακτήσουν.

2. Το ποίημα πετυχαίνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα μυστηριακή. Αν συμφωνείτε, ποιοι, κατά τη γνώμη σας, εκφραστικοί τρόποι συμβάλλουν σ’ αυτό;

Ο Γιώργης Παυλόπουλος κατορθώνει να δημιουργήσει μια έντονα μυστηριακή ατμόσφαιρα στο ποίημά του, χάρη στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα της Ποίησης. Η αλληγορική παρουσίαση της Ποιητικής Τέχνης, η οποία δίνεται ως μια πόρτα ανοιχτή, σε συνδυασμό με την αντίφαση που προκύπτει από το γεγονός ότι η ανοιχτή αυτή πόρτα κλείνει και δεν μπορεί να ανοιχτεί από κανέναν, καθιστούν το ποίημα αυτό ένα νοητικό παιχνίδι που παγιδεύει τον αναγνώστη σ’ έναν αέναο κύκλο, όπου η πάντοτε ανοιχτή πόρτα της Ποίησης παραμένει κλειστή, χωρίς ποτέ να μπορεί να ανοιχτεί από κανέναν, παρά τις συνεχείς προσπάθειες των ποιητών να δημιουργήσουν το κατάλληλο αντικλείδι.

Οι εκφραστικοί τρόποι, επομένως, που συμβάλλουν στη δημιουργία της μυστηριακής ατμόσφαιρας είναι: η αλληγορία, η αντίφαση, το σχήμα κύκλου, αλλά και ο αφηγηματικός χαρακτήρας του ποιήματος που παρουσιάζεται από έναν αφηγητή που μοιάζει να έχει πλήρη εποπτεία των γεγονότων, χωρίς να αποκλείεται και η δική του προσωπική εμπλοκή στην ατέρμονη προσπάθεια να βρεθεί το αντικλείδι που θα ανοίξει την πόρτα της ποίησης. Επιπλέον, στη μυστηριακή ατμόσφαιρα του ποιήματος συμβάλλουν και οι επιμέρους εικόνες που συνθέτουν την κεντρική αλληγορία. Η πόρτα της Ποίησης που βρίσκεται σε κάποιον απροσδιόριστο χώρο, το ξαφνικό κλείσιμο της πόρτας όταν όσοι μαγεύονται από αυτά που βλέπουν μέσα επιχειρούν να τη διαβούν, καθώς και οι άνθρωποι που χτυπούν την πόρτα και κατόπιν αναζητούν το αντικλείδι.

Ο Παυλόπουλος στην προσπάθειά του να προσεγγίσει το δύσκολο θέμα της Ποίησης, καταφεύγει σε μία, χαρακτηριστική για την τέχνη του, μέθοδο, τη δημιουργία ενός γρίφου, που ωθεί τον αναγνώστη σε μια κατάσταση απορίας. Το απροσπέλαστο της Ποίησης δίνεται έτσι έντεχνα από τον ποιητή, ο οποίος κατορθώνει να εισάγει τον αναγνώστη στο άλυτο πρόβλημα της Ποιητικής Τέχνης, που δεν επιτρέπει στους ποιητές ούτε να την κατανοήσουν πλήρως, αλλά ούτε και να κατορθώσουν, παρά τις συνεχείς προσπάθειές τους, να δημιουργήσουν μια άρτια έκφρασή της. Η ποίηση παραμένει ένα μυστήριο για τους ποιητές, για εκείνους δηλαδή που έχουν πασχίσει, όσο κανείς, να γνωρίσουν την ουσία της, κι αυτό το επώδυνο συναίσθημα της άγνοιας δεν μπορεί να αποδοθεί παρά με τη δημιουργία μιας κατάστασης εγκλωβισμού που να μεταδίδει στον αναγνώστη, ψήγματα έστω, του διαχρονικού εγκλωβισμού που βιώνουν οι ίδιοι οι ποιητές.

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου

1. Τι σημαίνει Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα; Μπορεί να ισχύει το αντίστροφο; Να βλέπουμε χωρίς να κοιτάζουμε;

Ο ποιητής αναφερόμενος στους ανθρώπους που δεν μπορούν να αντιληφθούν την ιδιαίτερη ομορφιά της ποίησης, σχολιάζει πως «πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα». Οι άνθρωποι αυτοί είτε αδιαφορούν για την ποίηση είτε δεν είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν το χρόνο που απαιτείται για να μπορέσει κάποιος να κατανοήσει και να εκτιμήσει τον ποιητικό λόγο. Η πόρτα της ποίησης είναι ανοιχτή για όλους, έστω κι αν κάποιοι κοιτάζουν, στρέφουν δηλαδή το βλέμμα τους προς το εσωτερικό της πόρτας, αλλά δεν βλέπουν, δεν μπορούν δηλαδή να διακρίνουν τις ομορφιές που περιέχονται εκεί.

Η αντίστροφη ενέργεια, το να βλέπουμε δηλαδή, χωρίς να κοιτάζουμε, είναι αδύνατη αν εκληφθεί με αντικειμενικούς όρους, υπό την έννοια πως για να δούμε κάτι θα πρέπει να κοιτάξουμε προς την ανάλογη κατεύθυνση. Δεδομένου, όμως, πως το ποίημα αποτελεί μια αλληγορία και πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα κάποια πόρτα, αλλά η αφηρημένη έννοια της ποίησης, θα μπορούσαμε να πούμε πως για κάποιους ανθρώπους είναι δυνατό να «βλέπουν», να κατανοούν, να αντιλαμβάνονται και να αισθάνονται κάποια πράγματα, χωρίς απαραίτητα να κοιτάζουν. Αν εκλάβουμε δηλαδή την ενέργεια της όρασης ως μια εσωτερική κατάσταση ενόρασης και αντίληψης, τότε αυτή μπορεί να επιτευχθεί ακόμη κι αν δεν κοιτάζουν κάτι συγκεκριμένο.

2. …μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Τι τους παρακινεί να μπουν; Από τι δηλαδή μαγεύονται; Τι μπορεί να βλέπουν; Εσείς τι βλέπετε;

Ο ποιητής θέλοντας να παρουσιάσει με μεγαλύτερη ενάργεια την έλξη που ασκεί η ποίηση στους θεράποντές της αλλά και στους απλούς αναγνώστες, παρουσιάζει την ποίηση σαν μια πόρτα ανοιχτή μέσα από την οποία κάποιοι από αυτούς που κοιτάζουν διακρίνουν κάλλη και ομορφιές που τους μαγεύουν. Στα πλαίσια της αλληγορίας ο ποιητής δεν διευκρινίζει τι είναι αυτό που βλέπουν και τους μαγεύει, με τον τρόπο όμως που παρουσιάζει τις αδιάκοπες προσπάθειές τους για να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης -κάποιοι μάλιστα χαλάνε μάταια ακόμη και τη ζωή τους αναζητώντας το μυστικό για να την ανοίξουν- ενισχύει την αίσθηση πως αυτό που είδαν ασκεί επάνω τους τέτοιας έντασης γοητεία και έλξη, ώστε είναι ικανοί να αφιερώσουν ολόκληρη τη ζωή τους προκειμένου να διαβούν την πόρτα της ποίησης. Η μαγεία που ασκεί η ποίηση σε όσους την κατανοούν και την αισθάνονται έγκειται στην ικανότητα της τέχνης αυτής να εκφράζει και τις πιο λεπτές αποχρώσεις των ανθρώπινων συναισθημάτων, ενώ παράλληλα μπορεί να λειτουργεί ως ύψιστο εργαλείο προβληματισμού και πνευματικής όξυνσης. Η ποίηση διατηρεί διαχρονικά έναν πολυσήμαντο ρόλο στη διατύπωση σκέψεων, ιδεών και βιωμάτων, προσφέροντας έτσι τη δυνατότητα στους ανθρώπους να περάσουν στους συγχρόνους τους αλλά και στις επόμενες γενιές μηνύματα και εμπειρίες που έρχονται να προστεθούν στη συλλογική μνήμη και γνώση.

Η ποίηση βέβαια είναι μια εξαιρετικά απαιτητική τέχνη και για τους αναγνώστες, που κάποτε οφείλουν να καταβάλουν ιδιαίτερη προσπάθεια για να κατανοήσουν πλήρως το μήνυμα του ποιήματος, αλλά κυρίως για τους ίδιους τους ποιητές που έρχονται αντιμέτωποι με μια τέχνη που απαιτεί από αυτούς συνεχή και κοπιώδη προσπάθεια για τη σύνθεση έστω και λίγων στίχων. Η δυσκολία, πάντως, αυτή αποτελεί ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν τη μαγεία της ποιητικής τέχνης, καθώς οι δημιουργοί θέλγονται από το γεγονός ότι η τέχνη τους δεν κατακτάται εύκολα και επιβραβεύει μόνο εκείνους που θα της αφιερώσουν μεγάλο μέρος της ζωής τους. Η ποίηση επομένως γοητεύει με τη δυσκολία της, με την αντίσταση που προβάλλει σε όσους επιχειρήσουν να ανακαλύψουν τη βαθύτερη ουσία της, αλλά και με την πολυδύναμη ικανότητά της να εκφράζει κάθε σκέψη, εμπειρία και συναίσθημα των δημιουργών της.

3. Γιατί η πόρτα κλείνει για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος;

Εκείνοι που κατορθώνουν να δουν στο βάθος, εκείνοι που αντιλαμβάνονται την ιδιαίτερη μαγεία της ποιητικής τέχνης, είναι κι εκείνοι που επιχειρούν να διαβούν την πόρτα της Ποίησης, είναι δηλαδή οι επίδοξοι ποιητές. Η πόρτα της Ποίησης κλείνει γι’ αυτούς, υπό την έννοια πως μόνο όσοι επιχειρήσουν να ασχοληθούν με την τέχνη αυτή αντιλαμβάνονται πόσο δύσκολο είναι τελικά να δημιουργήσει κάποιος πραγματική ποίηση. Ό,τι φαντάζει ίσως εύκολο ή τουλάχιστον εφικτό, για όποιον δεν το έχει επιχειρήσει, στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά δύσκολο και κάποτε παρά τις πολλαπλές προσπάθειες δεν οδηγεί σε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Η ποιητική τέχνη δεν παραδίδει τα μυστικά της στους θεράποντές της, όσο κι αν εκείνοι προσπαθήσουν, καθώς δεν υπάρχει επί της ουσίας μια απλή μεθοδολογία, ένας συγκεκριμένος τρόπος, με τον οποίο να μπορεί κάποιος να γράψει Ποίηση. Η τέχνη αυτή προκύπτει ως μαγική συγκυρία, ως αποτέλεσμα συνύπαρξης πολλών παραγόντων, χωρίς εν τέλει να μπορεί ο ποιητής που κατόρθωσε να δημιουργήσει ποιητικό έργο να μπορεί να εξηγήσει πως ακριβώς έφτασε στην ποιητική δημιουργία και φυσικά χωρίς να μπορεί να μεταδώσει σε άλλους τη γνώση του για την ιδιαίτερη αυτή τέχνη.

