Διονύσιος Σολωμός, Ο Κρητικός

Ερωτήσεις

Ενότητα 1η: Ο «Κρητικός» είναι ποίημα λυρικά και αφηγηματικό. Στην ενότητα αυτή να επισημάνετε: α) τον τρόπο που αρχίζει η αφήγηση, β) τα πρόσωπα, γ) τον τόπο που βρίσκονται, δ) τη σκηνοθετική εικονοπλασία.

α) Η αφήγηση αρχίζει in medias res, όταν ο Κρητικός βρίσκεται στη μέση του πελάγους και μάταια προσπαθεί να διακρίνει κάπου εκεί κοντά του τη στεριά. Περιμένει εναγωνίως τις αστραπές, για να μπορέσει να διακρίνει στο φως τους το κοντινότερο ακρογιάλι. β) Τα πρόσωπα της ενότητας είναι οι δύο ναυαγοί: ο αφηγητής-Κρητικός και η «κορασιά», η αγαπημένη του- ο πρώτος πασχίζει να εντοπίσει τη στεριά, για να κολυμπήσει και να οδηγήσει και την αγαπημένη του εκεί, για την οποία στη συγκεκριμένη ενότητα δε δίνονται άλλες πληροφορίες, εκτός από το ότι τρεις ισχυροί κεραυνοί έπεσαν πολύ κοντά της. γ-δ) Η δράση της ενότητας εξελίσσεται στην ανοικτή θάλασσα, στη μέση του πελάγους. Στεριά δε φαίνεται πουθενά κοντά και τα άγρια κύματα μια βουλιάζουν και μια ανασηκώνουν τους δύο ναυαγούς. Στο βάθος του ορίζοντα διαγράφεται η κορυφογραμμή. Το σκοτάδι είναι πυκνό και ανά διαστήματα μόνο ο ουρανός φωτίζεται από αστραπές, που οι βροντές τους αντηχούν πέρα στα βουνά.

Ενότητα 2η: 1. Η ενότητα αποτελείται από δυο μέρη. Στο πρώτο ο αφηγητής προσπαθεί να πείσει τους υποθετικούς ακροατές για την αλήθεια των λεγομένων του. Γιατί; Με ποιον τρόπο προσπαθεί; Τι επικαλείται;

Στο πρώτο μέρος της δεύτερης ενότητας ο αφηγητής θα εξιστορήσει πράγματα απίστευτα, που είναι σχεδόν απίθανο να συμβούν ποτέ, κι έτσι είναι φυσικό να μην μπορούν να τα δεχτούν εύκολα οι υποθετικοί ακροατές του, ή φαντάζεται ότι είναι πιθανό να τα αμφισβητήσουν. Επομένως, αναγκάζεται να καταφύγει σε κάτι το οποίο ίσως δε θα έκανε σε κάποια άλλη περίπτωση: στον όρκο. Έτσι, ορκίζεται σε τρία πράγματα που λειτουργούν σαν ιερά σύμβολα γι' αυτόν: στα πολλά χτυπήματα που δέχτηκε πολεμώντας τους Τούρκους, στους φίλους του που σκοτώθηκαν πολεμώντας τους εχθρούς και στην ψυχή της αγαπημένης του που χάθηκε στο μεταξύ. Και τα τρία ήταν για τον Κρητικό οι αξίες στις οποίες αφιερώθηκε, ήταν στόχοι ζωής, που τον σημάδεψαν καταλυτικά, και γι' αυτό επιλέγει να ορκιστεί σ' αυτά, γνωρίζοντας ότι έτσι και τα λεγόμενα του θα γίνουν ευκολότερα πιστευτά.

Ενότητα 2η 2. Στο δεύτερο μέρος, που είναι σε παρένθεση, η λυρική αφήγηση ανάγεται σε επίπεδο μεταφυσικό. Γιατί; Με ποιους διαλέγεται ο αφηγητής-ήρωας; Τι τους ρωτά και τι του απαντούν; Η απάντηση τους τι είδους γνωρίσματα της κόρης αναδεικνύει; Ποια στοιχεία φανερώνουν τα αισθήματά της προς τον ήρωα;

Η αφήγηση αυτή ανάγεται σε μεταφυσικό επίπεδο, γιατί η κόρη έχει πια πεθάνει. Έτσι, η μόνη πιθανότητα που έχει ο Κρητικός να τη συναντήσει είναι σε τόπο και χρόνο εξωπραγματικό και εσχατολογικό, πράγμα που είναι απολύτως συμβατό και με τη βαθιά θρησκευτικότητα που χαρακτηρίζει και τον ήρωα και την αγαπημένη του. Ο ήρωας συναντάται με τους «αναστημένους νεκρούς» στον τόπο της Μελλούσης Κρίσεως και τους ρωτά αν έχουν κάπου συναντήσει την αγαπημένη του. Εκείνοι του απαντούν ότι τη συνάντησαν στη θύρα του Παραδείσου να περιμένει με χαρά και τη δική της ανάσταση ψάλλοντας χαροποιά τραγούδια. Από τα όσα λένε οι ίδιοι, η κόρη διαγράφεται σαν μια λεπταίσθητη, αγνή και τρυφερή παρουσία, με βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά και σαν ένας εκδηλωτικός, συναισθηματικός χαρακτήρας, που βιώνει τις μεγάλες στιγμές και εκφράζεται ψάλλοντας αναστάσιμους ύμνους. Τέλος, τα αισθήματα αγάπης που τρέφει προς τον ήρωα αποδίδονται με τον τελευταίο στίχο της ενότητας: «Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει». Η κόρη, αν και πια έχει πεθάνει και συνεπώς έχει δοθεί τέλος στην επίγεια ζωή της, ελπίζει ότι θα μπορέσει να συναντήσει τον αγαπημένο της και να ζήσει μαζί του σ' έναν αιώνιο γάμο.

