Διονυσίου Σολωμού, Ο Κρητικός.
Ένα Οργανόγραμμα Διδασκαλίας για τη Γ' τάξη Λυκείου
Η σχολική έκδοση του Κρητικού, με τον πλούσιο υπομνηματισμό, το πλήθος των κριτικών αποσπασμάτων και τα δύο σχέδια μαθήματος που τη συνοδεύουν, αποτελεί έναν πολύ καλό οδηγό οργάνωσης της διδασκαλίας. Τα κείμενα αυτά αφενός ορίζουν ένα ευρύ πλαίσιο μελέτης και ερμηνείας, αφετέρου θέτουν τις σημαντικότερες παραμέτρους της διδασκαλίας και της αξιολόγησης. Η δική μου εισήγηση στόχο έχει να παρουσιάσει μια πιο συστηματική διάταξη αυτού του υλικού, εμπλουτίζοντας κατά το δυνατόν τις ερμηνείες.
Α. ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ (1-2 διδακτικές ώρες)
1. Η ανάγνωση του κειμένου χωρίς προηγούμενη προετοιμασία θα δυσκολέψει τους μαθητές. Γι' αυτό απαιτείται καταρχάς μια επανάκληση παλαιών γνώσεων από προηγούμενες τάξεις. Με αφόρμηση από γνωστά κείμενα μπορεί να γίνει μια σύντομη αναφορά στο έργο του ποιητή με έμφαση στα θέματα ή τα μοτίβα που φαίνεται να επανέρχονται συχνότερα στην ποίηση του. Γι' αυτό το σκοπό προτείνονται, από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, το απόσπασμα 1 του Α' Σχεδιάσματος (αναφορά στο όνειρο/όραμα του αφηγητή1), το απόσπασμα 6 του Β' (αναφορά στο «χρυσότερο από τα ονείρατα» του πολεμιστή)2, καθώς και τα 1 (η ιδέα της Ελευθερίας υψωμένης σε θεία παρουσία) και 6 του Γ' Σχεδιάσματος (αναφορά στον ποιητή-Αλαφροΐσκιωτο, τον μόνο που μπορεί να συλλάβει το ασύλληπτο)3. Κάποια από αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν ως παράλληλα κατά τη φάση της ανασύνθεσης.
2. Μερικές βιογραφικές πληροφορίες είναι αναγκαίες για να αναδειχτεί το οικογενειακό, ιστορικοκοινωνικό και πνευματικό κλίμα μέσα στο οποίο μεγάλωσε και ωρίμασε ο Σολωμός. Να τονιστεί ότι η δεκαετής παραμονή του για σπουδές στην Ιταλία του έδωσε την ευκαιρία να μελετήσει την ιταλική γλώσσα και κουλτούρα, αλλά, κυρίως, να γνωρίσει σε ιταλικές μεταφράσεις τα μεγάλα έργα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού και του γερμανικού ιδεαλισμού (την ιταλική γλώσσα μάλιστα δεν την εγκατέλειψε ποτέ). Τα διάφορα ανεκδοτολογικά περιστατικά για το ποιοι επηρέασαν τον ποιητή να γράψει στην ελληνική έχουν ενδιαφέρον4, αν και πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι ο ίδιος επιστρέφοντας το 1818 στη Ζάκυνθο είχε σαφή συνείδηση του δρόμου που έπρεπε να πάρει η ποίηση του, τουλάχιστον από γλωσσική άποψη. Με την οριστική εγκατάσταση του στην Κέρκυρα μπαίνει στην καρδιά του πολιτικού και πνευματικού κλίματος των Επτανήσων. Επηρεασμένος και από αντίστοιχες τάσεις στην Ιταλία και την υπόλοιπη Ευρώπη, στρέφεται με πάθος προς την ελληνική παράδοση, γοητεύεται από τα τραγούδια τόσο των ανώνυμων τραγουδιστών όσο και εκείνα της Κρητικής λογοτεχνίας και επιδίδεται στη διαμόρφωση μιας καθαρής ελληνικής γλώσσας5. Η επωνομασθείσα Επτανησιακή Σχολή φέρει κυρίως τη δική του σφραγίδα6. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι η επιδίωξη απλής γλώσσας και όχι επιτηδευμένου ύφους ήταν γενικότερη αναζήτηση των άγγλων ρομαντικών, οι οποίοι διαμόρφωσαν «συνειδητά τα λυρικά τους ποιήματα πάνω στα πρότυπα των λαϊκών τραγουδιών -που τα θησαύριζαν με πάθος- και συνέλαβαν πάντα με επιτυχία την ατμόσφαιρα τους στις λυρικές μπαλάντες»7.
Η επίδειξη του χειρογράφου του ποιητή (μικρό και δυσανάγνωστο δείγμα υπάρχει στο σχολικό βιβλίο της ίδιας τάξης, καλύτερο στο βιβλίο της Α' Λυκείου) μπορεί να σταθεί αφορμή για ένα σχόλιο σχετικά με τα ελληνικά που γνώριζε και έγραφε ο Σολωμός. Η αλήθεια είναι ότι δεν γράφει τα ελληνικά «σωστά». Ο Σολωμός είχε μάθει τη γλώσσα με το αυτί· το πιθανότερο είναι ότι, όπως και άλλοι Επτανήσιοι, ακολουθούσε το φωνητικό ορθογραφικό σύστημα του Βηλαρά, συνέθετε ή κρατούσε σημειώσεις χρησιμοποιώντας και την ιταλική, αλλά αυτό δεν σημαίνει άγνοια των ελληνικών8. Ο Σολωμός είχε γαλουχηθεί με την ελληνική, ο δε τρόπος με τον οποίο πλάθει και χειρίζεται τις λέξεις δείχνει υψηλή αίσθηση της γλώσσας. Γράφει ο Ροζάνης: «Η συμπλοκή των στοιχείων της ελληνικής γλώσσας, από την αρχαία της τυπολογία και διάρθρωση μέχρι τη σύγχρονη του ποιητού πρωτοβάθμια και άξεστη μορφή της, καθώς και τα σχήματα της καθομιλουμένης, μαρτυρά την άρτια γνώση του γλωσσικού υλικού»9. Ο Αίνος Πολίτης σημειώνει ότι ο Σολωμός ακολούθησε τη συνήθεια του τόπου του: «Ο τρόπος που γράφει είναι ο ίδιος, όπως έγραφαν τα ελληνικά στα Επτάνησα. […] Την αρχή του έχει ο τρόπος αυτός της γραφής στην Κρήτη, τον καιρό ακόμη της βενετσιάνικης κατοχής- εκεί εφαρμόστηκε με σύστημα καθαρά φωνητικό, και γνωστή είναι ακόμη η προσπάθεια να γραφτούν τα ελληνικά με λατινικά ψηφία και με σύστημα ορθογραφίας ιταλικό. Από την Κρήτη θα πέρασε στα Επτάνησα με τους Κρητικούς πρόσφυγες…»10.
3. Ο ποιητικός τρόπος. Ο Σολωμός επιδίωξε να αναπτύξει ποιητικά τις ιδέες του σε «τρόπο μιχτό γνήσιο». «Σκέψου καλά αν τούτο θα γένει ρομαντικά ή, αν είναι δυνατό, κλασικό, ή in modo misto genuino. Του δευτέρου είδους άκρο παράδειγμα ο Όμηρος, του πρώτου ο Σέικσπιρ. Του τρίτου δεν γνωρίζω»11. Ο ποιητής «ασάλευτα επίστευε ότι ψυχή του αληθινού ποιήματος πρέπει να είναι η νίκη του λόγου απάνου εις τη δύναμη των αισθήσεων12 και γι' αυτό γύρεψε να νομιμοποιήσει τη σύμπλεξη κλασικών και ρομαντικών στοιχείων.
Ο Σολωμός έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τα κλασικά αριστουργήματα της ελληνικής και λατινικής τέχνης. Ωστόσο, θέλησε να κρατηθεί μακριά από το νεοκλασικισμό της εποχής, ο οποίος, στην προσπάθεια του να επιβάλει στην τέχνη λογικά περιγράμματα και αυστηρές μορφές στη βάση της απόλυτης αντιστοιχίας τους με την πραγματικότητα, είχε φτάσει στα άκρα και είχε αποστεώσει τον ποιητικό λόγο από κάθε δημιουργική επενέργεια της φαντασίας. Γι' αυτό και τις επιδράσεις του νεοκλασικισμού θα τις αναζητήσουμε κυρίως στη λιτότητα και την καθαρότητα της μορφής. Η εποχή τον συμπαρασύρει προς τη ρομαντική αναζήτηση που αναπτύσσεται γύρω από την πεποίθηση ότι η ποιητική Φαντασία είναι η μόνη ικανή να αποδώσει μια ενορατική διάσταση της πραγματικότητας13. Οι ρομαντικοί ποιητές προσπαθούν να σπάσουν τα όρια οπουδήποτε και αν τα συναντούν στη ζωή ή στο δημιουργικό έργο τους14, ενώ συγχρόνως επιδιώκουν να γεφυρώσουν τις αντιθέσεις. «Το έργο της ρομαντικής φαντασίας», υποστηρίζει ο Larmor, «δεν είναι να αποφεύγει τα πράγματα όπως αυτό υπάρχουν, ούτε να χρησιμοποιεί τον κόσμο ως πρόφαση αυτο-έκφρασης, ούτε να αντιγράφει την πραγματικότητα στη γλώσσα της αυτόνομης τέχνης. Αντίθετα, οι ρομαντικοί στόχευαν κατεξοχήν στο να ακυρώσουν την αντίθεση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας […] ακόμη και στις πλέον οραματικές στιγμές της παραμένει συγχρόνως δημιουργική και αποκριτική, μεταρσιωμένη και όμως εναρμονισμένη με τον κόσμο»15.
Στους ρομαντικούς «υπερέχει το θυμικό. Τις υπαγορεύσεις του νου και του λόγου τις διαδέχονται οι "φωνές της καρδιάς"», γράφει ο Παπαχατζής και συμπληρώνει: «ως πνευματικό κήρυγμα, ο ρομαντισμός έχει έντονο ιδεαλιστικό χαρακτήρα και διαπνέεται από βαθύ θρησκευτικό αίσθημα. Σε πολλά σημεία του μαρτυρεί και την ύπαρξη αρκετού μυστικισμού. […] Ειδικότερα διακρίνονται […] εις μεν τον τομέα της φιλοσοφικής σκέψης η ροπή προς το υπεραισθητό, η πάνω από τη νόηση και τον ανθρώπινο ορθολογισμό σύλληψη της ουσίας των όντων, εις δε τη μεταφυσική, ο πόθος και η νοσταλγία του απείρου και η ακαταμάχητη ορμή της ψυχής να αποτινάξει τα δεσμά της»16.
Ο Σολωμός εξελίσσεται ποιητικά μέσα στο ρομαντικό δόγμα της εποχής ut musica poesis (το οποίο αντικατέστησε το επί αιώνες ισχύον ut pictura poesis) και ένωσε ξανά τη μουσική με την ποίηση. Η μουσική κλίση του βρίσκει την έκφραση της σε μια ποίηση απολύτως μουσική, στην οποία διαπλέκεται το νεοπλατωνικό φιλοσόφημα του αγγλικού και γερμανικού ρομαντισμού για την αρμονία όλων των όντων μεταξύ τους17. Στην αναζήτηση του μουσικότερου στίχου θα δοκιμάσει τη χρήση ποικίλων μέτρων και στίχων, αλλά, τελικά, επηρεασμένος από το δημοτικό τραγούδι και την Κρητική λογοτεχνία, θα καταλήξει στη σταθερή χρήση του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου και θα επιδοθεί σε έναν αγώνα συνεχών επανεγγραφών των σχεδιασμάτων του με στόχο την καθαρότερη, μουσικότερη, αλλά και υψηλότερη διατύπωση της ιδέας18.
4. Η αποσπασματικότητα. Την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου οι μαθητές γνωρίζουν από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, που διδάχτηκαν στην Α' Λυκείου. Προσθέτουμε την πληροφορία ότι πρόκειται για γενικότερο χαρακτηριστικό των ρομαντικών, οι οποίοι πίστευαν ότι «το ρομαντικό είδος, ή τρόπος, είναι εν τω γίγνεσθαι. Μάλιστα αυτή είναι η ιδιαίτερη ουσία του: να μην μπορεί παρά να γίνεται αέναα, και ποτέ να μην τελειώνεται» (με τα λόγια του Νοβάλις). Ο Σολωμός είχε γοητευτεί από τη μαγεία του αποσπάσματος, τη θραυσματικότητα. Πίστευε ότι η ενότητα είναι ένα εσωτερικό στοιχείο του ποιήματος που εξελίσσεται κατά τις διάφορες επεξεργασίες και δεν επιβάλλεται από κάποιο εξωτερικό σχήμα. Τα αποσπάσματα είναι «αφηγήσεις χωρίς συνοχή μεν, αλλά με συνειρμό, σαν όνειρα […] πρέπει σαν θρύψαλα λογής λογής να αποτελούνται από τα πιο διαφορετικά πράγματα. Η αληθινή ποίηση μπορεί το πολύ πολύ να λέει, χοντρικά, ένα νόημα αλληγορικό, και να ασκεί μια έμμεση επενέργεια όπως η μουσική»19.