Η πόρτα της Ποίησης είναι πάντοτε ανοιχτή για όλους, μιας και όλοι μπορούν να απολαύσουν την πνευματική απόλαυση που προσφέρει και όλοι μπορούν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στο κάλεσμά της, μα όσοι πραγματικά επιχειρήσουν να συνθέσουν Ποίηση, θα κατανοήσουν αυτό που με τρόπο απόλυτο καταγράφει στους στίχους του ο Παυλόπουλος: «Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς δεν τους ανοίγει». Η ομορφιά της Ποίησης και όλα όσα καθιστούν την τέχνη αυτή ξεχωριστή, εντοπίζονται τελικά στο γεγονός ότι δεν είναι προσιτή σε όλους κι εκείνοι μάλιστα που την υπηρετούν, γνωρίζουν πως στην πραγματικότητα δεν είναι προσιτή σε κανέναν, ούτε στους ίδιους τους δημιουργούς της.

4. Στο γνωστό παραμύθι, Ο Αλή-Μπαμπάς και οι Σαράντα Κλέφτες μια λέξη μαγική ανοίγει τη σπηλιά με τους θησαυρούς. Μπορείτε να αναζητήσετε ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στο παραμύθι και στον ποιητικό μύθο;

Το παραμύθι «Ο Αλή-Μπαμπάς και οι Σαράντα Κλέφτες» προέρχεται από τη συλλογή «Χίλιες και μία νύχτες», στην οποία η Σεχραζάτ διηγείται στο σουλτάνο Σεχριάρ παραμύθια τα οποία αφήνει ανολοκλήρωτα μέχρι την επόμενη νύχτα για να διατηρήσει το ενδιαφέρον του και να αναβάλει έτσι την επικείμενη θανάτωσή της. Στο παραμύθι αυτό το στοιχείο που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι μια μαγική σπηλιά η οποία στο εσωτερικό της κρύβει αμύθητους θησαυρούς, όπως ακριβώς η ανοιχτή πόρτα της Ποίησης, η οποία περιέχει υποσχέσεις εξαίσιων θησαυρών για όποιον μπορεί να δει μέσα της. Ο Αλή-Μπαμπάς θα επιχειρήσει σαφώς να ανοίξει τη σπηλιά, όπως και οι επίδοξοι ποιητές θέλουν να διαβούν την ανοιχτή πόρτα της Ποίησης.

Η βασική διαφορά, όμως, ανάμεσα στο παραμύθι της Σεχραζάτ και την αλληγορία του Παυλόπουλου είναι ότι ενώ ο Αλή-Μπαμπάς θα μάθει τις μαγικές λέξεις που ανοίγουν τη σπηλιά και θα μπορέσει να απολαύσει τους θησαυρούς της, οι επίδοξοι ποιητές στην αλληγορία του Παυλόπουλου δεν κατορθώνουν κάτι αντίστοιχο. Η πόρτα της Ποίησης κλείνει για όποιον επιχειρήσει να την περάσει και παραμένει κλειστή παρά τις εναγώνιες προσπάθειες των ενδιαφερόμενων. Οι ποιητές, βέβαια, προσπαθούν να δημιουργήσουν το αντικλείδι που θα τους επιτρέψει να ανοίξουν τη μοναδική αυτή πόρτα, αλλά οι προσπάθειές τους παραμένουν ατελέσφορες εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Το μέσο για να ανοίξουν τόσο η σπηλιά όσο και η πόρτα της Ποίησης είναι πάντως οι λέξεις, με τη διαφορά ότι ενώ για να ανοίξει η σπηλιά χρειάζεται μόλις δυο απλές λέξεις -πάντα τις ίδιες-, το αντικλείδι για να ανοίξει η πόρτα της Ποίησης μπορεί να δημιουργηθεί με άπειρους συνδυασμούς λέξεων, αλλά και πάλι μοιάζει να είναι ανέφικτη η δημιουργία του.

Από την άλλη, οι θησαυροί που κρύβει η σπηλιά είναι υλικοί, πολύτιμοι λίθοι και χρυσάφι, ενώ οι θησαυροί που περιμένουν όποιον διαβεί την πόρτα της Ποίησης είναι πνευματικοί. Η ικανοποίηση της δημιουργίας, η αίσθηση πληρότητας που προσφέρει η επίτευξη ενός τόσο σημαντικού στόχου, αλλά και η πολύτιμη διάκριση του να πολιτογραφηθεί κάποιος στην πόλη των ιδεών.

Ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην αλληγορία του Παυλόπουλου υπάρχει και το ιδιαίτερο στοιχείο πως ο θησαυρός που κρύβει η πόρτα της Ποίησης, ουσιαστικά η ίδια η τέχνη της Ποιήσεως, συντίθεται σταδιακά χάρη στις ατέρμονες προσπάθειες των ποιητών να δημιουργήσουν το πολύτιμο αντικλείδι. Η Ποίηση με τους θησαυρούς της δομείται λέξη – λέξη από τους ποιητές εκείνους που αφιερώνουν τη ζωή τους στη δούλεψη της τέχνης τους κι αυτό αποτελεί την πλέον καίρια διαβεβαίωση πως η Ποίηση ήταν και παραμένει μια πόρτα ανοιχτή.

5. Ποιος είναι ο ορισμός των ποιημάτων; Ταυτίζονται τα ποιήματα με την ποίηση;

Ο ποιητής επιχειρώντας έναν ορισμό των ποιημάτων μας λέει πως: «Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.» Ο Παυλόπουλος, επομένως, δεν ταυτίζει την τέχνη της Ποιήσεως με τα ποιήματα, καθώς θέλει να καταστήσει σαφές πως η συγκεκριμένη τέχνη είναι τόσο δύσκολο να κατακτηθεί, ώστε τα ποιήματα δεν είναι παρά απόπειρες προσέγγισής της.

Ενώ, θα περιμέναμε το έργο τέχνης -το ποίημα- να ταυτίζεται με την ίδια την τέχνη - την Ποίηση-, ο Παυλόπουλος εκφράζει την άποψη πως κάθε ποίημα δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια προσπάθεια, μια δοκιμή να ανοιχτεί η πόρτα της Ποίησης. Ακόμη κι αν κάποιος γράψει ένα ή περισσότερα ποιήματα, αυτό δε σημαίνει πως έχει κατακτήσει την τέχνη της Ποιήσεως, κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος, μια μέθοδος με την οποία μπορεί να προσεγγιστεί η τέχνη αυτή, ώστε να μπορεί κάποιος να πει πως γνωρίζει στην πληρότητά της την ιδιαίτερη αυτή τέχνη του λόγου. Μπορεί, δηλαδή, κάποιος να γράφει ποιήματα, αυτό όμως δεν τον καθιστά ποιητή, υπό την έννοια ότι στην πραγματικότητα ούτε γνωρίζει ούτε μπορεί να μεταδώσει στους άλλους τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να δημιουργηθεί η Ποίηση. Κάθε ποιητής, επομένως, δεν είναι παρά ένας επίδοξος διεκδικητής μιας τέχνης που δεν αποκαλύπτει σε κανέναν τα μυστικά της.

6. Γιατί το ποίημα κλείνει όπως άρχισε; Γιατί δεν παραβιάζεται ποτέ η ανοιχτή πόρτα της Ποίησης.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. / Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Ο Παυλόπουλος με το κλείσιμο του ποιήματος δημιουργεί σχήμα κύκλου, επαναφέροντας την αρχική του διαπίστωση, αυτή τη φορά εισαγόμενη με το σύνδεσμο «μα», θέλοντας να εκφράσει αντίθεση με όσα προηγουμένως έχει δηλώσει σχετικά με το γεγονός ότι η πόρτα της Ποίησης κλείνει για όσους κάτι βλέπουν και επιχειρούν να μπουν, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο να μπορέσει κάποιος να περάσει την πόρτα της Ποίησης. Ο ποιητής, άλλωστε, αντιλαμβάνεται ότι, όπως ο ίδιος αφιέρωσε τη ζωή του στην τέχνη αυτή, είναι αναμενόμενο να υπάρξουν πολλοί ακόμη που μαγεμένοι από την τέχνη του λόγου, θα θελήσουν να αφοσιωθούν στην δυσεπίτευκτη αναμέτρηση με την Ποίηση. Ο Παυλόπουλος δε θέλει να δώσει την εντύπωση πως η αναμέτρηση αυτή είναι χαμένη, δε θέλει δηλαδή να αποτρέψει τους νεότερους θεράποντες της Ποίησης από το σημαντικό αυτό έργο. Η πόρτα της Ποίησης κλείνει, υπό την έννοια ότι το έργο των επίδοξων ποιητών είναι εξαιρετικά δύσκολο και κάποτε μάλιστα δεν δικαιώνεται -δεν είναι όλοι όσοι γράφουν στίχους πραγματικοί ποιητές-, αυτό όμως δε σημαίνει πως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ενασχόληση με τη σημαντική αυτή τέχνη.

Το σχήμα κύκλου, επομένως, δημιουργεί την αίσθηση της ακατάλυτης συνέχειας στις προσπάθειες των ποιητών να διαβούν την πόρτα της Ποίησης, να κατακτήσουν δηλαδή τα μυστικά της ιδιαίτερης αυτής τέχνης. Ο Παυλόπουλος, άλλωστε, συνηθίζει να δίνει στα ποιήματά του την αίσθηση μιας αέναης πορείας, χωρίς διαφαινόμενο τερματισμό, καθώς τα θέματα που πραγματεύεται (Τέχνη, Έρωτας), είναι ιδωμένα από τον ποιητή ως έννοιες που δεν γνωρίζουν -ή που δε θέλουμε να γνωρίζουν- τέλος. Η πόρτα της Ποίησης δεν παραβιάζεται ποτέ, καθώς δεν είναι εφικτό να κατακτήσει κάποιος πλήρως τα μυστικά της τέχνης αυτής. Οι ποιητές έχουν να παρουσιάσουν εξαιρετικά έργα, αλλά δεν μπορούν επί της ουσίας να μας εξηγήσουν πώς μπορεί κάποιος να δημιουργήσει ποίηση. Ο ίδιος ο Παυλόπουλος σε συνέντευξή του είχε δηλώσει: «Δεν μπορώ να διδάξω την ποίηση. Δεν ξέρω τι είναι η ποίηση, κι αυτό εκφράζω με "Τα αντικλείδια" κλπ. Δεν υπάρχει ορισμός της ποίησης.»

Σχολιασμός Αδίδακτου Λογοτεχνικού Κειμένου

Γιώργος Σαραντής «Δεν είναι η ποίηση»

(…)

δεν είναι η ποίηση

κλειστός τόπος για ονειροπόληση

φέρνει τη νήπια αίσθηση της πρώτης χαραυγής

κι είναι η συμφιλίωση ενάντιων πραγμάτων

αυτό που δένει το Θεό

με το εφήμερο

το στήθος με τη λησμονιά

το βίο τον ανθρώπινο

με τη δικαιοσύνη

δεν είναι η ποίηση

κλειστός τόπος για ονειροπόληση

είναι το άλλο νόημα των πραγμάτων.

