Μαρία Πολυδούρη: Η ποιήτρια και το έργο της
Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1902 στην Καλαμάτα. Από 14 ετών η Πολυδούρη ασχολήθηκε συστηματικά με την ποίηση. Η πρώτη της εμφάνιση γίνεται το 1916, με ένα πεζοτράγουδο που τιτλοφορείται «Ο πόνος της μάνας», δημοσιευμένο στο περιοδικό εργοχείρων και ποικίλης ύλης Οικογενειακός Αστήρ και εμπνευσμένο από τον πνιγμό ενός νεαρού ναυτικού, το πτώμα του οποίου ξεβράστηκε στην ακτή των Φιλιατρών.
Ουσιαστικά όμως, η ποιητική της σταδιοδρομία αρχίζει το 1922, οπότε εγκαθίσταται στην Αθήνα και αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στα περιοδικά Έσπερος της Σύρου, Ελληνική Επιθεώρησις, Εύα, Παιδική Χαρά, Πνοή, στο ημερολόγιο Πανδώρα κ.α. Το σώμα του έργου της περιλαμβάνει ακόμη δύο συλλογές (Οι τρίλιες που σβήνουν, 1928, και Ηχώ στο χάος, 1929), μια ατιτλοφόρητη -και ανέκδοτη όσο ζούσε- νουβέλα, μερικές μεταφράσεις γαλλικών ποιημάτων και το ημερολόγιό της.
Θεωρείται, ωστόσο, βέβαιο ότι μέρος του έργου της παραμένει ακόμη άγνωστο.
Το ποίημα «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες»
Γενικές σκέψεις για το περιεχόμενο
Στο ποίημα η Μ. Πολυδούρη εκφράζει τη δική της ξεχωριστή προσωπική σχέση με την τέχνη της ποίησης, στην οποία καταφεύγει ως μέσο για την εξωτερίκευση του έρωτά της. Έτσι, τα ποιήματά της δεν είναι παρά ερωτικά μηνύματα, ένα συνεχές ερωτικό κάλεσμα, με την αγωνία, με την ελπίδα ή με τη βεβαιότητα της ανταπόκρισης.
Γράφοντας, όχι μόνο εκτονώνει το έντονο συναίσθημα που πλημμυρίζει την ψυχή της, αλλά επιπλέον ανατροφοδοτείται από αυτό. Η αγάπη γίνεται το πρωταρχικό στοιχείο της ύπαρξής της, της ζωής γενικότερα, και η ποίηση επιτελεί τον ύψιστο σκοπό της μόνο όταν υμνεί την αγάπη.
Το ποίημα είναι ένας ύμνος στη δύναμη της αγάπης. Αυτής της αγάπης που την εμπνέει ως ποιήτρια και που την καταξιώνει ως άνθρωπο. Μιας αγάπης ερωτικής με συγκεκριμένο αποδέκτη, η ύπαρξη του οποίου δίνει νόημα και αξία στη ζωή της.
Ο τίτλος
Το δεύτερο γραμματικό πρόσωπο του τίτλου του ποιήματος κάνει φανερό ότι η ποιήτρια απευθύνεται σε κάποιον, στον οποίο και αφιερώνει το ποίημά της. Δε θα κάνει λόγο αόριστα για την αγάπη, αλλά γι’ αυτή τη συγκεκριμένη αγάπη που της ενέπνευσε και της πρόσφερε κάποιος. Το ημιτελές νόημα του τίτλου αποσαφηνίζεται στην πορεία του ποιήματος, καθώς με την ίδια ή με παρόμοια μορφή επαναλαμβάνεται η φράση σε κάθε στροφή και αποτελεί τον άξονα που δίνει συνοχή στο ποίημα.
Η Πρώτη στροφή
Η πρώτη στροφή ξεκινάει με το ρήμα τραγουδώ (= γράφω ποιήματα). Η ευρύτητα της σημασίας του ρήματος καλύπτει όλη τη διαδικασία, από τη στιγμή της έμπνευσης ως την ολοκλήρωση.