Ενότητα 3η: Εδώ n αφήγηση επανέρχεται στην αρχική σκηνή. Να συζητήσετε: α) τη μεταστροφή των φυσικών συνθηκών και τις εκφράσεις που την αποδίδουν, 3) τον όρο «κρυφό μυστήριο» σε σχέση με ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει, γ) το όραμα της φεγγαροντυμένης σε σχέση με πιθανές ερμηνείες του.

Στην ενότητα αυτή ο αφηγητής επαναφέρει την αφήγηση του στην αρχική σκηνή της έντονης κακοκαιρίας, η οποία όμως ξαφνικά κοπάζει. Έτσι:

α) Η αλλαγή αυτή των καιρικών συνθηκών, που αποδίδεται με εκφράσεις όπως «Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα», «Σαν περιβόλι εννόησε κι εδέχτηκε όλα τ' άστρα», επιβάλλεται ως λογική και απαραίτητη, αφού πρέπει να προετοιμαστεί κατάλληλα το κλίμα για την εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης.

β) Η εντυπωσιακή αυτή και απότομη αλλαγή δικαιολογείται ίσως από την παρουσία κάποιας απόκρυφης και μυστηριώδους δύναμης, που, όντας δυνατότερη απ' την άγρια φύση, την ανάγκασε να γλυκάνει, να γαληνέψει, να ομορφύνει και να προετοιμαστεί για την «επιφάνεια» της ιδανικής και τέλειας Φεγγαροντυμένης.

γ) Η θεϊκή αυτή μορφή, που εμφανίζεται στον Κρητικό σαν όραμα, αναδυόμενη μέσα απ' το φεγγάρι και λουσμένη στο φως του, και με την παρουσία της θα δώσει στον ήρωα κουράγιο και δύναμη για να συνεχίσει να κολυμπά με σθένος, θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως:

• απείκασμα και ενσάρκωση της πλατωνικής ιδέας της ομορφιάς, της καλοσύνης, της δικαιοσύνης και της αρμονίας·

• παρουσία θεϊκής πρόνοιας-

• αρχετυπική γυναικεία μορφή — που είναι συγχρόνως μητέρα, αγαπημένη, θεά του έρωτα και Παναγία (στην προκειμένη περίπτωση προσεγγίζει περισσότερο το μητρικό μορφοείδωλο και θυμίζει τη σχέση του Σολωμού με τη μητέρα του Αγγ. Νίκλη)-

• η ψυχή της αγαπημένης του Κρητικού, που, λίγο πριν εξυψωθεί, φτερούγισε κοντά του σαν μια μορφή εξαϋλωμένη, ιδανική, σχεδόν σαν θεϊκή αρχή του έρωτα-

• η Ελλάδα-Ελευθερία.

Ενότητα 4η: Η ενότητα καλύπτεται με το όραμα της Φεγγαροντυμένης. Να παρακολουθήσετε: α) την περιγραφή και την κίνηση της οπτασίας, β) τις σκέψεις και τα συναισθήματα του ήρωα, γ) τη «φωνή» του ήρωα σε σχέση με τα περασμένα γεγονότα στην Κρήτη, δ) την επίκληση του ήρωα.

α) Η Φεγγαροντυμένη, μια θεϊκή στην όψη μορφή με μαύρα μάτια και ξανθά μαλλιά και με ανταύγειες του φεγγαρόφωτος να λάμπουν στο πρόσωπο της, αρχικά έριξε το βλέμμα της στα αστέρια, που έλαμψαν, αλλά δεν μπόρεσαν να καλύψουν το δικό της φως, κι ύστερα κινήθηκε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας και άνοιξε την αγκαλιά της με καλοσύνη, ταπεινοσύνη αλλά και αγάπη προς τον ήρωα. Τότε η νύχτα πλημμύρισε από το φως της, σαν να ήταν μεσημέρι, η φύση έγινε σαν λαμπρός ναός, για να τη φιλοξενήσει, εκείνη στράφηκε προς τον ήρωα, κι έτσι ξεκίνησε η μυστική τους επικοινωνία.

β) Όσο χρόνο την κοίταζε ο Κρητικός αναρωτιόταν πού και πότε την είχε ξαναδεί, (αν την είχε ξαναδεί) και μήπως ήταν δημιούργημα της φαντασίας του ή μνήμη παλιά και ξεχασμένη. Στην πορεία ένιωσε πως τέτοια θεϊκά όντα έχουν τη δυνατότητα να διαβάζουν τα πάντα στον ανθρώπινο νου και μπορούν διεισδυτικά να ανιχνεύουν τη σκέψη τους. Η οπτική επικοινωνία των δύο διακόπηκε για λίγο, για να αρχίσει αμέσως μετά μια βουβή αλλά πολύ βαθύτερη επαφή μεταξύ τους, εκείνη που θα γινόταν με τα λόγια, αν εκείνος έπαιρνε το θάρρος να της μιλήσει.