(απόσπασμα)

1)Τι είναι ποίηση, σύμφωνα με το παραπάνω ποίημα;

Ο Γιώργος Σαραντής προσεγγίζει την ποίηση ως μέσο μιας κοινωφελούς λυτρωτικής αποκάλυψης της πραγματικής ουσίας της ζωής και δεν αποδέχεται την αντιμετώπισή της ως χώρο ατομικιστικών αναζητήσεων. Ο ποιητής φροντίζει να τονίσει με την επανάληψη των στίχων «δεν είναι η ποίηση / κλειστός χώρος για ονειροπόληση», ότι δε θα πρέπει οι ποιητές ή οι αναγνώστες να εκλαμβάνουν την ποίηση ως μια ατομική ενασχόληση στα πλαίσια της οποίας μπορούν να απορροφώνται στις προσωπικές του ο καθένας ανησυχίες. Ιδίως για τους ποιητές η σκέψη αυτή σημαίνει ότι δε θα πρέπει να αντιμετωπίζουν την ποίηση ως μια πράξη που αφορά τους λίγους και μυημένους, συνθέτοντας ποιήματα που απευθύνονται σ’ ένα περιορισμένο αριθμό αποδεκτών. Η ποίηση οφείλει να είναι ανοιχτή στην έκφραση συλλογικών αληθειών και όχι χώρος προσωπικών πειραματισμών και καθαρού ελιτισμού.

Η ποίηση φέρνει τη νήπια αίσθηση της πρώτης χαραυγής, η ποίηση δηλαδή μας φέρνει σ’ επαφή με τις πρωταρχικές εμπειρίες κι αλήθειες της ζωής, προφέροντας μια πρωτόγνωρη θέαση πάνω στα πράγματα. Το μοναδικό αίσθημα της πρώτης αφύπνισης του ανθρώπου, της πρώτης επαφής με την ανατολή του ηλίου, που είναι γεμάτο αγνότητα και απορία, οφείλει να διατηρείται στην ποίηση, για να μπορούμε να βλέπουμε ξανά τα πράγματα για πρώτη φορά.

Η ποίηση είναι η συμφιλίωση ενάντιων πραγμάτων. Μέσα στην ποίηση μπορούν να συνυπάρξουν έννοιες και καταστάσεις που μοιάζουν ή είναι αντίθετες μεταξύ τους. Η ποίηση άλλωστε έχει τη δυνατότητα της υπερβατικής προσέγγισης της πραγματικότητας δίνοντάς μας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε συλλογισμούς τους οποίους η πραγματικότητα δε θα επέτρεπε ποτέ. Ο Θεός, η άχρονη και χωρίς τέλος οντότητα, μπορεί στα πλαίσια της ποίησης να έρθει σ’ επαφή με το εφήμερο και τους θνητούς ανθρώπους. Το στήθος, η καρδιά του ανθρώπου, το κέντρο των συναισθημάτων, μπορεί να έρθει σ’ επαφή με τη λησμονιά και την απομάκρυνση των ανθρώπων που κάποτε υπήρξαν μαζί. Ακόμη και η ζωή των ανθρώπων που είναι γεμάτη σκληρότητα και παραλογισμούς, μπορεί να έρθει σ’ επαφή με τη δικαιοσύνη. Η ποίηση επομένως δεν είναι κλειστός τόπος για ονειροπόληση, δεν είναι χώρος για ατομικότητα και αδιαφορία απέναντι σε όσα μας ενώνουν και διατρέχουν την κοινή μας μοίρα. Η ποίηση είναι το άλλο νόημα των πραγμάτων, είναι η ευκαιρία να αναζητήσουμε μια καλύτερη πραγματικότητα. Η ποίηση μπορεί να σταθεί η αφετηρία για μια καλύτερη κατανόηση και, γιατί όχι, για μια βελτίωση του κόσμου.

Μανόλης Αναγνωστάκης «Σε τι βοηθά λοιπόν…»

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση

(Αυτή εδώ η ποίηση, λέω)

Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους

Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό

Στις συνθήκες της ελευθερίας;

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση

- Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω –

(Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά).

1)Πώς αντιλαμβάνεται την ποίηση ο Παυλόπουλος και πώς ο Αναγνωστάκης;

Σχόλια του Αναγνωστάκη: «Δεν νομίζω ότι βοηθά σε πολλά πράγματα, πρακτικά. Κάποτε λειτουργούσε σαν μια μορφή επικοινωνίας αρκετά σημαντική, ελλείψει άλλων προσφορότερων. Πάντα, όμως, η καλή ποίηση λειτουργούσε έμμεσα, μακροπρόθεσμα, υποδόρια και σχεδόν «διαβρωτικά». Μόνο η κακή ποίηση επενεργεί άμεσα, σαν υποκατάστατο ενός κύριου άρθρου ή ενός συνθήματος. Εκεί, στο μακροχρόνιο και διαβρωτικό μπορούμε να ανιχνεύσουμε και τον βαθύτερο κοινωνικό ρόλο της ποίησης και όχι στα συνθηματολογικά της υποκατάστατα, όπως πολλοί πιστεύουν.»

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έχοντας αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα για την ουσιαστική αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας και την υιοθέτηση μιας δομής που θα εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα του λαού, εξετάζει την ποίηση ως προς την προσφορά που θα μπορούσε να έχει στον αγώνα αυτό. Ο ποιητής αναρωτιέται σε τι μπορεί να βοηθήσει η ποίηση, -η ποίηση όπως την γνωρίζουμε, αυτή εδώ η ποίηση-. Μήπως βοηθάει στην εξύμνηση των ιδανικών και στην αφύπνιση των συνειδήσεων σχετικά με το χρέος που έχει κάθε άνθρωπος απέναντι στην κοινωνία; Μήπως, δηλαδή, η ποίηση μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία ενός σημαντικού ιδεολογικού αγώνα, ο οποίος θα βοηθήσει τους ανθρώπους να ξεφύγουν από τον καταναγκασμό που τους έχει εγκλωβίσει η παρούσα κοινωνική διαμόρφωση; Μπορεί τελικά η ποίηση να βοηθήσει τους ανθρώπους να φτάσουν στο σημείο να διεκδικήσουν την ελευθερία τους, την κοινωνική τους ελευθερία;

Ο ποιητής δεν απαντά ανοιχτά σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά με τον παρενθετικό του στίχο -Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά- είναι σα να αναγνωρίζει στην ποίηση τη δύναμη να παρακινεί τους ανθρώπους να προβληματιστούν για το ποια είναι τώρα η θέση τους στην κοινωνία και ποια θα μπορούσε να είναι στο μέλλον, αν αγωνιστούν. Η ποίηση προφανώς δεν έχει τη δύναμη να προκαλέσει με άμεσο τρόπο αλλαγές, μπορεί όμως να περάσει τα σημαντικά μηνύματα στους ανθρώπους και να τους ωθήσει σ’ έναν πολύτιμο προβληματισμό. Οι σκέψεις, τα μηνύματα και οι προβληματισμοί που περνούν οι ποιητές μέσω των στίχων τους, λειτουργούν έστω και σταδιακά ως μέσα αφύπνισης, καθιστώντας την ποίηση ικανό μέσο στον κοινωνικό αγώνα, στην κοινή προσπάθεια των ανθρώπων να επιφέρουν μια εξισορρόπηση στην κοινωνική κατάσταση. Η ποίηση, επομένως, για τον Αναγνωστάκη είναι ένα σημαντικό εφόδιο στον αγώνα των ανθρώπων για την απελευθέρωσή τους από την παρούσα κοινωνική δομή, που βασίζεται στην εκμετάλλευσή τους.

Ο Παυλόπουλος, από την άλλη, εξετάζει την ποίηση ως μια αυτόνομη τέχνη και επιχειρεί να αποτυπώσει τις πολλαπλές δυσκολίες που παρουσιάζονται σε όποιον επιχειρήσει να δημιουργήσει πραγματική ποίηση. Η ποιητική τέχνη δεν είναι ούτε εύκολο να κατακτηθεί ούτε βέβαιο ότι έχει ποτέ κατακτηθεί. Ίσως όλα τα ποιήματα που έχουν μέχρι τώρα συντεθεί να είναι απλώς αντικλείδια, απόπειρες των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης. Ο Παυλόπουλος δεν εξετάζει την πιθανή χρηστικότητα της ποίησης, καθώς αντιλαμβάνεται την ποίηση ως μία τέχνη υψηλής αξίας, που απαιτεί σημαντικές θυσίες από τους θεράποντές της. Όπως ο Καβάφης αντιμετωπίζει την ποιητική Τέχνη ως το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής του, έτσι και ο Παυλόπουλος θεωρεί ότι όποιος θέλει να θεωρηθεί ποιητής οφείλει να αφιερώσει τη ζωή του στην αέναη προσπάθεια που απαιτείται για την κατάκτηση της πολύτιμης αυτής τέχνης.

Άρης Δικταίος «Η Ποίηση»

(…)

Μα εσύ, Ποίηση,

που δε μπορείς να κλειστείς μέσα σε σχήματα,

μα εσύ, Ποίηση,

που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο,

εσύ,

το στερνό ίχνος της παρουσίας του Θεού ανάμεσά μας,

σώσε την τελευταία ώρα τούτη του ανθρώπου,

την πιο στυγνή και την πιο απεγνωσμένη,

που ο Θάνατος,

που η Μοναξιά,

που η Σιωπή,

τον καρτερούν σε μια στιγμή μελλούμενη.

(απόσπασμα)

1)Πώς συνδέονται οι παραπάνω στίχοι με Τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου;

Ο Άρης Δικταίος αντιλαμβάνεται την ποίηση, όπως και ο Παυλόπουλος, ως μια μορφή τέχνης που δεν μπορεί να προσδιοριστεί και να οριοθετηθεί, ως μια μορφή δημιουργίας που ενέχει στοιχεία θεϊκότητας, υπό την έννοια πως μόνο με θεϊκή συνδρομή μπορεί να δημιουργηθεί κάτι τόσο ιδιαίτερο και μοναδικό. Η ποίηση δεν μπορεί να κλειστεί σε σχήματα και δεν μπορεί να προσεγγιστεί με το λόγο, καθώς η ομορφιά και η αρμονία που περικλείει ο ποιητικός λόγος, δεν μπορεί εν τέλει να αποδοθεί με λέξεις ή να προσδιοριστεί, όπως θα μπορούσε να προσδιοριστεί κάτι συγκεκριμένο και χειροπιαστό. Η μαγεία που ασκεί η ποίηση στους ανθρώπους, χιλιάδες χρόνια τώρα, οφείλεται στην ιδιαίτερη γοητεία, στην ξεχωριστή δυνατότητά της να μιλά στην καρδιά του ανθρώπου και να αποδίδει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του, με τρόπο περιεκτικό και κάποτε απρόσμενο. Πολλές φορές, άλλωστε, η ποίηση μας αποκαλύπτει ιδέες που δεν είχαμε μέχρι τώρα σκεφτεί, μας ανοίγει νέους συλλογιστικούς δρόμους και πάνω απ’ όλα μας δοκιμάζει, καθώς προσπαθούμε να συλλάβουμε τα νοήματά της που επίμονα διαφεύγουν. Η ποίηση δεν οριοθετείται, η ποίηση είναι μια πόρτα κλειστή, μια πόρτα που κρύβει μαγικούς θησαυρούς. Η ποίηση, βέβαια, είναι παράλληλα μια πόρτα ανοιχτή, όπως μας επισημαίνει ο Παυλόπουλος, που μας προσκαλεί να θαυμάσουμε τα μοναδικά της πλούτη. Τόσο ο Άρης Δικταίος, όσο και ο Γιώργης Παυλόπουλος, αντιλαμβάνονται την ιδιαίτερη αξία της ποιητικής τέχνης και τονίζουν την αδυναμία τους να προσδιορίσουν με λέξεις το στοιχείο εκείνο που καθιστά την ποίηση τόσο σημαντική και παράλληλα τόσο απρόσιτη. Η ουσία της ποίησης βρίσκεται πέρα από τις δυνατότητές μας, αλλά η μαγεία της μας αγγίζει όλους είτε είμαστε απλοί αναγνώστες είτε υπηρέτες της τέχνης αυτής. Ο Παυλόπουλος, μάλιστα, τονίζει πως για πολλούς η προσπάθεια να κατανοήσουν τη μυστική ουσία της ποίησης, η προσπάθειά τους να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης, απέβη μοιραία καθώς αφιέρωσαν όλη τους τη ζωή, χωρίς ποτέ να κατορθώσουν να βρουν το αντικλείδι που θα τους οδηγούσε απευθείας στην καρδιά της ποιητικής τέχνης.