Ερωτικό «τραγούδι» θα μπορούσε να είναι το συγκεκριμένο ποίημα, μια και εντοπίζονται σ’ αυτό στοιχεία που λειτουργούν προς αυτή την κατεύθυνση, στοιχεία «μουσικά»: το ιαμβικό μέτρο, η εναλλαγή δωδεκασύλλαβων και εφτασύλλαβων (αλλού εντεκασύλλαβων) στίχων, οι επαναλήψεις (ο πρώτος και ο πέμπτος στίχος κάθε στροφής είναι όμοιος), η ομοιοκαταληξία (ομοιοκαταληκτούν ο πρώτος με τον πέμπτο, ο δεύτερος με τον τέταρτο - μόνο ο τρίτος είναι ανεξάρτητος).
Η απόλυτη θέση που διατυπώνει η ποιήτρια με τον πρώτο στίχο (Δεν τραγουδώ, παρά γιατί μ’ αγάπησες) ορίζει και το κίνητρο και το στόχο του ποιήματος: κίνητρο είναι η αγάπη, στόχος η κοινοποίησή της μέσο του ποιητικού λόγου.
Αυτή η αγάπη, που προσφέρθηκε κάποτε (στα περασμένα χρόνια) και συνεχίζεται όλες τις εποχές, με όλες τις καιρικές συνθήκες (σε ήλιο, σε βροχή, σε χιόνια), δημιούργησε τη συναισθηματική εκείνη πληρότητα, που πρόσφερε την ψυχική και πνευματική ολοκλήρωση, η οποία τώρα μετουσιώνεται σε «τραγούδι».
Η Δεύτερη στροφή
Στη δεύτερη στροφή προσδιορίζεται το είδος της αγάπης και αισθητοποιείται περισσότερο η έντασή της: πρόκειται για την ερωτική αγάπη (με φίλησες στο στόμα).
Αυτό που περιγράφεται όμως δεν είναι η εκδήλωσή της αλλά το αποτέλεσμα της ερωτικής έκστασης: είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο (παρομοίωση), έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα (μεταφορά). Ο ενεστώτας είμαι (χρόνος παροντικός που δηλώνει διάρκεια) και το επίρρημα ακόμα δείχνουν ότι κάτι που καθόρισε μια στιγμή του παρελθόντος έχει τη δύναμη να καθορίζει και το παρόν και προφανώς θα καθορίζει και το μέλλον.
Η ζωντανή εικόνα του ολάνοιχτου κρίνου και η παραστατική λέξη ρίγος είναι ποιητικές επιλογές που ενισχύουν την παρουσίαση της ποιότητας του ερωτικού συναισθήματος.
Η Τρίτη στροφή
Η τρίτη στροφή περιορίζεται στην αισθητοποίηση της καταλυτικής δύναμης του ερωτικού βλέμματος. Η φράση με την ψυχή στο βλέμμα (= έβαλες στο βλέμμα όλη την ψυχή σου) υπογραμμίζει την ποιότητα και το περιεχόμενο μιας ενέργειας (με κύτταξαν), που σε άλλη περίπτωση θα ήταν ουδέτερη.
Η ψυχή στο βλέμμα δεν είναι παρά το ιδιαίτερο μήνυμα που μπορεί να μεταδώσει ένα «κύτταγμα», όταν ανάμεσα στον πομπό και το δέκτη υπάρχει η σχετική συναισθηματική έλξη. Ένα τέτοιο βλέμ¬μα, φορέας μιας τόσο έντονης αγάπης, μπορεί να οδηγήσει τον αποδέκτη του μηνύματος σε υπέρτατη ευτυχία, σε ολοκληρωτική καταξίωση της ύπαρξής του. Εδώ χρησιμοποιείται η συνεκδοχή (τα μάτια σου με κύτταξαν) καθώς και η μεταφορά (της ύπαρξής μου στέμμα).