Ο Λ. Πολίτης θεωρεί ότι τα σολωμικά αποσπάσματα έχουν «αισθητική αυτοτέλεια καθαρού λυρισμού» και ο Στεργιόπουλος επισημαίνει ότι «η συνεχής προσπάθεια του Σολωμού για όσο το δυνατόν τελειότερη έκφραση… τον οδήγησε σε άκρα λιτότητα και συμπύκνωση. […] Χωρίς να το διανοηθεί ή να το επιδιώξει έγινε πρόδρομος αυτού που αργότερα ονόμασαν καθαρή ποίηση». (Ο Σπ. Ζαμπέλιος, βέβαια, θεωρούσε ότι ο γερμανικός μυστικισμός άσκησε ολέθρια επίδραση πάνω του). Οι μαθητές θα νιώσουν το πάλεμα της ιδέας που έκανε ο ποιητής αν δουν ένα δείγμα από τα χειρόγραφα του. Θα καταλάβουν αυτή την «κυλιόμενη έκφραση», κατά τη διατύπωση του Καψωμένου, την εκφραστική πολυσημία και τον πολυφωνικό λόγο της, αλλά και την αμηχανία στην οποία βρέθηκαν οι κριτικοί όταν αντίκρισαν τα κείμενα αυτά20.
5. Τα θέματα. Ο Σολωμός λατρεύει τον Δάντη, τον Μίλτωνα, τον Βύρωνα, τον Σίλλερ, τον Κόλεριτζ, τον Σέλλεϋ, τον Νοβάλις, τον Μαντζόνι. Οι ιδέες τους για τον Θεό που ταυτίζεται με τη φύση και για την Ιδέα που ενυπάρχει στη φύση, για τη λυτρωτική ένωση του ανθρώπου με τα φυσικά στοιχεία, για τις βασικές αντιθέσεις πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, φυσικού και υπερφυσικού, ορατού και αόρατου, λογικής και φαντασίας που καταλήγουν σε μια αρμονική επανένωση, γίνονται και οι δικές του εμμονές. Οι αντιθέσεις αυτές, που εκφράζονται με μια σειρά από άλλες πιο συγκεκριμένες, όπως οι αντιθέσεις ανάμεσα στον Ήλιο και τη Σελήνη, την ενεργητικότητα και την παθητικότητα, το σκόπιμο και το τυχαίο κ.ά., αποτελούν τρόπους αντίληψης που διαπλέκονται και συνεχώς διεισδύουν ο ένας μέσα στον άλλο21. Για τους ευρωπαίους ρομαντικούς ο άνθρωπος ζει και κινείται μέσα σε έναν κόσμο αδιαφανή, το άγνωστο τον περιβάλλει από παντού. Αυτό τον κόσμο προσπαθεί να τον γνωρίσει με τη γνώση του εαυτού του, που είναι ένα κομμάτι του «Άπειρου Εγώ», το οποίο μπορεί να ανοίξει ένα παράθυρο προς τη γνώση αυτού του κόσμου. Ο άνθρωπος οφείλει να διεισδύει όλο και περισσότερο στο άγνωστο, ακόμη και ριψοκινδυνεύοντας την ίδια του την ύπαρξη, η οποία δικαιώνεται ζώντας στα σύνορα αυτών των δύο κόσμων22. Είναι γι' αυτό που οι ρομαντικοί καταφεύγουν συχνά σε μηχανισμούς όπως η ανάμνηση, το όνειρο, το όραμα, η συναισθησία, ενώ αγαπημένα τους μοτίβα γίνονται η φεγγαρόλουστη νύχτα (στοιχείο του αγγλικού προρομαντισμού), η μεταμόρφωση της ψυχής, οι οπτασίες, ο θάνατος, η εξιδανίκευση του έρωτα, η περιπέτεια, το υπερφυσικό και το τρομώδες. Ένα από τα κύρια προβλήματα τους είναι «με ποιο τρόπο να μετατρέψουν στα έργα τους το ιδανικό σε πραγματικό, με ποιο τρόπο να εκφράσουν το εσώτερο και το αφηρημένο με το εξωτερικό και το συγκεκριμένο. […] Έτσι οι συμβολικές εικόνες έπαιζαν πρωταρχικό και ουσιαστικό ρόλο στη ρομαντική ποίηση, και χρησιμοποιήθηκαν για να εξωτερικεύσουν τις εσώτερες οραματικές αντιλήψεις - "ζωντανούς αγωγούς της φαντασίας"», όπως τις αποκαλεί ο Coleridge23.
Εν συντομία, λοιπόν, τα θέματα που απασχολούν τον Σολωμό την εποχή που γράφει τον Κρητικό είναι:
Η φύση και ο άνθρωπος. Η φύση για τους ρομαντικούς δεν είναι παρά ο καθρέφτης, το ηχείο για τις πολλές και πολυποίκιλες δυνάμεις της ψυχής. Σύμφωνα με τη βασική αρχή ιδιαίτερα του γερμανικού ρομαντισμού, όλα τα πράγματα και τα όντα, φυσικά και πνευματικά, βρίσκονται σε μια αρχέγονη μεταξύ τους «συμπάθεια», μια μεταφυσική παγκόσμια επικοινωνία. «Για τους ρομαντικούς», γράφει ο Βελουδής. «η ποίηση δεν είναι μίμηση της φύσης, είναι η ίδια μια άλλη φύση… [αυτό] συνεκφράζει η αναβίωση της κλασικής αντίληψης για τον ποιητή-προφήτη», στοιχείο που το βρίσκουμε στον Κρητικό.
Ο θάνατος και η θρησκεία. Συνήθως ο θάνατος ενός ατόμου συνδέεται άμεσα με την ανάσταση των νεκρών στη Δευτέρα Παρουσία. Συχνά ακόμη παρουσιάζει αγγέλους, αγαπημένο μοτίβο των ρομαντικών. Γενικά στα ποιήματα του υπάρχει έντονο θρησκευτικό στοιχείο: στα πρώτα του ποιήματα αναφορές στην ορθόδοξη εκκλησία, στα πιο ώριμα το θρησκευτικό στοιχείο παρουσιάζεται ως μέρος μιας προσωπικής ανθρώπινης εμπειρίας.
Ο έρωτας και η αγνότητα. Ο έρωτας στον Σολωμό είναι πάντα αγνός (με εξαίρεση τον Λάμπρο). Έρωτας και αγνότητα είναι δυνάμεις-σύμμαχοι του ανθρώπου στη μάχη του ενάντια στις δυνάμεις της φύσης, στη μάχη του για μια ζωή πέρα από τα γήινα.
Η πατρίδα, η ελευθερία, το ωραίο. Γράφει ο Παλαμάς: «Τριών μεγάλων εθνοπλαστικών ιδεών λαμπρά ενσάρκωσις είναι η ποίησις του Σολωμού: της ιδέας της πατρίδος, της ιδέας του ωραίου, της ιδέας της γλώσσης. […] Η ποίησις του Σολωμού, εις τα γενναιότερα και τα ωραιότερα αυτής γεννήματα, εκ της πατρίδος εμπνέεται, την πατρίδα εκφράζει και την πατρίδα εξαίρει. […] Εν τη ποιήσει του Σολωμού αι δύο υψηλαί ιδέαι, η της πατρίδος και η του ωραίου, ενεργούν συμφυείς»24.
«Πάνω απ' όλα [για τον Σολωμό] μπαίνει η Ελευθερία μεστή από το χρέος και ύστερα έρχονται όλα τ' άλλα, ακόμη και η Ελλάδα»25.
Τα όνειρα και τα οράματα. Στους ρομαντικούς βρίσκουμε συχνά οραματικές, υπερβατικές και συναισθητικές εμπειρίες εμπραγματωμένες ποιητικά. Το ποιητικό τέχνασμα πιθανόν να έχει την καταγωγή του στον Δάντη.
Β. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ (6 διδακτικές ώρες)
Για την ερμηνευτική προσέγγιση του κειμένου προτείνεται η ακόλουθη πορεία:
1. Εισαγωγή
Ο Κρητικός γράφτηκε το 1833-34 (χρήσιμη μια πολύ σύντομη αναφορά στα ιστορικά γεγονότα της εποχής) και παραδίδεται σε ένα τετράδιο, το Ζ 11, αποτελούμενο από 25 μεγάλου σχήματος σελίδες26. Στην έκδοση του Λίνου Πολίτη (1948) το κείμενο εκτείνεται σε 134 στίχους. Στην έκδοση της Λιλής Ιωαννίδου, η οποία ακολούθησε τη σύνθεση του ποιήματος όπως αυτή διαμορφώθηκε στις τέσσερις τελευταίες σελίδες του τετραδίου, σε 140 στίχους27. Το χειρόγραφο παραδίδεται άτιτλο. Ο τίτλος είναι προσθήκη του Πολυλά, που εξέδωσε για πρώτη φορά το έργο το 1859. Δηλώνει το πρόσωπο που αφηγείται (πρόσωπο πλαστό - σχόλια για τις προσδοκίες που καλλιεργεί). Το αυτόγραφο κείμενο είναι μια σύνθεση σε διαφορετικά, διαδοχικά στάδια επεξεργασίας, περιέχεται στο τετράδιο Ζακύνθου αρ. 11 και καλύπτει 26 πυκνογραμμένες δίστηλες σελίδες. Το κείμενο είναι γραμμένο στην ελληνική, αλλά φωνητικά, και είναι γεμάτο από αυτοσχόλια του ποιητή στα ιταλικά. Συνολικά αναγνωρίζονται πέντε συνθετικές καταγραφές, κατά τις οποίες ο ποιητής επεξεργάζεται μεμονωμένα κάποια μοτίβα, ενώ κάποια άλλα τμήματα τα μεταφέρει αυτούσια.
2. Γενική σύλληψη του όλου
α) Περιληπτική απόδοση της ιστορίας, σύμφωνα με τη χρονική διαδοχή των γεγονότων: δηλώνονται τα κύρια στοιχεία της βιογραφίας του αφηγητή, προειδοποιούνται οι μαθητές για την in medias res ανάπτυξη της αφήγησης, αλλά πιθανόν να είναι καλύτερο να μην αποκαλυφθεί πριν από την ανάγνωση το βασικό στοιχείο πλοκής, δηλαδή ο θάνατος της αρραβωνιαστικιάς, που ο ποιητής το ήθελε να προκαλεί έντονη εντύπωση (γι' αυτό και προοικονομείται πολύ αμυδρά).
β) Ανάγνωση του έργου.
γ) Τα χρονικά επίπεδα.
Τα πρώτα σχόλια αφορούν την αφήγηση και την παλινδρομική κίνηση του αφηγηματικού χρόνου: στο αφηγηματικό παρόν ο ήρωας έχει περάσει όλες τις μεγάλες δοκιμασίες και ζει αφηγούμενος τις εμπειρίες του. Κατά τη διάρκεια της αφήγησης φαίνεται να ξαναζεί με τη φαντασία του τις δραματικές στιγμές του παρελθόντος, προς το οποίο επιστρέφει νιώθοντας ταραχή και έκσταση. Αυτό τον κάνει να μην ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία στην αφήγηση των γεγονότων, αλλά συνειρμικά να ανατρέχει χωρίς τάξη στο εγγύτερο και απώτερο παρελθόν, να επανέρχεται στο παρόν ή, ενορατικά, να συλλαμβάνει έναν εσχατολογικό χρόνο. Με τον τρόπο αυτό συμπλέκονται διαφορετικά χρονικά επίπεδα, τα οποία διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή-αναγνώστη, ενώ αποδίδουν παραστατικά όλο το κλίμα της εξωτερικής δράσης (τρικυμία, ναυάγιο, αγώνες), αλλά και της ψυχικής αναστάτωσης του ήρωα.