Ο Άρης Δικταίος, από την άλλη, αναγνωρίζοντας και αποδεχόμενος την αδυναμία του να προσεγγίσει την ουσία της ποίησης, της αποδίδει θεϊκές ιδιότητες και της ζητά να σώσει, να διατηρήσει αλώβητη, την ύστατη ώρα των ανθρώπων, την ώρα εκείνη δηλαδή που οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τους μεγαλύτερους φόβους τους, το Θάνατο, τη Μοναξιά και τη Σιωπή. Η ποίηση, κατά τον Δικταίο, θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων και θα μπορούσε να τους βοηθήσει να σταθούν δυνατοί τη στιγμή που η ζωή τους φτάνει στο τέλος της, γι’ αυτό και της απευθύνει την έκκλησή του να προσφέρει τη θεϊκή της επίδραση στη δυσκολότερη ώρα των ανθρώπων. Όπως, η ποίηση κατά τον Καβάφη, μπορεί να απαλύνει τον πόνο που επιφέρει στους ανθρώπους το γήρας και η φθορά του χρόνου, με παρόμοιο τρόπο θα μπορούσε, σύμφωνα με το Δικταίο, να λειτουργήσει προστατευτικά ακόμη και στην ύστατη στιγμή τους.

Παράλληλα Κείμενα

Θωμάς Γκόρπας «Ποίηση»

Ποίηση

ανάμνηση από φίλντισι

περίπατος τα ξημερώματα

άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι

χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού

κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού

φιλία ανάμεσα σε δυο προδοσίες

κλωνάρι που ταξιδεύει

δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα

ένα βιολί που παίζει μοναχό του

αριθμός 7

της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα

χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς-όλα τα παλιά γυαλίζω

χρυσάφι για όλους ή για κανένα

πόλη που κυριεύτηκε άδεια μετά μακρά πολιορκία

παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης

πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά

φωτιά που γλιτώνει απ’ τα νερά

χαρά που γλιτώνει απ’ τα γεράματα

βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό

άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό

μαύρος ήλιος καλοκαιρινός

άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος

λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού

νύχτα στρωμένη τσιγάρα

λέξεις.

Στο εύλογο, μα δισεπίλυτο, ερώτημα τι είναι Ποίηση, ο Γιώργης Παυλόπουλος απαντά με μια εικόνα που παγιδεύει τη φαντασία του αναγνώστη. Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή που επιτρέπει σε όποιον κοιτάξει, κι έχει την ικανότητα να δει πραγματικά, να εντοπίσει κάτι το μαγευτικό. Μια πόρτα όμως που κλείνει –στην πραγματικότητα δεν άνοιξε ποτέ- για εκείνους που επιχειρούν να τη διαβούν. Η ποίηση, δηλαδή, έχει να προσφέρει εξαίσιες απολαύσεις σε όποιον την κατακτήσει, μα η κατάκτηση αυτή δεν μπορεί τελικά να επιτευχθεί. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι επίδοξοι ποιητές είναι απόπειρες δημιουργίας ενός αντικλειδιού που θα τους επιτρέψει να ανοίξουν την πόρτα της ασύλληπτης ποιητικής τέχνης. Τα ποιήματα επομένως είναι, κατά τον Παυλόπουλο, απλές απόπειρες δημιουργίας ποιητικού έργου, μιας και η ουσία της Ποιητικής τέχνης μας είναι άγνωστη. Οι θεράποντες της ποίησης συνθέτουν τα ποιήματά τους με αφοσίωση και με την ελπίδα πως κάποτε θα μπορέσουν να περάσουν την πολυπόθητη πόρτα της Ποιήσεως, η οποία βέβαια είναι ούτως ή άλλως πάντοτε ανοιχτή.

Ο Θωμάς Γκόρπας σε μια ανάλογη προσπάθεια ορισμού ή προσέγγισης της ιδιαίτερης αυτής τέχνης, προχωρά στην καταγραφή μιας σειράς εμπειριών (ποιητικές εικόνες, βιώματα της καθημερινότητας, συναισθήματα) από τις οποίες μπορεί ο ποιητής να εμπνευστεί τους στίχους του. Προκειμένου δηλαδή να μιλήσει για την τέχνη του ο ποιητής Γκόρπας επιλέγει να μας παραπέμψει στο πρωτογενές υλικό της ποίησης, σε όλα εκείνα τα ερεθίσματα που ενεργοποιούν τον ποιητή και τον ωθούν στη δημιουργία του έργου του. Η ποίηση, σύμφωνα με τους στίχους του Γκόρπα, βρίσκεται παντού γύρω μας, σε κάθε εικόνα, σε κάθε κίνηση και σε κάθε συναίσθημα, προσφέροντας έτσι στον ευαίσθητο συλλέκτη όλων αυτών των ποιητικών αφορμών, άφθονο υλικό για να προχωρήσει στη μετουσίωσή τους σε ποιητικό λόγο.

Ενώ ο Παυλόπουλος προβληματίζεται σχετικά με την ανυπέρβλητη δυσκολία που αντιμετωπίζει όποιος θέλει να κατακτήσει πλήρως την ποιητική τέχνη, ο Γκόρπας προσεγγίζει διαφορετικά το θέμα της ποίησης, αναλογιζόμενος την πληθώρα των ερεθισμάτων που υπάρχουν για τον ποιητή.

Η ποίηση βρίσκεται παντού: στην ανάμνηση ενός κομψοτεχνήματος από ελεφαντόδοντο, σ’ έναν μοναχικό περίπατο τα ξημερώματα όπου η φύση και οι σκέψεις χρωματίζονται διαφορετικά, στο φως του φεγγαριού που διεγείρει συνειρμούς κι ωθεί τυχαία στο άναμμα ενός τσιγάρου, σ’ έναν χαρταετό που ξεφεύγει από τα χέρια ενός παιδιού και διαγράφει ελεύθερος την ανεξέλεγκτη πορεία του στον ουρανό, στο κλάμα ενός μικρού παιδιού μέσα σ’ ένα πανηγύρι όπου επικρατεί μια γενική ευδαιμονία, στα φιλιά που κρύβουν την προδοσία, σ’ ένα κλωνάρι που ταξιδεύει στα νερά ενός ρυακιού, σε μια δασκάλα που απομένει μόνη και μελαγχολική στην αίθουσα την ώρα του διαλείμματος, στον ήχο ενός βιολιού, στη μυστικιστική δύναμη του αριθμού 7, στα κρυφά συναισθήματα της καρδιάς, στο κάλεσμα του χαλκωματά που διακόπτει τους συνήθης ήχους, στους στίχους που είτε θα έχουν γενική αποδοχή είτε θα απορριφθούν (ποίηση, χρυσάφι για όλους ή για κανένα), στην εικόνα της πόλης που μετά από μακρόχρονη πολιορκία πέφτει μα είναι άδεια, στις μνήμες που ξυπνούν παλιές φωτογραφίες, σε μια πεταλούδα που με μια επίσπευση του πετάγματός της γλιτώνει από τη φωτιά, στη φωτιά που γλιτώνει από το ολέθριο γι’ αυτή ρίξιμο του νερού, στη στιγμιαία χαρά που δεν προλαβαίνει να μακροημερεύσει, στις βιολέτες που δημιουργούν μια γοητευτική αντίθεση με το λευκό λαιμό, καθώς και σε μια σειρά από αντιθέσεις χρωματικές και γευστικές, όπως και στη νύχτα περισυλλογής που πέρασε με πολλά τσιγάρα και φυσικά λέξεις, που είναι και το βασικό συστατικό για τη δημιουργία ποιητικού έργου.

Οδυσσέας Ελύτης «Ρήμα το Σκοτεινόν»

Ο Ελύτης στο εξαιρετικό αυτό ποίημα αναζητά τη λέξη που θα του χρησιμεύσει σαν κλειδί μύησης στην πραγματική φύση της ζωής, ένα κλειδί που θα του αποκαλύψει όσα για καιρό μένουν κρυμμένα και αφανή. Όπως οι ποιητές στα Αντικλείδια του Παυλόπουλου επιχειρούν μια δυσεπιχείρητη παραβίαση της πόρτας της ποίησης, έτσι κι ο Ελύτης αποζητά τη θέαση όσων συνθέτουν την αλήθεια της ζωής, μα βρίσκονται προστατευμένα και -πέρα από την οπτική των ανθρώπων- κλειδωμένα. Η διαδικασία που θα ακολουθήσει εδώ ο ποιητής είναι μια μυσταγωγία που θα παραμείνει όμως ατελής, καθώς θα μας αποκαλύψει μέρος μόνο όσων θα γίνει προνομιακός θεατής: «Έχει συνέχεια. Δε θα την πω.», κλείνοντας έτσι την πόρτα κατόπτευσης των άφατων μυστικών της ζωής, που για μια στιγμή μας άφησε να πιστέψουμε πως θα ανοίξει και για εμάς.

Είμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Ηλίου του Kρυπτού ώστε

Οι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ’ αγνοούν. Δυσδιάκριτος

Καθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα

Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται

Κάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά

Να μείνει ένα θαλασσοπούλι τ’ ορφανό πάνω απ' τα κύματα

Η εισαγωγική στροφή του ποιήματος έρχεται να δηλώσει πως η πρόσβαση στο λόγο του ποιητή δεν είναι εφικτή για εκείνους που αγνοούν τα των ουρανίων. (Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ…). Η υπόσταση του ποιητή συντέθηκε με μια κοπιώδη πορεία πνευματικής αναζήτησης και εξέλιξης που τον φέρνει κατ’ ανάγκη μακριά από τους μη μυημένους.

Η εσωτερική διεργασία του εκβραχισμού της ψυχής του ποιητή, μας δίνεται με εικόνες που παραπέμπουν στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, παρουσιάζοντας έτσι με ιδιαίτερη ενάργεια την ακατάπαυστη προσπάθεια του ποιητή να ξορκίσει τους δαίμονες της ψυχής του, «τα θηρία μου τα χωνεμένα», ώσπου να μη μείνει τίποτε άλλο παρά ένα θαλασσοπούλι. Ο ποιητής πάλεψε καιρό μέχρι να καθαρίσει την ψυχή του, μέχρι να μείνει μόνο με την καθαρότητα της ελπίδας και της συμφιλίωσης.

Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα

Κι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη

Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A

Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Κόρες που εμφανιστήκατε κατά

καιρούς

Mέσ’ απ’ το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες

Βρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους

κήπους

Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης

Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη

Η προσπάθεια εξαγνισμού της ψυχής του ποιητή υπήρξε μεν επιτυχής μα δεν αρκεί, καθώς ο ποιητής έχει ανάγκη πλέον να γνωρίσει, να δει την αλήθεια που μένει χρόνια τώρα απρόσιτη. Πίσω από πόρτες κλειστές, ασφαλισμένη και επίπονα ανείπωτη, η αλήθεια αυτή πρέπει να έρθει στο φως. Ο ποιητής επικαλούμενος παραστάσεις από το παρελθόν του ζητά τη συνδρομή τους για να μπορέσει πια να γνωρίσει τα άρρητα μυστικά που κρύβει η γη, που κρατά μέσα της η ίδια η ζωή. «Μιλήστε μου!» ζητά επίμονα ο ποιητής που δεν μπορεί πλέον να μένει αμέτοχος των άφεγγων εκείνων μυστηρίων που του κρατά επίμονα κρυφά η ζωή.

Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να

μεγεθύνω τα όμικρον

Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του

Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω

Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου

H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ’ ελάχιστα φωνήεντα όμως

Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ

Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη

Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα

Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και

πεθαμένους να κατατρομάξεις

Ο ποιητής έχοντας πολύχρονη πείρα στις λέξεις αλλά και στα λεξίδια, επιχειρεί τώρα τη δημιουργία της μυστικής, της σκοτεινής εκείνης λέξης, που θα λειτουργήσει ως αντικλείδι καίριο για την αποκάλυψη των άρρητων μυστικών του κόσμου. Υπογεγραμμένες κι εκτάσεις φωνηέντων, πάλη διαρκής με τις λέξεις, είναι το κέρδος του ποιητή μετά από τόσα χρόνια γνωριμίας με τη γλώσσα, με τον κώδικα που έχει να του προσφέρει τη δίοδο προς την αλήθεια, είναι επομένως έτοιμος να σμιλεύσει τη λέξη εκείνη που δεν ειπώθηκε ακόμη από κανέναν, τη λέξη που θα αποτελέσει το αντικλείδι που θα ξεκλειδώσει την επίμονα σφραγισμένη πόρτα.

Η λέξη αυτή που θα μπορέσει να φωτίσει τις μέχρι τώρα άφεγγες πτυχές της αλήθειας, θα πρέπει να είναι ένα ρήμα, θα πρέπει να υποδηλώνει μια ενέργεια, γιατί μόνο μέσω μιας ενεργητικής συμμετοχής του ποιητή, θα επέλθει η λυτρωτική αποκάλυψη.

Τα υλικά, τα γράμματα, που θα συνθέσουν τη λέξη αυτή θα πρέπει να έχουν τη μυστικιστική δύναμη μιας γνώσης υπερκόσμιας, μιας και μόνο έτσι η γνωριμία με την κρυμμένη αλήθεια θα είναι εφικτή. Σύμφωνα αγορασμένα από τις αποθήκες του Άδη που θα προσφέρουν στον γνώστη της λέξης αυτής την εποπτεία και κατανόηση της ζωής που μόνο εκείνοι που ολοκλήρωσαν τον κύκλο της ύπαρξής τους, κατέχουν. Όπως το φάντασμα του Δαρείου επιστρέφει και αποκαλύπτει στην Άτοσσα πως ο ολέθριος χρησμός εκπληρώθηκε, έτσι κι κάτοχος τούτης της λέξης θα έχει πρόσβαση στην αδιάκοπα διαφυγούσα αλήθεια.

Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας

Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:

κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω

Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα

Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα

Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες

Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία

Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης

Ο ποιητής έχοντας δημιουργήσει το κλειδί που θα τον οδηγήσει στην πολυπόθητη θέαση της πραγματικής φύσης του κόσμου -το δικής του επινόησης ρήμα καταρκυθμεύω- είναι έτοιμος πια να το χρησιμοποιήσει. Ο Ελύτης στα 80 του χρόνια, βρισκόμενος πλέον πολύ κοντά στο τέλος της ζωής του, μας δίνει μια εικόνα της ζωής στην ολότητά της, όπως μόνο κάποιος που έχει διανύσει κι έχει γευτεί κάθε πτυχή της, μπορεί να τη γνωρίζει. Το θέαμα που αντικρίζει ο ποιητής αν και παρουσιάζεται με μια παραπλανητική επίφαση ανοιξιάτικου τοπίου, επί της ουσίας δεν είναι παρά μια αγριότητα. Ένα βίαιο τοπίο, ένας χώρος γεμάτος παγίδες και επώδυνες όψεις, είναι ό,τι διακρίνει ο ποιητής. Η ζωή είναι πόνος.

Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανός" δεν είναι· "αγάπη" δεν·

"αιώνιο" δεν. Δεν

Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του

σκοτωμού

Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ’ αιθερίου

θηράματα

Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ

Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι

H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν’ αντισταθμίζει

Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας

Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι

Ο ποιητής, ο πολύπειρος ποιητής, που διένυσε πια την πορεία του μας αποκαλύπτει, με μοναδικό τρόπο την αλήθεια για τη ζωή. Μιαν αλήθεια που δύσκολα θα ακούσουν οι νεότεροι και δύσκολα θα αποδεχτούν όσοι βρίσκονται ακόμη στην αρχή της ορμητικής τους πορείας. Ουρανός, αγάπη και αιώνιο δεν υπάρχουν, οι λέξεις πυλώνες της ζωής, το καταφύγιο των πονεμένων ανθρώπων, η ελπίδα των βασανισμένων, δεν είναι παρά ελπίδες χωρίς αντίκρισμα. Τέτοια μαγικά δεν υπάρχουν, καθώς η ζωή καλλιεργείται πλησιέστερα στο θάνατο απ’ ό,τι θα τολμούσαμε ποτέ να πιστέψουμε. Διάγουμε τη ζωή μας ως αιθεροβάμονες κυνηγοί του ανύπαρχτου, χωρίς ποτέ να αντιληφθούμε πόσο φτωχή είναι στην εσχατιά της η ζωή. Πόση ομορφιά, γεννημένη από εμάς, χρειάζεται για να αντισταθμιστεί η απουσία θεότητας, η απουσία του ονείρου. Οι άνθρωποι κινούμενοι στους δικούς τους εφήμερους ρυθμούς αγνοούν τη βάναυση αλήθεια της ζωής. Όσο εμείς προχωράμε προς το άπιαστο όνειρο, προς την ασύλληπτη ομορφιά που θαρρούμε πως μας περιμένει σ’ ένα απροσδιόριστο μελλοντικό σημείο, η ζωή μας φεύγει.

Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων

Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου

Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες

Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις

Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω

Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες

ανοίγονται

Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η

τρίτη να φανερωθεί

Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν

Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη

Η στροφή αυτή αποκαλύπτει τελικά την ευχή του ποιητή για όσους διαβάσουν και κατανοήσουν το κύκνειο αυτό μήνυμά του. Η ζωή δεν έχει να σας δώσει, αν εσείς δεν τολμήσετε να τη στολίσετε με κάθε ομορφιά. Η ζωή πρέπει να αναγνωστεί ως στιγμή παρούσα, -και ανέλπιστα εφήμερη- που πρέπει να βιωθεί με όλη την ομορφιά που έχει να προσφέρει. Μια ομορφιά, όμως, που δεν βρίσκεται κάπου αφηρημένα στο μέλλον, μια ομορφιά που ζει μόνο στο τώρα και δεν μπορεί να αποκαλυφθεί παρά μόνο σε όσους τολμήσουν να ζήσουν το παρόν τους, χωρίς ενοχές που δε χτίζουν μελλοντικές ευτυχίες.

Ο ποιητής γνωρίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να αντιληφθούν αυτή τη μοναδική αλήθεια -πως το τώρα είναι το μόνο που έχει να μας προσφέρει- γι’ αυτό και καταρκυθμεύει, γι’ αυτό και ανοίγει τις βαριές πόρτες που κρύβουν την άσχημη αλήθεια της ζωής. Μόνο και μόνο για να μας δώσει την ευκαιρία να δούμε για μια στιγμή, τι βρίσκεται στο τέλος, πώς νιώθει εκείνος που πολύ πριν από εμάς έφτασε στη γραμμή του τερματισμού.

Ο ποιητής σταματά τα λόγια του εκεί, έχει κι άλλα να μας πει για το τι θα δούμε όταν φτάσουμε, όπως κι εκείνος, στο τέλος του δρόμου, αλλά ο ποιητής γνωρίζει πως κανείς δεν παίρνει τα δωρεάν. Κανείς δεν είναι έτοιμος να δεχτεί την έτοιμη εμπειρία ενός άλλου ανθρώπου. Ο μόνος τρόπος για να μάθουν πραγματικά οι άνθρωποι είναι να βιώσουν τις δικές τους εμπειρίες τους, να κάνουν τα δικά τους λάθη και εν προκειμένω το ένα τους λάθος, να αφήσουν τη ζωή να περάσει εν αναμονή του ιδανικού μέλλοντος.

Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ’ άλλες. Aλλ’

H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.

Η αλήθεια τελικά δίνεται μόνο έναντι θανάτου, η αλήθεια γίνεται πραγματικά αντιληπτή μόνο όταν φτάσουμε να πληρώσουμε το ακριβότερο αντίτιμο. Τότε αίφνης οι άνθρωποι αντικρίζουν τη ζωή ως έχει και κατανοούν. Ο ποιητής βρίσκεται ήδη εκεί, βρίσκεται στο σημείο που πρέπει να παραδώσει την ίδια του τη ζωή, κοιτάζει πίσω και αντιλαμβάνεται ποια ήταν η ουσία της ζωής. Θέλει να μας μιλήσει για όσα βλέπει πια ξεκάθαρα, μα γνωρίζει πως κανείς δεν παίρνει τα δωρεάν.

Γιώργης Παυλόπουλος «Η Κόρη της Αβύσσου»

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της

κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι

στην όψη της χορεύουν φλόγες

από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές

την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι

μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί

χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί

με μια κιθάρα και δισάκι

διαβάζει κάτω από τις γέφυρες

Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά

το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.

Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση

όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της

για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες

για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός

οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων

με του διαβόλου τ’ αντικλείδια

κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα

και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί

χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου

κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα

ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική

με δέος, ηδονή και τρόμο

στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται

χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί

τους δήθεν εραστές του απολύτου

το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή

για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»

τα παίζει όλα, η Θεατρίνα,

με προκαλεί ποζάροντας

σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»

εγώ δεν την πιστεύω

την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία

σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της

σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα

πηδάει τους τάφους των ονείρων μου

τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της

κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση

γέρνω γλυκά στην πλάτη της

κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό

κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου

μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας

γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

Κοινές θεματικές με τα Αντικλείδια: Ο Παυλόπουλος στο ποίημα η κόρης της Αβύσσου μιλά για μια γυναίκα απρόσιτη μα απόλυτα σαγηνευτική που τον παρασύρει με τη γοητεία της. Η κόρη της Αβύσσου μοιάζει να είναι αδιάφορη για οτιδήποτε κοινωνικώς ορθό και παραμένει ανεπηρέαστη από το ενδιαφέρον που δείχνουν όλοι γύρω της για εκείνη. Το μόνο που φαίνεται να συναρπάζει την κόρη της Αβύσσου είναι η λογοτεχνία, στοιχείο που μας φέρνει στο τμήμα του ποιήματος που εμφανίζονται κυρίως οι κοινές θεματικές με τα Αντικλείδια:

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων

με του διαβόλου τ’ αντικλείδια

κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα

και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί

χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου

κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα

ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική

με δέος, ηδονή και τρόμο

στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται

χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Το ποίημα εν γένει είναι πλήρες λογοτεχνικών αναφορών, στοιχειοθετώντας εξ αρχής τη σχέση της ηρωίδας με τη λογοτεχνία: οι φλόγες από την Κόλαση του Δάντη, καθώς σχίζει τη νύχτα με τη μηχανή της, η αναμονή του πρίγκιπα Μίσκιν (Ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι), τα ποιητικά της αναγνώσματα Βιγιόν και Καρυωτάκης –δυο ποιητές που παρουσιάζουν την πραγματικότητα ως έχει, χωρίς εξωραϊσμούς και μάταιες ελπίδες. Η ηρωίδα αγαπά τη λογοτεχνία και είναι διατεθειμένη να αναζητήσει παντού το νέο ανάγνωσμα που θα τη συναρπάσει. Χρησιμοποιώντας «τα αντικλείδια του διαβόλου», τη γοητεία της, αναζητά στα συρτάρια επίδοξων συγγραφέων τα έργα τους, μα πετά στα σκουπίδια τα αισθηματικά τους κείμενα, μένοντας αδιάφορη απέναντι σε λογοτεχνήματα που καταγράφουν ανώφελους συναισθηματισμούς. Η κόρη της Αβύσσου αρέσκεται σε ό,τι τη φέρνει σε επαφή με την πραγματική ζωή (κλαίει, χώνοντας το πρόσωπό της στη γούνα του ανέμου), ενώ κάποτε αφήνεται σε κείμενα που την παρασύρουν στον κόσμο της φαντασίας, ακολουθώντας για παράδειγμα τον πλοίαρχο Νέμο στο ταξίδι του (Ιούλιος Βερν «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα).

Η κόρη της Αβύσσου μένει εκστατική στο άχτιστο φως της λέξης, εντυπωσιάζεται από τη δύναμη του λόγου, από τη μαγεία που κρύβει κάθε λέξη που μπορεί να λάβει τόσο διαφορετικά νοήματα, ανάλογα με την τοποθέτηση και την πλαισίωσή της. Οι λέξεις και η τέχνη του λόγου παρασύρουν την ηρωίδα του ποιήματος σε μια πληθώρα έντονων συναισθημάτων, καθώς χάνεται στα βάθη της λογοτεχνίας. Η κόρη της Αβύσσου αφήνεται σ’ ένα αέναο ταξίδι στον κόσμο της λογοτεχνίας μη μπορώντας ή μη θέλοντας να βρει το δρόμο της επιστροφής.

Η σχέση που αναπτύσσει η κόρης της Αβύσσου με τη λογοτεχνία, μας παραπέμπει στη σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στους επίδοξους ποιητές και την απροσπέλαστη ποιητική τέχνη. Ο εγκλωβισμός της ηρωίδας στον κόσμο της λογοτεχνίας θυμίζει τους ποιητές που αφιερώνουν όλη τους τη ζωή στις προσπάθειές τους να κατακτήσουν την ποιητική τέχνη. Ενώ, ο ενθουσιασμός που προκαλεί η λέξη στην κόρη της Αβύσσου, μας φέρνει στο νου εκείνους που κοιτάζοντας μέσα από την ανοιχτή πόρτα της ποιήσεως κάτι βλέπουν και μαγεμένοι επιχειρούν να μπουν μέσα. Σημαντικό είναι, πάντως, να τονίσουμε πως το σχήμα κύκλου και η πρόθεση του ποιητή να αφήνει στο κλείσιμο των ποιημάτων του την αίσθηση της αδιάκοπης συνέχειας, εμφανίζεται και στην κόρη της Αβύσσου. Η θεματική της πορείας με τη μηχανή που ανοίγει το ποίημα επιστρέφει και στις τελευταίες στροφές, όπου ο ποιητής με την κόρη της Αβύσσου μπαίνοντας στο βαρέλι γυρίζουν, χωρίς διαφαινόμενο τερματισμό, το γύρο του θανάτου.

Γιώργης Παυλόπουλος «Η στάχτη»

Φύσαγε ο αγέρας

ανέβαζε τη στάχτη τους

την πήγαινε στον ουρανό

φοβόταν εκείνη φοβόταν

ουά φοβιτσιάρα της φώναζε.

Πάψε τρελέ του έλεγε

δεν είμαστε πια στη γη

δεν έχουμε πια δέρμα

δεν έχουμε μαλλιά

δεν έχουμε μήτε μάτια.

Γίναμε στάχτη της έλεγε

όμως με βλέπεις και σε βλέπω

και μένει ακόμα η αγάπη

που δεν μπορεί να γίνει στάχτη

και μένει ακόμα η αγάπη.

Είμαι η στάχτη σου του έλεγε

και είσαι η στάχτη μου

μα που ανεβαίνουμε που πάμε

κι όλο φυσάει κι όλο σε χάνω

ουά φοβιτσιάρα της φώναζε.

Πάψε τρελέ του έλεγε.

Κοινές τεχνικές του Παυλόπουλου στα δύο ποιήματά του: Ο Παυλόπουλος στην ποίησή του χρησιμοποιεί ορισμένες τεχνικές με ιδιαίτερη συχνότητα, καθώς εξυπηρετούν την έκφραση των μηνυμάτων του και παράλληλα δημιουργούν την αίσθηση εκείνη που συνιστά τη μοναδικότητα της ποίησής του. Ο ποιητής αρέσκεται στο να εγκλωβίζει τη σκέψη του αναγνώστη σε αλληγορικές παραστάσεις που δεν προδίδουν πάντοτε με ευκολία τη μεταδιδόμενη κεντρική ιδέα, ενώ διατηρούν μια αέναη κυκλική κίνηση, αφήνοντας εκκρεμή τη διαρκή επανάληψη της ιστορούμενης πράξης.

Στο ποίημα «Η στάχτη» ο ποιητής επιχειρεί να εκφράσει την υπερβατική και διαχρονική δύναμη της αγάπης, η οποία καθίσταται ικανή να περάσει τα όρια του χρόνου και της σωματικής ύπαρξης, για να συνεχίσει δίχως τελειωμό τη λυτρωτική της επενέργεια. Η πορεία της αγάπης βέβαια είναι ιδωμένη περισσότερο ως επιθυμητή κατάσταση, ως δυνάμει επιτελούμενη υπερνίκηση των ανθρώπινων μέτρων και περιορισμών, παρά ως δεδομένη και αναμενόμενη εξέλιξη. Ο ποιητής εκφράζει εδώ μια βασική επιθυμία των ανθρώπων, να υπάρχει δηλαδή μια συνέχεια στο χρόνο, τουλάχιστον για τα πολυτιμότερα συναισθήματά μας, τουλάχιστον για μια έκφανση της με κόπο σφυρηλατημένης ύπαρξής μας, αλλά κινείται στο χώρο της  φαντασίας και του νοητικά θεατού, καθώς η γνώση μας για τη συνέχεια μετά το τέλος της ύπαρξης είναι ανύπαρκτη. Για το λόγο αυτό υιοθετεί μια αλληγορική παράσταση που μέσα από το διάλογο των δύο ερωτευμένων ψυχών, δε δηλώνει την πραγματική διάσταση της ιστορίας, αλλά μια επιχειρούμενη απεικόνιση ενός πανίσχυρου, στα πλαίσια της ύπαρξης συναισθήματος, της αγάπης. Ο διάλογος και η κίνηση των ψυχών που μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τους αναγνώστες, καθώς βρίσκουν ανάλογο στις εικόνες της καθημερινότητας αλλά και στο μυθικό υπόβαθρό τους, δεν αποτελούν παρά μια συμβολική αναπαράσταση της άυλης πορείας, μιας άυλης δύναμης. Τι μένει μετά το τέλος της ύπαρξης; Ο ποιητής δε γνωρίζει, μα εύχεται να είναι η αγάπη.

Η χρήση της αλληγορικής παρουσίασης που βρίσκεται στο ποίημα αυτό, εντοπίζεται και στο ποίημα Τα Αντικλείδια, όπου ο Παυλόπουλος θέλοντας να δώσει οπτική υπόσταση σε μια θεωρητικά συλλαμβανόμενη ιδέα, τη δύναμη της ποίησης, την παρουσιάζει ως μια ανοιχτή πόρτα που οδηγεί σε μαγευτικά λάφυρα, για όποιον είναι ικανός να αντιληφθεί πόσα έχει να προσφέρει το πέρασμα αυτής της πόρτας. Η δύναμη της αγάπης, όπως και η δύναμη ή αλλιώς η πνευματική προσφορά της ποίησης, δεν είναι παρά συναισθηματικές καταστάσεις που είτε θα δοθούν με αφηρημένες έννοιες, υποκύπτοντας στην ψυχρότητα των θεωρητικά αποδιδόμενων σκέψεων, είτε θα δοθούν με οπτικά υλοποιούμενες παραστάσεις που μπορούν να γίνουν ευρύτερα αντιληπτές, όπως τελικά επιλέγει να τις δώσει ο Παυλόπουλος. Η ποίηση παρουσιάζεται ως μια πόρτα ανοιχτή, εικόνα οικεία που υποσυνείδητα αφυπνίζει την περιέργεια του αναγνώστη – το βλέμμα πάντοτε κινείται να δει τι βρίσκεται πίσω από μια πόρτα που στέκει ανέλπιστα ανοιχτή. Ενώ η απάντηση στο τι απομένει μετά το τέλος της ύπαρξης, δίνεται από τον ποιητή με την εικόνα ενός ερωτευμένου ζευγαριού που αποσυντίθεται μα διατηρεί τη δυνατότητα της συνομιλίας, μόνο και μόνο για να μας αποκαλύψει – την επιθυμία του ποιητή – πως ακόμη κι όταν όλα τελειώσουν, η αγάπη θα συνεχίσει να υπάρχει και να συνέχει τις ανθρώπινες ψυχές.

Ένα δεύτερο κοινό στοιχείο ανάμεσα στα δύο ποιήματα είναι η διάθεση του ποιητή να αφήνει τις ιστορίες του σε μια κατάσταση διαρκούς επανάληψης. Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, η πόρτα της Ποίησης κλείνει, μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Το σχήμα κύκλου μας παγιδεύει σε μια αέναη εναλλαγή στην προσβασιμότητα της ποίησης, όπως αυτή βιώνεται από τον ίδιο τον ποιητή που διαρκώς επιχειρεί να εντοπίσει τα μυστικά της Τέχνης του, το κλειδί που θα ανοίξει μια και καλή την πόρτα της Ποίησης, μα η πόρτα αυτή είναι κλειστή, χωρίς ποτέ να έχει κλείσει. Οι ποιητές από την αρχή της «ποιητικής» δημιουργίας αναμετρώνται με την Τέχνη τους, κι αυτή η αναμέτρηση ξεκινά από την αρχή για κάθε νέο δημιουργό, για κάθε νέο ποιητή που επιχειρεί να μυηθεί στα μυστικά αυτής της τόσο απρόσιτης, μα πάντοτε διαθέσιμης, Τέχνης. Αντιστοίχως, ο διάλογος των ερωτευμένων στο ποίημα «Η στάχτη» δημιουργεί ένα σχήμα κύκλου, ολότελα αναγκαίο, καθώς ο ποιητής μπορεί να εύχεται κι εν τέλει να παρουσιάζει τη διατήρηση της αγάπης, μα δεν μπορεί να δώσει τέλος σε μια άυλη ύπαρξη που, αν υφίσταται, θα είναι μάλλον χωρίς χρονικά όρια. Ο ποιητής αφήνει, επομένως, ανολοκλήρωτο και διαρκώς επαναλαμβανόμενο το διάλογο των ερωτευμένων για να μεταδώσει την αίσθηση της δίχως τέλος μεταθανάτιας ύπαρξης.

