Η πρώιμη εποχή του σιδήρου στην Ελλάδα (εισαγωγή)
Από τον μεταμυκηναϊκό κόσμο στη Γεωμετρική περίοδο (περ. 1100–750 π.Χ.)

Μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων, γύρω στο 1200 π.Χ., ο κόσμος του Αιγαίου άλλαξε βαθιά. Η ζωή συνεχίστηκε, αλλά χωρίς τους παλιούς μηχανισμούς ανακτορικής διοίκησης και τις μεγάλες αποθήκες και τα αρχεία τους. Κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. είχε πλέον διαμορφωθεί μια διαφορετική πραγματικότητα: μικρότερες κοινότητες, νέες μορφές εξουσίας και μεταβαλλόμενα δίκτυα επικοινωνίας. Οι αιώνες που ακολούθησαν αποτελούν την πρώιμη εποχή του σιδήρου, μέσα στην οποία εντάσσονται η Πρωτογεωμετρική και η Γεωμετρική περίοδος.
Η ονομασία «εποχή του σιδήρου» αναφέρεται στην αυξανόμενη χρήση αυτού του μετάλλου, ιδιαίτερα για εργαλεία και όπλα. Σιδερένια αντικείμενα υπήρχαν και νωρίτερα, αλλά τώρα η παραγωγή και η χρήση τους διαδόθηκαν περισσότερο. Η επεξεργασία του σιδήρου απαιτούσε ειδικές γνώσεις και επίμονη σφυρηλάτηση· δεν αρκούσε απλώς η ανακάλυψη ενός νέου υλικού. Ο μπρούντζος εξακολούθησε να χρησιμοποιείται για αγγεία, κοσμήματα, ειδώλια και άλλα αντικείμενα. Η μετάβαση ήταν σταδιακή και πραγματοποιήθηκε με διαφορετικό ρυθμό από περιοχή σε περιοχή.
Το ίδιο ισχύει και σε ευρύτερη κλίμακα. Η σιδηρουργία εξαπλώθηκε σε περιοχές της Εγγύς Ανατολής, της Μεσογείου και της Ευρώπης σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Στην ανατολική Μεσόγειο οι Φοίνικες ανέπτυξαν εκτεταμένες θαλάσσιες επαφές, ενώ στη Μεσοποταμία ισχυροποιήθηκε η Ασσυρία. Επομένως, οι δυσκολίες του μεταμυκηναϊκού Αιγαίου δεν αντιστοιχούν σε μια παγκόσμια περίοδο παρακμής, ούτε η εποχή του σιδήρου τελειώνει παντού γύρω στο 700 π.Χ.
Για τους πρώτους μεταμυκηναϊκούς αιώνες χρησιμοποιείται συχνά η ονομασία «Σκοτεινοί αιώνες». Ο όρος συνδέεται με την έλλειψη σύγχρονων γραπτών μαρτυριών από τον ελλαδικό χώρο και με την παλαιότερη εικόνα μιας εποχής γενικευμένης φτώχειας και απομόνωσης. Η αρχαιολογική έρευνα έχει κάνει αυτή την εικόνα πολύ πιο σύνθετη. Στο Λευκαντί της Εύβοιας, για παράδειγμα, ένα μεγάλο ταφικό οικοδόμημα του 10ου αιώνα π.Χ. και πλούσιοι τάφοι φανερώνουν κοινωνικές ανισότητες, ισχυρές ηγετικές ομάδες και επαφές με άλλες περιοχές. Οι αιώνες αυτοί παραμένουν δυσκολότεροι στην ανασύνθεση, αλλά δεν ήταν παντού ίδιοι ούτε στερούνταν δημιουργικότητας.
Οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν από την καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία. Το νοικοκυριό, ο οίκος, αποτελούσε βασική μονάδα παραγωγής, κατανάλωσης και κοινωνικής ζωής. Η πρόσβαση στη γη, τα ζώα, τα όπλα και η δυνατότητα προσφοράς δώρων ή φιλοξενίας συνέβαλλαν στο κύρος των ισχυρότερων οικογενειών. Η οργάνωση διέφερε ανάμεσα στις κοινότητες· οι τοπικοί ηγεμόνες της εποχής δεν διέθεταν κατʼ ανάγκην την εξουσία και τον διοικητικό μηχανισμό των μυκηναϊκών ανακτόρων.
Σημαντικές υπήρξαν και οι μετακινήσεις πληθυσμών στο Αιγαίο και προς τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Οι εγκαταστάσεις που συνδέονται με Αιολείς, Ίωνες και Δωριείς εντάσσονται συνήθως στον λεγόμενο πρώτο ελληνικό αποικισμό. Πρόκειται για μακρόχρονες και σύνθετες διεργασίες, στις οποίες οι νέοι πληθυσμοί συναντούσαν προϋπάρχουσες κοινότητες. Οι μεταγενέστερες παραδόσεις, όπως εκείνη για την «κάθοδο των Δωριέων», δεν αρκούν από μόνες τους για να εξηγήσουν όλες τις αλλαγές της περιόδου.