Αξιοποιούμε το σχόλιο του Ε. Καψωμένου (σ. 287 του σχολικού βιβλίου) για την ανάπτυξη του μύθου σε τέσσερα χρονικά επίπεδα (χρόνος ναυαγίου, προϊστορία του ήρωα στην Κρήτη, ζωή του πρόσφυγα, οραματισμός της έσχατης κρίσης), καθώς και τα σχόλια του Δ. Μαρωνίτη για τις «τέσσερις εποχές» του ποιήματος, τις οποίες συνέλαβε ως ομόκεντρους κύκλους, που τον πυρήνα τους αποτελεί το αφηγηματικό παρόν του ποιητή28. Τα χρονικά αυτά επίπεδα, για λόγους εποπτικούς, μπορούν να καταγραφούν σε πίνακα ως εξής:
Χρονικά επίπεδα |
Τόπος |
Χ παροντικός: χρόνος της αφήγησης/ποιητικής πράξης (αφηγηματικό παρόν) 2 [19] στ. 1-4 5 [22] στ. 5-10, 11-12 (όνειρο), 13-14 |
νέα πατρίδα εξόριστου Κρητικού, ίσως τα Επτάνησα |
σύνολο στίχων 14 |
|
Χ εσχατολογικός: αχρονία, υπερβατικός χρόνος 2 [19] στ. 5-18 |
ου τόπος, υπερκόσμια σφαίρα |
σύνολο στίχων 14 |
|
Χ παρελθοντικός: παρελθόν, περιπέτεια στη θάλασσα |
θάλασσα |
Χ': (α) ναυάγιο, προσπάθειες σωτηρίας 1 [18] στ. 1-6 3 [20] στ. 1-2 5 [22] στ. 15-16 [στ. 17-20] στ. 21-24 στ. 55-58 |
|
σύνολο στίχων 18 |
|
(β) ονειροφαντασία, οπτικοακουστική παραίσθηση, στοχασμοί, παρομοιώσεις, αρχέτυπα 3 [20] στ. 3-14 4 [21] στ. 1-29 [30-38] 5 [22] στ. 1-4 στ. 25-[36-42]- 54 |
θάλασσα/ουρανός |
σύνολο στίχων 68 |
|
Χ": αναδρομή σε απώτερο παρελθόν, στοιχεία βίου 4 [21] στ. 30-38 5 [22] στ. 17-20 στ. 36-42 |
Κρήτη |
σύνολο στίχων 20 |
|
Φαίνεται εδώ ότι η αφήγηση πραγματοποιείται σε έναν πραγματικό χρόνο και χώρο (χρόνος παροντικός, αφηγηματικό παρόν). Με αναδρομές στο παρελθόν (χρόνος παρελθοντικός) ο αφηγητής παρουσιάζει την περιπέτεια του στη θάλασσα: (Χ': ναυάγιο, προσπάθειες σωτηρίας: σωματική δοκιμασία), στην οποία συμπλέκεται η εμπειρία του οράματος (ονειροφαντασία, απόλυτη ενότητα πραγματικών και υπερβατικών στοιχείων εσωτερικός κόσμος του Κρητικού: ψυχική δοκιμασία). Μέσα σ' αυτή την αναδρομή εγκιβωτίζεται η αφήγηση για τις δοκιμασίες που έζησε παλαιότερα, στην επαναστατημένη Κρήτη του 1824 (Χ": ιστορικό υπόβαθρο, όταν 60.000 Κρήτες εκπατρίστηκαν), ενώ, στο αφηγηματικό παρόν, ο ήρωας δοκιμάζει μια άλλη υπερβατική εμπειρία, στη διάρκεια του οποίου η δράση (διάλογος με τους αγγέλους) εκτυλίσσεται σε μια σφαίρα υπερκόσμια (χρόνος εσχατολογικός, κατάσταση αχρονίας). Ας σημειωθεί ότι οι στ. 11-12 της 5ης ενότητας, με τη στίξη που υιοθετεί η συγκεκριμένη έκδοση (οι παύλες περικλείουν τους στ. 5-14), θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδίδουν ένα από τα «σκληρά ονείρατα» του Κρητικού-αφηγητή, που εντάσσεται στον παροντικό χρόνο.
Παρατηρούμε, λοιπόν, μια απόλυτη «συσπείρωση των χρόνων» και μια συνταύτιση της διαχρονίας προς τη συγχρονία29. Η αφήγηση αναπτύσσεται in medias res, σύμφωνα με την επιθυμία του ποιητή το ποίημα να αρχίζει απότομα, ex abrupto, για να προκαλεί έντονα συναισθήματα, αλλά και διαγράφοντας επαναληπτικά μια κίνηση μπρος πίσω, ως να ήθελε να αποδώσει αφενός την παλινδρομική κίνηση της ταραγμένης θάλασσας (εξωτερική αναταραχή), αφετέρου τις έντονες ψυχικές εναλλαγές του ήρωα-αφηγητή, κατά τη διάρκεια της περιπέτειας, αλλά και κατά το χρόνο της αφήγησης της ιστορίας του (εσωτερική ταραχή)30. Εντοπίζονται έτσι:
- αναχρονισμοί: αναδρομές (1η αναδρομή: το ναυάγιο και το όραμα, 2η αναδρομή: προηγούμενη ζωή στην Κρήτη) και προλήψεις (1η πρόληψη: επιβίωση ήρωα, 2η πρόληψη: ανάσταση και μεταθανάτια σωτηρία του ήρωα και της κόρης, ελπίδα για συνάντηση των δύο ερωτευμένων: όραμα μέλλουσας κρίσης), καθώς και
- ανισοχρονίες: σύνοψη, σημεία δηλαδή όπου ο ρυθμός επιταχύνεται (λ.χ. «και αντιβουίζει ολονυχτίς…») ή παύσεις, σημεία όπου ο ρυθμός επιβραδύνεται (περιγραφές φύσης και προσώπων).
Διαφωτιστικός επί του προκειμένου ο στοχασμός του ποιητή: «Κοίτα το καθετί να είναι γοργό και φυσικό και βαθύ στην εντύπωση που θα προξενήσει -υποτάσσοντας τα μέρη στην αποτελεσματικότητα του συνόλου. Γοργή η τρικυμία, η γαλήνη, η οπτασία, η ομιλία [του Κρητικού], τα αποτελέσματα του δακρύου. Αλλά βάλε στο τέλος μακριά παρέκβαση: τη μουσική που άκουγε καθώς πλησίαζε στο ακρογιάλι… το μάκρος τους όμως να μην εξαρτάται από την υλική υπόσταση των εικόνων και από τα συναισθήματα, αλλά αυτά πρέπει να τα παρασύρει η σφοδρότητα η φυσική της έκβασης. Η σύντομη ή μακριά διαπραγμάτευση δεν είναι ζήτημα υλικό αλλά ψυχολογικό».
δ) Ο αφηγητής. Έτσι, λοιπόν, το αφηγηματικό πλαίσιο του έργου ορίζεται από το ναυάγιο, την τρικυμία, καθώς και την προσπάθεια διάσωσης κόρης και ήρωα, ενώ το αφηγηματικό κέντρο βρίσκεται στο όραμα της Φεγγαροντυμένης και στην ηχητική παραίσθηση.
Αφηγητής είναι ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ο Κρητικός, πρόσωπο πλαστό, που αφηγείται σε α' πρόσωπο (πρωτοπρόσωπος) την ιστορία του (αυτοδιηγητικός), στοιχείο που προοικονομεί τη σωτηρία του από το ναυάγιο. Παρ' όλο που η αφήγηση του απέχει χρονικά από τα εξιστορούμενα, ο ίδιος φαίνεται να ξαναζεί με την ίδια ένταση τις παλιές δοκιμασίες του, μέσα από μια απόλυτη σύγχυση/σύνδεση παρόντος, παρελθόντος αλλά και μέλλοντος, πραγματικών και φανταστικών επεισοδίων. Έτσι, ο λόγος του, βαθιά βιωματικός και συγκινησιακός, συμπλέκει τα επίπεδα αφήγησης και εστιάζει προς τα γεγονότα με τρόπο απόλυτα εσωτερικό.
3. Κατά στίχο ερμηνευτικός σχολιασμός
Μετά από αυτή την πρώτη σύλληψη του όλου θα ακολουθήσει κατά στίχο σχολιασμός, με τη βοήθεια των υποσημειώσεων (για διευκρίνιση λεξιλογίου, σχολιασμό παραλλαγών και παραθεμάτων, διακειμενικά στοιχεία, σημειώσεις του ίδιου του ποιητή, επισήμανση επιδράσεων) και τη συνδρομή της ανθολογημένης κριτικογραφίας που βρίσκεται στο παράρτημα του Βιβλίου του μαθητή, καθώς και στο Βιβλίο του καθηγητή (της οποίας ο διδάσκων πρέπει να αποδελτιώσει τα σημαντικότερα σημεία). Οι υποσημειώσεις που συνοδεύουν την έκδοση του κειμένου όπως παρατίθεται στο παρόν τεύχος της Φιλολογικής είναι πλουσιότερες από εκείνες του σχολικού βιβλίου και μερικές από αυτές είναι αναγκαίες για την κατανόηση του κειμένου31. Μερικά ερωτήματα πορείας, που θα βοηθήσουν στην κατανόηση του κειμένου, παρατίθενται στη συνέχεια:
1 [18]
- Ποιος αφηγείται;
- Ποια είναι τα πρόσωπα και σε ποια κατάσταση βρίσκονται;
- Ποιο είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο αρχίζει η αφήγηση; Πώς κλιμακώνεται;
- Σε ποιο χρονικό επίπεδο εκτυλίσσεται η αφήγηση;
- Να προσεχθούν οι παρηχήσεις, οι πληθυντικοί αριθμοί και οι ομοιοκαταληξίες που υπογραμμίζουν το μεγαλείο αλλά και την απειλητικότητα της φύσης, καθώς και την αγωνία των προσώπων για τη σωτηρία τους.
- Σε τι αποβλέπει η προσωποποίηση των φυσικών στοιχείων;
- Ποιες πληροφορίες μας δίνονται έμμεσα για τη συναισθηματική κατάσταση των προσώπων; Ποιος είναι ο στόχος του ήρωα; Τι τον αντιμάχεται;
2 [19]
- Η διακοπή της αφήγησης και η έκκληση του αφηγητή; σε ποιους απευθύνεται; Σε ποιο χρονικό επίπεδο εντάσσεται αυτός ο λόγος;
- Να προσεχθεί η συστοιχία των στ. 2-4 (αναλογία των μερών σε ανιόν κλιμακωτό) και η εκφορά τους (τριπλός όρκος με τυπικές εκφωνήσεις). Οι όρκοι υπαγορεύονται από την πρόθεση του αφηγητή να πείσει τους ακροατές του. Πώς αποκτούν ισχύ αυτοί οι όρκοι και ποιο πληροφορητικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν;
- Να προσεχθεί η αναφορά στην «ψυχή» στο στ. 4 και στην προοικονομία (πρόληψη) που μπορεί να περιέχει. Συνειρμικά από την «ψυχή» ο αφηγητής κάνει μια παρέκβαση. Ποιο είναι το θέμα της; Σε ποιο χρονικό επίπεδο εκτυλίσσεται;
- Σε ποιες θεολογικές ιδέες στηρίζεται το μεταφυσικό όραμα; Τι δηλώνουν για τη θρησκευτικότητα του ήρωα;
- Ποιες πληροφορίες μας δίνει ο διάλογος για τα αισθήματα του ήρωα και της αγαπημένης του; Ποια χαρακτηριστικά αποδίδονται εδώ στην κόρη; Τι προοικονομεί ο στ. 5 και η μετάβαση του ήρωα-αφηγητή στην Κοιλάδα του Ιωσαφάτ; Την έσχατη κρίση ο ήρωας τη συλλαμβάνει ενορατικά. Ποιες πρώτες σκέψεις μπορούμε να κάνουμε για τις προϋποθέσεις μέσα από τις οποίες ο ήρωας αξιώθηκε μια τέτοια σύλληψη του κόσμου; Πώς δικαιολογείται μέσα στο πλαίσιο της δομής του ποιήματος η συγκεκριμένη θέση της παρέκβασης; (Ως προ-δήλωση της βαθιάς θρησκευτικότητας του ήρωα, η οποία αποτελεί τη βάση της αξιοπιστίας του, αλλά και της χριστιανικής θεολογίας του ποιητή).
3 [20]
- Πώς διαμορφώνεται το σκηνικό στη συνέχεια; Τι αισθήματα δημιουργεί στον αναγνώστη η αφήγηση για την απότομη μεταβολή των συνθηκών; (Να προσεχθεί το πώς καλλιεργείται το αίσθημα αναμονής για κάτι απροσδόκητο).
- Αισθητοποίηση της ομορφιάς, της γαλήνης και της σιωπής στους στ. 3-10. Να σχολιαστεί η εικονοπλαστική απόδοση τους.
- Πού αλλού διαβάζοντας Σολωμό έχουμε συναντήσει παραδεισιακά στοιχεία στη φύση:
- Να σχολιαστεί ο στ. 9 που περιγράφει το «σφιχταγκάλιασμα» της κόρης. Τι μπορεί να υποδηλώνει για την έκβαση της ιστορίας σε σχέση με την άμεση εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης;
- Η εμφάνιση της θεϊκής μορφής φαίνεται να εκπλήσσει τον ποιητή ή όχι; (Ας ληφθεί υπόψη το αόριστο «μια»). Πού μπορεί να οφείλεται η αντίδραση του;
- Ποια είναι η επίδραση της μυστηριακής μορφής πάνω στη φύση; (Βλ. και προηγούμενες ερωτήσεις).
- Να προσεχθούν το σχήμα συναισθησίας και το οξύμωρο στην έκφραση «δροσάτο φως» (στ. 13).
- Τι υπόσταση δίνει ο ποιητής στη Φεγγαροντυμένη στους στ. 13-14;
4 [21]
- Με βάση τον τελευταίο στίχο της 3ης ενότητας και στοιχεία από την 4η να συντεθεί η μορφή της Φεγγαροντυμένης. (Να αναδειχτούν: η ομορφιά, η λάμψη, η καλοσύνη, η θετική επενέργεια της στη φύση, η ερωτικότητα της μορφής της).