Γιώργης Παυλόπουλος «Το ποίημα»

Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι

γέρος πια φοράει μαύρα.

Ποιος είναι και που πηγαίνει

κανείς δεν ξέρει.

Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα

που ποτέ δεν θα γράψει.

Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.

Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του

υπάρχει ένα φίδι χρυσό.

Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της

σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο

θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη

χλωμός ο άλλος εαυτός του.

Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα

καλπάζοντας τώρα στο πλάι του

και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει

απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.

Μετά την εικόνα που μας δίνει ο Παυλόπουλος στα αντικλείδια για την πόρτα της Ποίησης που παραμένει κλειστή ενώ είναι πάντοτε ανοιχτή, έρχεται με «Το ποίημα» να μας δώσει μια εικόνα πολύ εντονότερη για την εμμονή που διακατέχει τους ποιητές.

Αναλυτικότερα: Ο ποιητής για τον οποίο μας μιλά ο Παυλόπουλος είναι ένας άντρας γεμάτος μυστήριο καθώς κανείς δεν τον γνωρίζει και με τη στάση του δίνει την εντύπωση ότι αυτός ο γέρος ποιητής έχει περάσει πολλά χρόνια αποφεύγοντας τους ανθρώπους. Κανείς δεν τον ξέρει όπως άλλωστε και κανείς δεν ξέρει που πηγαίνει, κι αυτό γιατί εκείνος έχει αφοσιώσει τη ζωή του στην ποίηση αποφεύγοντας τις κοινωνικές συναναστροφές που μόνο εμπόδιο θα μπορούσαν να σταθούν στη δημιουργικότητά του.

Παρά την απομόνωσή του όμως και παρά το γεγονός ότι έχει πια γεράσει το ποίημα που ήθελε πάντοτε να γράψει υπάρχει ακόμη στη σκέψη του αδιαμόρφωτο και παντελώς απρόσιτο, μοιάζοντας κάπως με τη ζωή του που δεν πήρε τελικά μια οριστική μορφή, δεν απέκτησε καθαρές γραμμές και σημεία αναφοράς, εφόσον εκείνος βρισκόταν πάντοτε δέσμιος του απροσέγγιστου ποιήματος. Ο γέρος ποιητής κατευθύνεται προς κάποιο φτηνό ξενοδοχείο όπου θα συναντήσει μια γυναίκα για να κατευνάσει ίσως τις επιθυμίες του σώματος και κρατώντας μαζί του ένα χρυσό φίδι, ένα κόσμημα για να τη δελεάσει. Κι όμως γνωρίζει ότι ακόμη και τη στιγμή που θα είναι μαζί με τη γυναίκα, ακόμη και την ώρα που θα περνά στο λαιμό της το κόσμημα, ο άλλος εαυτός του θα τον κοιτάζει χλωμός και ταλαιπωρημένος από τον καθρέφτη. Ο άλλος εαυτός του, αυτός που είναι ολόψυχα δοσμένος στην ποίηση και στη συνεχή αναζήτηση του ποιήματος, τον ακολουθεί πάντοτε και του θυμίζει τη βασική αποτυχία του, την αποτυχία του να δημιουργήσει το ποίημα.

Ακόμη και τώρα που εκείνος βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητο και κατευθύνεται προς το ξενοδοχείο, πλάι στα αυτοκίνητο τρέχει ο άλλος του εαυτός, ο δέσμιος της ποίησης, καλπάζοντας με τ’ άλογά του -ερχόμενος προφανώς από παλιότερες εποχές. Καλπάζει δίπλα του πιέζοντας τ’ άλογα να φτάσουν το αυτοκίνητο, αδιαφορώντας για τη λάσπη και το σκοτάδι που τα ταλαιπωρεί. Όπου κι αν πηγαίνει, όσο κι αν προσπαθεί ο εαυτός του που έχει δοθεί -μέχρι σημείου τρέλας- στην ποίηση τον ακολουθεί, θυμίζοντάς του ότι το ποίημα αυτό που χρόνια μέσα του παλεύει, παραμένει ακόμη μη διατυπωμένο, βασανιστικά απροσέγγιστο.

Η ιδέα λοιπόν που διατυπώνει ο Παυλόπουλος στα αντικλείδια ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν χαλάσει μάταια τη ζωή τους προσπαθώντας να βρουν το μυστικό της ποίησης, λαμβάνει εδώ εφιαλτική υπόσταση στο πρόσωπο του γέρου ποιητή και του σκοτεινού εαυτού του, που βρίσκονται σε μια μακρόχρονη πάλη με το ποίημα.

Γιάννης Κουβαράς «Ποιητής»

Ακροβατεί

χωρίς δίχτυ

στο κενό

γράφει

γαντζωμένος σαν τον εργάτη

που ισορροπεί

στο μαδέρι

με το μυστρί και το πηλοφόρι

Όμως η πτώσις του είναι βεβαία

Ο Γιάννης Κουβαράς σε μιαν απόπειρα αποτύπωσης των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι τεχνίτες του λόγου δημιουργεί δύο εξαιρετικά παραστατικές παρομοιώσεις που είναι ικανές να μεταδώσουν στον αναγνώστη το δέος που προκαλεί σε κάθε ποιητή η αναμέτρησή του με την Ποιητική Τέχνη. Όπως ένας ακροβάτης που ισορροπεί στο τεντωμένο σχοινί χωρίς να υπάρχει το δίχτυ ασφαλείας να τον διασώσει σε περίπτωση λάθους κι όπως ο παράτολμος χτίστης που κρατώντας τα εργαλεία της δουλειάς του ισορροπεί σε κάποιο μαδέρι, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του, μόνο και μόνο για να μπορέσει να ολοκληρώσει την εργασία του, έτσι και ο ποιητής βρίσκεται σ’ ένα διαρκή και μη αναστρέψιμο κίνδυνο, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με μια Τέχνη που απαιτεί και συχνά παίρνει ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου που τολμά να τεθεί στην υπηρεσία της.

Ο Παυλόπουλος μας λέει ότι κάποιοι χαλάνε μάταια και τη ζωή τους γυρεύοντας το μυστικό για να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης, ενώ ο Κουβαράς προχωρά την ιδέα αυτή ακόμη παραπέρα δίνοντας μας την αίσθηση ενός μοιραίου κινδύνου για τους τεχνίτες του λόγου. Κι όπως ο Παυλόπουλος αποκλείει στους ποιητές τη δυνατότητα να ανοίξουν κάποτε την πόρτα της Ποίησης, έτσι κι ο Κουβαράς, με μια επιτυχημένη διακειμενική αναφορά στο ποίημα «Τρώες» του Καβάφη «Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία», προδικάζει ότι η πτώση του ποιητή είναι δεδομένη. Όσο κι αν ο ποιητής επιχειρεί να ισορροπήσει, όσο κι αν κάποτε κατορθώνει να φανεί ικανός απέναντι στους κινδύνους της ενασχόλησης με την ποίηση, δεν μπορεί τελικά να αποφύγει τη μοίρα κάθε ποιητή να πέσει στο κενό.

Η δεδομένη αυτή πτώση στο κενό μπορεί να ιδωθεί ως μια ενδεχόμενη αποτυχία να αποδώσει άρτιο ποιητικό λόγο, να βρει την καίρια έκφραση και να δώσει ποίηση άξια λόγου και άξια να διατηρηθεί στο χρόνο. Η πτώση μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτή ως η αδυναμία τελικά του ποιητή να κατανοήσει πλήρως την ουσία της ποίησης, να βρει την πόρτα που του επιτρέπει την είσοδο στο μαγικό της κόσμο, όσα αντικλείδια κι αν φτιάξει, όσο κι αν ισορροπήσει μεταξύ λέξεων και διατυπώσεων.

Γιάννης Πατίλης «Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία»

Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.

Από κει κουβαλάω με κόπο

Υπέροχα ποιήματα.

Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.

Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.

Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.

Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.

Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.

Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.

(Ζεστό μεσημέρι, Αθήνα 1984)

Οι ποιητές συνθέτοντας ποιήματα ποιητικής, ποιήματα δηλαδή που αναφέρονται στην Ποίηση, επιχειρούν αφενός να τιμήσουν την τέχνη τους κι αφετέρου να την ορίσουν, έστω κι αν γνωρίζουν πως επί της ουσίας η τέχνη αυτή είναι δυσερμήνευτη και δυσπροσέγγιστη. Ο Παυλόπουλος θέλοντας να μας μεταδώσει τη δυσκολία που υπάρχει στο να προσεγγίσει κανείς τη βαθύτερη ουσία της ποίησης, δημιουργεί μιαν πρωτότυπη αλληγορία, όπου η Ποίηση παρουσιάζεται σαν μια πόρτα ανοιχτή. Μια πόρτα, όμως, που κλείνει για όποιον επιχειρήσει να τη διαβεί, καθώς στην πραγματικότητα τα μυστικά της ποιητικής τέχνης είναι απρόσιτα για όλους. Ο Γιάννης Πατίλης, με τη σειρά του, επιχειρεί να εκφράσει τη μοναδικότητα της ποίησης, αλλά και τη δυσκολία για την πραγμάτωσή της, παρουσιάζοντας ως πηγή για την άντληση των ποιημάτων την «ανυπαρξία». Οι εικόνες που δίνονται στην ποίηση αντλούνται από έναν κόσμο ιδεατό, από έναν κόσμο τόσο τέλειο που δεν μπορεί καν να θεωρηθεί υπαρκτός. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ποιητής «Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία», από την ανυπαρξία, από τον αθέατο αυτό κόσμο ο ποιητής κουβαλά υπέροχα ποιήματα.

Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα./Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.

Τα υπέροχα ποιήματα που αντλεί ο ποιητής από τον κόσμο της ανυπαρξίας, έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που φανερώνουν την αρτιότητά τους, είναι διάφανα, φωτεινά, αλλά και ανέκφραστα. Η ομορφιά τους τονίζεται μέσα από τη φωτεινότητα και τη διαύγειά τους, ενώ η δυσκολία απόδοσής τους από το γεγονός ότι είναι «ανέκφραστα», από το γεγονός δηλαδή ότι δεν έχουν ακόμη καν διατυπωθεί. Ο ποιητής επιχειρεί να μεταφέρει τα εξαίσια αυτά ποιήματα από τον κόσμο της ανυπαρξίας, στον δικό μας κόσμο, αλλά κατά τη μεταφορά του πέφτουν και σπάνε.