Η Τέταρτη στροφή
Στην τέταρτη στροφή η βίωση αυτής της απόλυτης αγάπης γίνεται αυτοσκοπός: η συγκυρία της γέννησης ταυτίζεται με τη συγκυρία της συνάντησης με εκείνον που έδωσε στη ζωή νόημα.
Σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγούν η επανάληψη της λέξης ζωή σε τρεις συνεχόμενους στίχους και το (όχι και τόσο έντεχνο) παιχνίδι με τις λέξεις ανεκπλήρωτη, πληρώθη.
Στη στροφή αυτή, στην οποία περιέχεται και ο τίτλος του ποιήματος, φαίνεται ολοκάθαρα η απόλυτη ταύτιση των δύο υποκειμένων (εσύ - εγώ), μέσα από την οποία προκύπτει ως μοναδικός σκοπός ζωής η βίωση ενός ερωτικού συναισθήματος με τόση ένταση και τέτοια ποιότητα.
Η σκέψη στους μεσαίους στίχους της στροφής αυτής δεν είναι διαυγής, ενώ παρατηρείται και αδέξιος χειρισμός της γλώσσας για χάρη του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας (μένα και πληρώθη μαζί με το εδόθη).
Η Πέμπτη στροφή
Η πέμπτη στροφή ολοκληρώνει την εικόνα της ταύτισης των δύο ανθρώπων που βίωσαν την ένταση της αγάπης, όπως αυτή παρουσιάστηκε στις προηγούμενες στροφές.
Η ζωή που καταξιώθηκε μέσο αυτής και μόνο της αγάπης (ο προσδιορισμός ωραία τονίζει την ποιότητά της) παύει να έχει νόημα, όταν δεν υπάρχει αυτός που αγαπάμε.
Έτσι, με την ποιητική αποστροφή ωραίε και με τη μεταφορά της λέξης βασίλεψες, που σημαίνει «έδυσες, έφυγες από τη ζωή», όμως με χρόνο αόριστο, ο οποίος δείχνει κατάσταση που έτσι κι αλλιώς έχει τελειώσει, η ζωή αδειάζει από καθετί που της έδινε νόημα, φορτίζεται αρνητικά και γίνεται βάρος.
Ωστόσο, το επίρρημα γλυκά, που προσδιορίζει το ρήμα πεθαίνω, συνεχίζει να μεταδίδει το κλίμα της ευτυχίας ενός ανθρώπου που αγάπησε και αγαπήθηκε, έστω και αν ο διττός θάνατος ανατρέπει την ιδανική εικόνα που παρουσιάστηκε στις προηγούμενες στροφές.
Η ζωή δικαιώθηκε μέσα από την αγάπη. Και η ποίηση επιτέλεσε τον προορισμό της υμνώντας αυτή την αγάπη.
Συμπερασματικά
α. Γράφω ποιήματα, μόνο και μόνο επειδή με αγάπησες.
β. Είμαι ωραία και νιώθω ρίγος στην ψυχή, μόνο και μόνο επειδή με κράτησες στην αγκαλιά σου και με φίλησες στο στόμα.
γ. Ένιωσα σαν βασίλισσα, μόνο και μόνο επειδή με κοίταξες με τα μάτια σου.
δ. Γεννήθηκα, μόνο και μόνο επειδή επρόκειτο να με αγαπήσεις.
ε. Έζησα, μόνο και μόνο επειδή με αγάπησες. και τώρα που βασίλεψες, πεθαίνω, μόνο και μόνο επειδή με αγάπησες τόσο ωραία.
Περιληπτική απόδοση-Η σχέση της ποίησης με τη ζωή
Ο ομιλητής του ποιήματος είναι μια γυναίκα που απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο προς τον αγαπημένο της, που τώρα πια δε ζει («ωραίε, που βασίλεψες»). Ο μόνος λόγος για τον οποίο γράφω ποιήματα, του λέει η ομιλήτρια του ποιήματος, είναι επειδή με αγάπησες κάποτε στα περασμένα.