- Πώς προσπαθεί ο αφηγητής-ποιητής να συλλάβει την έννοια του «ωραίου» που αποδίδει η μορφή της Φεγγαροντυμένης;
- Τι δηλώνει η μεταμόρφωση της φύσης σε «ναό» για τη συγκινησιακή μέθεξη του αφηγητή; Ποιες συνέπειες μπορεί να έχει για την αντίδραση του; Να συσχετιστεί με την παρομοίωση του στ. 10.
- Να σχολιαστεί το νόημα των αρχετυπικών εικόνων (που αναπτύσσονται κατά το σχήμα των τριών) στις οποίες ανατρέχει ο νους του ήρωα, καθώς προσπαθεί να προσδιορίσει τι του θυμίζει η Φεγγαροντυμένη. Τι είδους βιώματα του ήρωα δηλώνουν; Να σχολιαστεί επίσης το στοιχείο της στέρησης αγαθών της προηγούμενης ζωής του που κάνει πιο επώδυνη την τωρινή δοκιμασία.
- Πού παραπέμπει ο στ. 15, όχι τόσο ως σχόλιο του ήρωα αλλά ως σχόλιο του έντεχνου ποιητή, του Σολωμού32;
- Πρώτες εικασίες για το συμβολισμό της Φεγγαροντυμένης - σε συνδυασμό και με τους στ. 1-2 της 5ης ενότητας.
- Να προσεχθεί η δυνατότητα διπλής σύνδεσης της παρομοίωσης των στ. 19-20: αφενός με την ανάδυση της Φεγγαροντυμένης, αφετέρου με τα δάκρυα του ήρωα.
- Να προσεχθούν τα στοιχεία που δίνουν την εντύπωση της συναισθησίας στο χωρίο αυτό (στ. 23: «άκουγα τα μάτια της», βλ. και 3. στ. 13 -πρβλ. «είδες τι γλυκό είναι;» ή «άκου να δεις…»).
- Ποια χρονικά επίπεδα συμπλέκονται στην 4η ενότητα; Να σχολιαστεί το τέχνασμα με το οποίο γίνεται η μετάβαση της αφήγησης από το ένα επίπεδο στο άλλο (στ. 27-28).
- Η αναδρομή στο απώτερο παρελθόν δίνει περισσότερες βιογραφικές πληροφορίες για τον ήρωα. Δικαιολογείται από κάποια ψυχολογική ανάγκη του ήρωα αυτή η υποθετική διήγηση; Τι δηλώνει για τη σχέση του με τη Φεγγαροντυμένη;
- Ποιους λόγους έχει ο Σολωμός να θέσει εδώ την παρέκβαση των στ. 30-36;
5 [22]
- Πώς ανταποκρίνεται η Φεγγαροντυμένη στον πόνο του Κρητικού;
- Γιατί ο ήρωας θρηνεί («αλιά μου!») την εξαφάνιση της; Τι δηλώνει το γεγονός ότι κρατά «σηκωτό» το χέρι από την ώρα που την είδε;
- Ποια επίδραση ασκεί το μαγικό δάκρυ της στον ήρωα; Τι μπορεί να σημαίνει για τη συνέχεια της ζωής του; Να αξιοποιηθούν στοιχεία και από τη συνέχεια της αφήγησης.
- Μπορεί η Φεγγαροντυμένη να ασκεί μια γλυκιά επίδραση στον ήρωα, αλλά, μέσα στο πλαίσιο του ναυαγίου, τείνει να τον αποπροσανατολίσει από το στόχο του. Τι είναι εκείνο που επαναφέρει τον ήρωα στην πραγματικότητα;
- Να διακριθούν τα χρονικά επίπεδα της ενότητας. Γιατί τα όνειρα που βλέπει στην τωρινή ζωή του ο ήρωας-αφηγητής είναι σκληρά; (στ. 10-12). Πώς αντιδρά; (στ. 13-14).
- Τι πληροφορητικό ενδιαφέρον έχουν για τον ακροατή-αναγνώστη οι στ. 17-20; (Να προσεχθεί ο συνειρμός από τη «δύναμη»). Να συσχετιστούν με την αντίστοιχη αναδρομή της 4ης ενότητας.
- Τι δηλώνει η νέα αναφορά στο ιστορικό παρελθόν αφενός για τον ήρωα-αφηγητή, αφετέρου για τον έντεχνο ποιητή Σολωμό;
- Να σχολιαστεί το μοτίβο του στ. 42 (μαύρη πέτρα - ξερό χορτάρι) σε σχέση και με άλλες αναφορές του στο έργο του Σολωμού33.
- Ποια είναι η νέα δοκιμασία για τον Κρητικό; Με ποιο τρόπο προσπαθεί να προσδιορίσει την υφή του ήχου ο αφηγητής; Αποδίδει τελικά με ακρίβεια την ωραιότητα του ήχου ή την προσεγγίζει; Να προσεχθούν οι συγκρίσεις αποκλεισμού και υπεροχής που δημιουργούν έντονες εικονοπλαστικές αναπαραστάσεις και δηλώνουν διαφορετικές πνευματικές εμπειρίες (τον έρωτα: «Δεν είναι κορασιάς φωνή… λυγάει», τη μουσική: «Δεν είν' αηδόνι… χέρια», τον πόθο της ελευθερίας: «Δεν είν' φιαμπόλι… χορτάρι», τη φύση: «Σαν του Μαγιού τες ευωδιές… αέρα», το θάνατο: «Μόλις… Χάρος»).
- Να σχολιαστεί ιδιαίτερα η σύγκριση του στ. 50: η σύζευξη του Έρωτα με τον Χάρο. Ποια είναι η επίδραση του νέου φυσικού/«μαγικού»
- στοιχείου στον ήρωα; Να προσεχθούν τα στοιχεία που υπογραμμίζουν τη δύναμη του στοιχείου και την οριακή στιγμή του ήρωα. (Η επανάληψη του «άδραχνε», η ισχυρή τομή του στ. 51, ο διασκελισμός, το ανακόλουθο: ρήμα ενικού «δεν ημπορεί» με πολλά υποκείμενα, το πολυσύνδετο σχήμα συσσώρευσης του στ. 52, η διάκριση σώμα-ψυχή).
- Γιατί οι δοκιμασίες αυτές (Φεγγαροντυμένη, ήχος) παρ' ολίγον να καταβάλουν τη σωματική δύναμη του Κρητικού και να τον απομακρύνουν από τον αρχικό στόχο του;
- Με ποιο τέχνασμα γίνεται η νέα αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν του ήρωα; (Μέσα από τη σύγκριση του ήχου με φιαμπόλι, τον ήχο του οποίου γνώριζε από παλιά).
- Πώς εγγράφεται στη συνείδηση του Έλληνα Κρητικού η αξίωση της ελευθερίας34;
- Σχετικά με το βαθύτερο νόημα του έργου ο Σολωμός σημειώνει: «Μια ισορροπία Δυνάμεων ανάμεσα στην ψυχή του ναυαγού, μεστή από μια Μεγάλη Στιγμή της Ιδέας (που είναι να φέρει στο ακρογιάλι το σώμα της αρραβωνιαστικιάς, που τη νομίζει ζωντανή) και στα Εξωτερικά Εμπόδια της Φύσης, μεστής από μια άλλη Στιγμή Μαγευτική της Ιδέας»: πώς αντιλαμβάνεστε αυτή τη «Μαγευτική Ιδέα» που αισθητοποιείται με τη Φεγγαροντυμένη και τον ήχο και δρα ως αντίμαχη δύναμη για τον ήρωα; Τι ζητά να του στερήσει;
- Εκτός από την αρνητική, η όλη υπερβατική εμπειρία έχει μια βαθύτατα θετική επίδραση πάνω στον ήρωα, που τον χαρακτηρίζει πλέον στην υπόλοιπη ζωή του. Ποια είναι αυτή; (Να ληφθεί υπόψη και η αντίθεση «άδειασεν» - «εγιόμισεν» των στ. 55-56, που υπογραμμίζει τη σχέση υπερβατικών και γήινων εμπειριών).
- Τι επιτυγχάνει ο ποιητής με το συνοπτικό και απότομο κλείσιμο της αφήγησης;
- Να προσεχθεί η κυκλική δομή του ποιήματος με την αναφορά στο ακρογιάλι. Το ακρογιάλι ως διπλό σύμβολο (του αρχικού στόχου για τη σωτηρία του ήρωα και της κόρης, αλλά και του υψηλότερου πνευματικού στόχου -μετά την υπερβατική εμπειρία και το μετασχηματισμό του ήρωα από απλό αγωνιστή σε ποιητή-προφήτη- για την αποκάλυψη στους ανθρώπους της υπερβατικής εμπειρίας).
- Πόσο και σε ποια σημεία ο αφηγητής έχει προϊδεάσει τον αναγνώστη για το θάνατο της κόρης;
- Γιατί ο ήρωας αξιώνεται να ζήσει μια τέτοια υπερβατική εμπειρία και ποια η σημασία της για την υπόλοιπη ζωή του;
- Ποιες είναι για τον ήρωα οι μόνιμες συνέπειες μετά τις δοκιμασίες: α) σε εξωτερικό - κοινωνικό επίπεδο (έκπτωση: από αγωνιστής γίνεται ψωμοζήτης, αλλά αποκτά το ποιητικό χάρισμα), 8) σε εσωτερικό - ψυχολογικό επίπεδο (ως άνθρωπος βασανίζεται από νυχτερινούς εφιάλτες, ως ποιητής-προφήτης αξιώνεται να ζήσει ανώτερες ψυχικές εμπειρίες: μετάσταση σε ανώτερη πνευματική κατάσταση).
4. Συνολική θεώρηση
Στο στάδιο αυτό θα συσχετίσουμε τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε κατά την προηγούμενη ερμηνευτική διαδικασία, προκειμένου να συλλάβουμε τα βαθύτερα νοήματα του κειμένου, να αναδείξουμε τους κύριους συμβολισμούς και τη λειτουργία τους, να σχολιάσουμε το είδος του ποιήματος και να διευκρινίσουμε τα βασικότερα ζητήματα τεχνοτροπίας:
Οι ρομαντικές επιδράσεις
Η βασική σύλληψη του κεντρικού ήρωα και ο γενικός χειρισμός του θέματος υπαγορεύεται από το κλίμα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού. Συνοπτικά, στο έργο ανιχνεύονται τα κύρια χαρακτηριστικά των ρομαντικών:
- Η αξιολόγηση της φαντασίας ως αποκριτικής (μιμητικής) αλλά κυρίως ως δημιουργικής έκφρασης του κόσμου.
- Οι αποκαλυπτικοί οραματισμοί ως μηχανισμοί εξερεύνησης του υπερφυσικού και σύλληψης αρχετυπικών εμπειριών.
- Το φαινόμενο της συναισθησίας και η συμπλοκή πραγματικών και φανταστικών επεισοδίων (τα φανταστικά επεισόδια ως αναπόσπαστα τμήματα μίας και της αυτής πραγματικότητας).
- Τα σκηνοθετικά μοτίβα: η φεγγαρόλουστη νύχτα και το απόλυτο φως, που καταργούν τα αυστηρά περιγράμματα, η τρικυμία ως φυσική απειλή και ως ψυχική αναταραχή, οι ιδανικές μορφές και οι απόκοσμοι ήχοι ως εκφράσεις της Ιδέας.
- Η τάση προς την αποσπασματικότητα ως αναγνώριση: α) της σπερματικής παρουσίας της Ιδέας μέσα στον κόσμο, 6) της αδυναμίας να συλλάβει ο άνθρωπος την αρχική Ιδέα στην απόλυτη ενότητα και ολότητα της.
- Η γοητεία των περασμένων και της παράδοσης35.
- Η λατρεία του απλού και του φυσικού, της ομορφιάς και της ελευθερίας.
- Η μελωδικότητα της ποιητικής έκφρασης.
- Οι οπτασίες κυρίως της νεκρής αγαπημένης σε όνειρο ή όραμα36.
- Το μοτίβο της μεταμόρφωσης της ψυχής.
- Ένας πανθεϊσμός της Φύσης πνευματικότερος από ό,τι στην αρχαία ελληνική μυθολογία: το Πνεύμα, η Ιδέα ενυπάρχει στη φύση- Θεός και Φύση ταυτίζονται, όλα τα όντα μετέχουν στη θεία ουσία.
- Η Φύση ως Natura Naturans, ως προαιώνια Μεγάλη Μητέρα.
- Η έλξη των σωμάτων και η λυτρωτική ένωση ανθρώπου-φύσης (κοσμικός έρωτας).