γ) Επιθυμεί να της θυμίσει τα όσα υπέφεραν ένα ένα τα μέλη της οικογένειας του στην Κρήτη από τους Τούρκους, το φριχτό θάνατο που βρήκαν και τις ταλαιπωρίες που υπέστησαν από τη σκληρότητα τους.

δ) Τέλος, θέλει σπαραχτικά να την παρακαλέσει να τον βοηθήσει για να κρατήσει ζωντανό το «τρυφερό κλωνάρι», την αγαπημένη του δηλαδή, που είναι το μόνο πρόσωπο που του έχει απομείνει πια στη ζωή και από το οποίο κρατιέται και ο ίδιος ζωντανός.

Ενότητα 5η: Το όραμα εξαφανίζεται. Να παρακολουθήσετε: α) Τη μετάβαση στο παρόν της αφήγησης. Ποια είναι η κατάσταση του ήρωα «τώρα»; β) Τις άλλες χρονικές μετατοπίσεις-αναδρομές. Ποιες πρόσθετες πληροφορίες δίνουν για το παρελθόν του αφηγητή; γ) Την επάνοδο στη σκηνή του ναυαγίου και τη μουσική πρόκληση της φύσης (γλυκύτατος ηχός). Με ποιο τρόπο προσπαθεί να προσδιορίσει την υφή του ήχου ο αφηγητής και πού καταλήγει; δ) Το δραματικά τέλος. Πώς συνδέεται με την αρχή του ποιήματος;

α) Όταν το όραμα της Φεγγαροντυμένης χάνεται, ο ήρωας, παρά το ότι ένιωσε σταγόνες των δακρύων της στο χέρι του και αισθάνθηκε τη συμπόνια της, έχασε τη δύναμη του. Του ήταν πια αδύνατο να κολυμπήσει. Τα χέρια του δε θύμιζαν σε τίποτα τα δυναμικά χέρια πολεμιστή, που είχαν τόσο άγρια πολεμήσει τους Τούρκους. Αντίθετα έμοιαζαν με χέρια απελπισμένου ζητιάνου, που δακρυσμένος ζητάει ψωμί.

β) Όμως, όταν η θλίψη του φτάνει στα όρια της, εκείνος ξαναζωντανεύει με τη φαντασία την οπτασία της Φεγγαροντυμένης. Καθώς οι κεραυνοί κροτούν δίπλα του και καταλαβαίνει ότι τα μανιασμένα κύματα θα αρπάξουν την κόρη, συνέρχεται και, με το ίδιο χέρι που προηγουμένως αδυνατούσε να κάνει την παραμικρή κίνηση, τώρα κατορθώνει να κολυμπήσει με μια δύναμη πρωτόγνωρη, που δεν είχε ούτε όταν ήταν στο άνθος της νιότης του και πολεμούσε στη Γόρτυνα σε αγώνα σώμα με σώμα τους Τούρκους. Στο σημείο αυτό, στην προσπάθεια που κάνει ο ήρωας-αφηγητής να εξηγήσει στους υποθετικούς ακροατές του πόσο δυναμικά έσκιζε τα κύματα η αφήγηση μετατοπίζεται με αναδρομές στο παρελθόν. Όταν ακόμα ήταν στην Κρήτη, πληροφορούμαστε γι' αυτόν ότι, όντας νέος, υπήρξε δεινός και μαχητικός πολεμιστής, που είχε μάλιστα συγκρουστεί, αν και με λίγους συντρόφους, με πολλούς Τουρκοαιγυπτίους στη Λαβύρινθο, στο ρωμαϊκό λατομείο της Γόρτυνας, όπου ήδη από το καλοκαίρι του 1823 αναζήτησαν καταφύγιο χιλιάδες χριστιανοί. γ) Μετά την αναδρομή αυτή ο ήρωας-αφηγητής επαναφέρει την αφήγηση στη σκηνή του ναυαγίου, λέγοντας ότι από αυτό το σημείο κι ύστερα συνέχισε να κολυμπάει δυναμικά, καρδιοχτυπώντας και λόγω της έντασης της προσπάθειας αλλά και λόγω της παρουσίας της κόρης, μέχρι το άκουσμα ενός μυστηριώδους ήχου, που και πάλι τον έβγαλε από το ρυθμό του και επιβράδυνε τις προσπάθειες του.

Ο Κρητικός, προσπαθώντας να εντοπίσει την προέλευση του, αποκλείει με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής μία μία τις πιθανές εκδοχές-παρομοιώσεις. Οι παρομοιώσεις αυτές, που είναι συνάμα ακουστικές και οπτικές εικόνες, αποδίδουν, κατά το δυνατόν ακριβέστερα, και την υφή του ήχου. Ο Κρητικός, παρ' όλα αυτά, δυσκολεύεται να εντοπίσει την πηγή του, γιατί δεν μπορεί να βρει τίποτα που να συγκρίνεται με τέτοιους ήχους μαγικούς και απαράμιλλους σαν αυτούς που άκουσε μετά την εξαφάνιση της Φεγγαροντυμένης. Ξέρει όμως πολύ καλά τι δεν είναι αυτός ο ήχος: έτσι, σίγουρα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκιά ερωτική φωνή μιας κοπέλας, ούτε με ένα αηδόνι κρητικό που τραγουδάει γλυκά, ούτε με τους ποιμενικούς αυλούς του Ψηλορείτη. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν έμοιαζε σ' αυτό τον ήχο, καταλήγει ο Κρητικός, ούτε μουσικό όργανο, ούτε πουλί, ούτε και ανθρώπινη φωνή· δεν περιείχε λόγια, αλλά δεν υπήρχαν και λόγια για να περιγραφεί. Δεν ήταν κάτι με το οποίο θα μπορούσε να το ταυτίσει, γιατί, άλλωστε, ίσως και να μην υπάρχει κάτι στη γη που να του μοιάζει. Τέλος, ο ήχος δεν έκανε αντίλαλο, συνεπώς ήταν ήχος υπερφυσικός, και ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει κανείς αν η πηγή του βρισκόταν κάπου κοντά ή κάπου μακριά.