Αυτό που με κάνει να γράφω, αυτό που με κάνει ακόμη και τώρα που δε σε έχω κοντά μου ζωντανή κι ωραία δεν είναι οι εποχές που εναλλάσσονται, αλλά γιατί κάποτε μ’ αγάπησες, γιατί μια νύχτα με κράτησες στα χέρια σου και με φίλησες στο στόμα, γιατί με κοίταξες με την ψυχή στα μάτια.
Άχαρη κι άδεια ήταν η ζωή μου, μα η αγάπη σου τη γέμισε με νόημα, τόσο που νιώθω πως για την αγάπη αυτή μού δόθηκε η ζωή. Και τώρα πια που το τέλος φτάνει, γλυκά πεθαίνω, γιατί τόσο ωραία με αγάπησες και μ’ έκανες να ζήσω για να πληθαίνω τα δικά σου όνειρα.
Γλώσσα και εικονοποιΐα
Το βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας και της στιχοποιίας της Πολυδούρη αποτελεί η φυσικότητα. Η φυσικότητα είναι συνέπεια της ανεπιτήδευτης, καθημερινής γλώσσας, της αβίαστης ομοιοκαταληξίας, του συνηθισμένου ρυθμού και της απουσίας της εντύπωσης του μόχθου που συχνά δίνουν στον αναγνώστη τα επεξεργασμένα ποιήματα.
Η Πολυδούρη δε μοχθεί για την επεξεργασία των στίχων της και γι’ αυτό δε φτάνει συχνά σε ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση όμως που φτάνει σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, τότε είναι φανερό πως αυτό έχει γίνει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
Αυτό, επομένως, το βασικό χαρακτηριστικό της ποίησής της εκδηλώνεται με δύο τρόπους: ως ατημελησία στα ατελή της ποιήματα, και ως φυσικότητα στα επιτυχημένα ποιήματά της.
Η Πολυδούρη:
(1) γοητεύεται (αλλά και γοητεύει) με το ύφος και το ήθος του νεορομαντισμού και
(2) δέχεται ως αυτονόητη την -νεορομαντική και πάλι- αλληλεπίδραση έως και ταύτιση της ζωής και του ποιητικού έργου, φτάνοντας μάλιστα σε μια θεώρηση της ποίησης ως αυθόρμητης ποιητικής μεταγραφής των συναισθημάτων,
είναι αναμενόμενο να τηρεί ανέμελη στάση απέναντι στο ιδανικό της ποιητικής μορφικής εντέλειας.
Ανάλογος, άλλωστε, ήταν και ο τρόπος της ζωής της, που καθοριζόταν από την αντίδραση στις καθιερωμένες, τυπικές συμπεριφορές. Το ποιητικό αντίστοιχο του αντικομφορμισμού της ζωής της είναι η ατημελησία των στίχων της ενώ οι ποιητικές εικόνες της είναι καθαρές και σαφείς, δίνοντας πάντα την ευχάριστη εντύπωση πως είναι αμιγώς περιγραφικές και πως λειτουργούν κυριολεκτικά.
Η φωνή της Πολυδούρη ακούγεται καθαρή και ανεπιτήδευτη. Κανένας ρητορισμός, καμιά επιτήδευση της έκφρασης ή επίφαση του συναισθήματος. Το συναίσθημα που την απασχολεί είναι το ερωτικό, και συχνά η φωνή της αποκτά τέτοια οξύτητα, ώστε η ομιλία του ποιήματος να αποκτά την ένταση μιας κραυγής ερωτικής.
Όσο δυνατή όμως και αν είναι αυτή η κραυγή, ο τόνος του ποιήματος είναι τόσο τρυφερός και ήπιος, ώστε η ερωτική απελπισία ή απαίτηση να παίρνει τους χαμηλούς τόνους της ερωτικής συγκατάβασης και του έμμεσου παράπονου.
Για την Πολυδούρη η ζωή δε χάνει ποτέ την πρωταρχική σημασία της, και η ποιητική έκφραση κάποιων βασικών συναισθηματικών πλευρών της ζωής δεν καλλιεργεί κάποια καλλιτεχνική αυταπάτη.