Η κεραμική προσφέρει στους αρχαιολόγους σημαντικά στοιχεία για τη χρονολόγηση και τις επαφές των κοινοτήτων. Κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο, περίπου το 1050–900 π.Χ., τα αγγεία διακοσμούνται συχνά με κύκλους, ημικύκλια και προσεκτικά οργανωμένες ταινίες. Στην κυρίως Γεωμετρική περίοδο, περίπου το 900–700 π.Χ., αναπτύσσονται πυκνότερες συνθέσεις με μαιάνδρους, τρίγωνα και άλλα γεωμετρικά σχήματα. Αργότερα εμφανίζονται συχνότερα ζώα και ανθρώπινες μορφές σε σκηνές ταφικών τελετών, πομπών και πολεμικής ζωής. Τα μεγάλα ταφικά αγγεία της Αθήνας αποτελούν χαρακτηριστικά έργα αυτής της τέχνης.
Οι θαλάσσιες επικοινωνίες, που δεν είχαν διακοπεί παντού, διευρύνθηκαν σταδιακά. Ευβοείς, Κύπριοι, Φοίνικες και άλλοι ναυτικοί συνέβαλαν στην κυκλοφορία αγαθών, τεχνικών και ιδεών. Τον 8ο αιώνα π.Χ. εντάθηκαν και οι ελληνικές εγκαταστάσεις προς τη Δύση, ανοίγοντας τη μεγάλη αποικιακή εξάπλωση της Αρχαϊκής εποχής. Τα δίκτυα αυτά εξηγούν γιατί ακόμη και ένας σχετικά μικρός οικισμός μπορούσε να συνδέεται με μακρινούς τόπους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκε το ελληνικό αλφάβητο, με προσαρμογή της φοινικικής γραφής. Καθοριστική καινοτομία ήταν η συστηματική χρήση ιδιαίτερων γραμμάτων για τα φωνήεντα. Οι ασφαλώς χρονολογημένες πρώιμες ελληνικές αλφαβητικές επιγραφές ανήκουν στον 8ο αιώνα π.Χ., ενώ ο ακριβής χρόνος και τόπος της αρχικής προσαρμογής παραμένουν υπό συζήτηση. Η νέα γραφή δεν αποτελούσε συνέχεια της Γραμμικής Β· δημιουργήθηκε μέσα από διαφορετικές επαφές και χρησιμοποιήθηκε σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα.
Παράλληλα, η προφορική επική ποίηση διατηρούσε και αναδημιουργούσε αφηγήσεις για θεούς, ήρωες και παλιούς πολέμους. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια συνδέονται συνήθως με τον 8ο και τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., αλλά η διαμόρφωση και η γραπτή σταθεροποίησή τους υπήρξαν σύνθετες διαδικασίες. Ο κόσμος τους συνδυάζει μνήμες της μυκηναϊκής εποχής με στοιχεία μεταγενέστερων κοινωνιών. Γιʼ αυτό τα έπη είναι πολύτιμες μαρτυρίες για τις αξίες και τις παραδόσεις των αρχαίων Ελλήνων, αλλά δεν μπορούν να διαβαστούν ως ακριβή χρονικά του Τρωικού πολέμου.
Στη διάρκεια αυτών των αιώνων αναπτύχθηκαν επίσης κοινά ιερά, λατρείες και εορτές, που έφερναν κοντά ανθρώπους διαφορετικών κοινοτήτων. Η Ολυμπία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα· το 776 π.Χ. είναι η παραδοσιακή χρονολογία από την οποία αρχίζει η καταγραφή των Ολυμπιακών νικών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τότε δημιουργήθηκε η λατρεία στον χώρο. Προς το τέλος της περιόδου άρχισε να αποκτά σαφέστερα χαρακτηριστικά και η πόλη–κράτος, ως κοινότητα με επικράτεια, κοινές λατρείες και θεσμούς. Η εξέλιξη αυτή δεν ακολούθησε παντού την ίδια πορεία.
Η μετάβαση στην Αρχαϊκή εποχή, κατά τον ύστερο 8ο και τον 7ο αιώνα π.Χ., προέκυψε μέσα από αυτές τις αλλαγές: τη διεύρυνση των επαφών, την εξάπλωση της γραφής, την ανάπτυξη των οικισμών και τη διαμόρφωση νέων πολιτικών κοινοτήτων. Τα συμβατικά χρονολογικά όρια βοηθούν τη μελέτη, αλλά δεν χωρίζουν απότομα τη ζωή των ανθρώπων. Ανάμεσα στα μυκηναϊκά ανάκτορα και στις πόλεις της ιστορικής Ελλάδας μεσολαβεί ένας κόσμος με δικές του τεχνικές, κοινωνίες και μορφές έκφρασης.