Στο σημείο αυτό ο Κρητικός ακολούθησε αντίστροφους λογικούς συλλογισμούς, για να εντοπίσει την ποιότητα του ήχου. Δε λέει πια τι δεν είναι αυτός ο ήχος, αλλά τι είναι αυτοί οι ήχοι. Λέει ότι μοιάζουν με τις μαγιάτικες ευωδιές που πλημμυρίζουν τον αέρα ή είναι ήχοι γλυκύτατοι αλλά και ανεκλάλητοι, άρρητοι, απ' αυτούς που δεν μπορεί κανείς να μεταφέρει σε άλλους ούτε να αποδώσει με ένα όργανο μουσικό- αυτό όμως που, όπως φαίνεται, είχε μεγάλη σημασία για τον αφηγητή είναι πως ο ήχος αυτός ήταν τρομερά δυνατός. Ελάχιστα του έμοιαζαν στη δύναμη ο Έρωτας και ο Χάρος, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της επιβολής —που εκφράζει ο πρώτος— και του θανάτου —που εκφράζει ο δεύτερος— και που σαν θεοί κι αυτοί, όπως ο Διόνυσος κι ο Πλούτωνας, ορίζουν και εξουσιάζουν καταλυτικά την ανθρώπινη μοίρα- με την ίδια δύναμη αυτός ο ήχος συνέπαιρνε σε όλες τις διαστάσεις της την ψυχή του Κρητικού και δεν άφηνε τόπο για τίποτα άλλο, ούτε καν για την προσήλωση στον αρχικό του στόχο, που δεν ήταν άλλος από τη μάχη του με την αγριεμένη θάλασσα και τον ανταριασμένο ουρανό, για να σώσει την κόρη και να τη βγάλει ζωντανή στο ακρογιάλι. δ) Κάποια στιγμή ο ήχος σταμάτησε τελείως, και τότε ο Κρητικός ένιωσε πως άδεια-σαν και η φύση και η ψυχή του, που ως τότε, ελεύθερη από το σώμα, τον ακολουθούσε. Τότε μόνο, σαν να λύθηκε ξαφνικά η θέλξη της παραδεισένιας μαγείας που ο ήχος ασκούσε επάνω στην ψυχή του, ο ήρωας ξαφνιασμένος επανήλθε στην πραγματικότητα, ανέκτησε τις φυσικές του αισθήσεις και επέστρεψε στον αρχικό του στόχο, τη σωτηρία της καλής του. Κολύμπησε κι άλλο και, τέλος, κατόρθωσε να τη βγάλει στ' ακρογιάλι. Όμως, μόλις την ακούμπησε με χαρά στην αμμουδιά, διαπίστωσε πως ήταν πεθαμένη. Έτσι το έργο τελειώνει κυκλικά στο ακρογιάλι που, όπως ανέφερε ο Κρητικός στην αρχή της αφήγησης του, «εκοίταε», για να βγει μαζί με την αγαπημένη του, «κι ήτανε μακριά ακόμη».

 

Γενικές ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου

1. Να εντοπίσετε τους χρόνους, τα διάφορα χρονικά επίπεδα της αφήγησης, τις ανάδρομες και τις προλήψεις.

Η αφήγηση ξεκινά αναδρομικά από το παρόν. Ο αφηγητής δηλαδή αφηγείται από το παρόν το παρελθόν, σε παρελθοντικό χρόνο, και μάλιστα σε παρατατικό, που τονίζει τη μεγάλη διάρκεια της ταλαιπωρίας του στη θάλασσα. Η εξιστόρηση, που κινείται καταρχήν ευθύγραμμα, αρχίζει in medias res, όταν το ναυάγιο έχει ήδη γίνει και το ζευγάρι των ναυαγών βρίσκεται μεσοπέλαγα, να προσπαθεί, μέσα σε άγριες αστραπές και βροντές, να διακρίνει την κοντινότερη ακτή για να σωθεί. Η αφήγηση όμως διακόπτεται, πριν καλά καλά αρχίσει, από τον όρκο του αφηγητή-Κρητικού, ο οποίος, επειδή συναι-σθάνεται ότι πολλά απ' όσα θα πει είναι απίστευτα, νιώθει την ανάγκη να ορκιστεί για την αλήθεια τους. Σχεδόν ταυτόχρονα με τον όρκο του ξεκινά την πρόδρομη παρουσίαση του οράματος, της ουράνιας συνάντησης του με την κόρη, που έγινε σε χρόνο εξωπραγματικό και εσχατολογικό, μετά το ναυάγιο και μετά το θάνατο της κόρης. Μόλις η «εκμυστήρευση» του οράματος ολοκληρώνεται, ο Κρητικός επανέρχεται στη σκηνή του ναυαγίου και στην εξιστόρηση του κεντρικού επεισοδίου της υπόθεσης, που παρουσιάζεται σε παρελθοντικούς χρόνους (παρατατικό και αόριστο). Η αφήγηση αυτή διακόπτεται για δεύτερη φορά από μια άλλη, περιορισμένης έκτασης, αναδρομική αφήγηση που αναφέρεται στο ξεκλήρισμα της οικογένειας του Κρητικού. Η αναφορά σ' αυτό το γεγονός γίνεται στο συγκεκριμένο σημείο, γιατί έτσι αποσαφηνίζεται ο λόγος που οδήγησε τον Κρητικό να φύγει από την Κρήτη και, επομένως, στην προσφυγιά και στο ναυάγιο. Μετά και απ' αυτή την αναδρομή-ανάμνηση, ο ήρωας, σχεδόν παλινδρομώντας, επανέρχεται στην εξιστόρηση του ναυαγίου, την οποία και ολοκληρώνει. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι αυτή η παρενθετική αναφορά στα γεγονότα της Κρήτης, καθώς επίσης και ο όρκος, η ουράνια συνάντηση, η λεπτομερής περιγραφή της Φεγγαροντυμένης και η προσπάθεια ταύτισης του «ανεκλάλητου ήχου» με επιστημονική σχεδόν μεθοδικότητα επιβραδύνουν σημαντικά την εξέλιξη της αφήγησης.