Με την ποίησή της η Πολυδούρη κατορθώνει να αποδώσει την ένταση του ερωτικού συναισθήματος, αλλά χωρίς οξύτητα. Αυτό γίνεται δυνατό χάρη σε μια ποιητική έκφραση που καλλιεργεί τον ήπιο τόνο.
Αρχικά δίνεται η εντύπωση πως η ένταση του συναισθήματος και ο ήπιος τόνος αποτελούν μιαν αντίφαση ή κάτι ακατόρθωτο, αλλά στο ποίημα της Πολυδούρη αυτός ο συνδυασμός γίνεται δυνατός με τον παρακάτω τρόπο: η ερωτική συγκίνηση μεταδίδεται στον αναγνώστη μέσα από εικόνες που υποβάλλουν τον έρωτα σαν μια εξαιρετικά ζωντανή και παρούσα ανάμνηση.
Η απόσταση του χρόνου λειτουργεί σαν διαδικασία απόσταξης του συναισθήματος: όσο πιο μακρινό είναι το συναίσθημα, τόσο πιο δυνατό γίνεται - αρκεί να ήταν, δηλαδή να είναι, αληθινό. Με τον τρόπο αυτό, η ερωτική ανάμνηση γίνεται στο ποίημα ένα πολύ ζωντανό και παρόν σκίρτημα, δηλαδή μια συγκίνηση που διατρέχει ακόμη το σώμα.
Η διπλή λειτουργία του θανάτου
Άλλος ένας τρόπος για να γίνει η οξύτητα τρυφερότητα είναι η συνεχής παρουσία του θανάτου, που, ακόμη και όταν βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο, δεν παύει να λειτουργεί προς δύο κατευθύνσεις:
(1) προς την υπογράμμιση της σημασίας και την επισήμανση της αξίας του έρωτα μέσα από την προβολή του πάνω στο φάσμα του θανάτου, αλλά και
(2) προς την απάλυνση της φυσικής οξύτητας του ερωτικού συναισθήματος μέσα από την υποβολή μιας σοφής εγκαρτέρησης και μιας επίγνωσης της ματαιότητας.
Η δυναμική του έρωτα η οποία στρέφεται προς το παρελθόν δεν είναι ένας μηρυκασμός των αισθημάτων, αλλά μια υπερηφάνεια για κάτι που συνέβη πραγματικά για κάτι που, από τη στιγμή που είχε κάποτε την ομορφιά του αληθινού γεγονότος, δε θα πάψει να την έχει ποτέ γι’ αυτούς που το έζησαν.
Η έμμεση εξομολόγηση
Αξίζει να παρατηρήσουμε το γεγονός πως η ομιλήτρια αναφέρεται συνεχώς στην αγάπη εκείνου προς αυτήν, και πως αυτή η αγάπη του ολοκλήρωσε, έδωσε νόημα και δικαίωσε τη ζωή της. Δε μιλά, ωστόσο, καθόλου για τη δική της αγάπη.
Μιλώντας, για την αγάπη εκείνου προς αυτήν, η ομιλήτρια εκφράζει σε αντανάκλαση τη δική της αγάπη για εκείνον. Αν μάλιστα σκεφτούμε πως εκείνος που την αγάπησε δεν ζει πια (ας σημειωθεί πως αφήνεται να σχηματιστεί η εντύπωση πως ο θάνατός του ίσως υπήρξε και η αιτία θανάτου του έρωτά του), τότε η αντανάκλαση αυτή γίνεται ακόμη πιο μακρινή.
Αυτή η έμμεση μετά θάνατον ερωτική εξομολόγηση αποτελεί τη βασική στρατηγική της ποιητικής έκφρασης στο «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες».
Αυτή η έμμεση εξομολόγηση επιχειρείται με μια ποιητική ομιλία που απευθύνεται σε ένα «εσύ». Από τη στιγμή όμως που αυτό το εσύ είναι ένα πρόσωπο νεκρό, ουσιαστικός αποδέκτης της ομιλίας γίνεται ο πομπός του.