Βέβαια, μια απόλυτη τυπική διάκριση μεταξύ ρομαντισμού και κλασικισμού ίσως δεν είναι δυνατή. Σωστά αναρωτιέται ο Καψωμένος: «η θεματική που αφορά τη σχέση ανθρώπου-φύσης-θείου, την παρουσία του Θεού μέσα στη φύση, τον πανθεϊσμό της φύσης, την οικουμενική αρμονία, την ενότητα μικρόκοσμου και μακρόκοσμου μέσα σε ένα παγκόσμιο σύστημα, μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικά ρομαντική; Δεν είναι εξίσου -και κατά (χρονική προτεραιότητα)- κλασική θεματική; […] Εξαρτάται, λοιπόν, από την ποιητική έκφραση που θα πάρει, δηλαδή το γλωσσικό, εικονοπλαστικό, μεταφορικό, συμβολικό, μυθικό σύστημα μέσα στο οποίο θα ενταχθεί και από το οποίο θα αναπλαστεί»37. Οι ερμηνείες
Ένα τόσο σύνθετο έργο λογικό ήταν να αφήσει χώρο στους μελετητές για διάφορες ερμηνείες. Λέξεις και φράσεις καταφέρνουν να είναι πολυσήμαντες, ίσως και ως την παρανόηση. Τα αποσπάσματα από διάφορες μελέτες που υπάρχουν τόσο στο Βιβλίο του μαθητή όσο και στο Βιβλίο του καθηγητή δίνουν μια εικόνα αυτής της πολυφωνίας και επιτρέπουν την ανάπτυξη σχετικού προβληματισμού38.
Το φιλοσοφικό υπόστρωμα. Συνοψίζοντας τις κυριότερες απόψεις θα λέγαμε ότι στον Κρητικό παρουσιάζονται οι αναβαθμοί από δυσκολίες που περνάει ο άνθρωπος τόσο στο δρόμο της απλής επιβίωσης όσο και στην πορεία του για πνευματική ολοκλήρωση και σύλληψη ανώτερων ηθικών στόχων. Σημειώνει ο Σολωμός: «Πεδίο δοκιμασίας είναι η ζωή (εδώ πινελιές σύντομες και βαθιές), έτσι που εδώ να βρίσκεται το βάθος όλου του ποιήματος και να φανερώνεται ο δυνατός χαρακτήρας του Κρητικού». Ο Κρητικός είναι, πρώτα από όλα, η ιστορία ενός απλού ανθρώπου, που αφιέρωσε τη ζωή του σε αγώνες για την απελευθέρωση της πατρικής γης, δεν αξιώθηκε, όμως, ούτε ο ίδιος ούτε οι συγγενείς και οι συντοπίτες του την πολυπόθητη ελευθερία. Αντ’ αυτής γνώρισαν την ατίμωση, την εξορία, το θάνατο. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης τον ωθεί στην εγκατάλειψη του τόπου του· μαζί παίρνει ό,τι πολυτιμότερο του έχει απομείνει, την αγαπημένη του, και ρίχνεται στον αγώνα για σωτηρία. Η Φύση, όμως, και οι αντίξοες δυνάμεις της δεν θα φανούν τόσο γενναιόδωρες. Από την αρχαιότητα ο άνθρωπος τραγούδησε, ως να ήθελε να ξορκίσει, τις αντίπαλες δυνάμεις της: αυτό έκανε πρώτος ο Όμηρος περιγράφοντας την τρομακτική δύναμη του Ποσειδώνα και το πείσμα του να αφανίσει τους συντρόφους του Οδυσσέα και να εμποδίσει την επιστροφή του ίδιου39.
Η θαλασσινή περιπέτεια στερεί από τον Κρητικό την αρραβωνιαστικά, ενώ ο ίδιος, μέσα σε συνθήκες τρόμου, κούρασης και πανικού, πέφτει σε μια παροδική «απώλεια της συνείδησης», που απειλεί τη ζωή του, αλλά τον κάνει να ζήσει για λίγο έξω από τα σύνορα του γήινου κόσμου και τον βυθίζει σε μια μοναδική ενορατική κατάσταση, σε μια μεταφυσική, εκστασιακή εμπειρία, κατά την οποία του αποκαλύπτεται ένας άλλος υπεργήινος κόσμος, ένας κόσμος θεϊκός. Ο ίδιος θα σωθεί, αλλά στη μετέπειτα ζωή του θα είναι πια ένας άλλος άνθρωπος: ο ακάματος αγωνιστής θα δώσει τη θέση του στον ποιητή. Σκοπός του γίνεται τώρα πια η αναδιήγηση της υπερβατικής εμπειρίας στους συνανθρώπους του και η προσπάθεια να τους πείσει για την πραγματικότητα αυτού του άυλου κόσμου. Ως υποκείμενο της εμπειρίας ο ήρωας βιώνει απλά μια «μαγική» στιγμή, ως υποκείμενο όμως της αφήγησης, που οι δοκιμασίες τον έχουν οδηγήσει σε ένα ανώτερο επίπεδο αυτοσυνειδησίας, ως ποιητής-προφήτης, είναι το εκλεκτό πνεύμα που νιώθει υποχρέωση του να μιλήσει για τη γοητεία και τη δύναμη του υπερκόσμιου40.
Δεν είναι εύκολο να ανιχνεύσουμε την καταγωγή των φιλοσοφικών ιδεών του Σολωμού ούτε με σιγουριά να αποφανθούμε για το πού είχε καταλήξει η σκέψη του όταν έγραφε τον Κρητικό. Μπορούμε μόνο, αναλύοντας προσεκτικά τις πολυσημίες του κειμένου, να υποθέσουμε μερικούς σημαντικούς σταθμούς της πνευματικής πορείας του. Ο Σολωμός πλάθει έναν ρομαντικό ήρωα, που πρώτο χρέος του είναι η σωτηρία του εαυτού του και της κόρης (ύμνος του ποιητή στην εγκόσμια ζωή και στις αξίες της). Ως απλός άνθρωπος βιώνει χαρές και λύπες του γήινου κόσμου και εξαντλεί την αντίληψη του χρέους και του σκοπού της ζωής του στην επιτέλεση ηθικών στόχων που σχετίζονται με τη ρύθμιση του βίου και την καταξίωση του ανθρώπινου προσώπου του. Γι' αυτό και διέρχεται μέσα από διάφορες δοκιμασίες: σωματικές (ηρωικές: αγώνες ενάντια στους Τούρκους -στέρηση γονιών, συγγενών, συντρόφων, πατρίδας, εκπατρισμός) και φυσικές (πάλη με τη θάλασσα - στέρηση αγαπημένης)41.
Αλλά δεν είναι πνεύμα τυχαίο. Διαθέτει ισχυρή ηθική βούληση και η ψυχή του κατακλύζεται από ευγενικά και ισχυρά αισθήματα, τα οποία αποδεικνύονται ικανά να τον οδηγήσουν σε μια υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων και σε μια ενορατική σύλληψη ενός υπεραισθητού κόσμου. Η ψυχή του αξιώνεται να αισθανθεί ιδέες μη ορατές και ηθικά ανώτερες από τις γήινες ενσαρκώσεις τους (ύμνος του ποιητή σε μια ανώτερη πνευματική αίσθηση και ζωή). Αλλά και πάλι δεν πρέπει να αφεθεί σ' αυτή τη μυστηριακή ψυχική και πνευματική ευδαιμονία (στο όραμα της Φεγγαροντυμένης και στους συμπαντικούς ήχους), η οποία με τη μαγεία της [ηθική δοκιμασία) μπορεί να λειτουργήσει ως παραπλανητικός περισπασμός, ως αντίμαχη δύναμη, και να τον απομακρύνει τόσο από το προηγούμενο χρέος του όσο και από αυτό που θα αποβεί στο μέλλον η ουσία της ζωής του (το έργο του λαϊκού ποιητή). Αυτό που τον γοητεύει και τον ελκύει μπορεί να τον οδηγήσει και προς το θάνατο (τραγικό στοιχείο). Η εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης και η ηχώ, ενώ συγκεντρώνουν όλα τα στοιχεία μιας ευεργετικής παρέμβασης, τελικά λειτουργούν αντίστροφα. («Το σχήμα ανακαλεί το χαρακτηριστικό θέμα του τραγικού μύθου γνωστού ως "δόλος των θεών"», λέει ο Καψωμένος). Αυτή είναι η κύρια ηθική αντιπαράθεση: από τη μια η βούληση και η προσπάθεια του ανθρώπου για επιβίωση, και από την άλλη το σαγηνευτικό όραμα μιας ανώτερης τάξης του κόσμου, καθαρά πνευματικής, που απορροφώντας τον τείνει να τον αποσπάσει από τους επίγειους στόχους του. Σημαντικός εδώ ο στοχασμός του Σολωμού: «Η ηθική δύναμη που μπαίνει σε δοκιμασία από τη συμφορά, και η άλλη, ντυμένη με μια γοητεία που κάνει στο τέλος πικρότερο το χαμό»42.
Ο ρομαντικός ήρωας συλλαμβάνει το υπερκόσμιο με τρόπο αποκαλυπτικό, αλλά δεν εγκαταλείπει τη ζωή43. Η ολοκλήρωση μέσα από τη δοκιμασία δεν έχει το χαρακτήρα της αποπνευμάτωσης. Η περιοχή άθλησης και ολοκλήρωσης του ανθρώπου είναι η επίγεια ζωή. Ο Κρητικός έχει συλλάβει την έννοια της αθανασίας και της απόλυτης ενότητας του κοσμικού όντος. Χρέος του τώρα είναι να κηρύξει στους συνανθρώπους του αυτό τον υπεραισθητό κόσμο, να τον αποκαλύψει. Η ηθική ανεξαρτησία του ήρωα συναρτάται αφενός με το σεβασμό στη ζωή, αφετέρου με την πραγμάτωση των ποιητικών/ προφητικών ενοράσεων του (ύμνος στο έργο του ποιητή-προφήτη). Ας ληφθεί υπόψη η σημείωση του Σολωμού: «Μια ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στην ψυχή του ναυαγού, μεστή από μια μεγάλη ροπή της Ιδέας (που είναι να φέρει στο ακρογιάλι το σώμα της κόρης, που τη νομίζει ζωντανή) και στα εξωτερικά εμπόδια της φύσης, μεστής από μια άλλη ροπή, γεμάτη μαγεία της Ιδέας».
Ο άνθρωπος που καταφέρνει να καταργήσει τους δεσμούς που του επιβάλλουν τα φυσικά του όρια εισέρχεται σε μια κατάσταση υψηλής αυτογνωσίας, μιας «μείζονος συνείδησης», και αποκτά μια άλλη αντίληψη της ύπαρξης του ως ουσίας απόλυτα εναρμονισμένης με τη φύση και το θείο. Ο Σολωμός, σε ένα αυτοσχόλιό του για τον θεματικό πυρήνα του έργου, σημειώνει: «στον "Κρητικό" είναι ο θεοποιημένος Έρωτας» («Nel "Cretense" e l’ amore divinizzato»). Ο «σπιριτουαλισμός του Σολωμού», γράφει ο Μ. Αυγέρης, «αγκαλιάζει ολόκληρη τη φύση και τη βλέπει στην ενότητα της να ταυτίζεται με τις πνευματικές ουσίες- η φιλοσοφία του τότε γίνεται πανθεϊστική […] οι φυσικές μορφές μεταμορφώνονται θαυμαστά, μυστικός έρωτας διαπνέει τα πάντα»44. Μέσα σε μια τέτοια σύλληψη του κόσμου, ο δυνατός έρωτας, σε οποιαδήποτε μορφή του, απέχει πολύ από το να είναι απλά ένα συναίσθημα. Είναι μια δύναμη θεϊκή που συνενώνει το ορατό και το αόρατο, την πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση, τη λογική και τη φαντασία, είναι μια δύναμη που ανοίγει τα «μάτια της ψυχής» και τα κάνει ικανά να οραματιστούν την απόλυτη ομορφιά· και το όμορφο, καθώς υποστηρίζει ο Γκαίτε, «είναι πιο πάνω από το αγαθό, γιατί το όμορφο έχει μέσα του την αγαθότητα»45. Η μείζων αυτή συνείδηση «συνιστά αλλαγή κοσμοθεωρητικής σκοπιάς και ισοδυναμεί με ηθική τελείωση»46.
Μέσα σ' αυτό το φιλοσοφικό πλαίσιο μπορούμε να ερμηνεύσουμε και το μοτίβο της Φεγγαροντυμένης, που αγαπήθηκε πολύ στα χρόνια του ρομαντισμού και του συμβολισμού. Μια γυναικεία μορφή με πνευματική υπόσταση, μια μεταφυσική σύλληψη, το όραμα κόσμων ιδεατών, η εκδήλωση της Ιδέας που εμπεριέχεται σπερματικά μέσα στη φύση, την οποία μόνο τα εκλεκτά πνεύματα αξιώνονται να συλλάβουν. Ένα σύμβολο που περικλείει τη σχέση του «εδώ» και του «εκεί» και αισθητοποιεί τις ιδέες της ομορφιάς, του καλού, του δίκαιου, του ύψιστου, του θεϊκού. Είναι «η ίδια η άφθαστη και απροσπέλαστη ενότητα ψυχής και φύσεως»47, «συμπυκνώνει τη μοναδικά σολωμική διαλεκτική σύνθεση του ελληνικού αισθητικού ανθρωπισμού, που συλλαμβάνει τη φύση ως χώρο του κάλλους και της αρμονίας, με τη χριστιανική αντίληψη της ζωής που αντιμετωπίζει το κάλλος ως ηθικό μέγεθος, […] ενσαρκώνει αξίες κοσμικές που υπερβαίνουν το στενά εννοούμενο ανθρώπινο πεδίο: τη θεϊκότητα της φύσης που συντίθεται από το ιδεώδες του κάλλους και του αγαθού, συνδεδεμένα με το καθολικό ερωτικό πνεύμα που συνέχει το Σύμπαν». Η ανθρώπινη ψυχή, που κατά την πλατωνική θεωρία κουβαλάει μέσα της τις απόλυτες ιδέες, έχει την τάση, σ' αυτές τις εκστασιακές στιγμές, να τείνει προς την ένωση μαζί τους. Έτσι, ο Σολωμός «πραγματοποιεί μια σύνθεση του ελληνικού και του χριστιανικού ανθρωπισμού. […] Η θεϊκή υπόσταση της Φεγγαροντυμένης, καθώς ορίζεται μέσα από τη σχέση προς τη φύση, απηχεί αφενός τα γνωστά παγανιστικά - πανθεϊστικά μοτίβα του ιταλικού κλασικισμού και του γερμανικού ρομαντισμού, αφετέρου την ομόλογη λαϊκή αντίληψη για τα φυσικά δαιμόνια, που εκφράζουν τη μυστηριακή διάσταση της φύσης»43.