Τα γεγονότα που αφηγείται ο Κρητικός τοποθετούνται ιστορικά γύρω στο 1824, όταν οι Τούρκοι κατέστρεψαν την Κρήτη και εξανάγκασαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού της να τραπεί σε φυγή (βλ. και «Μέρος Δεύτερο: Το ιστορικοινωνικό και λογοτεχνικό πλαίσιο»). Ο ιστορικός χρόνος του έργου, επομένως, πρέπει να τοποθετηθεί περίπου σ' αυτό το χρονικό πλαίσιο. Πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση το ιστορικό γεγονός λειτουργεί ως ποιητική αφόρμηση, δεν προσδίδει πολιτική ούτε πατριωτική διάσταση στο έργο.

Τέλος, ο αφηγημένος χρόνος του έργου, απ' όσο μπορούμε να υποθέσουμε, δε θα πρέπει να υπερβαίνει κάποιες ώρες, ίσως από το δειλινό-νύχτα μέχρι το ξημέρωμα της επόμενης μέρας ή, στην έσχατη περίπτωση, δε θα πρέπει να είναι περισσότερος από μία μέρα, όσο περίπου θα μπορούσε να αντέξει ζωντανός ένας ναυαγός που τον δέρνουν τα μανιασμένα κύματα. Βέβαια, στο χρόνο αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η διάρκεια της συνάντησης στον Παράδεισο, που όμως είναι απροσδιόριστη. Παρ' όλα αυτά, η αίσθηση του χρόνου αλλοιώνεται από διάφορα εξωφυσικά φαινόμενα (όπως π.χ. «φως μεσημεριανό»).

2. Να εντοπίσετε στο ποίημα ήχους, φωτισμούς-χρώματα και ανθρώπινες φωνές-ομιλίες.

Ο «Κρητικός» είναι ένα αφηγηματικό ποίημα που διακρίνεται για τη ζωντάνια του και είναι τόσο πλούσιο σε ήχους, χρώματα και φωνές, ώστε ο αναγνώστης έχει, σχεδόν πάντα, την αίσθηση ότι παρακολουθεί μια δραματοποίηση. Έτσι, χαρακτηριστική εντύπωση κάνουν οι εναλλασσόμενοι και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους ήχοι (γλυκείς, άγριοι, μουσικοί, λαλήματα πουλιών, ήχοι μουσικών οργάνων, ήχοι τραγουδιών κτλ.), οι ανθρώπινες φωνές και μια ευρύτατη γκάμα φωτισμών και χρωμάτων, που πλαισιώνουν το όλο σκηνοθετικό περιβάλλον του ποιήματος. Πιο συγκεκριμένα, οι ήχοι, οι φωτισμοί και οι ανθρώπινες φωνές που εντοπίζονται στο ποίημα είναι: α) Ήχοι: οι βροντές, οι αντίλαλοι, η σάλπιγγα, τα τραγούδια και η φωνή της κόρης, ο αναβρασμός του νερού της θάλασσας, οι χτύποι της καρδιάς του ήρωα και της αγαπημένης του, ο γλυκύτατος ήχος, η φωνή της «κορασιάς» στη βρύση, η φωνή του αηδονιού της Κρήτης και ο ήχος του κρητικού φαμπιολιού. β) Φωτισμοί-χρώματα: τα αστροπελέκια, οι αχνοί, ο καπνός, ο κόσμος ο φλεγόμενος, το δροσάτο φως του φεγγαριού, μάτια ολόμαυρα και χρυσά μαλλιά της Φεγγαροντυμένης, η ακτινοβολία των αστεριών, το μεσημεριανό φως που πλημμυρίζει τη νύχτα, το άγριο πέλαγος, το φως του άστρου του βραδιού, που κάνει θολά (αδιαφανή) τα νερά, το ρόδινο φως της αυγής και το φως του ήλιου στον Ψηλορείτη. γ) Ανθρώπινες φωνές-ομιλίες: οι συνομιλίες των αναστημένων με τον Κρητικό, η χαροποιός φωνή της κόρης, η φωνή μιας κόρης που τραγουδά τον έρωτα της, η έντονα παρακλητική φωνή του Κρητικού στη συζήτηση του με τη θεά και η επίκληση του προς την πατρίδα.