Με τον τρόπο αυτό, η ομιλήτρια εμφανίζεται να απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο σε κάποιον συγκεκριμένο αποδέκτη του λόγου της, αλλά στην πραγματικότητα η ομιλία της επιστρέφει στην ίδια, αποτελώντας έτσι μια τυπική περίπτωση λυρικού ποιήματος κατά το οποίο ο ομιλητής αποτελεί ένα λυρικό εγώ που δεν αισθάνεται την πραγματική ανάγκη να απευθυνθεί σε κάποιο ακροατήριο, αλλά θέλει να μιλήσει σε αυτόν τον ίδιο.
Παρ’ όλα αυτά, εμφανίζεται να απευθύνεται σε κάποιον, προσπαθώντας όμως με αυτό τον τρόπο απλώς να διατυπώσει τα συναισθήματά του με τρόπο νηφάλιο, ώστε να μπορέσει να τα οργανώσει και να τα κάνει κατανοητά σε αυτόν τον ίδιο.
Σχήματα λόγου
Το σχήμα της αναδίπλωσης δεν παρουσιάζεται μόνο στην κλίμακα της στροφής (όπου η κάθε στροφή ανοίγει και κλείνει με τον ίδιο στίχο), αλλά και στην κλίμακα ολόκληρου του ποιήματος: το ποίημα ανοίγει με μια στροφή που ανοίγει και κλείνει με την ομοιοκαταληξία «μ’ αγάπησες», και κλείνει επίσης με μια στροφή που ανοίγει και κλείνει με την ίδια ομοιοκαταληξία.
Αυτή η αναδίπλωση υπηρετεί το πρόγραμμα της επανάληψης με δύο τρόπους: ηχητικά και νοηματικά, μια και οι λέξεις που ομοιοκαταληκτούν έχουν μια ιδιαίτερη σημασία μέσα σε αυτή την ερωτική ιστορία:μ’ αγάπησες, χέρια σου, κύτταξαν, γεννήθηκα,μ’ αγάπησες.
Μέσα από αυτές τις τέσσερις λέξεις που ομοιοκαταληκτώντας επαναλαμβάνονται από δύο φορές (το «μ’ αγάπησες» τέσσερις), αποδίδεται ο έρωτας στις βασικές του διαστάσεις: με το «με κράτησες στα χέρια σου» («μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα», ο επόμενος στίχος) αποδίδεται η σωματική διάσταση, με το «τα μάτια σου με κύτταξαν» («με την ψυχή στο βλέμμα», ο επόμενος στίχος) αποδίδεται η ψυχική διάσταση, ενώ με το «γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα» η ποιήτρια αποδίδει το συνολικό καταλυτικό αποτέλεσμα του έρωτα.
Το όλο σχήμα πλαισιώνεται από το «μ’ αγάπησες» της πρώτης και της τελευταίας στροφής, που εισάγει και συνοψίζει το θέμα.
Συμπεράσματα: Σύνδεσμος ζωής και ποίησης μέσω έρωτα
Ο σύνδεσμος της ζωής με την ποίηση αποτελεί την πρόταση του ποιήματος. Ο σύνδεσμός τους γίνεται δυνατός με τη μεσολάβηση του έρωτα: με τον έρωτα η ζωή ολοκληρώνεται και ανθίζει, και από τον έρωτα προκαλείται η ποίηση, η οποία δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης παρά την έκφραση (δηλαδή τη μέσω της γλώσσας ένταση, αποκάθαρση και διαιώνιση) του έρωτα. Μέσα στο σχήμα της ταύτισης της ζωής με το ποιητικό έργο, η πρώτη αποτελεί την πρωταρχική αξία.
Η αξία στην οποία πιστεύει η Πολυδούρη είναι η δύναμη και η ειλικρίνεια του συναισθήματος, το οποίο αποδίδεται με ένταση, αλλά χωρίς οξύτητα.