Όσον αφορά τον γλυκύτατο ήχο, αυτός συνοψίζει σε ένα σύμβολο μουσικό και μυστηριακό τον παναρμόνιο ρυθμό της φύσης. Στις καταστάσεις πρωταρχικής εμπειρίας, όπως είναι αυτή που βιώνει ο ήρωας, η φύση αποκαλύπτει αρμονίες οπτικές και ακουστικές πρωτόγνωρες, που όμοιες δεν συναντά ο άνθρωπος στον επίγειο κόσμο. Γι' αυτό και συνιστά μια μεγάλη δοκιμασία, το ίδιο ή και περισσότερο δυνατή από το όραμα της Φεγγαροντυμένης.
Δεν θα πρέπει να μας διαφύγει ο τρόπος με τον οποίο ο Σολωμός προσπαθεί να αποδώσει την έννοια του ωραίου, είτε στη μορφή της Φεγγαροντυμένης είτε στο αίσθημα του απόκοσμου ήχου. Και τα δύο στην ουσία δεν ορίζονται· ο ποιητής προσπαθεί με παρομοιώσεις να αποδώσει την ουσία τους, ανακαλώντας βιώματα και εμπειρίες πρωταρχικές (μνήμη παλαιή), που έχουν θρέψει το νου και την ψυχή του (γλυκιά) και έχουν καταγραφεί στο υποσυνείδητο του, αλλά με δυσκολία ανασύρει (κι αστοχισμένη). Η αρχετυπικότητα αυτών των εικόνων αποδίδει στοιχεία του Ωραίου, αλλά η πραγματική υπόσταση του μοιάζει να διαφεύγει από τις γήινες αισθήσεις. Ίσως γιατί την υπόσταση αυτή την ορίζει η ατομική εμπειρία ή ίσως γιατί η απόλυτη αναγνώριση δεν είναι δυνατόν να γίνει παρά σε έναν κόσμο Ιδεών.
Άλλες ερμηνείες
Στα σχολικά βιβλία παρουσιάζονται συνοπτικά διάφορες ερμηνείες, οι οποίες μπορούν να τροφοδοτήσουν το διάλογο μέσα στην τάξη και να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των μαθητών (λ.χ. κατά πόσο η Φεγγαροντυμένη μπορεί να είναι η θεά Ελευθερία-Ελλάδα, το φάσμα της αρραβωνιαστικιάς του ήρωα υψωμένης σε θεά, αναπαράσταση της Θρησκείας, ενσάρκωση πλατωνικών ιδεών κ.λπ.).
Ενδιαφέρον για τη σχολική τάξη παρουσιάζει η μεταφορική/αλληγορική εκείνη ερμηνεία που βλέπει στην περιπετειώδη πορεία του ήρωα τις περιπέτειες των χειρογράφων των Κρητών λογίων που έφυγαν πρόσφυγες από την Κρήτη για τα Επτάνησα49. Θα μπορούσαμε να προεκτείνουμε: ο Κρητικός, ως φορέας μιας μεγάλης λογοτεχνικής παράδοσης, μεταναστεύει, αλλά στον νέο τόπο, κάτω από την επίδραση νέων δεδομένων και το φωτισμό νέων ιδεών, η φωνή του γίνεται η απαρχή μιας νέας επικολυρικής και δραματικής ποίησης - της οποίας λαμπρό δείγμα είναι το ίδιο το έργο του Σολωμού. Σ' αυτό το πλαίσιο μπορούμε να αναγνωρίσουμε εύκολα τη διπλή δομή του ποιήματος: το ποίημα μέσα στο ποίημα: ο (έντεχνος) ποιητής, ο Σολωμός, κατασκευάζει ένα ποίημα, ενώ ο λαϊκός τραγουδιστής, ο Κρητικός, έχει ή αποκτά, μετά την υπερβατική εμπειρία, το χάρισμα της ποιητικής αφήγησης. Έτσι, ο μεγάλος ποιητής αναγνωρίζει στον ανώνυμο λαϊκό τραγουδιστή την αξία του ποιητικού λόγου του, αναγνωρίζοντας επίσης ότι αυτός αποτελεί και πηγή της δικής του ποίησης (ποιητολογική ερμηνεία)50.
Οι ιστορικές παρεκβάσεις προσδίδουν στο έργο και έναν εθνοκεντρικό χαρακτήρα. Εντοπίζοντας τα ανάλογα χωρία μπορούμε να προσδιορίσουμε το πώς εγγράφεται στη συνείδηση του Έλληνα Κρητικού η αξίωση της ελευθερίας και να αναζητήσουμε το βάθος που αποκτά ο προβληματισμός του Σολωμού για τα εθνικά θέματα (εδώ αναφορές και συγκρίσεις με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους). Τέλος, ερμηνείες με θρησκευτικό χαρακτήρα αναδεικνύουν το θρησκευτικό υπόβαθρο του ποιήματος, αλλά δεν εξαντλούν το ιδεολογικό βάθος του51.
Το ποιητικό είδος
Στον Κρητικό ο Σολωμός «επιχειρεί έναν συνδυασμό του δραματικού, αφηγηματικού και λυρικού τρόπου: το ποίημα παρουσιάζεται ως δραματικός μονόλογος του ποιητικού προσώπου, το οποίο μας αφηγείται λυρικά την τελευταία και καίρια δοκιμασία της ζωής του…»52.
Ο Γ. Δάλλας προτιμά τον όρο «δραματοποιημένη πρωτοπρόσωπη αφήγηση», γιατί, καθώς σημειώνει, ο δραματικός μονόλογος προϋποθέτει και έναν συνομιλητή που μένει αφανής και του οποίου την αντίδραση τη δείχνει παραστατικά αλλά έμμεσα ο ομιλητής (δεν λέει δηλαδή «είπε…»)53. Η Ιωαννίδου θεωρεί ότι ο Κρητικός έχει το χαρακτήρα της «μπαλάντας» (και τον συνδέει με τις μπαλάντες των άγγλων ρομαντικών)54.
Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι ως προς το περιεχόμενο είναι ποίημα φιλοσοφικό (ο λόγος ως πηγή αυτοσυνειδησίας), το οποίο έχει πίσω του τις ιδέες του Hegel και του Schiller, και ως προς τον τρόπο εκφοράς συμβολικό. Για την προσπάθεια του Σολωμού να συνθέσει ένα έργο με στοιχεία κλασικιστικά και ρομαντικά συγχρόνως, βλ. στο πρώτο μέρος (Ο ποιητικός τρόπος).
Η στιχουργική
Από τα ιταλικά και άλλα ευρωπαϊκά πρότυπα, ο Σολωμός, όσο ωριμάζει η τέχνη του, στρέφεται προς τον δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο. Ο Κρητικός είναι γραμμένος σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους παροξύτονους, πάνω στο σύστημα της δημοτικής ποίησης, με όλους τους νόμους της, κυρίως το νόμο της ισομετρίας, των ισομετρικών παραλληλισμών (επανάληψη στο 2ο ημιστίχιο ιδέας του πρώτου), του νόμου των τριών κ.ά 55.
Η γλώσσα
Η νεοελληνική γλώσσα βρίσκει στους στίχους του Σολωμού «την καλή της ώρα» και οι ιδέες αξιώνονται το πιο ταιριαστό για την εποχή τους ένδυμα. Ο Σολωμός πλάθει τον νεοελληνικό λόγο, καταδείχνει τη δύναμη της δημοτικής και την επιβάλλει στη συνείδηση του εγγράμματου Νεοέλληνα. Από την άποψη αυτή, η μελέτη της κατασκευής του λόγου δεν ικανοποιεί απλά την ανάγκη φιλολογικών σχολίων, αλλά αποτελεί υψηλό μάθημα παιδείας. Πρέπει, λοιπόν, η διδασκαλία να προβάλει, έστω και δειγματικά, τα στάδια γραφής του ποιήματος, τις επανεγγραφές και τις παραλλαγές, ώστε να καταδείξει πώς
ο ποιητής δουλεύει πάνω στον συνταγματικό και παραδειγματικό άξονα και ποια είναι η σημασία της μορφής για την καθαρότερη ανάδειξη της ιδέας. Με την παράθεση και σύγκριση είτε παραλλαγών διάφορων στίχων από το ίδιο το κείμενο είτε παρόμοιων στίχων από άλλα κείμενα του Σολωμού, κυρίως από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, θα σχολιαστούν τόσο οι επιλογές των λέξεων και η επίμονη αναζήτηση συνωνύμων, καθώς και της καταλληλότερης θέσης των λέξεων και των στίχων, όσο και η επιδίωξη ενός λόγου μελωδικού μέσα από την τεχνικότατη αξιοποίηση των σχημάτων λόγου, κυρίως των παρηχήσεων, αλλά και της ομοιοκαταληξίας.
Η εικονοποιία
Όλη η αλληλεξάρτηση των αντιθετικών ζευγών στα ποιήματα των ρομαντικών παρουσιάζονται με εικόνες που προωθούν τη διαλεκτική ανάπτυξη του ποιήματος και λειτουργούν ως σύμβολα, σύμβολα πολυσημικά και γι' αυτό συχνά σκοτεινά ή ανοιχτά σε πολυάριθμες ερμηνείες. Πρόκειται για εικόνες κυρίως από τη φύση (αέρας, άστρο, ουρανός, κόσμος, θάλασσα, αστροπελέκι κ.λπ.) ή από το ανθρώπινο σώμα (μάτι, χέρι, μαλλιά…)56. Τα περισσότερα μοτίβα έχουν συμβολικές διαστάσεις: λ.χ. τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, όπως το σεληνόφως, το ημίφως, το σκοτάδι (οι καταστάσεις λύτρωσης συμβαίνουν κάτω από το φως της σελήνης, στο φως της ο ήρωας έχει την πρωταρχική εμπειρία), η τρικυμισμένη θάλασσα, η γαλήνη κ.ά.: Δεν πρόκειται για απλή σκηνοθεσία, αλλά για βαθύτερες συνειδησιακές καταστάσεις, κατά τις οποίες ο άνθρωπος βιώνει έντονες συγκρούσεις, διλήμματα και δοκιμασίες, αφού καθετί μεγάλο και σημαντικό κατακτιέται δύσκολα και με πόνο.
Ειδικότερα για την τεχνική της υλοποίησης των φανταστικών επεισοδίων ο Γ. Δάλλας παρατηρεί ότι αυτή γίνεται:
α) με τη φυσική περιγραφή της Μορφής άμεσα ή έμμεσα με μία παρομοίωση, π.χ. 3.7-8 («Δεν είν' πνοή… I ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας»),
6) με τη συνειρμική αναλογία συνθετότερα, λ.χ. 5.50: για τη δύναμη του ήχου («Μόλις είν' έτσι δυνατός ο Έρωτας κι ο Χάρος»),
γ) με τη σύγκριση της υπερφυσικής υπόστασης τους με μία φυσική πάντα εικόνα, αναφορικά ή μεταφορικά:
- με μία σύγκριση αποκλεισμού ή υπεροχής, λ.χ. όταν αποκλείει με εικόνες φυσικές για να υποδείξει την υπεροχή του υπερούσιου ήχου (5.25 κ.ε.: «Δεν είναι κορασιάς φωνή… I Δεν είν' αηδόνι κρητικό… I Δεν είν' φιαμπόλι… / Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι… / Δεν είναι λόγια…»)
- με αναγωγή σε αρχετυπικές πρωτοεικόνες, λ.χ. 4.17 («ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη»), ή στην παρομοίωση που ήθελε να προσθέσει στο 5.22 («πουλί μισοπλασμένο»)57.
5. Η κριτική των μαθητών
Κλείνοντας την προσέγγιση του έργου, θα πρέπει να δώσουμε στους μαθητές το περιθώριο αφενός να συνοψίσουν τις ερμηνευτικές παρατηρήσεις, αφετέρου να εκφράσουν κριτικά τις δικές τους σκέψεις58.
Άξονες ανακεφαλαίωσης:
1. Ο Κρητικός ως σύμβολο του ρομαντικού ήρωα.
2. Η υπόσταση της Φεγγαροντυμένης και του απόκοσμου ήχου. Τα σύμβολα στο πλαίσιο της κοσμοθεωρίας του Σολωμού.