3. Να παρακολουθήσετε τη δράση της φύσης σε σχέση με τον αγώνα του ήρωα.

Η δράση της φύσης κι ο αγώνας του ήρωα βρίσκονται σε στενή αλληλεξάρτηση στο ποίημα: όταν η φύση είναι ήρεμη, μπορεί κι εκείνος να κολυμπήσει με όλες τις δυνάμεις του. Όταν πάλι στη φύση υπάρχει αναταραχή, τότε κι εκείνος νιώθει αδύναμος να προσπαθήσει.

Η αναταραχή της θάλασσας συνδυάζεται με τη δική του ένταση, την πάλη και κάποιες στιγμές την κόπωση, ακόμα και με μια αίσθηση τρέλας. Αντίθετα, όταν η φύση ηρεμεί, ίσως γιατί της επιβάλλεται κάποια κρυφή δύναμη, τότε η ατμόσφαιρα γίνεται καθαρή και διαυγής, τα νερά ευωδιάζουν, τα σύννεφα χάνονται, τ' άστρα φωτίζουν γλυκά τον ουρανό, η νύχτα πλημμυρίζει από φως μεσημεριανό και ο ήρωας μαγεμένος συγκεντρώνει όλες τις χαμένες δυνάμεις του, μπορεί κι ο ίδιος με το χέρι του να γαληνέψει τα κύματα και να κολυμπήσει με δύναμη, που δεν είχε ούτε όταν ήταν πολύ νέος ακόμα. Η φύση κινητοποιεί τη φαντασία του, τον εμπνέει, τον δραστηριοποιεί ή τον καταρρακώνει, γιατί τα συναισθήματα και οι σκέψεις του διαπλέκονται με τις φυσικές μεταπτώσεις. Τέλος, όταν ακούγεται ο ανεκδιήγητος, ο «ανεκλάλητος» ήχος, τότε νιώθει σχεδόν σαν να διαχωρίζεται η ψυχή από το σώμα του και παραδίνεται στη μυστική έλξη που ο ήχος και η φύση ασκούν πάνω του.

4. Να εντοπίσετε βασικά σχήματα λόγου στο ποίημα και να συζητήσετε το ρόλο και τη λειτουργία τους.

Αν και ο «Κρητικός» είναι ένα ποιητικό έργο με δράση, στην αφήγηση θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό που κυριαρχεί δεν είναι η δράση αλλά τα σχήματα λόγου, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε κάτω από το φόρτο των εκφραστικών μέσων να μην είναι πάντα εύκολη η παρακολούθηση της εξέλιξης του μύθου (η οποία θα ήταν ιδιαίτερα σύντομη χωρίς αυτά) ή και να επιβραδύνεται η προώθηση της. Ωστόσο, είναι σαφές ότι κανένα απ' αυτά δεν είναι τυχαίο. Είναι επιλεγμένα ένα ένα, με απόλυτη προσοχή, ώστε να φωτίσουν όσο γίνεται καλύτερα τις υψηλές έννοιες, τα σύμβολα, τα πρόσωπα, αλλά και τα όσα φαίνονται, λανθάνουν ή ακόμα και επιφαίνονται στην πορεία της αφήγησης. Τα σχήματα λόγου στον «Κρητικό» δεν είναι απλώς καλολογικά, διακοσμητικά στοιχεία- αντίθετα, έχουν κυρίαρχο ρόλο, αφού διευκρινίζουν, ορίζουν, χαρακτηρίζουν, φορτίζουν και μερικές φορές κινητοποιούν τη μνήμη, εφόσον συνδέουν συνειρμικά πρόσωπα, εικόνες και στιγμές. Με την έννοια αυτή ο «Κρητικός» δεν είναι ένα λιτό ποίημα, αλλά ούτε ένα ποίημα φορτωμένο από σχήματα λόγου· είναι ένα ποίημα στο οποίο τα σχήματα λόγου αποτελούν σχεδόν δομικό στοιχείο, απαραίτητο για την έκφραση του ψυχισμού του ήρωα και την προώθηση της δράσης.

Γενικότερα, ανάμεσα στα σχήματα λόγου του έργου κυριαρχούν:

• οι μεταφορές: «Μα τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια», «Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας», «Μα την ψυχή που μ' έκαψε», «σχίζω δρόμο», «έτρεμε το δροσάτο φως», «τ' ανάστημα σηκώνει», «ανείτς αγκάλες», «η νύχτα πλημμυρίζει», «βρύση έγινε το μάτι μου», «άκουγα τα μάτια της», «μου διάβαζε το νου μου», «φύτρωσαν οι πόνοι», «το τρυφερό κλωνάρι»'