Όπως ο Παυλόπουλος παρουσιάζει τη δυσκολία των ποιητών να γνωρίσουν τη βαθύτερη ουσία της ποίησης μέσα από τις συνεχείς, αλλά μάταιες, προσπάθειές τους να φτιάξουν το αντικλείδι εκείνο που θα τους επιτρέψει να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης. Έτσι και ο Πατίλης παρουσιάζει τη δυσκολία να λάβουν μορφή τα ιδεατά εκείνα ποιήματα που ληστεύει από τον κόσμο της ανυπαρξίας. Ο ποιητής βλέπει σ’ έναν φανταστικό κόσμο τα τέλεια ποιήματα, αλλά αδυνατεί να τα μεταφέρει στο δικό μας κόσμο, με την τέλεια μορφή που έχουν στην πρωταρχική και καθαρή τους μορφή. Η εικόνα που δημιουργεί ο Πατίλης μας παραπέμπει στον κόσμο των Ιδεών του Πλάτωνα, όπου εκεί βρίσκονται οι Ιδέες όλων των πραγμάτων που συναντούμε στον δικό μας κόσμο. Με τον ίδιο ατελή τρόπο που οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, προσπαθούν να μιμηθούν τις αρχικές Ιδέες, που η ψυχή τους κάποτε αντίκρισε στον κόσμο των Ιδεών, για να κατασκευάσουν τα αντικείμενα, επιχειρεί και ο ποιητής να μεταφέρει τα τέλεια ποιήματα στον κόσμο μας. Η ιδέα του ιδανικού ποιήματος υπάρχει και είναι ορατή για τον ποιητή, αλλά η μετουσίωση της ιδέας σε πραγματικό ποίημα είναι αδύνατη. Τα ποιήματα κατά τη μεταφορά πέφτουν και σπάνε.

Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.

Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.

Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.

Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.

Ο ποιητής επιχειρεί με τα εκφραστικά μέσα του και με τα εκφραστικά μέσα γενικότερα των ανθρώπων να δώσει μορφή στα ιδεατά ποιήματα, επιχειρεί μέσα από τα βιώματα και τα ερεθίσματα που έχει από τον κόσμο γύρω του να τους δώσει περιεχόμενο, αλλά διαπιστώνει ότι έτσι, με το να χρησιμοποιεί δηλαδή όσα αντλεί από τον υπαρκτό κόσμο, χαλάει τα ιδανικά ποιήματα που με κόπο έκλεψε από τον κόσμο της ανυπαρξίας.

Η μεταφορά επομένως των υπέροχων ποιημάτων που η ψυχή του ποιητή αντικρίζει στον κόσμο της ανυπαρξίας ματαιώνεται, όπως διαρκώς ματαιώνεται και η παραβίαση της κλειστής πόρτας της Ποιήσεως. Η πραγματική υπόσταση της ποίησης, όπως και η υλοποίηση του ιδανικού ποιήματος, καθίσταται αδύνατη, μιας και τα κοινά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι άνθρωποι δεν αρκούν για να προσεγγίσουν τη γνήσια υπόσταση της πάντοτε απρόσιτης ποιητικής τέχνης. Τα αντικλείδια των ποιητών αποτυγχάνουν να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης, όπως οι λέξεις και τα βιώματα των ανθρώπων, αδυνατούν να δώσουν μορφή στα τέλεια ποιήματα, που παραμένουν φωτεινά και διάφανα μόνο στον κόσμο της ανυπαρξίας.

Τόσο ο Παυλόπουλος όσο και ο Πατίλης καταφεύγουν στη χρήση αντιφάσεων για να δώσουν με παραστατικότητα και ενάργεια την αδυναμία που αισθάνονται στο να προσεγγίσουν την πραγματική Ποίηση. Η πόρτα της ποίησης παραμένει κλειστεί, αν και είναι πάντοτε ανοιχτή, ενώ τα υπέροχα ποιήματα τα ληστεύει ο ποιητής από τον κόσμο της ανυπαρξίας.

Η αλληγορία του σπηλαίου από την Πολιτεία του Πλάτωνα, ως παράλληλο κείμενο για τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου

«-Ύστερα από αυτά, είπα, δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της πλάθοντας με το νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σ’ ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα ώστε να μένουν ακινητοποιημένοι και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους· κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στο δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν από εκεί τα τεχνάσματά τους. -Το φαντάζομαι, είπε. -Φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σ’ αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι, αγάλματα και άλλα ομοιώματα ζώων, από πέτρα, από ξύλο ή από οτιδήποτε άλλο, κι ότι, όπως είναι φυσικό, άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτά τα πράγματα μιλούν ενώ άλλοι είναι σιωπηλοί. -Αλλόκοτη, είπε, η εικόνα που περιγράφεις, και οι δεσμώτες αλλόκοτοι κι αυτοί. -Όμοιοι με εμάς, έκανα εγώ· γιατί πρώτα–πρώτα μήπως φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες αυτοί εκτός από τον εαυτό τους και τους διπλανούς τους βλέπουν ποτέ τους τίποτε άλλο πέρα από τις σκιές που ρίχνει το φως αντικρύ τους στον τοίχο της σπηλιάς; -Μα πώς θα ήταν δυνατόν, είπε, αφού σ’ όλη τους τη ζωή είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο; -Και με τα πράγματα που περνούν μπροστά στο τειχάκι τι γίνεται; Τι άλλο εκτός από τις σκιές τους βλέπουν οι δεσμώτες: -Σαν τι άλλο θα μπορούσαν να δουν; -Αν, τώρα, είχαν τη δυνατότητα να συνομιλούν, δεν νομίζεις ότι θα πίστευαν πως αυτά για τα όποια μιλούν δεν είναι παρά οι σκιές που έβλεπαν να περνούν μπροστά από τα μάτια τους; -Κατανάγκην, είπε. -Κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι στο δεσμωτήριο ερχόταν και αντίλαλος από τον αντικρινό τοίχο; Κάθε φορά που θα μιλούσε κάποιος από όσους περνούσαν πίσω τους, φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες δεν θα πίστευαν ότι η φωνή βγαίνει από τη σκιά που θα έβλεπαν να περνά από μπροστά τους; -Μα το Δία, είπε, και βέβαια. -Ασφαλώς λοιπόν, είπα εγώ, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα ήταν δυνατόν να πιστέψουν για αληθινό τίποτε άλλο παρά μονάχα τις σκιές των κατασκευασμάτων. -Ανάγκη αδήριτη, είπε.» (Μετάφραση: Ν. Μ. Σκουτερόπουλος)

Ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί την αλληγορία του σπηλαίου για να δώσει παραστατικότερα τη διάκριση και τη διαφορά ανάμεσα στα δύο επίπεδα του κόσμου, ανάμεσα δηλαδή στον κόσμο των αισθητών πραγμάτων και στον κόσμο των ιδεών. Στα αισθητά πράγματα συμπεριλαμβάνονται όλα όσα μας περιβάλλουν και γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις μας, ενώ στον κόσμο των ιδεών βρίσκονται οι ιδέες όλων των πραγμάτων, οι οποίες σε αντίθεση με τα πράγματα του αισθητού κόσμου είναι αιώνια σταθερές, αναλλοίωτες και άυλες. Τα πράγματα που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται με τις αισθήσεις τους δεν είναι παρά αντίγραφα των ιδεών, αντίγραφα των όντως όντων που υπάρχουν μόνο στον κόσμο των ιδεών.

Με την αλληγορία του σπηλαίου ο Πλάτωνας καθιστά σαφές πως τα αντικείμενα που οι άνθρωποι βλέπουν και θεωρούν ως πραγματικά, δεν είναι παρά απεικάσματα, σκιές των πραγματικών όντων. Οι άνθρωποι βρίσκονται σε πλάνη σχετικά με τη φύση των πραγμάτων που τους περιβάλλουν, αλλά δεν έχουν καμία συναίσθηση της πλάνης τους κι αυτό εντείνει περισσότερο την ανάγκη για το φωτισμό των ανθρώπων μέσω της παιδείας και της επαφής με τη φιλοσοφική σκέψη και αγωγή. Εκείνο, επομένως, που δημιουργεί προβληματισμό στον Πλάτωνα δεν είναι τόσο το γεγονός ότι οι άνθρωποι βρίσκονται σε πλήρη άγνοια σχετικά με τα πράγματα, αλλά το γεγονός ότι δεν έχουν καμία απολύτως συνείδηση της άγνοιάς τους. Παραδομένοι στον κόσμο των αισθητών πραγμάτων, αγνοούν πως υπάρχει ένας ιδανικός κόσμος που περιέχει τις αρχικές και άρτιες Ιδέες, η θέαση των οποίων θα αποκάλυπτε στους ανθρώπους πως έχουν περάσει τη ζωή τους συμβιβαζόμενοι με ατελή αντίγραφα.

Με μια δική του αλληγορία ο Γιώργης Παυλόπουλος επιχειρεί να τονίσει την αδυναμία των ποιητών να προσεγγίσουν την πραγματική φύση της Ποίησης, σχολιάζοντας χαρακτηριστικά πώς: «Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης». Η πόρτα της Ποίησης που παραμένει επίμονα κλειστή, οδηγεί τον Παυλόπουλο στο εύλογο συμπέρασμα πως ίσως τα ποιήματα που έχουν γραφτεί μέχρι τώρα, δεν είναι παρά αντικλείδια, ατελείς προσπάθειες δηλαδή των ποιητών να προσεγγίσουν την αληθινή υπόσταση της ποίησης.

Μια παρόμοια πλάνη, μ’ εκείνη που παρουσιάζει ο Πλάτωνας για την άγνοια των ανθρώπων, χαρακτηρίζει και τους ανθρώπους σχετικά με τη φύση της ποίησης, καθώς τα ποιήματα που διαβάζουν και τα εκλαμβάνουν ως γνήσιες εκφάνσεις ποιητικού λόγου, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ατελέσφορες απόπειρες να ανοιχτεί η πόρτα της Ποιήσεως, ώστε να μας αποκαλυφθεί η πραγματική ουσία της τέχνης αυτής. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι κανείς δεν έχει κατορθώσει να κατακτήσει πλήρως την ποιητική τέχνη, για να μπορέσει να μας παρουσιάσει γνήσιο ποιητικό έργο, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να έρχονται σ’ επαφή μόνο με τη μορφή που παίρνει ο ποιητικός λόγος, σύμφωνα με το πώς τον αντιλαμβάνεται κάθε ποιητής, αλλά ποτέ με την πραγματική υπόσταση της ποίησης.

Η ποίηση, επομένως, όπως παρουσιάζεται στους ανθρώπους μέσα από τα ποιήματα που έχουν ήδη γραφτεί δεν είναι παρά μια σκιά, ένα ατελές αντίγραφο, της πραγματικής ποίησης, που παραμένει σταθερά απρόσιτη, παρά τις προσπάθειες των ποιητών. Σε αντίθεση πάντως με την άγνοια που χαρακτηρίζει τους δεσμώτες του σπηλαίου, οι ποιητές γνωρίζουν ότι δεν έχουν κατορθώσει να προσεγγίσουν την ποίηση στην αληθινή της μορφή, γνωρίζουν ότι υπάρχει η ιδανική μορφή της ποίησης, αλλά παρά τις συνεχείς τους προσπάθειες αδυνατούν να την υλοποιήσουν. Οι ποιητές γνωρίζουν πως πάντοτε θα υπάρχει το τέλειο εκείνο ποίημα που θα τους διαφεύγει συνεχώς, όσο κι αν προσπαθούν, όσο κι αν επιθυμούν να το συνθέσουν.