3. Η Φύση ως η απόλυτη αρχετυπική εικόνα της ιδέας της ομορφιάς και του αγαθού. Η διττή δράση της σε σχέση με τον αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση και πνευματική ολοκλήρωση.
4. Οι θρησκευτικές αντιλήψεις του Σολωμού.
5. Οι ιστορικές αναφορές ως στοιχεία για τη βιοθεωρία του Σολωμού. Το βάθος του προβληματισμού του επί των εθνικών θεμάτων την εποχή που γράφει τον Κρητικό.
6. Οι απόψεις του Σολωμού για τη θέση του ποιητή στον κόσμο.
7. Η άποψη του Σολωμού για τη δυνατότητα του ανθρώπου να ορίσει το «ωραίο».
8. Ο Κρητικός ως δείγμα αποσπασματικού και συγχρόνως ολοκληρωμένου έργου. Προβληματισμός πάνω στην έννοια της αποσπασματικότητας ως γενικότερου χαρακτηριστικού των ρομαντικών.
9. Ο ρομαντισμός ως καλλιτεχνικό ρεύμα και ως στάση ζωής.
10. Η σχέση του έργου με τη δημοτική ποίηση και την κρητική παράδοση.
11.0 σολωμικός λόγος και η συμβολή του στη διάπλαση της νεοελληνικής γλώσσας.
Γ. ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (1 διδακτική ώρα)
Οι συγκρίσεις με άλλα έργα θα διαφωτίσουν τις εκλεκτικές συγγένειες του Σολωμού και θα διευρύνουν τον προβληματισμό των μαθητών. Κατά την ανάγνωση άλλων ποιημάτων του Σολωμού θα εντοπίσουμε την επαναδιαπραγμάτευση των βασικών θεμάτων και θα σχολιάσουμε τη σταδιακή επεξεργασία τους, ενώ στη σύγκριση του Κρητικού με έργα άλλων ποιητών, κυρίως ευρωπαίων ρομαντικών, θα αναζητήσουμε πιθανές επιδράσεις ή θα ανιχνεύσουμε διαφορές. Τέλος, στον παραλληλισμό με έργα νεότερων ποιητών θα δούμε την επίδραση που άσκησε ο μεγάλος ποιητής στους νεότερους. Ενδεικτικά αναφέρεται η ακόλουθη ανθολόγηση:
- Δ. Σολωμού, «Η Ξανθούλα», «Η Αγνώριστη». «Ευρυκόμη», «Φραγκίσκα Φραίζερ», Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (Κ.Ν.Λ. Α' Λυκείου, Σχεδ. Β', αποσπ. 2, 3,14, και Γ', αποσπ. 1, 6), «Donna Velata», «Η Αναδυόμενη» (Ο Λάμπρος 32), «Σχεδίασμα [του 1833]».
- Μοτίβα της θρησκευτικής ποίησης.
- Αποσπάσματα από τον «Παράδεισο» της Θείας Κωμωδίας του Δάντη (οι ολόφωτες γυναικείες μορφές όπως η Βεατρίκη).
- Αποσπάσματα από τον Πετράρχη για το φευγαλέο όραμα της αγαπημένης μέσα στη φύση.
- Του Νεκρού αδελφού: για τη λειτουργία του όρκου.
- Γερ. Μαρκορά, Όρκος.
- Αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο (λ.χ. η εγκιβωτισμένη, ως ιντερμέδιο, ιστορία του Χαρίδημου στο δ' μέρος).
- S. Τ. Coleridge, «Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού» (καθώς και το εισαγωγικό στην έκδοση κείμενο του Τ. Burnet).
- Novalis [Το όραμα του Χάινριχ] από το μυθιστόρημα Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν.
- Ρ. Β. Shelley [Η υπνοφαντασιά του ποιητή] από το ποίημα «Αλάστωρ».
Αντί επιλόγου, παραθέτω τους τρεις πρώτους στίχους από το ποίημα «Ποιοι -πλην του λαού μου- νεοελληνόφωνοι ποιητές με ανάθρεψαν» του Νίκου Παπαδόπουλου (από τη συλλογή In Modo Misto Genuino. Ποιήματα 1964-2005)59:
Ο Σολωμός… ο Κάλβος… ο Καβάφης (και ό,τι της διασποράς). Ο Καρυωτάκης. Κι ο Εγγονόπουλος με τον Γκότσο. - Διαμετρήματα του Ανθρώπου.
Ίσως οι μαθητές δεν είναι έτοιμοι να συγκινηθούν με τέτοια διαμετρήματα και να ακολουθήσουν τους μυστήριους δρόμους που πήρε ή παίρνει η σκέψη και ο λόγος τους. Ας τους συστήσουμε σεβασμό και υπομονή κι ας τους ευχηθούμε να είναι από τους τυχερούς που κάποια στιγμή θα αξιωθούν την τύχη της επικοινωνίας μαζί τους.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πρόκειται σίγουρα για την προσωποποίηση της Ελευθερίας-Πατρίδας, αλλά η (κατά τον Πολυλά) «θεόπνευστη ψάλτρα» είναι μια θεϊκή οπτασία που αποκαλύπτεται στον ποιητή με τρόπο μυστηριακό και εσωτερικό, όπως συμβαίνει στις αποκαλυπτικές στιγμές της Βίβλου. Γι' αυτό και ο ποιητής, πριν ακόμη τη δει, μέσα στο σκηνικό της άγριας και εκστασιακής αναταραχής της φύσης, προσεύχεται.
2. Η νεκρή αγαπημένη εμφανίζεται για να του διηγηθεί τη φήμη του που διατρέχει απ' άκρο σ' άκρο την Ελλάδα και που δεν τη μαθαίνει ο ίδιος από την εφημερίδα αλλά από μια οπτασία, ως επιβεβαίωση οπωσδήποτε αθανασίας. Αλλά το χρέος του πολεμιστή είναι να κατέβει στον αγώνα, να πολεμήσει για τη λευτεριά. Γι' αυτό και αποδιώχνει το όραμα.
3. Μπορεί οι άνθρωποι να ζουν μέσα στο κοσμικό μυστήριο, αλλά η αποκάλυψη θα γίνει μόνο στον ποιητή και αυτός με τη σειρά του θα τραγουδήσει τα θεία μυστήρια της φύσης.
4. Λ.χ. η μαρτυρία του Σπυρ. Τρικούπη που υποστήριζε ότι, κατά την παραμονή του στη Ζάκυνθο, βοήθησε τον Σολωμό στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και εξεπλάγη όταν μέσα σε λίγο διάστημα άκουσε τον ποιητή να του απαγγέλλει την «Ξανθούλα».
5. Βλ. το κατατοπιστικό σημείωμα στο Βιβλίο του καθηγητή, σσ. 7-15.
6. Χρήσιμες πληροφορίες στα Επτανησιακά μελετήματα του Γ. Θ. Ζώρα (τόμ. I, σσ. 108-119), αλλά και σε μελετήματα του Γ. Βελουδή, όπως το έργο του Ο επτανησιακός, ο αθηναϊκός και ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός, 1984' Επίσης, Σωκράτης Καψάσκης, Στοιχεία βιογραφίας του Διονυσίου Σολωμού, Αθήνα, εκδ. Τυπωθήτω, 1998.
7. Βλ. L.R. Furst, Ρομαντισμός, μετάφραση I. Ράλλη - Κ. Χατζηδήμου, Αθήνα, εκδ. Ερμής, 21988, σ. 76.
8. Ο Σεφέρης συγκαταλέγει τον Σολωμό, μαζί με τον Κάλβο και τον Καβάφη, στους τρεις μεγάλους ποιητές μας που δεν γνώριζαν ελληνικά.
9. Στ. Ροζάνης, «Η αισθητική του αποσπάσματος», στο Σολωμικά, Αθήνα, εκδ. Ινδικτος, 2000, σ. 168.
10. Λ. Πολίτης, «Η γραφή και η ορθογραφία του Σολωμού», στο Γύρω στον Σολωμό, Αθήνα, Collection de Γ Institut Frangais d' Athenes, 1958, σσ. 33-34.
11. Κατά την απόδοση του Πολυλά: «είδος μιχτό αλλά νόμιμο». Ο «στοχασμός» συνοδεύει τους Ελεύθερους Πολιορκημένους».
12. Σημείωση του Πολυλά. Μια γεύση αυτών των προβληματισμών μπορεί να μας δώσει η απάντηση του νεαρού Σολωμού στον ιταλό ποιητή Monti. Όταν εκείνος του παρατήρησε: "Δεν πρέπει τόσο να λογικεύεσαι, πρέπει να αισθάνεσαι», ο Σολωμός του απάντησε: «Εκείνος είναι πράγματι άνθρωπος που αισθάνεται εκείνο που κατάλαβε». (Ο Πολυλάς στα Προλεγόμενα το αποτύπωσε με τη γνωστή φράση: «Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους, κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε»).
13. Πρβλ. και το στίχο του Κ. Καβάφη «εν Φαντασία και Λόγω» από το ποίημα «Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή».
14. «Το ίδιο και οι ρομαντικοί ήρωες στη λογοτεχνία»: Π. Μάκριτζ, Διονύσιος Σολωμός, μετάφραση Κατ. Αγγελάκη-Ρουκ, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 1995, σσ. 29-30.
15. Τσαρλς Λαρμόρ, Η ρομαντική κληρονομιά, μετάφραση Στ. Ροζάνης, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 1998, σ. 71.
16. Γ. Μ. Παπαχατζής, «Κύρια γνωρίσματα του ρομαντισμού», Νέα Εστία, ετ. 55, τ. 110, αρ. 1.307, Χριστούγεννα 1981, σσ. 249-255: 249-250.
17. Πολύ διαφωτιστική εδώ η μελέτη του Γ. Βελουδή, Διονύσιος Σολωμός. Ρομαντική ποίηση και ποιητική, Οι γερμανικές πηγές, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1989.
18. Ο Μάκριτζ σημειώνει ότι ο Σολωμός «ήταν ποιητής πάθους και ο τόνος της ποίησης του ήταν πάντα εξηρμένος. Αλλά το πάθος του ήταν για το υψηλό, το αιώνιο, το πνευματικό, το ιδανικό, το υπερβατικό. Ποτέ δεν έγραφε το είδος εκείνο της εξομολογητικής ποίησης που χαρακτηρίζει τους περισσότερους άγγλους ρομαντικούς, ούτε και αφέθηκε σε γαλήνιες αναπολήσεις και ρεμβασμούς» (Π. Μάκριτζ, ό.π., σσ. 48-49).
19. Νοβάλις, Στοχασμοί, Αποσπάσματα των τελευταίων ετών (1799-1800), μετάφραση Γ. Π. Σαββίδης: Ιδ. «Το ατελές ποίημα σε ξένους και έλληνες ρομαντικούς», Περίπλους, τχ. 23, Ζάκυνθος, 1989.
20. Για μια πλούσια συλλογή γνωμών επί του θέματος, βλ. Γ. Αλισανδράτος, «Τα σολωμικά αποσπάσματα: Οι απόψεις των κριτικών και λογίων», Νέα Εστία, έτ. 72, τ. 144, αρ. 1.707, Δεκέμβριος 1998 (βλ. και στο σχολικό βιβλίο σο. 281-283).
21. Γράφει ο Κόλεριτζ: «Κάθε δύναμη στη φύση και στο πνεύμα πρέπει να συνεπάγεται μια αντίθετη ως το μόνο μέσο και τη μόνη συνθήκη φανέρωσης της. Και κάθε αντίθεση είναι τάση για επανένωση». Βλ. και την εισαγωγή του Β. Αθανασόπουλου στην «Μπαλάντα του γέρου ναυτικού» του Κόλεριτζ (Αθήνα, εκδ. Χατζηνικολη. σσ. 47-55). Το κείμενο αυτό, μαζί με άλλα κείμενα των ευρωπαίων ρομαντικών ενδείκνυται να διαβαστούν πριν από την ανάγνωση του Κρητικού, για να διαγραφεί το πνευματικό και καλλιτεχνικό κλίμα μέσα στο οποίο ενδιατρίβει ο Σολωμός την εποχή που εμπνέεται το έργο. Τα θαυμάσια σχέδια του Ντορέ που κοσμούν την έκδοση του Κόλεριτζ αποδίδουν παραστατικά την οραματική ατμόσφαιρα και μπορούν να δημιουργήσουν και το κατάλληλο κλίμα για τη διδασκαλία.
22. Ο Στ. Ροζάνης κάνει την εξής παρατήρηση: «Ο ρομαντισμός στάθηκε ο πλέον επώδυνος σπασμός της τέχνης, γιατί στα κατάλοιπα της ισοπεδωτικής μανίας της Αναγεννήσεως προσπάθησε ν' αφήσει πάλι αδέσμευτο το χάος να καταδυναστεύσει κάθε πλευρά της ύπαρξης, διασπώντας με την ημιτελή κι απελπισμένη κίνηση του ακόμη και το τελευταίο μόριο από τη στέρεα υποδομή σε άπειρα στοιχεία άγχους και ενοραματικής συνταύτισης με τις απρόσιτες δυνάμεις της ψυχής» (Γο δαιμονιακό ύψιστο, Αθήνα, εκδ. Ύψιλον, 1982).