• οι παρομοιώσεις, από τις οποίες άλλες ακολουθούν την κλασική μορφή και εκφέρονται με το «σαν» ή το «όπως» {«κι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει», «Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμίθρα», «Όχι στην κόρη, αλλά σ' εμέ την κεφαλή της κλίνει», «σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν' αναβρύζει») και άλλες απλώς αφήνουν να εννοηθεί μια σύγκριση δύο δεδομένων, η οποία όμως δε διατυπώνεται ευθέως. Παρ' όλα αυτά, αυτές οι τελευταίες διασαφηνίζουν πολλά από τα δεδομένα του ποιήματος και υποβοηθούν την ταύτιση δυσερμήνευτων μορφών και συμβόλων, όπως η Φεγγαροντυμένη και ο ανεκλάλητος ήχος. Πάντως, γενικότερα, η πολυπλοκότητα αυτών των προσωποποιήσεων-μεταφορών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού, συχνά: «ήρωας και ποιητής μαζί μεταπηδούν από το μεταφορικό μέσο της παρομοίωσης στην κυριολεκτική δράση, με τέτοιο τρόπο ώστε το μέσα με το έξω συνδέονται, και το ορατό με το λόγο συγχέονται, για να μεταδώσουν αυτήν την εκτός του κόσμου τούτου κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο Κρητικός» (Π. Μάκριτζ)·

• οι προσωποποιήσεις («οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν», «ο ουρανός αγρίκαε», «τ' άστρα αναγάλλιασαν»), καθώς και τα επίθετα («καλό αστροπελέκι», «ακριβή αλήθεια», «ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι», «μάτια ολόμαυρα», «χρυσά μαλλιά», «μνήμη παλαιή γλυκιά κι αστοχισμένη», «θεϊκό πρόσωπο», «το τρυφερό κλωνάρι»), που άλλοτε αποδίδουν τις ιδιότητες έμψυχων και άψυχων και άλλοτε ανήκουν στα χαρακτηριστικά τυποποιημένα ζεύγη επιθέτων και ουσιαστικών που χρησιμοποιεί ο ποιητής.

• Τέλος, χαρακτηριστικό είναι και το σχήμα υποφοράς - ανθυποφοράς, κατά το πρότυπο των δημοτικών τραγουδιών, στη συνάντηση του Κρητικού με τους αναστημένους «Μην είδετε - Ψηλά την είδαμε…».

Το ποίημα βρίθει επίσης από εικόνες: οπτικές: Ο Κρητικός στο φουρτουνιασμένο πέλαγος να κολυμπάει άλλοτε έντονα και άλλοτε κουρασμένα με την καλή του στο πλάι του ενώ μαίνεται η καταιγίδα και ο ουρανός φωτίζεται από συνεχείς αστραπές. Ο Κρητικός στη «Γέενα του πυρός», μέσα σε ίσκιους και καπνούς, να δέχεται πληροφορίες για την αγαπημένη του από τους αναστημένους. Η αγαπημένη του, δροσερή και χαρούμενη, να τραγουδά στην πόρτα του Παραδείσου. Ο Κρητικός με την καλή του, μόνοι στη μέση του γαληνεμένου πελάγους, απόλυτα μικροί στην απεραντοσύνη του ορίζοντα και μπροστά τους να εμφανίζεται αργά η Φεγγαροντυμένη με τη θεϊκή όψη, με τα ολόμαυρα μάτια και τα χρυσά μαλλιά, σαν ντυμένη με ζώνες φεγγαρόφωτος που ξετυλίγονταν, μέσα σε μια ατμόσφαιρα διαυγή και λαμπερή, ενώ τ' αστέρια ακτινοβολούσαν χωρίς να σκεπάζουν τη δική της λάμψη. Η εικόνα του Κρητικού να μάχεται με τους Τούρκους. Οι Τούρκοι να επιτίθενται στην οικογένεια του Κρητικού. Ο Κρητικός να αφήνει αργά, απογοητευμένος, την αγαπημένη του στο ακρογιάλι κ.ά.· ακουστικές: οι βροντές, ο ήχος της Σάλπιγγας, το άκουσμα του ανεκλάλητου ήχου —που μπορεί να ταυτιστεί σε κάποιο βαθμό με κάτι απ' όλα όσα θυμίζει, αλλά δεν είναι, όπως με το ερωτικό τραγούδι κοριτσιού στη βρύση, με το κελάηδημα του κρητικού αηδονιού και το γλυκό του αντίλαλο ή ακόμα και με ήχους ποιμενικών αυλών, νύχτα στον Ψηλορείτη—, το τραγούδι της κόρης στον Παράδεισο, ο παράλληλος χτύπος της καρδιάς των δύο ναυαγών, τα λόγια και οι ικεσίες που ο Κρητικός θα απηύθυνε στη Φεγγαροντυμένη· οσφρητικές: η θάλασσα, που με την εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης ευώδιασε σαν περιβόλι, τα μυρωδάτα κύματα και ήχοι γλυκύτατοι, που γέμιζαν τον αέρα σαν του Μαΐου τις ευωδιές, κτλ.

 

Πρόσθετες ερωτήσεις

Α. Στοιχεία που αφορούν το συγγραφέα, το λογοτεχνικό περιβάλλον και λοιπά γραμματολογικά στοιχεία

  1. Πώς εκφράζεται η χριστιανική πίστη του Σολωμού στο ποίημα;

Η βαθιά χριστιανική φύση του Σολωμού διαφαίνεται, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο αυτός χειρίζεται το θέμα της ουράνιας συνάντησης του ήρωα με την αγαπημένη του, στο απ. 2[19.]. Ο ποιητής τοποθετεί τη συνάντηση σε ένα σκηνικό καθ' όλα σύμφωνο με το χριστιανικό τυπικό, αλλά και απόλυτα συνεπές με τη χριστιανική θρησκεία και θεώρηση του κόσμου. Μερικά από τα σημεία στα οποία εκφράζεται περισσότερο η βαθιά χριστιανική γνώση και πίστη του ποιητή είναι:

  • Η σάλπιγγα που θα ηχήσει πριν από την ανάσταση της αγαπημένης του ήρωα.
  • Η τοποθέτηση της σκηνής στην Κοιλάδα, όπου θα γίνει η Τελική Κρίση.
  • Η καταστροφή (το κάψιμο) του παλαιού κόσμου, η οποία σύμφωνα με την Αποκάλυψη θα είναι απόλυτη.
  • Η δημιουργία ενός νέου σύμπαντος.
  • Η πίστη του ήρωα ότι, μετά το θάνατο, υπάρχει η Έσχατη Κρίση, η «εν σαρκί» Ανάσταση και η Καινή Ζωή (νέα ζωή).
  • Τέλος, η βεβαιότητα του ήρωα ότι η αγαπημένη του έχει αναστηθεί και έτσι θα μπορέσει και ο ίδιος να τη συναντήσει μετά το θάνατο του.

 

Β. Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευση μιας κρίσης με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου (υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες, επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης)

  1. Ποιο ρόλο έχει στο ποίημα ο όρκος (στ. 2-4, απόσπασμα 2(19.]);

Ο όρκος του Κρητικού λειτουργεί τριπλά: Καταρχήν, όπως κάθε όρκος, αποσκοπεί στο να πείσει τους υποθετικούς ακροατές για την αλήθεια όσων θα πει, από τα οποία μερικά είναι πράγματι απίστευτα. Στη συνέχεια τους πληροφορεί, δίνοντας έμμεσα στοιχεία για την αγωνιστική δράση και το παρελθόν του ήρωα. Τέλος, προοικονομεί το θάνατο της κόρης και προετοιμάζει γι' αυτόν τους ακροατές.

Γ. Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κείμενου

  1. Ποια συναισθήματα γεννά στον ήρωα-αφηγητή η Φεγγαροντυμένη;

Η Φεγγαροντυμένη εμπνέει στον ήρωα ένα πλήθος συναισθημάτων, αφού, ήδη με την εμφάνιση της, τον προσεγγίζει με διάθεση ερωτική, ταπεινότητα και καλοσύνη. Η μεταξύ τους έλξη επιβεβαιώνει την πνευματική τους επικοινωνία, ενώ η όλη παρουσία της Φεγγαροντυμένης και η προστατευτική της στάση κάνει τον ήρωα να νιώθει την ξεκούραση, το θάρρος, την ασφάλεια, την προστασία και τη στοργή που εμπνέει στο παιδί η μητέρα. Το δέος και το σεβασμό που βιώνουν οι πιστοί μπροστά στην επιφάνεια της θεότητας, αλλά και το μαγνητισμό, το θαυμασμό, την εξάρτηση και τη βαθιά ψυχική και πνευματική επαφή που συνδέει τους ανθρώπους σε μια ιδεατή ερωτική σχέση. Γι' αυτό, και όταν η Φεγγαροντυμένη χάνεται, ο ήρωας νιώθει να εξαντλείται σωματικά και να καταρρακώνεται ψυχικά, αφού συναισθάνεται ότι απομένει πια αστήρικτος και μόνος, για να συνεχίσει τη μεγάλη προσπάθεια.

Παράλληλο κείμενο

Κείμενο: Τζιάκομο Λεοπάρντι, «Το άπειρο» (μτφρ. Νάσος Βαγενάς)

Αγαπημένος μου ήταν πάντα αυτός ο λόφος

Ο έρημος, κι αυτά τα δέντρα που μου κρύβουν

Τον μακρινόν ορίζοντα. Μα εδώ που στέκω

Οραματίζομαι τις αχανείς εκτάσεις

Τ' ουρανού και την υπερκόσμια γαλήνη

Κι ανατριχιάζω. Και καθώς ακούω

Μέσα απ'το φύλλωμα το θρόισμα του αέρα

Συγκρίνω την αμόλυντη σιωπή του απείρου

Μ' αυτόν τον ήχο. Κι αισθάνομαι το αιώνιο,

Και τις σβησμένες εποχές, και τη δική μας

Που ζει και πάλλεται. Κι ο στοχασμός μου

Πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη.

Σ' αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο.

  • Ποιες θεματικές αναλογίες εντοπίζετε ανάμεσα στο παραπάνω ποίημα και στον «Κρητικό»;

Η βασική αναλογία που θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς ανάμεσα στα δύο ποιήματα είναι το πλέγμα των ψευδαισθήσεων και των οραματισμών που γεννά η φαντασία και στους δύο κεντρικούς ήρωες (οραματισμός του απείρου, της ουράνιας συνάντησης, της Φεγγαροντυμένης). Άλλες επιμέρους αναλογίες, που συνθέτουν την κεντρική, είναι το αμόλυντο και το άπειρο της φύσης, η ασημαντότητα των δύο ηρώων μέσα στο απέραντο σύμπαν, οι μακρινοί ορίζοντες που κρύβονται και χάνονται από το οπτικό τους πεδίο, οι υπερκόσμιοι ήχοι που τους συνεπαίρνουν, η μυστική αίσθηση της αιωνιότητας που και οι δύο έχουν, η επαφή τους με τη φύση, η υπέρβαση των ορίων του χώρου και του χρόνου, η θάλασσα και, τέλος, η ποιητική πραγμάτευση του θέματος του ναυαγίου.