23. Βλ. Furst, ό.π., σ. 73.
24. Κ. Παλαμάς, «Ο Σολωμός και η Εθνική Αγωγή» [1898]: Τα Πρώτα Κριτικά, Αθήνα, 1913.
25. Ε. Π. Παπανούτσος, «Ο σολωμικός ιδεαλισμός του χρέους»: Νέα Εστία, τ. 62, αρ. 731, 1957, σσ. 50-55: 55.
26. Να διαβαστούν τα σχετικά αποσπάσματα από τον Λ. Πολίτη στις σελίδες 284-286 του σχολικού βιβλίου (Βιβλίο του μαθητή).
27. Λιλή Ιωαννίδου, Ο «Κρητικός» του Δ. Σολωμού στο Αυτόγραφο Τετράδιο της Ζακύνθου αρ. 11. Μια νέα έκδοση του ποιήματος, Θεσσαλονίκη 1978 (μεταπτυχιακή εργασία).
28. Δ. Μαρωνίτης, Οι εποχές του «Κρητικού», Αθήνα, εκδ. Λέσχη, 1975 (βλ. Βιβλίο του καθηγητή, σσ. 33-35).
29. Γ. Δάλλας, Σκαπτή ύλη από τα σολωμικά μεταλλεία, Αθήνα, εκδ. Αγρα, σ. 99.
30. Ως ποιητής θα πρέπει να εννοείται αφενός ο Σολωμός, ως ο έντεχνος ποιητής που ελέγχει απολύτως την ποιητική κατασκευή, αφετέρου ο ριμαδό-ρος Κρητικός, που τον οδηγεί στην ποιητική αφήγηση, το καλλιεργημένο λαϊκό ένστικτο (βλ. και σχόλιο πιο κάτω για τη «διπλή εγγραφή»).
31. Για τις παραλείψεις, βλ. Δημήτρης Πτολεμαίος, Η Λογοτεχνία στην Ελληνική Μέση Εκπαίδευση. Ένα Υπόμνημα και Παραρτήματα, Αθήνα (αυτοέκδοση περιορισμένων αντιτύπων), 1999. Το βιβλίο αυτό περιέχει ολόκληρη την αρχική πρόταση εργασίας.
Ίσως για κάποιες παρατηρήσεις, κυρίως διορθωτικές προτάσεις μελετητών (βλ. τις σημ. 36, 37 και 60 του σχολικού βιβλίου) να διατυπωθούν αντιρρήσεις. Ας αφήσουμε να αναπτυχθεί σχετικός διάλογος.
32. Να αξιοποιηθούν τα αποσπάσματα από τον Φαιδρό και τον Φαίδωνα του Πλάτωνα που υπάρχουν στο Βιβλίο του καθηγητή (σ. 49).
33. Να αξιοποιηθεί το απόσπασμα από τον Ε. Καψωμένο που υπάρχει στο Βιβλίο του καθηγητή (σσ. 66-67).
34. Μελετήστε τους στ. 34-42 από τον Κρητικό («Δεν είν' φιαμπόλι… χορτάρι»), καθώς και τους στίχους που ακολουθούν από το «Σχεδίασμα [του 1833]»:
[Ενώ η Ελλάδα γιορτάζει την άφιξη του Όθωνα, ένας Κρητικός κλαίει τη
δουλεία της δικής του γης]
Η Κρήτη λέγει… η γη 'ναι της αντρείας.
Για ξαναπές το, αντίλαλε ιερέ της εκκλησίας.
Αίμα ας γένει το κρασί στου γάμου το ποτήρι.
………………………………Ω παλικάρι, φεύγα.
Πάρε μια φούχτα από τη γη την ποθητή σου κι έβγα.
35. Από εδώ η αγάπη για τα έργα της λαϊκής παράδοσης και τη γλώσσα του λαού, αλλά και άλλες εθνικιστικές τάσεις (βλ. L. Furst, ό.π., σσ. 55-66).
36. Τα οράματα δεν παρουσιάζονται συγκεχυμένα ή ως προϊόντα παραισθήσεων. Στον Κρητικό τα οράματα υλοποιούνται, γίνονται και αυτά συστατικά της περιπέτειας. Τα φανταστικά επεισόδια αποδίδονται ως ισότιμα των άλλων. Αυτά τα επεισόδια είναι η κρυφή, η άγνωστη πλευρά αυτού του κόσμου. Στόχος του ο μετασχηματισμός, όχι της πραγματικής σε ιδεατή (τάση των ρομαντικών), αλλά της ιδεατής σε υπαρκτή πραγματικότητα (φιλοσοφικός ιδεαλισμός), ώστε να κάνει την υπεραισθητή παρουσία τους αισθητή στον αναγνώστη.
37. Καψωμένος, ό.π., σ. 237 (βλ. σημ. 42).
38. Για μια σύνοψη των απόψεων μπορεί να ανατρέξει κανείς στο μικρό απόσπασμα από το κείμενο του Ε. Καψωμένου «Lo spirito terrestre…» στο Βιβλίο του μαθητή (σα. 289-290) και στην ανθολογημένη κριτικογραφία στο Βιβλίο του καθηγητή (κυρίως σσ. 52-63 και 73-85).
39. Βλ. τη σκηνή της απομάκρυνσης από το ακρογιάλι και τις προσπάθειες σωτηρίας του Οδυσσέα (Οδύσσεια, ε, στ. 324-519). Λ.χ.: «θα υπομείνω κι εγώ το βάσανο μου» (στ. 399), «Και ξαφνικά βλέπει στο πλάι του στεριά… πόση αγαλλίαση…» (στ. 433), (Ποσειδών:) «…δεν θα μπορείς να πεις πως ήταν λίγη η συμφορά σου» (στ. 417-418).
40. Ο Σολωμός είχε σίγουρα υπόψη του την «Μπαλάντα του γέρου ναυτικού» του Coleridge (βλ. σημ. 20), προς την οποία θα πρέπει να αναζητηθούν ομοιότητες. Για την αντίστοιχη εμπειρία του ήρωα του Coleridge γράφει στην εισαγωγή του ο Β. Αθανασόπουλος: «Στην προσπάθεια του αυτή για την ανανέωση του αισθήματος της απορίας και του θαυμασμού, καταφεύγει, ως ποιητής μεν, δηλαδή ως υποκείμενο της διήγησης, στον συνειδητό βιασμό της φυσικής τάξης των πραγμάτων, ο οποίος απολήγει στην άμεση παρέμβαση του υπεφυσικού μέσα στο ποίημα. Ως υποκείμενο δε της εμπειρίας αφήνεται στη μαγική εκείνη νοητική δύναμη που κατορθώνει αλλά και συνιστά τον ολοκληρωμένο συνδυασμό του γνήσιου αισθήματος με τη βαθιά σκέψη, τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια που προκύπτει από την παρατήρηση, και στην αλήθεια με την οποία η φαντασία επενδύει τα αντικείμενα αυτής της παρατήρησης» (ό.π., σσ. 58-59).
41. Στις αφηγημένες ιστορίες η δοκιμασία αποτελεί βασικό διαρθρωτικό άξονα της δράσης. «Σε επίπεδο επιφάνειας, σημαδεύει τη μετάβαση από μια προγενέστερη κατάσταση (στην τυπική της εκδοχή, κατάσταση στέρησης) σε μια μεταγενέστερη κατάσταση (εξάλειψη στέρησης-πληρότητα). Σε επίπεδο βάθους, ορίζει ένα μετασχηματισμό των σημασιακών περιεχομένων από μια άλφα σχέση αξιών (αρνητική) σε μια βήτα σχέση αξιών (θετική)». (Ε. Καψωμένος, «Ο Κρητικός του Σολωμού: Αφηγηματικές και Σημασιακές Δομές», Νέα Εστία, έτ. 72, τ. 144, αρ. 1.707, Δεκέμβριος 1998, σσ. 1.248-1.288: 1.248' βλ. Βιβλίο του καθηγητή, σσ. 73-77).
42. Η παρέκβαση του 2 [19], καθώς παραπέμπει στην έσχατη κρίση, αντιστοιχεί στην τελική δοκιμασία. (Δεν περιλαμβάνεται η κρίση καθαυτή, αλλά η προσδοκία της, προοιωνίζεται όμως η θετική έκβαση).
43. Βλ. εδώ το άρθρο του Στέφανου Ροζάνη.
44. Μ. Αυγέρης, «Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού» [1957]: Ελληνες Λογοτέχνες, Αθήνα, εκδ. Ικαρος, 1971, σο. 9-28 (Βιβλίο του καθηγητή, σ. 44).
45. Το σχόλιο αναφέρεται από τον Ντ. Μηλιώτη («Όλ' ομορφιές να στολιστεί και το θυμό ν' αφήσει»: Διονύσιος Σολωμός, Ο Κρητικός ενότητα 20: AA.VV., Διονύσιος Σολωμός, Αθήνα, ΠΕφ, 1998, σσ. 39-49: 43 (βλ. Βιβλίο του καθηγητή, σ. 46).
46. Ερατοσθένης Γ, Καψωμένος, «Καλή 'ναι η μαύρη πέτρα σου». Ερμηνευτικά κλειδιά στον Σολωμό, Αθήνα, εκδ. Εστία, σ. 223.
47. Στ. Ροζάνης, Διονύσιος Σολωμός: Ιστορική αίσθηση και πράξη στο έργο του, Αθήνα, εκδ. Ύψιλον, 1988, σ. 63.
48. Ε. Γ. Καψωμένος, «Lo spirito terrestre: Η ποιητική εικόνα της Φεγγαροντυ-μένης, η καταγωγή και η ερμηνεία της από την κριτική», Η σχέση ανθρώ-nou-Φύσης στον Σολωμό, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας» <Νεολ. Μελέτες, 3>, 1992, σσ. 55, 64, 201-251.
49. R. Beaton, «Ο Σολωμός ρομαντικός: Οι διακειμενικές σχέσεις του Κρητικού και του Πορφυρά», Ελληνικά, τ. 40, αρ. 1 (1989), σσ. 132-147.
50. Για την άποψη αυτή, καθώς και για τη διαφορά εκφώνησης και εκφωνή-ματος, βλ. το άρθρο της Λ. Ιωαννίδου «Sotto il velo della poesia. Μια διερεύνηση της ποιητικής του Κριτικού», Πορφύρας (Αφιέρωμα στον Διονύσιο Σολωμό), Κέρκυρα, τχ. 95-96, 2000.
51. Louis Coutelle, Πλαισιώνοντας τον Σολωμό (1965-1989), Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1990.
52. Ε. Τσαντσάνογλου, «Η ταυτότητα της Ψεγγαροντυμένης στον Κρητικό του Σολωμού: Το όραμα του ποιητή και το όραμα του ζωγράφου». ΕΕΦΣΠΘ: Μνήμη Λίνου Πολίτη, Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 167-195: 169. Βλ. και Μάκριτζ, ό.π., σ. 69.
53. Γ. Δάλλας, «Ο Κρητικός του Σολωμού: Η γένεση ενός ποιήματος και της ποιητικής του», Πορφύρας, Κέρκυρα, τχ. 88, 1988. Φτάνει μάλιστα να χαρακτηρίσει το έργο ως «απόλογο» (έκθεση μιας περιπέτειας, ενός μύθου, απολογισμός, λόγος που αφηγείται δραματοποιώντας μια αποκαλυπτική για την ανθρώπινη συνείδηση εμπειρία).
54. Λιλή Ιωαννίδου, «Sotto il velo della poesia. Μια διερεύνηση της ποιητικής του Κρητικού», Πορφύρας, Αφιέρωμα στον Διονύσιο Σολωμό, τχ. 95-96, Κέρκυρα, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2000, σσ. 281-82 (βλ. και την εισήγηση της εδώ).
55. Εδώ χρήσιμο το βιβλίο του Στ. Κυριακίδη, Το δημοτικό τραγούδι, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1978.
56. Ας σημειωθεί ότι εικόνες νυμφών και άλλων φυσικών δαιμόνων μέσα στη φύση (π.χ. Αναδυόμενη Αφροδίτη) απορρέουν από την επίδραση του ιταλικού νεοκλασικισμού.
57. Γ. Δάλλας, ό.π., σσ. 90-93.
58. Για τα τρία στάδια της ερμηνευτικής διαδικασίας (ανάγνωση, ερμηνεία, κριτική), βλ. R. Ε. Scholes, Η δύναμη του κειμένου, μετάφραση Ζωή Μπέλλα, Αθήνα, εκδ. Τυπωθήτω, 2005, σσ. 43-68.
59. Είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Παπαδόπουλου που βλέπει το φως της δημοσιότητας (εκδ. Ύψιλον, Οκτώβριος 2005), αν και ο ποιητής διανύει το 73ο έτος της ηλικίας του. Πρόκειται για ποιητή που μας αιφνιδιάζει -και όχι απλώς ευχάριστα- και για τον οποίο η κριτική έχει να κάνει πολλή δουλειά.
* Η Ζωή Μπέλλα είναι Σχολική Σύμβουλος Α' Αθήνας.